Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Συμβιβασμός, αναγνώριση χρέους, αίρεση, πώληση, αδικ. πλουτισμός, στοιχεία αγωγής.

Περίληψη. Αγωγή τακτικής διαδικασίας από ενάγοντα, να λάβει ποσό που κατέβαλε στον εναγόμενο, λόγω εκτέλεσης διαταγής πληρωμής από πώληση, με κύρια βάση αδικαιολόγητο πλουτισμό(904 επ ΑΚ), αφού δεν όφειλε, επικουρική εκ του αρθ. 914 ΚΠολΔ, λόγω «τελεσίδικης» ακύρωσης της διαταγής πληρωμής. Αντίθετη αγωγή του εναγομένου κατά του ενάγοντα για καταβολή ποσού τιμήματος εμπορευμάτων, επί της οποίας εφαρμόζονται οι «ειδικές διατάξεις» μικροδιαφορών (466 επ ΚΠολΔ). Λόγοι για τους οποίους δεν εμποδίζεται η «κατ' εξαίρεση» ένωση και συνεκδίκαση τους (246 ΚΠολΔ). Η διάταξη αρθ. 914 ΚΠολΔ εκκινεί από τις αρχές αδικαιολόγητου πλουτισμού του κοινού δικαίου κι εφαρμόζεται μόνο σε ακύρωση «απόφασης», που εκτελέστηκε. Λόγοι για τους οποίους δεν χωρεί αναλογική εφαρμογή σε λοιπούς εκτελεστούς τίτλους.

 Αναγκαστική εκτέλεση και «Ιδιωτικό έγγραφο συμφωνίας» διαδίκων στη συνέχεια, που ρυθμίζει τη διαφορά. Ομοιότητες και διαφορές σύμβασης «συμβιβασμού», «αφηρημένης αναγνώρισης και αιτιώδους αναγνώρισης χρέους» (αρθ. 871, 873, 361 ΑΚ). Κρίση του δικαστηρίου περί σύναψης σύμβασης «αιτιώδους αναγνώρισης χρέους». Απορριπτέος ισχυρισμός περί ακυρότητας, λόγω εικονικότητας δήλωσης βούλησης ενός συμβαλλόμενου. Απαιτείται γνώση όλων. Διαλυτική αίρεση και πλασματική μη πλήρωσή (207 ΑΚ). Ακύρωση διαταγής πληρωμής από το β΄βάθμιο δικαστήριο, διότι ο αιτών πωλητής δεν προσκόμισε «έγγραφη δόση πληρεξουσιότητας» του αγοραστή στον παραλαβόντα τα εμπορεύματα. «Άτυπη» δόση πληρεξουσιότητας εν προκειμένω, κατά το νόμο, που αποδεικνύεται από κάθε στοιχείο. Αντίθετη άποψη συνιστά παράβαση νόμου. Ο ενάγων της α΄ αγωγής όφειλε στον εναγόμενο λόγω αγοράς εμπορευμάτων κι εξόδων εκτέλεσης διαταγής πληρωμής. Οι διάδικοι ρύθμισαν τις αξιώσεις τους με τη σύμβαση «αιτιώδους αναγνώρισης χρέους», που δεν επηρεάζεται από την ακύρωση της διαταγής πληρωμής και δεν προτείνονται ενστάσεις από παλαιά ενοχή.

                                          Ειρηνοδικείο Αθηνών 2110/ 2016
Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Αθηνών, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση κάποιου διάδικου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Με την ανωτέρω διάταξη, η ρύθμιση της οποίας αποτελεί έκφανση της αρχής της οικονομίας της δίκης, με σκοπό τη διευκόλυνση ή επιτάχυνση της διεξαγωγής της ή την επέλευση μείωσης των εξόδων της ή και την αποτροπή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, παρέχεται η ευχέρεια στο δικαστήριο να διατάξει και αυτεπαγγέλτως την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον αυτού δικών, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία (ΕφΔωδ 6/2006 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5190/2000 ΑρχΝ 2001.239, ΕφΑθ 4304/1999 ΕλλΔνη 1999.1587). Η αρχή της οικονομίας της δίκης υπηρετείται και με την υποχρεωτική συνεκδίκαση κύριας και παρεμπίπτουσας αγωγής (άρθρο 285 ΚΠολΔ). Η συνένωση περισσότερων δικών σε κοινή διαδικασία δεν ανατρέπει την αυτοτέλειά τους (βλ. Μακρίδου σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος I, κάτω από άρθρο 246 σε αριθ. 7). Στην περίπτωση που μια των συνεκδικαζόμενων υποθέσεων, αποτελεί υπόθεση μικροδιαφοράς των αρθ. 466-472 ΚΠολΔ, επιτρέπεται να συνεκδικαστεί με υπόθεση, που υπάγεται στην τακτική διαδικασία, όπως μπορούν να συνεκδικαστούν και υποθέσεις λογοδοσίας και διανομής (ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα υπ αρθ 246 §2 σελ520), όπως και η κύρια αγωγή με σωρευόμενη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (ΕιρΘε2434/1989, Αρμ 1989, 895 και ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι υποθέσεις μικροδιαφορών αποτελούν στην πραγματικότητα υποθέσεις τακτικής διαδικασίας, στις οποίες λόγω του μικρού ύψους των απαιτήσεων, που εμπλέκονται, θεώρησε ο νομοθέτης, ότι έπρεπε να ισχύσουν περαιτέρω απλουστευμένες διατάξεις. Έτσι οι διατάξεις που τις ρυθμίζουν (αρθρ. 466-472 ΚΠολΔ), αποτελούν όχι ειδική διαδικασία, αλλά μεμονωμένες ειδικές διατάξεις. Αυτό, άλλωστε, καθίσταται φανερό και από την τελευταία τροποποίηση, που δέχτηκαν οι υποθέσεις τακτικής διαδικασίας, που υπήχθησαν λόγω ποσού στις διατάξεις μικροδιαφορών. Με βάση δηλαδή το αρθ. 42 Ν 3994/2011 το αντικείμενό τους αυξήθηκε από τα 1.500,00€ στο ποσό των 5.000,00€. Ενώ, λόγω δυσχερών οικονομικών συνθηκών που κρατούσαν, τέτοια ρύθμιση κάθε άλλο παρά αιτιολογημένη και εύλογη ήταν στο χρόνο που έγινε. Σε κάθε περίπτωση, κατά την άποψη του δικαστηρίου αυτού, επιτρέπεται η «κατ' εξαίρεση» συνεκδίκαση αγωγής τακτικής διαδικασίας με αγωγή μικροδιαφοράς, εφόσον επιβάλλεται, για όσους λόγους αναφέρθηκαν. Ιδιαίτερα εφόσον οι αγωγές είναι συναφείς, αφορούν τους ίδιους διαδίκους, στηρίζονται στο ίδιο βιοτικό συμβάν κι είναι ευχερέστερη η κρίση της όλης υπόθεσης. Ενώ, δεν ενδιαφέρει τόσο η διαδικασία στην περίπτωση αυτή, όσο οι «διαδικαστικές αποκλίσεις».

Σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθ. 914 ΚΠολΔ, «αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ή την έφεση οριστικά και κατ` ουσία και απορρίψει, ολικά ή εν μέρει την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχτεί ότι η απόφαση, που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν εκτελεστεί η απόφαση, που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των προσθέτων λόγων, είτε με τις προτάσεις, είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης, πρέπει να προαποδεικνύεται». Το άρθρο αποτελεί μια των περιπτώσεων επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση, μη διαφοροποιούμενο των λοιπών (παρά μόνο κατά το εύρος), διάσπαρτων στον κώδικα Πολ Δικ, όπως: αρθ. 550, 579, 581§3, 660, 730§ 2, 940. Η επιλογή στην διάταξη του άνω άρθρου της λέξης: «απόφαση που εκτελέστηκε» δεν είναι τυχαία, όπως ακριβώς των λέξεων «οριστικά» και «κατ’ ουσίαν παραδοχή της ανακοπής ή έφεσης». Η ρύθμιση εκκινεί από τις ίδιες αρχές της περιουσιακής μετακίνησης χωρίς δικαιολογία, όπου στηρίζεται και ο «αδικαιολόγητος πλουτισμός» του κοινού δικαίου, αλλά διαφέρει αυτού. Για να δημιουργηθεί υποχρέωση προς απόδοση της ωφέλειας κατά το κοινό δίκαιο αδικαιολόγητου πλουτισμού (αρθ. 904 επ ΑΚ), προϋποτίθεται η «κατ ουσία διάγνωση του δικαιώματος» και απόδειξη της ανυπαρξίας του. Διότι, σε περίπτωση ύπαρξης δικαιώματος ο «πλουτισμός» και η περιουσιακή μετακίνηση δεν είναι αδικαιολόγητη και δεν αποδίδεται. Στην περίπτωση του αρθ. 914 ΚΠολΔ, όμως, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Ως προϋπόθεση τίθεται η «εξαφάνιση» ή «μεταρρύθμιση» της εκτελεσθείσας απόφασης και δεν προϋποτίθεται κι η ανυπαρξία δικαιώματος. Μια απόκλιση και διαφορά, από τις διατάξεις του κοινού δικαίου, είναι ότι το άρθρο επιβάλλει, στον εκτελέσαντα την εξαφανισθείσα απόφαση, υποχρέωση να αποδώσει ότι έλαβε κατά το χρόνο της εκτέλεσης. Επιτρέπει την «αναδρομική ενέργεια», δηλαδή, που ανατρέχει στο χρόνο εκτέλεσης, ενώ κατά το κοινό δίκαιο αποδίδεται μόνο ότι απέμεινε και εφόσον ο πλουτισμός (η ωφέλεια) σώζεται. Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο για να επέλθουν οι έννομες αυτές συνέπειες είναι η «οριστική και κατ ουσία παραδοχή» της έφεσης ή ανακοπής και η «απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης». Οι προϋποθέσεις, αποτελούν και τους λόγους της «ειδικής ρύθμισης» του άρθρου, που εφαρμόζεται μόνο εφόσον η εκτέλεση γίνεται με βάση δικαστική απόφαση. Δεν χωρεί «αναλογική εφαρμογή του» σε περιπτώσεις εκτέλεσης, που λαμβάνουν χώρα με βάση άλλους εκτελεστούς τίτλους, που ορίζονται στο αρθ. 904 του Κώδικα, όπως θεωρεί μερίδα της νομολογίας (ΕφΑθ4328/2002, ΕφΠατρ291/2006, ΕφΘεσ1302/2000, ΕφΠειρ378/1998, ΕφΑΘ3298/1994). Διότι, ούτε «κενό» υπάρχει, που πρέπει να καλυφθεί, ούτε η διατύπωση του άρθρου είναι μόνο γραμματική, αντίθετα (βλ. Ράμμο, Ζητήματα εκ της εκτελέσεως προσωρινώς εκτελεστής αποφάσεως ΝΔ 1966, 397-399, Μπρίνιας τόμος Ι, εκδ. 1978, αρθ. 914 §§ 66α, 67, σελ. 181-183, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΕρμΚΠολΔ, τόμος ΙΙ, υπ αρθ. 914§ 3 σελ.1730. Βλ. και ΑΠ 447/2010, ΑΠ 1973/2007, ΑΠ 286/2005, ΑΠ 716/2001, ΑΠ 649/1997, ΑΠ 339/ 1994, ΕφΘεσ 20154/ 2014, ΕφΑθ 768/ 2009, ΕφΑθ 849 /2009, ΕφΑθ 5428/ 2005, ΜΠρΚω 586/ 2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αναλογική εφαρμογή, άλλωστε, ως προς κανόνες δημοσίου δικονομικού κι αναγκαστικού δικαίου δεν νοείται. Ο λόγος της ειδικής πρόβλεψης του άρθρου στηρίζεται στο ότι ναι μεν μετά την ακύρωση του θεμελίου της αναγκαστικής εκτέλεσης η τελευταία μένει μετέωρη, γεγονός μη ανεκτό, αλλά παράλληλα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το ουσιαστικό δίκαιο. Να υπάρξουν κάποια minimum εχέγγυα, δηλαδή, ότι η επιστροφή στην πριν από την εκτέλεση του εκτελεστού τίτλου κατάσταση δεν θα ανατραπεί πολύ γρήγορα εκ νέου, λόγω της ύπαρξης ουσιαστικού δικαιώματος του διαδίκου που προέβη στην εκτέλεση. Οι λοιποί εκτελεστοί τίτλοι, όμως, εκτός των αποφάσεων, δεν εμφανίζουν, εχέγγυο προς αυτή την κατεύθυνση. Σε εκείνους, κατ' αντίθεση όσων λαμβάνουν χώρα σε απόφαση και διάγνωση δικαιώματος, δεν υπήρξε εξαρχής καμία διαγνωστική δίκη και καμία ουσιαστική κρίση, αλλά «δικαστικές επιταγές» χωρίς διάγνωση, όπως καθίσταται φανερό, προκειμένου για «διαταγές πληρωμής», που ενδιαφέρουν στην προκείμενη περίπτωση. Οι τελευταίες αποτελούν μεν εκτελεστούς τίτλους, όπως ορίζεται στο αρθ. 904 ΚΠολΔ, αλλά εκδίδονται χωρίς καμία ουσιαστική διάγνωση, που να αφορά το κατ ουσία δικαίωμα. Ενώ, η ανακοπή και ή έφεση κατ'  αυτών μπορεί να εξαφανίσει τη διαταγή πληρωμής, για «τυπικούς λόγους», χωρίς να προχωρεί το δικαστήριο σε έλεγχο της «κατ ουσία διαφοράς». Κατά τα λοιπά, η εκ του άνω άρθρου αξίωση του έχοντα έννομο συμφέρον διαδίκου μπορεί να ασκηθεί με αίτηση του, ενώπιον του δικάζοντος την ανακοπή ή έφεση δικαστηρίου, εφόσον υπάρχει εκκρεμής δίκη, με τις προτάσεις, ακόμη και με τους προσθέτους λόγους ανακοπής, είτε όμως και με αυτοτελές δικόγραφο αγωγής. Το αυτοτελές δικόγραφο αγωγής, υποβάλλεται ενώπιον του κατά τις κοινές διατάξεις αρμόδιου δικαστηρίου, οπότε οι προϋποθέσεις και διαδικασία ρυθμίζονται από τις διατάξεις του ουσιαστικού και κοινού δικαίου (Μπρίνια, οπ §67α σελ. 184- 185).

