Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Απαγόρευση πλειστηριασμού κατοικίας από δάνεια ΟΕΚ. Προϋποθέσεις.

Περίληψη.  Απαγόρευση διάθεσης με αναγκαστική εκτέλεση ακινήτου που αγοράστηκε ή αναγέρθηκε, κατά τις διατάξεις χορήγησης των στεγαστικών προγραμμάτων δανείου του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας. Η απαγόρευση της κατασχέσεως, η οποία αν επιβληθεί είναι άκυρη, ισχύει αθροιστικώς, μέχρι την πλήρη εξόφληση του δανείου, αλλά και αν ακόμα έχει εξοφληθεί το δάνειο και επί μία δεκαετία από τη λήψη του δανείου. Σε περίπτωση διαθέσεως του ακινήτου με αναγκαστικό πλειστηριασμό και αν ακόμη αυτός παραμείνει έγκυρος, ως διαδικαστική πράξη, αφού είναι ανίσχυρος και ανενεργής ως δικαιοπραξία διαθέσεως του ουσιαστικού δικαίου δεν επιφέρει μεταβίβαση της κυριότητας επί του πλειστηριασθέντος στον υπερθεματιστή. Το δάνειο με το οποίο ανεγέρθηκε το επίδικο εκπλειστηριασθέν ακίνητο χορηγήθηκε στον ενάγοντα από ίδια κεφάλαια της τράπεζας, της οποίας η διαμεσολάβηση στη χορήγηση του δανείου υπήρξε αυτοτελής, χωρίς κανένα έλεγχο ή επηρεασμό από τον ΟΕΚ που συμμετείχε στην επιδότηση του επιτοκίου, η οποία όμως συμμετοχή και μόνο δεν υπαγάγει το δάνειο στις απαγορεύσεις του άρθρου 4 του Ν. 1641/1986.   
Άρειος Πάγος, Γ` Πολιτικό Τμήμα, 570/ 2015

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη-Εισηγήτρια, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 175 εδ. α ΑΚ η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη αν ο νόμος την απαγορεύει. Με δικαιοπρακτική διάθεση εξομειώνεται και αυτή που πραγματοποιείται από το δανειστή με αναγκαστική κατάσχεση και πλειστηριασμό, που όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 199 ΑΚ και 1005 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ. είναι μια ιδιόρρυθμη σύμβαση εξομοιούμενη με πώληση, η οποία διενεργείται υπό το κύρος και τη συμμετοχή της αρχής, τελειώνεται με την κατακύρωση και επιφέρει μετάθεση της κυριότητας
Περαιτέρω με τα άρθρα 1, 4 παρ. 1α και 6 παρ. 2 του Ν. 1138/1972 "περί αναπροσαρμογής και βελτιώσεως των στεγαστικών προγραμμάτων του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών και του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας" ορίζεται ότι η στεγαστική συνδρομή με τα προγράμματα αυτά περιλαμβάνει και τη χορήγηση δανείου προς ανέγερση ή επισκευή κατοικίας και ότι για τη χορήγηση των δανείων αυτών εγγράφεται υπέρ της στο άρθρο 8 αυτού αναφερομένης διαχειρίστριας Τράπεζας ή Οργανισμού πρώτη υποθήκη επί του αποκτωμένου με δάνειο ακινήτου. Εξάλλου στο άρθρο 1 του Ν. 1641/1986 για "Μικτά δανειοδοτικά στεγαστικά προγράμματα του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι η στεγαστική συνδρομή που παρέχεται με τις διατάξεις του νόμου αυτού στους δικαιούχους σύμφωνα με τον εκάστοτε κανονισμό του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ) περιλαμβάνει α) δάνειο για την ανέγερση κατοικίας σε ιδιόκτητο οικόπεδο ή οικόπεδο που παραχωρεί οποιοσδήποτε στεγαστικός φορέας, β) δάνειο για αγορά κατοικίας από το δικαιούχο και γ) δάνειο για αποπεράτωση ιδιόκτητης κατοικίας του δικαιούχου. Με το άρθρο 3 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι για την εξασφάλιση των χορηγουμένων δανείων (έντοκο και άτοκο μέρος) εγγράφεται υπέρ των πιστωτικών οργανισμών του άρθρου 11 και με φροντίδα τους πρώτη υποθήκη στο αποκτώμενο ή οικοδομούμενο με δάνειο ακίνητο. Αν ο δικαιούχος παίρνει μόνο το άτοκο ποσό του δανείου, εγγράφεται ισόποση υποθήκη μόνο υπέρ του ΟΕΚ. Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του ίδιου νόμου ορίζεται, σχετικά με τη στεγαστική συνδρομή, που παρέχεται με τις διατάξεις του νόμου αυτού στους δικαιούχους, ότι πριν από την εξόφληση του δάνειου και επί δεκαετία από τη λήψη του, απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε δικαιοπραξία ή προσύμφωνο διάθεσης του ακινήτου που αποκτάται με δάνειο ή σύσταση οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους ή επιβολή κατάσχεσής του επιτρέπεται η μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων που αγοράζονται ή ανεγείρονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και προ της παρόδου δεκαετίας, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο οποίος ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, κρίνεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΕΚ. Η παραπάνω μεταβίβαση τελεί υπό την προϋπόθεση της ολοσχερούς εξοφλήσεως του δανείου. Από το συνδυασμό της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 4 του Ν. 1641/1986, με εκείνη της παρ. 13 του άρθρου 6 του Ν.Δ 775/1964 "περί κωδικοποιήσεως διατάξεων περί λαϊκής κατοικίας", η οποία ορίζει ότι "υφισταμένης υποθήκης πάσα απαλλοτρίωσις του ακινήτου είναι άκυρος, επιτρεπομένης μόνο της μεταβιβάσεως λόγω προικός υπέρ κατιόντων ή αδελφών", προκύπτει ότι με αυτή θεσπίζεται, για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, απαγόρευση διάθεσης και με αναγκαστική εκτέλεση του ακινήτου που αγοράστηκε ή αναγέρθηκε, κατά τις διατάξεις του Ν. 1641/1986, με χρήματα του ως άνω δάνειου, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 αυτού, η δε παρά τις προϋποθέσεις αυτές γενομένη διάθεση είναι απολύτως άκυρη. Η απαγόρευση της κατασχέσεως, η οποία αν επιβληθεί είναι άκυρη, ισχύει αθροιστικώς, μέχρι την πλήρη εξόφληση του δανείου, αλλά και σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και αν έχει εξοφληθεί το δάνειο και επί μία δεκαετία από τη λήψη του δανείου. Επομένως για τη δυνατότητα της κατασχέσεως απαιτείται η πλήρης εξόφληση του δανείου και η πάροδος δεκαετίας από τη λήψη του δανείου, με συνέπεια η έλλειψη της μιας από τις ανωτέρω προϋποθέσεις να αποκλείει την κατάσχεση. Έτσι σε περίπτωση διαθέσεως του ακινήτου με αναγκαστικό πλειστηριασμό και αν ακόμη αυτός παραμείνει έγκυρος, ως διαδικαστική πράξη, αφού είναι ανίσχυρος και ανενεργής ως δικαιοπραξία διαθέσεως του ουσιαστικού δικαίου δεν επιφέρει μεταβίβαση της κυριότητας επί του πλειστηριασθέντος στον υπερθεματιστή (ΟλΑΠ 1688/1983)
Περαιτέρω με το άρθρο 2 του Ν. 1849/1989, που συμπληρώνει το ν. 1641/1986, θεσπίζεται η χορήγηση δανείων αποκλειστικά από κεφάλαια του ΟΕΚ (δάνεια ΕΣΑΚ-Ειδικού Στεγαστικού Ανακυκλούμενου Κεφαλαίου), ενώ, κατά της διατάξεις του άρθρου 37 του Ν. 2224/ 1994, που συμπληρώνει το άρθρο 10 του ΝΔ 2963/1954 (ιδρυτικού νόμου του ΟΕΚ), η στεγαστική συνδρομή του ΟΕΚ προς τους δικαιούχους του παρέχεται, εκτός των άλλων και με επιδότηση του επιτοκίου των δανείων που χορηγούνται σ` αυτούς από Τράπεζες για την αγορά ή την ανέγερση κατοικίας, υπέρ των οποίων εγγράφεται και η αντίστοιχη εμπράγματη ασφάλεια (προσημείωση ή υποθήκη), ο δε ΟΕΚ απλώς επιδοτεί το επιτόκιο με ορισμένο ποσοστό. Στην περίπτωση αυτή η διαμεσολάβηση της Τράπεζας στη χορήγηση των δανείων είναι αυτοτελής, αφού τα δάνεια αυτής της κατηγορίας χορηγούνται από ίδια κεφάλαια της εκάστοτε Τράπεζας, χωρίς κανέναν έλεγχο ή επηρεασμό εκ μέρους του ΟΕΚ. Οι Τράπεζες, ακολουθώντας τους τραπεζικούς στόχους τους, χορηγούν δάνεια στους καταγεγραμμένους από τον ΟΕΚ δικαιούχους, σύμφωνα με τον κανονισμό του, με τους όρους που αυτές θέτουν στις στεγαστικές τους παροχές μέσω της νομοθεσίας και των εγκυκλίων τους και με την καθιερωμένη τακτική τους. Γίνεται δηλαδή, σ` αυτήν τη μορφή των δανείων μια τοποθέτηση κεφαλαίων της Τράπεζας. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι απαγορεύσεις του άρθρου 4 του Ν. 1641/1986 ισχύουν για τα δάνεια που προβλέπονται από το νόμο αυτό και όχι για τις περιπτώσεις ακινήτων που αγοράστηκαν με χορήγηση δάνειου από Τράπεζα και επιδότηση επιτοκίου από τον ΟΕΚ. 