Σύμφωνα με τη διάταξη του αρθ. 871 ΑΚ «Με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαια σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση». Συνάγεται, ότι ο συμβιβασμός αποτελεί «σύμβαση» και μάλιστα αμφοτεροβαρή, που προϋποθέτει πρόταση εκ μέρους του ενός μέρους, απευθυντέα στον άλλο, και αποδοχή εκ μέρους του άλλου. Για να θεωρηθεί ότι υπάρχει συμβιβασμός των συμβαλλόμενων κι όχι άλλη έννομη σχέση, από όσες περιλαμβάνονται στον αστικό κώδικα, όπως λ.χ «αφηρημένη υπόσχεση χρέους» (αρθ.873 ΑΚ) θα πρέπει: α) να υπάρχει «φιλονικία» ή έρις των συμβαλλόμενων κι αβεβαιότητα, που να αφορά κάποια έννομη σχέση τους και β) να την επιλύουν με «αμοιβαίες υποχωρήσεις». Οι υποχωρήσεις και θυσίες του κάθε συμβαλλόμενου μέρους δεν είναι απαραίτητο να είναι «ίσες» ή να «μη διαφέρουν», αλλά να υπάρχουν θυσίες από όλους. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή δεν υπάρχει αβεβαιότητα ή φιλονικία και δεν επιλύεται η υπόθεση με «αμοιβαίες υποχωρήσεις», δεν υπάρχει συμβιβασμός, αλλά άλλη έννομη σχέση. Περαιτέρω, θα πρέπει και η «απαίτηση ή το δικαίωμα», για τα οποία γίνεται ο συμβιβασμός, να μπορούν να διατεθούν από τα συμβαλλόμενα μέρη ελεύθερα, να μη έχει «εξαιρεθεί», δηλαδή, από τη βούλησή τους ή να μη ρυθμίζεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου το αντικείμενο του συμβιβασμού και να υπάρχουν οι λοιποί όροι και προϋποθέσεις, που θέτει το ουσιαστικό δίκαιο. Ενώ, κατά το αρθ. 873 ΑΚ «η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη, αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, σε περίπτωση αμφιβολίας, λογίζεται ότι έγινε με αυτό το σκοπό». Από ότι προκύπτει, συνεπώς, και η αφηρημένη υπόσχεση χρέους είναι «σύμβαση» και μάλιστα «έγγραφη» (δεν απαιτείται έγγραφο μόνο στην περίπτωση καταλοίπου από αλληλόχρεο λογαριασμό κατ’ αρθ. 874 ΑΚ). Τύπος δεν απαιτείται, παρά μόνο εφόσον στον ίδιο τύπο υποβάλλεται το κύριο αντικείμενο της σύμβασης και στις λοιπές περιπτώσεις αρκεί και «ιδιωτικό έγγραφο». Η δικαιοπραξία αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με την «αιτιώδη αναγνώριση χρέους»,που ομοιάζει μεν, αλλά διαφέρει κυρίως ως προς το σκοπό, που υπηρετεί. Δεν ρυθμίζεται ειδικά στον κώδικα και γενεσιουργό λόγο της έχει το αρθ. 361 ΑΚ, περί ελευθερίας των συμβάσεων. Είναι «άτυπη» σύμβαση, κατ αντίθεση της αναιτιώδους αναγνώρισης χρέους, που απαιτεί έγγραφο για τη σύναψή, αλλά και σκοπεί σε «δημιουργία νέας αυτοτελούς ενοχής», ως βάση υποχρέωσης για παροχή, ανεξάρτητα από την υποκειμένη αιτία, που οδήγησε τα μέρη σε σύναψή της. Έτσι, ως συνέπεια, που προκύπτει από το σκοπό, που υπηρετεί, δεν μπορούν τα μέρη να προτείνουν ενστάσεις, που έχουν από την κύρια αιτία, που οδήγησε στη σύναψη της σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους (βλ ΑΠ 62/ 2015, ΑΠ 232/ 2009, ΑΠ 11/ 2005, ΕφΛαρ 21/ 2012).
Περαιτέρω, είναι δυνατόν και ως προς τα τρία είδη των άνω συμβάσεων (συμβιβασμού- αιτιώδους ή αναιτιώδους αναγνώρισης χρέους) να προβλέπεται διαλυτική αίρεση κατ αρθ. 202 ΑΚ (ΑΠ 1441/ 2014, ΑΠ 547/ 2007, 1408/ 2005, 754/ 2014, ΠΠρΗλ 5/ 2015) και να εξαρτάται η ανατροπή των αποτελεσμάτων της σύμβασης από μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός, οπότε μόλις συμβεί το γεγονός παύει και η ενέργεια της δικαιοπραξίας. Ενώ, σύμφωνα με τον κανόνα του αρθ. 207 ΑΚ, που αφορά πλασματική πλήρωση ή μη πλήρωση της αίρεσης (ανάλογα αν είναι αναβλητική ή διαλυτική), στην περίπτωση που η ανατροπή των αποτελεσμάτων της σύμβασης εξαρτήθηκε από μέλλον και αβέβαιο γεγονός, που επήλθε, θεωρείται ότι δεν πληρώθηκε η αίρεση (διαλυτική) αν την πλήρωσή της προκάλεσε αντίθετα με την καλή πίστη εκείνος τον οποίο θα ωφελούσε η πλήρωσή της (αρθρ. 207 § 2 ΑΚ). Τα 3 είδη συμβάσεων (συμβιβασμός- αναιτιώδης αναγνώριση χρέους- αιτιώδης αναγνώριση χρέους) μπορούν να συνδυάζονται ή και να συγχέονται, και τι είδους σύμβαση συνήψαν τα μέρη θα κριθεί με βάση τα γεγονότα, που έλαβαν χώρα και θα αποδειχτούν, το σκοπό που εξυπηρετούσε η σύμβαση, τα κοινώς αποδεκτά και παραδεδεγμένα και διδάγματα κοινής πείρας. Σε περίπτωση αμφιβολίας και κενού, ως προς την βούληση των συμβαλλόμενων θα πρέπει να γίνει προσφυγή στις διατάξεις των αρθ. 173, 200ΑΚ. Ενώ, κατά τον ίδιο τρόπο κρίνεται και αν τα μέρη σκοπούσαν σε αναβλητική ή διαλυτική αίρεση, που τέθηκε στη σύμβαση (Γ. Μπαλής Γεν. αρχ. Εκδ. 6η §105 σελ. 2327, ΕφΔωδ/σου 194/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ο δικαστικός συμβιβασμός λαμβάνει χώρα υπό τις προϋποθέσεις των αρθ. 293 § 1 ΚΠολΔ και το τρίτο εδάφιο της παρ. αυτής(όπως προστέθηκε με το αρθ.33 Ν. 3994/11 και αντικαταστάθηκε με το αρθ. 10 Ν.4055/12, ΦΕΚ Α 51), όπως ίσχυε για όσες συμβάσεις συμβιβασμού έγιναν μέχρι την αντικατάστασή του από το Ν. 4335/ 2015 (ΦΕΚ Α 87), 214Α § 3 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε με το αρθ.19 Ν. 3994/11 και ισχύει κατά ρητή επιταγή του νόμου κατ αρθ. 72 αυτού και σε αγωγές εκκρεμείς, πριν την θέση του νόμου σε ισχύ, που δεν συζητήθηκαν), 214Β § 5 ΚΠολΔ (προστέθηκε με αρθ. 7§1 ν 4055/12, ΦΕΚ Α 51, με έναρξη ισχύος την 2/4/12) και μόνο. Έχει ως συνέπεια την κατάργηση της δίκης (αρθ. 294 ΚΠολΔ) και καμία νέα δίκη για την ίδια διαφορά, που θεωρείται ότι «λύθηκε» με δικαστικό συμβιβασμό δεν μπορεί να γίνει. Η νέα αγωγή, εφόσον αποδειχτεί ύπαρξη δικαστικού συμβιβασμού απορρίπτεται ως «αβάσιμη» (ΑΠ 151/2015, 138/2014, 819/2011, ΕφΙωαν209/2014, Εφθεσ2229/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κάθε άλλος συμβιβασμός θεωρείται «εξώδικος» (αρθ. 293§2 ΚΠολΔ). Ο εξώδικος συμβιβασμός δεν ενέχει αποτελέσματα κατάργησης της δίκης, αλλά από το συνδ. των άνω αρθ. με τις διατάξεις των αρθ. 158, 288, 361, 871 ΑΚ συνάγεται ότι παρέχει, σε περίπτωση μη ακύρωσής του, στο αντισυμβαλλόμενο μέρος «ανατρεπτική ένσταση», που στηρίζεται στο συμβιβασμό και τη διευθέτηση της διαφοράς των μερών κατ’ αυτόν, με μεταξύ τους συμφωνίες. Η απόδειξη της βασιμότητάς της ένστασης επιφέρει απόρριψη της αγωγής ή κατ άλλους το δικαστήριο υποχρεούται, να εκδώσει απόφαση που ρυθμίζει τη διαφορά με βάση το συμβιβασμό (βλ. νομολογία, αμέσως παραπάνω). Παρότι η έκδοση απόφασης με διατακτικό ανάλογο της σύμβασης συμβιβασμού, που ρύθμισε τα πράγματα, δεν θεωρείται ορθή, αλλά μόνο η απόρριψη της αγωγής. Η «οψιγενής ένσταση» εξώδικου συμβιβασμού μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης και για πρώτη φορά και στην κατ έφεση δίκη (Μπέης ΠολΔ αρ 293§11- ΕφΑθ 9823/1999 ΑρχΝ 2002, 465). Παρέχει, όμως, και δικαίωμα άσκησης αυτοτελούς αγωγής, από το μέρος που δεν ακούστηκε στη δίκη, εφόσον όσα έλαβαν χώρα δεν κρίθηκαν. Είναι προφανές ότι απαιτείται συμφωνία των μερών για τη σύναψη συμβιβασμού και των λοιπών συμβάσεων, που αναφέρθηκαν, ως προς τα ουσιώδη στοιχεία (ΑΠ 1416/2008, ΕφΑθ 850/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ47/1987 ΝοΒ 1987, 1391). Η εικονικότητα της δήλωσης βούλησης ενός των συμβαλλομένων μερών, όμως, που καθιστά αυτήν άκυρη, αλλά δεν το γνωρίζει ο έτερος, δεν βλάπτει εκείνον που αγνοεί την εικονικότητα, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθ. 138, 139ΑΚ. Συνεπώς ουσιώδες στοιχείο, για να θεωρηθεί σύμβαση συμβιβασμού ή αναγνώρισης χρέους (αιτιώδης ή αναιτιώδης) άκυρη, λόγω εικονικότητας δήλωσης βούλησης, είναι να γνωρίζουν όλοι και να συμφωνούν ότι δεν επιθυμούν την παραγωγή εννόμων συνεπειών από τη σύμβαση, που συνάπτουν. Διαφορετικά, αν μόνο ένας των συμβαλλομένων δηλώνει εικονικά ότι δεσμεύεται από σύμβαση, ενώ δεν έχει τέτοια θέληση, δεν ακυρώνεται η σύμβαση εξ αυτού (ΑΠ 365/2015, 160/2013, ΕφΑθ3730/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), εφόσον ο άλλος την εξέλαβε ως ισχυρά.

Στην περίπτωση, που ο συμβιβασμός ή η αιτιώδης ή αναιτιώδης αναγνώριση χρέους γίνεται εκ μέρους του ενός των συμβαλλομένων μερών από δικηγόρο, που ενεργεί ως αντιπρόσωπος αυτού, τότε ο δικηγόρος πρέπει να έχει ειδική πληρεξουσιότητα (ΕφΑθ 850/ 2010 - ΕφΠειρ 757/ 1986 ΕΝΔ 1986, 351). Η δόση πληρεξουσιότητας, όμως, όπως συνάγεται από το συνδ. των διατάξεων 211, 212, 216, 217, 218, 221, 222, 223 ΑΚ είναι «άτυπη» και κατ εξαίρεση μόνο υπόκειται σε τύπο, όταν ο νόμος το ορίζει, αποδεικνυόμενη από το σύνολο των συνθηκών, που κρατούν σε συγκεκριμένη υπόθεση, όπως και από την πρακτική που ακολουθείται στις συναλλαγές, που χαρακτηρίζονται από ταχύτητα πράξεων και αδυναμία τήρησης τυπικών δικαιοπραξιών, που δεν σημαίνει, όμως, ότι τα γεγονότα δεν έλαβαν χώρα. Ενώ, δεν απαιτείται από το νόμο έγγραφη δόση πληρεξουσιότητας ούτε στην περίπτωση της έκδοσης διαταγής πληρωμής, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των αρθ. 623, 624-634 ΚΠολΔ, σε συνδ με τις παραπάνω, ούτε κάτι τέτοιο συνάγεται από τις διατάξεις των αρθ. 443 επ ΚΠολΔ, που αφορούν τα έγγραφα (ΑΠ 1632/ 2013, ΕφΠατ 353/ 2007, ΕφΔωδ 122/ 2006, ΕφΠατ 892/ 2005, ΕφΠειρ 450/ 2000, ΠολΠρΑθ 1979/ 2010, ΠΠρΛαρ135/ 2003, ΜπρΚαβ 90/ 2014, ΕιρΑθ 165/ 2013 και 231/ 2013, ΕφΑθ 922/ 2005 ΑρχΝ 2005, 475). Η αντίθετη άποψη για διαταγές πληρωμής που εκδίδει ο πωλητής που δεν έλαβε το τίμημα από πώληση εμπορευμάτων και πρέπει να υπάρχει ως προς τον τρίτο, που παρέλαβε τα εμπορεύματα, αντί του αγοραστή, επικράτησε λόγω άποψης της πλειοψηφίας στην ΑΠ1480/2007 απόφαση, κατ αντίθεση της μειοψηφίας. Κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στο νόμο. Έρχεται, δε, σε πλήρη αντίθεση με ότι συμβαίνει στην πράξη και τις εμπορικές συναλλαγές. Ήδη, η άποψη, που ακολούθησαν δευτεροβάθμια και πρωτοβάθμια δικαστήρια, όπως συνήθως συμβαίνει, χωρίς να αποκλείεται το λανθασμένο αυτής(βλ αντίστοιχο λάθος θεωρητικού του δικαίου, που υιοθετήθηκε με ΟλΑΠ 30/2003, ΟλΑΠ 18/2004 κι οδήγησε σε τροποποίηση νόμου),αλλάζει. Σε κάθε περίπτωση, τέλος, η «έγκριση» από τον αντιπροσωπευόμενο όσων πράξεων διενήργησε ο αντιπρόσωπος, που είναι επίσης άτυπη, καθιστά τις πράξεις του τελευταίου ισχυρές.

Στην περίπτωση σύμβασης πωλήσεως κατ' αρθ. 513 ΑΚ «ο πωλητής υποχρεούται να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελεί το αντικείμενο της πώλησης, και να παραδώσει το πράγμα, ο αγοραστής έχει υποχρέωση να καταβάλλει το τίμημα». Συνεπώς ο αγοραστής πρέπει να καταβάλλει το τίμημα. Για να είναι, δε, ορισμένη η αγωγή του πωλητή, με την οποία επιδιώκει να λάβει το τίμημα των προϊόντων που πούλησε και παρέδωσε στον εναγόμενο πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή: α) η συμφωνία της πώλησης, β) τα πράγματα που πουλήθηκαν και παραδόθηκαν σε εκτέλεση αυτής (συμφωνίας) αναλυτικά κατά είδος, ποσότητα, τιμή μονάδος, γ)το τίμημα που συμφωνήθηκε και ήταν καταβλητέο για τα πωληθέντα εμπορεύματα και τίποτε άλλο.

Σύμφωνα τέλος με τα αρθ. 904 επ ΑΚ «όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη». Η αξίωση εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής φύσης και παρέχεται όταν ο ενάγων απώλεσε το δικαίωμά του εκ της βασικής σχέσης, που τον συνδέει με τον εναγόμενο, ή όποιο άλλο δικαίωμα έχει από σύμβαση ή αδικοπραξία. Για να μπορεί να ευσταθήσει, θα πρέπει να συντρέχουν: α) επέλευση πλουτισμού σε αυτόν που έλαβε την παροχή, σε βάρος εκείνου που προέβη σε παροχή, β) ο πλουτισμός να προέρχεται από την περιουσία ή με ζημία του δικαιούχου, γ)να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια «πλουτισμού» υπόχρεου σε απόδοση- «επιβάρυνσης»του δικαιούχου σε απόδοση, δ)να υπάρχει έλλειψη νόμιμης αιτίας για την παραπάνω περιουσιακή μετακίνηση, που καθιστά τον πλουτισμό αδικαιολόγητο. Επειδή, δε, αφενός η επιστροφή του πλουτισμού δεν ταυτίζεται με την αποζημίωση εκείνου, που υπέστη βλάβη ή εκ της περιουσίας του οποίου προήλθε ο πλουτισμός, αφετέρου ο κώδικας υιοθετεί την άποψη του «συγκεκριμένου» και «πραγματικού» του πλουτισμού, ο ενάγων, που υποστηρίζει την ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη, πρέπει να επικαλείται αρχικά κι αποδεικνύει μετά, κατά τα αρθ. 216 §1, 335, 338 ΚΠολΔ: α)τη δόση ορισμένης παροχής, β)την αιτία για την οποία χώρησε, γ)το λόγο για τον οποίο η αιτία της παροχής δεν υπήρχε και τον δ) πλουτισμό που επήλθε στον εναγόμενο

Οι: α) αγωγή από 14/9/2015 και αριθ. κατ. 5906/2015, του ενάγοντα που στρέφεται κατά της εναγομένης εταιρείας κι υπάγεται στην τακτική διαδικασία, κατά την οποία και εισήχθη και β) αγωγή από 16/6/15 κι αριθ. 4742/2015 της ενάγουσας εταιρείας (εναγόμενης στην α αγωγή), κατά του εναγομένου (ενάγοντα της πρώτης αγωγής), που υπάγεται λόγω ποσού στις ειδικές διατάξεις περί μικροδιαφορών, των αρθ. 466 επ ΚΠολΔ, παρότι εισήχθη στην τακτική διαδικασία, πρέπει να συνεκδικαστούν σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας, εφόσον είναι συναφείς στηρίζονται στο ίδιο βιοτικό συμβάν και παρέχεται η δυνατότητα ευχερέστερης κι ορθότερης κρίσης της υπόθεσης, όπως και περιορισμός δαπάνης και χρόνου της δίκης.

Με την πρώτη από τις συνεκδικαζόμενες αγωγές εκθέτει ο ενάγων, ότι η εναγομένη εταιρεία εξέδωσε σε βάρος του την αριθ. 1056/12.11.09 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Αχαρνών, για ποσό απαίτησης 4.504,94€, που εκδόθηκε με βάση έγγραφα αμφίβολης εγκυρότητας και συγκεκριμένα το αριθ. Σ08143/30.10.08 τιμολόγιο πώλησης εμπορευμάτων, σε συνδυασμό με το αριθ. 13.317/31.10.08 δελτίο αποστολής. Κατά της διαταγής πληρωμής και της από 28/9/09 επιταγής προς εκτέλεση, που τον επέτασσε να καταβάλλει το ποσό των 5.157,58€, όπως αναλύεται, άσκησε ανακοπή ζητώντας την ακύρωση αυτής και αίτηση αναστολής εκτέλεσης, που έγινε δεκτή, αλλά απορρίφθηκε η ανακοπή του, με την έκδοση της 191/2011 απόφασης της Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Αχαρνών. Κατά της απόφασης άσκησε την από 6/6/2011 και αριθ. κατ. 17/11 έφεση του στο ΠΠρΑθηνών και ορίστηκε δικάσιμος η 11/4/2014. Πριν την εκδίκαση της, η εναγομένη, δυνάμει της αριθ. 1192/15.2.2012 κατασχετήριας έκθεσης και της υπ αριθ. 1193/24.2.2012 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, της δικ. επιμελήτριας Πρωτοδικείου Λασιθίου Καλλιόπης Γουλιδάκη, προέβη σε κατάσχεση ενός οικοπέδου ιδιοκτησίας του και τον επέτασσε να καταβάλλει το ποσό των 9.482,00€, όπως και αυτό αναλύεται. Επιδιώκοντας την αποφυγή της εκποίησης του ακινήτου του συμφώνησε με την εναγομένη να καταβάλλει 9.000,00€ μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Συνάφθηκε, δε, στις 6/4/12 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του ιδίου και του δικηγόρου της εναγομένης και της κατέβαλε σε δόσεις το άνω ποσό. Τελικά εκδόθηκε μετά τη συζήτηση της έφεσής του η αριθ. 1254/30.3.15 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Επιδιώκει, δε, με την υπό κρίση αγωγή, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του επιστρέψει το ποσό των 9.000,00€, που έλαβε από αυτόν, κατά το οποίο κατέστη πλουσιότερη με βλάβη της δικής του περιουσίας, ενώ δεν της όφειλε τίποτε, νομιμοτόκως από την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, κύρια λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού αρθ. 904 επ ΑΚ, επικουρικά κατ αρθρ. 914 ΚΠολΔ, λόγω ακύρωσης της διαταγής πληρωμής, που εκτελέστηκε, ενώ προαποδεικνύεται η εκτέλεσή της, να κηρυχθεί η απόφαση, που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.

Έτσι έχουσα η αγωγή, για την οποία καταβλήθηκαν τα υπέρ τρίτων τέλη και προσκομίστηκε το δικαστικό ένσημο, που απαιτείται για το καταψηφιστικό της αίτημα, όπως αναφέρεται στα τυπικά στοιχεία της παρούσας, αρμόδια και παραδεκτά φέρεται στο δικαστήριο αυτό (αρθ. 14, 25 ΚΠολΔ), είναι βάσιμη κατά το νόμο κατά την κύρια βάση της, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 904, 905, 345, 346 ΑΚ, 907,908, 176, 191§2 ΚΠολΔ, σε όλα αυτής τα λοιπά αιτήματα, εκτός του νομιμότοκου της απαίτησης από την έκδοση της απόφασης του ΠΠρΑθ, εφόσον το ποσό καθίσταται απαιτητό από την όχληση, που έλαβε χώρα με την υπό κρίση αγωγή. Ενώ, η επικουρική βάση εκ του αρθ. 914 ΚΠολΔ είναι αβάσιμη και απορριπτέα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση. Περαιτέρω, πρέπει να εξεταστεί η αγωγή στην ουσία της, για να αποδειχτεί και η κατ αυτή βασιμότητά της.

Με την β αγωγή που συνεκδικάζεται με την πρώτη, από 16/6/2015 και αριθ. κατ. 4742/2015 εκθέτει η ενάγουσα εταιρεία, ότι με τον εναγόμενο συνεργαζόταν από παλιά και το 2008, κατόπιν συμφωνίας τους, του πούλησε διάφορα εμπορεύματα από υδραυλικά είδη, αξίας 4.504,94€ στο οποίο περιλαμβάνεται και ο ΦΠΑ, όπως αυτά αναλύονται στην αγωγή ειδικά, όπως εμφαίνεται από το αριθ. Σ08143/30.10.08 τιμολόγιο πώλησης. Τα εμπορεύματα παραδόθηκαν στην κατοικία του εναγομένου, όπως εμφαίνεται από το αριθ. Σ07451/30.10.08 δελτίο αποστολής και το τίμημα πιστώθηκε. Ο εναγόμενος, όμως, δεν εξόφλησε το τίμημα και γι αυτό αναγκάστηκε να του αποστείλει εξώδικη όχληση- δήλωση, που επιδόθηκε στον εναγόμενο, στις 30/10/09, όπως φαίνεται από την υπ αριθ. 13.317/09 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών Χρήστου Σάκκου. Επιδιώκει, δε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων τεσσάρων ευρώ και 94 λεπτών (4.504,94€), νομιμότοκα από την επόμενη της προθεσμίας που τάσσεται με το εξώδικο, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, κύρια λόγω της σύμβασης πώλησης, επικουρικά λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, να κηρυχθεί η απόφαση, προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.

Έτσι έχουσα η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά φέρεται στο δικαστήριο αυτό (αρθ. 14, 31 ΚΠολΔ), επί αυτής έχουν εφαρμογή οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 466 επ ΚΠολΔ, είναι βάσιμη κατά την κύρια βάση της, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 513, 594, 341 345, 346 ΑΚ, 176, 191 §2 ΚΠολΔ, σε όλα αυτής τα λοιπά αιτήματα, πλην της κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, που είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, εφόσον η υπόθεση εκδικάζεται κατά τις ειδικές διατάξεις των αρθ. 466 επ ΚΠολΔ κατ’ αντιμωλία και η απόφαση δεν προσβάλλεται με ανακοπή ερημοδικίας (ούτε έφεση). Θα πρέπει, δε, να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της, εφόσον για τη συζήτησή της καταβλήθηκαν τα υπέρ τρίτων νόμιμα τέλη και προσκομίζεται το δικαστικό ένσημο, που απαιτείται για το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, όπως αναγράφεται στα τυπικά στοιχεία της παρούσας. 
Από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας της β των συνεκδικαζόμενων αγωγών και την εξέταση του ενάγοντα της πρώτης αγωγής, τους ισχυρισμούς και ομολογίες των διαδίκων, που περιλαμβάνονται στις προτάσεις τους, όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποδείχτηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού τα εξής: Ο ενάγων της α αγωγής Ε.Π ήταν εργολάβος δημοσίων έργων, που διατηρούσε ατομική εταιρεία, που την έκλεισε μεν το 2006, συνέχισε, όμως, να είναι μεσάζων, να προμηθεύει το δημόσιο με διάφορα οικοδομικά είδη, που απαιτούνται για τις εργολαβίες δημοσίων έργων, που αγόραζε από εταιρείες, μετέφερε δια αυτ/των των εταιρειών, παρέδιδε στο δημόσιο και λάμβανε προμήθεια, ως μεσίτης, παρότι δεν εκτελούσε κανένα έργο. Ιδιότητα που διατηρεί και σήμερα. Λόγω της εργασίας του συνεργαζόταν με την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία (ενάγουσα της β αγωγής), με την επωνυμία «....», που εμπορεύεται υδραυλικά κι άλλα είδη, οπότε συμφώνησε μαζί της το 2008 κι αγόρασε εμπορεύματα, όπως αυτά εμφαίνονται στο αριθ. Σ081143/30.10.08 τιμολόγιο πώλησης κατά είδος, ποσότητα, τιμή μονάδος, συνολικής αξίας με το ΦΠΑ 4.504,94€. Τα εμπορεύματα παραδόθηκαν στο σπίτι του ενάγοντα και τα παρέλαβε η σύζυγός του για λογαριασμό του, που υπέγραψε και το δελτίο παραλαβής. Παρότι, όμως, τα παρέλαβε δεν κατέβαλε το τίμημα ο ενάγων και τελικά η εναγομένη εταιρεία, αφού του απέστειλε και εξώδικη όχληση, καλώντας τον να καταβάλλει το οφειλόμενο ποσό, στην οποία δεν ανταποκρίθηκε ο ενάγων, κατέθεσε αίτηση και τα έγγραφα, από όπου αποδεικνύονταν η απαίτησή της, επιδιώκοντας την έκδοση διαταγής πληρωμής. Επί της αίτησης εκδόθηκε πράγματι η αριθ. 1056/12.11.09 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, που υποχρέωσε τον ενάγοντα να καταβάλλει στην εναγομένη το άνω ποσό, καθώς και 145,00€ για δικαστική δαπάνη. Η άνω διαταγή πληρωμής με την από 28/11/09 επιταγή προς εκτέλεση, για ποσό 5.157,58 € μαζί με τόκους και λοιπά έξοδα, κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα, που άσκησε κατ αυτής ανακοπή και αίτηση αναστολής στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών. Η αίτηση αναστολής έγινε δεκτή, αλλά στη συνέχεια εκδόθηκε επί της ανακοπής του η αριθ. 191/21.4.2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή. Ο ενάγων άσκησε τότε την από 6/6/2011 και αριθ. 1591/2011 έφεσή του στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη εταιρεία, ενώ κατέθεσε και αίτηση ζητώντας την αναστολή της εκτέλεσης και προσωρινή διαταγή αναστολής, η οποία όμως δεν του δόθηκε. Δικάσιμος της έφεσης ορίστηκε η 11/4/2014. Έτσι, στις 15/2/2011, με βάση α απόγραφο εκτελεστό της άνω διαταγής πληρωμής, η εναγομένη εταιρεία, της οποίας η απαίτηση ανερχόταν τότε, μαζί με τόκους και έξοδα, στο ποσό των 6.386,56€, κατέσχεσε δυνάμει αυτής (διαταγής πληρωμής), με βάση την αριθ. 1192/12 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου της δικ. επιμελήτριας Πρωτοδικείου Λασιθίου Καλλιόπης Ι Γουλιδάκη, ένα οικόπεδο του ενάγοντα, στον οικισμό «.....», του δήμου Οροπεδίου Λασιθίου, έκτασης 144,21τμ, με ισόγεια κατοικία 82,81τμ και με την 1193/24.2.12 περίληψη αναγκαστικής κατάσχεσης της ίδιας ο.π δικ. επιμελήτριας, που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα, ορίστηκε ο πλειστηριασμός να γίνει στις 28/3/2012, ο οποίος όμως ματαιώθηκε. Ο ενάγων ήλθε σε επαφή με την εναγομένη και συμφώνησαν να διευθετηθεί η μεταξύ τους διαφορά. Έτσι στις 6/4/2012 μεταξύ του ενάγοντα και του δικηγόρου της εναγομένης εταιρείας ..., που ενεργούσε ως πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος της εναγομένης εταιρείας, συνάφθηκε έγγραφο, που φέρει τον τίτλο «ιδιωτικό συμφωνητικό», που αναφέρει ως προς τα κρίσιμα περιστατικά: «Με αίτηση της πρώτης των συμβαλλομένων, όπως εδώ παρίσταται (της εναγομένης εταιρείας δηλαδή), εξεδόθη από το Ειρηνοδικείο Αχαρνών η με αριθ. 1056/2009 διαταγή πληρωμής (εκ παραδρομής αναγράφεται ο αριθ. 1059/09, χωρίς να δημιουργείται σύγχυση, αφού καμία άλλη διαταγή πληρωμής δεν υπήρξε), κατά της οποίας ασκήθηκαν ένδικα μέσα και επακολούθησε κατάσχεση, δυνάμει της υπ αριθ. 1193/2012 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας ….. και της υπ αριθ. 1192/2012 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου της αυτής δικαστικής επιμελήτριας. Σήμερα με το παρόν…τα διάδικα μέρη συμφωνούν στην συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς των ως εξής: Nα καταβάλλει ο δεύτερος των συμβαλλομένων στην πρώτη…..το συνολικό ποσό των 9.000,00€ προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της άνω οφειλής του και ιδίως για την ολοσχερή εξόφληση της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα ως και αυτά της εκτελέσεως. Στο πιο πάνω ποσόν συμπεριλαμβάνονται και οι επιδικασθείσες διαδικαστικές δαπάνες και τόκοι και έξοδα, που επιδικάστηκαν με τις αριθ. 452/11 και 255/2010 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αχαρνών». Στη συνέχεια ο ενάγων κατέβαλλε το ποσό των 3.000,00€ σε μερική εξόφληση της οφειλής του, ενώ το ποσό των 6.000,00€ θα καταβαλλόταν σε 6 δόσεις των 1.000,00€ κάθε μια κι εκδόθηκαν προς αυτό 6 συναλλαγματικές του δικηγόρου της εναγομένης εταιρείας, αποδοχής του ενάγοντα, εξοφλητέες στην τράπεζα ... Εξ αυτών η πρώτη ήταν εξοφλητέα στις 15/5/2012 και η τελευταία στις 15/10/2012. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε, ότι «η μη εμπρόθεσμη εξόφληση μιας οιασδήποτε των άνω δόσεων θα θεωρείται μονομερής καταγγελία του παρόντος ιδιωτικού συμφωνητικού και ο πλειστηριασμός θα συνεχίζεται, με βάση την πιο πάνω διαταγή πληρωμής, για ολόκληρο το υπολειπόμενο ποσό, όπως αυτό έχει γνωστοποιηθεί στον δεύτερο των συμβαλλομένων και πριν γίνει περιορισμός αυτού στο προαναφερθέν ποσό». Ορίστηκε τέλος ότι «Με την πληρωμή της τελευταίας δόσης θα παραδίδεται ταυτόχρονα στο δεύτερο των συμβαλλομένων (τον ενάγοντα ΕΜ) η πιο πάνω διαταγή πληρωμής και οι αποφάσεις και τα τιμολόγια. Η πρώτη των συμβαλλομένων θα είναι υποχρεωμένη να προσέλθει, με τα απαιτούμενα έγγραφα, σε συμβολαιογράφο της επιλογής του δευτέρου των συμβαλλομένων, όπου με έξοδά του θα συμπράττει στην άρση της πιο πάνω κατάσχεσης, ταυτοχρόνως, δε, θα καταβάλλεται και η τελευταία δόση. Στην συνέχεια γράφεται χειρόγραφα ότι «Αν δεν προσέλθει η άνω εταιρεία προς άρση της κατάσχεσης, νόμιμα, ο αφετέρου συμβαλλόμενος αρνείται την πληρωμή της τελευταίας δόσης». Η παραπομπή αυτή, φέρει υπογραφή μόνο του ενός των συμβαλλόμενων, αλλά από ότι προκύπτει την αναγνωρίζει η Α.Ε εταιρεία. Το έγγραφο υπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι. Το άνω έγγραφο, με δεδομένα όλα τα μέχρι την σύνταξή του περιστατικά, που προκύπτουν από πλήθος δικογράφων, που προσκομίστηκαν, δεν αποτελεί «πρακτικό συμβιβασμού», όπως το βάφτισαν οι διάδικοι, αλλά «αναγνώριση χρέους» και μάλιστα «αιτιώδη», που το έγγραφο έχει απλά ρόλο απόδειξης και δεν αποτελεί συστατικό τύπο δικαιοπραξίας. Παρότι, δηλαδή, γίνεται περιορισμός του ποσού της οφειλής του αγοραστή Ε.Π κατά 482,00€ και παρότι δέχεται η εταιρεία, προς διευκόλυνση του, να καταβληθεί το ποσό της οφειλής του σε δόσεις, δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά αναγνώριση χρέους εκ μέρους του Ε.Π. Δεν προκύπτει, δε, καμία αμφιβολία ως προς τη βούληση των μερών, ώστε να γίνει προσφυγή στις διατάξεις των αρθρ. 173, 200ΑΚ, προς εξεύρεση της αληθούς βούλησής τους. Με το έγγραφο σκοπείται να συναφθεί και συνάφθηκε νέα ενοχή, που η οφειλή του αγοραστή ανέρχεται στα 9.000,00€, εφόσον στο ποσό συμπεριλαμβάνονται και τα έξοδα των δικών και της εκτέλεσης, καταβλητέο σε δόσεις, όπως συμφωνήθηκε. Ενώ, λήφθηκε πρόνοια και για την περίπτωση που ο αγοραστής δεν θα φανεί συνεπής με τις νέες υποχρεώσεις, που αναλαμβάνει. Σε περίπτωση που δεν κατέβαλε τις δόσεις, δεν θα ίσχυε το ιδιωτικό συμφωνητικό και η εταιρεία θα διατηρούσε το δικαίωμα να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση και να εκπλειστηριάσει το ακίνητο του, που κατέσχεσε. Ο Ε.Π φάνηκε πράγματι συνεπής και κατέβαλλε όλες τις δόσεις, που συμφωνήθηκαν πλην της τελευταίας. Λόγω ελλιπών στοιχείων δεν καθίσταται δυνατό να διακριβωθεί τι συνέβη, ως προς αυτή τη δόση. Στο μεταξύ διάστημα, όμως, εκδικάστηκε η έφεση, που είχε ασκήσει ο Ε.Π κατά την δικάσιμο, που είχε οριστεί, ενώ στη δίκη δεν παραστάθηκε η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία «.......», που βέβαια ούτε ακούστηκε, ούτε εξετάστηκε το έγγραφο, που συνέταξαν με «συμφωνία τους» οι διάδικοι. Με την υπ αριθ. 1254 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε στις 30/3/15, ακυρώθηκε η 1056/2009 διαταγή πληρωμής, για τον λόγο ότι: «αν και ο μάρτυρας της καθ ης η ανακοπή (της ανώνυμης εταιρείας) κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της ανακοπής, ότι το επίδικο τιμολόγιο υπέγραψε η σύζυγος του ανακόπτοντα, η οποία παρέλαβε τα εμπορεύματα, η καθ ης η ανακοπή δεν προσκόμισε για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής ιδιωτικό ή δημόσιο έγγραφο, από το οποίο να προκύπτει, ότι ο ανακόπτων (ο ΕΠ) της παρείχε πληρεξουσιότητα, να θέσει ως άμεσος αντιπρόσωπός του την υπογραφή του επί του ένδικου τιμολογίου». Τέτοιο έγγραφο πληρεξουσιότητας βέβαια δεν απαιτεί ο νόμος για την έκδοση διαταγής πληρωμής από τιμολόγια- δελτία πώλησης εμπορευμάτων και τέτοια απαίτηση εκ μέρους των δικαστηρίων, που απλά εφαρμόζουν το νόμο και δεν τον θέτουν, είναι μη νόμιμη. Ενώ, η σύζυγος του άνω δεν έθεσε την υπογραφή του, αλλά τη δική της υπογραφή, απλά παρέλαβε τα πράγματα για λογαριασμό του συζύγου της. Ο λόγος που η ανώνυμη εταιρεία δεν παρέστη στη δίκη, είναι ότι θεωρούσε μετά από όλες τις καταβολές εκ μέρους του αγοραστή ΕΠ, ότι η υπόθεση είχε ήδη ρυθμιστεί κι ο τελευταίος, που εκπλήρωνε μέχρι τότε τις υποχρεώσεις του, θα τηρούσε τις συμφωνίες τους. Ο ενάγων Ε.Π μετά από αυτά, αφού κοινοποίησε την απόφαση του ΠΠρΑθ στην εναγομένη εταιρεία, της ζήτησε και τη δικαστική δαπάνη των 2 βαθμών δικαιοδοσίας, στην οποία καταδίκασε η απόφαση την εταιρεία. Η εναγομένη άσκησε κατ’ αυτής αίτηση αναίρεσης (που δεν φαίνεται ότι θα ευδοκιμήσει, λόγω του συγκεκριμένου των λόγων αναίρεσης κατ’ αρθ. 560 ΚΠολΔ για τις αποφάσεις αυτές). Κατά τα λοιπά μαίνονται ακόμη οι δίκες μεταξύ των αντιδίκων των 2 αγωγών. Γεγονός αδιανόητο, για απλή υπόθεση, που ξεκίνησε το 2008 κι έφθασε μέχρι το 2016, χωρίς να λυθεί, αλλά να στρεβλωθεί έτι περαιτέρω, με πρόσθεση κι άλλων δικών! Παρότι ήταν εξαρχής φανερό ότι ο ενάγων παρήγγειλε, αγόρασε κι έλαβε τα εμπορεύματα από την εναγομένη, αλλά εκ δόλου δεν κατέβαλε το τίμημα. Ισχυριζόμενος αρχικά, ότι τάχα ούτε παρήγγειλε, ούτε έλαβε τα εμπορεύματα κι ότι η υπογραφή στο δελτίο παραλαβής ήταν «αγνώστου». Το ίδιο ισχυρίστηκε και στο ΠΠρΑθηνών, ενώ παραδέχτηκε τελικά κατά τη συζήτηση των προκείμενων αγωγών ότι ήταν της συζύγου του. Παρότι, ο οδηγός της εναγομένης εταιρείας και μάρτυράς της στο πρωτόδικο δικαστήριο της ανακοπής κατέθεσε, ότι είχε επικοινωνήσει μαζί του πριν μεταφέρει τα πράγματα στο σπίτι του, ο ίδιος του είπε ότι θα τα παραλάβει η σύζυγός του και πράγματι τα παρέλαβε εκείνη, όπως πολύ καλά γνώριζε κι όχι μόνο απέκρυπτε, αλλά ισχυριζόταν ψεύδη. Γεγονός, βέβαια που αποδείκνυε την «δόση πληρεξουσιότητας» από τον αγοραστή στη σύζυγό του, όπως έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του Πολ.Πρωτοδικείου Αθηνών, που απαιτούσε όχι απόδειξη της δόσης πληρεξουσιότητας, αλλά «έγγραφο». Όλη αυτή η ταλαιπωρία κι η αύξηση των εξόδων από το αρχικό ποσό των 4.500,00€ στα 9.000,00 και πλέον, μέχρι σήμερα, 8 χρόνια μετά, τι ακριβώς εξυπηρέτησε; Τι ακριβώς κρίθηκε; Ιδιαίτερα με δεδομένο ότι επρόκειτο για «διαταγή πληρωμής» και δη μικρού ποσού;

Κατά τα λοιπά, ο ενάγων ΕΠ με το άνω έγγραφο προέβη σε «αιτιώδη αναγνώριση χρέους» και δεν μπορεί να αρνείται το 2016, ότι ο ίδιος υπέγραψε και συμφώνησε το 2012. Το γεγονός του ότι δεν θέλησε να σεβαστεί ούτε τις αρχικές, ούτε τις μετέπειτα συμφωνίες του, δεν αλλάζει τα συμφωνηθέντα. Η αίρεση που τέθηκε στο έγγραφο κι είναι «διαλυτική», χωρίς να προκύπτει αμφιβολία, τέθηκε προς διαφύλαξη των δικαιωμάτων της εταιρείας και το ότι ο ενάγων ΕΠ προκάλεσε την πλήρωσή της δεν μεταβάλλει τα πράγματα και τις υποχρεώσεις του έναντι της, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα πρόταση. Δεν αποδεικνύεται, βέβαια, ο ισχυρισμός του, ότι τάχα συμφώνησε με την ανώνυμη εταιρεία να της καταβάλλει το ποσό των 9.000,00€ μέχρι την εκδίκαση της έφεσης και για τον λόγο αυτό δεν καταργήθηκε η δίκη. Δεν αποδεικνύεται, διότι δεν υπήρξε, ουδέποτε, εξ ου και δεν περιλήφθηκε στο έγγραφο απόδειξης, κατά του περιεχομένου του οποίου δεν μπορεί να στραφεί ο ενάγων. Το γεγονός, ότι η τελευταία δόση δεν καταβλήθηκε, διότι στο μεταξύ διάστημα εκδόθηκε και η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, δεν αναιρεί την αιτιώδη αναγνώριση χρέους, στην οποία προέβη. Η όποια «ενδιάθετη βούλησή του» να μη δεσμευτεί εκ της συμφωνίας επίσης δεν ενδιαφέρει. Διότι, δεν ήταν σε γνώση του πληρεξούσιου δικηγόρου της εταιρείας, που ενεργούσε ως αντιπρόσωπός της, τις πράξεις του οποίου ενέκρινε και πάλι η τελευταία, ούτε και της ίδιας της εταιρείας και δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσμα, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε στη μείζονα πρόταση. Συνεπώς, δεν υπήρξε κανένας πλουτισμός της ανώνυμης εταιρείας, αλλά αδιανόητη ταλαιπωρία της, εκ δόλου του αγοραστή Ε.Π. Ενώ, η ένσταση εκ της βασικής σχέσης πώλησης, που προτείνει ο ενάγων, ότι δηλαδή η αξίωση της εταιρείας εκ της πωλήσεως υπέπεσε σε παραγραφή, αφενός δεν ενδιαφέρει. Εφόσον ισχύει η «αιτιώδης αναγνώριση χρέους» εκ μέρους του, που αποκλείει τις ενστάσεις από τη βασική σχέση. Αφετέρου, όμως, εκ περισσού, πρέπει να αναφερθεί, ότι δεν υπέπεσε σε παραγραφή. Διότι, η παραγραφή διεκόπη με την επίδοση της διαταγής πληρωμής και στη συνέχεια αναστάλθηκε μέχρι την τελεσιδικία της ανακοπής, που ασκήθηκε κατ αυτής, που συνέβη τον Μάρτιο του 2015 με την έκδοση της απόφασης του Πρωτοδικείου (αρθ.634§§1,2 ΚΠολΔ και ΑΠ251/2013, ΕιρΑθ 1110/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Συνεπώς, εφόσον αποδείχτηκαν τα παραπάνω πρέπει να απορριφθούν και η α αγωγή, που στηρίζεται σε αδικαιολόγητο πλουτισμό, που άσκησε ο ενάγων ΕΠ κατά της εναγομένης Α.Ε με την επωνυμία «...», που στηρίζεται στην ακύρωση της διαταγής πληρωμής, η οποία και δεν υπήρξε. Αντίθετα η εναγομένη εταιρεία πασχίζει από το 2009 να λάβει το τίμημα των προϊόντων που πούλησε και παρέδωσε στον ενάγοντα, για το οποίο εξαναγκάστηκε να προβεί σε αδιανόητα υψηλές δαπάνες. Έλαβε, δε, όπως συνομολογείται από όλους, μέχρι σήμερα, το συνολικό ποσό των 8.000,00€, ενώ δεν έλαβε το ποσό των 1.000,00€, όπως συμφωνήθηκε με το έγγραφο. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέα και η β αγωγή. Την άσκησε η ανώνυμη εταιρεία, μεταξύ άλλων ενεργειών της, ενώ σε αντίστοιχες προέβη και ο ΕΠ, λόγω φόβου, όπως ανακοίνωσε στο δικαστήριο κατά τη δίκη, ότι μετά την ακύρωση της διαταγής πληρωμής θα αναγκαστεί, να επιστρέψει στον τελευταίο ότι μέχρι σήμερα έλαβε, με βάση το έγγραφο «αιτιώδους αναγνώρισης χρέους». Αυτό, όμως, δεν καθιστά την αγωγή της βάσιμη, ενώ ο φόβος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και την αλήθεια. Η απαίτησή της προκύπτει από το έγγραφο, που συνέταξαν τα μέρη το 2012 και όχι από την αρχική σχέση πώλησης και τη διαταγή πληρωμής Παρά την εξαφάνιση της διαταγής πληρωμής συνεπώς δεν υποχρεούται, με βάση το νόμο, να επιστρέψει τίποτε, από ότι έλαβε στον ενάγοντα ΕΠ. Με συνέπεια να είναι αβάσιμη στην ουσία της και η δική της αγωγή, αφού η απαίτησή της στηρίζεται σε «νέα οφειλή», που αναγνωρίστηκε μεταξύ τους.

Κατ ακολουθία πρέπει να απορριφθούν οι αγωγές, εφόσον αποδείχτηκε ότι είναι αβάσιμες στην ουσία τους. Περαιτέρω επειδή κατ αρθρ. 205 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει ήδη, κατ αρθ. 9ο §4 του Ν. 4335/2015, από 1/1/2016, το δικαστήριο αυτεπάγγελτα με την οριστική απόφασή του επιβάλλει στο διάδικο ή τον νόμιμο αντιπρόσωπό του ή το δικαστικό πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή από χίλια (1.000,00€) ευρώ μέχρι δύο χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (2.500,00€), που περιέρχεται στο δημόσιο, ως δημόσιο έσοδο, αν προκύψει από τη δίκη, που έγινε ότι, αν και το γνώριζαν: 1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο, ή 2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον αληθείας. Αντίγραφο της απόφασης γνωστοποιείται αμέσως στο Υπουργείο Οικονομικών με επιμέλεια της γραμματείας. Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων της πρώτης αγωγής δεν τήρησε τον κανόνα της καλής πίστης και προκάλεσε σειρά δικών και μεγέθυνση των εξόδων για την αντίδικό του εταιρεία, αρνούμενος όσα γνώριζε και είχαν συμβεί. Με συνέπεια να πρέπει να καταδικαστεί σε ποινή διαδικαστική ποσού χιλίων ευρώ (1.000,00€) για την παράβαση της καλής πίστης, το οποίο αποδίδεται στο Δημόσιο, ως δημόσιο έσοδο, για το οποίο θα ενημερωθεί το Υπουργείο Οικονομικών. Περαιτέρω θα πρέπει να επιδικαστεί σε βάρος του, που προκάλεσε όλες τις δίκες, μέρος της συνολικής δαπάνης και της δεύτερης δίκης, όπως ορίζεται ειδικά στο διατακτικό, σύμφωνα με τα αρθ. 176, 177, 178, 180, 189, 191§2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων
Συνεκδικάζει τις: α) από 14/9/2015 και αριθ. κατ. 5906/2015 αγωγή τακτικής διαδικασίας και την β) από 16/6/2015 και αριθ. κατ. 4742/2015 αγωγή επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις περί μικροδιαφορών
Απορρίπτει τις αγωγές
Καταδικάζει τον ενάγοντα της πρώτης των συνεδικαζόμενων αγωγών σε ποινή του αρθ. 205 ΚΠολΔ, ύψους χιλίων ευρώ (1.000