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ.8 εδ.β Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγον εφέσεως και επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 14/2004). Εξ ετέρου από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 335 και 338 έως 340 και 346 του Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικών ισχυρισμών τους, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, γιατί αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της (ΟλΑΠ 2/2008). 
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.) προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων, από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την αγωγή του αναιρεσείοντος περί κηρύξεως της ένδικης κατακυρωτικής εκθέσεως και της περιλήψεως της ως ανενεργών και μη επιφερουσών της έννομες συνέπειές τους: "Με επίσπευση της εναγομένης δανείστριας ανώνυμης εταιρίας σε βάρος του ενάγοντος οφειλέτη της και δυνάμει της 1605/11-5-2009 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αγρινίου Α. Γ., εκπλειστηριάστηκε την 24-6-2009, μεταξύ άλλων και το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ισογείου διαμερίσματος που βρίσκεται σε οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και τον πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο, που κτίστηκε σε οικόπεδο εμβαδού 495 τμ εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Νεάπολης Αιτ/νίας, μεταξύ των 9 και 10 Ο.Τ., όπως τούτο περιγράφεται στην .../9-4-2002 σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας του Συμβ/φου Αγρινίου .......... . Το παραπάνω ακίνητο κατακυρώθηκε στην επισπεύδουσα-εναγομένη, συνταχθείσας προς τούτο της .../24-6-2009 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της Συμβ/φου Αγρινίου ......................... , η δε .../28-7-2009 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ιδίας ως άνω Συμβ/φου, μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … και αριθμό 544 των βιβλίων μεταγραφών του Α` Υποθηκοφυλακείου Αγρινίου. Για την ανέγερση της πιο πάνω οικοδομής (πρώτης κατοικίας) ο ενάγων έλαβε από την ....... Τράπεζα της Ελλάδος δάνειο ποσού 17.000.000 δραχμών (49.889,95 ευρώ) με την 759/7-6-2001 ιδιωτική σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου. Η δανείστρια τράπεζα δε δυνάμει της 564/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου ενέγραψε προσημείωση υποθήκης επί του ισογείου της άνω οικοδομής προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της κατά του ενάγοντος, προερχομένη από την παραπάνω δανειακή σύμβαση. Από την επισκόπηση της τελευταίας (δανειακής σύμβασης) προκύπτει ότι αυτή καταρτίσθηκε με βάση τους συνηθισμένους όρους που η ΕΤΕ θέτει στις στεγαστικές της παροχές προς τρίτους μέσω των σχετικών υπουργικών αποφάσεων (των οποίων γίνεται μνεία στην επίδικη σύμβαση) και με την καθιερωμένη τακτική της. Με τη συγκεκριμένη βέβαια σύμβαση συμφωνήθηκε (με βάση τις από 13- 10-1994 και 30-12-1996 συμβάσεις μεταξύ δανείστριας τράπεζας και ΟΕΚ, των οποίων σημειωτέον γίνεται μνεία στην επίδικη δανειακή σύμβαση) η επιδότηση του επιτοκίου του δανείου κατά ποσοστό 36% από το Ελληνικό Δημόσιο και κατά ποσοστό 31% από τον ΟΕΚ. Ειδικότερα από την άνω δανειακή σύμβαση προκύπτει ότι η διάρκεια του δανείου συμφωνήθηκε 15ετής και το επιτόκιο κυμαινόμενο προς 6,37% ετησίως, επιδοτούμενο κατά τα άνω από το Ελληνικό Δημόσιο και τον ΟΕΚ για χρονικό διάστημα εννέα ετών, αρχής γενομένης από την πρώτη δόση της εξυπηρέτησης του. Από τη λήξη της ως άνω περιόδου επιδότησης και εφεξής καθόλη την υπόλοιπη συμβατική διάρκεια του δανείου ο οφειλέτης, ήτοι ο ενάγων υποχρεούται να καταβάλει στη δανείστρια τους τόκους που θα υπολογίζονται με ολόκληρο το επιτόκιο του δανείου, το οποίο θα βαρύνει εξ ολοκλήρου αποκλειστικά αυτόν (άρθρο 18.2 της δανειακής σύμβασης). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το δάνειο με το οποίο ανηγέρθη το εκπλειστηριασθέν ακίνητο χορηγήθηκε στον ενάγοντα από ίδια κεφάλαια της ........... Τράπεζας και ότι η διαμεσολάβηση αυτής στη χορήγηση του δανείου υπήρξε αυτοτελής, χωρίς κανέναν έλεγχο ή επηρεασμό από τον ΟΕΚ. Επομένως, σύμφωνα και με όσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτέθηκαν, οι απαγορεύσεις του άρθρου 4 του Ν. 1641/1986 δεν ισχύουν για το εν λόγω δάνειο (σημειωτέον ότι στη δανειακή σύμβαση δεν γίνεται μνεία των διατάξεων του νόμου αυτού) και ουδείς νόμιμος λόγος απαγορεύσεως της διαθέσεως του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου υφίσταται, όπως αβάσιμα ο ενάγων ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή, η οποία ως εκ τούτου είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο και μετά από επικύρωση της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης δέχτηκε ότι το δάνειο με το οποίο ανεγέρθηκε το εκπλειστηριασθέν ακίνητο χορηγήθηκε στον ενάγοντα από ίδια κεφάλαια της ..... Τράπεζας, της οποίας η διαμεσολάβηση στη χορήγηση του δανείου υπήρξε αυτοτελής, χωρίς κανένα έλεγχο ή επηρεασμό από τον ΟΕΚ που συμμετείχε στην επιδότηση του επιτοκίου, η οποία όμως συμμετοχή και μόνο δεν υπαγάγει το δάνειο στις απαγορεύσεις του άρθρου 4 του Ν. 16461/1986.

Με τον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως και κατ` εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 εδβ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος-ενάγοντος ότι αυτός ήταν ενταγμένος στο Πρόγραμμα του Ειδικού Στεγαστικού Ανακυκλούμενου Κεφαλαίου (ΕΣΑΚ) του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ), πράγμα το οποίο προέκυπτε και από το υπ` αριθμ. 135/12.10.2000 έγγραφο του ΟΕΚ Αγρινίου και ότι συνακόλουθα ετύγχανε προστασίας από τη διενέργεια αναγκαστικής εκτελέσεως εις βάρος του ακινήτου του (που είχε αποκτήσει με δάνειο που είχε λάβει από την ....... Τράπεζα). Η αιτίαση αυτή δεν ιδρύει τον επικαλούμενο από την παραπάνω διάταξη αναιρετικό λόγο, καθόσον δεν αφορά σε "πράγμα" υπό την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια ήτοι σε ισχυρισμό που τείνει σε θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος καθόσον μόνη η ένταξη του ενάγοντα-αναιρεσείοντα στο ΕΣΑΚ του ΟΕΚ δεν υπαγάγει το δάνειό του στις οικείες περί απαγορεύσεως διαθέσεως διατάξεις του ΟΕΚ, αλλά απαιτείται προσέτι και το δάνειο να λήφθηκε από τον ΕΣΑΚ, πράγμα το οποίο δεν συνέβη αφού τούτο λήφθηκε από την ..... Τράπεζα και από ίδια κεφάλαια αυτής χωρίς κανένα έλεγχο ή επηρεασμό από τον ΟΕΚ, του οποίου η συμμετοχή στην επιδότηση του επιτοκίου και μόνο δεν καθιστά τον δανειολήπτη δικαιούχο της προστασίας από την διενέργεια αναγκαστικής εκτελέσεως εις βάρος του ακινήτου του. Περαιτέρω η αιτίαση αυτή, που αναφέρεται και σε αποδεικτικό στοιχείο, που το πρώτον κατά το άρθρο 529 Κ.Πολ.Δικ. προσκομίσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να αποκρουσθεί ως απαράδεκτο κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, ήτοι το υπ` αριθμ. 135/12.10.2000 έγγραφο του ΟΕΚ Αγρινίου, που κατά τον αναιρεσείοντα δεν λήφθηκε υπόψη, ούτε τον αναιρετικό λόγο της διατάξεως του αριθμού 11 περ.γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύει, αφού το έγγραφο αυτό, ως αποδεικτικό μέσο, αφορούσε σε απόδειξη ισχυρισμού, που κατά τα προαναφερθέντα δεν ασκούσε επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ενόψει τούτων ο μοναδικός αυτός λόγος, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.). Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δικ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.2.2013 αίτηση του Ν. Κ. του Ε. κατά της ανώνυμης εταιρείας "............", για αναίρεση της υπ` αριθμ. 110/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis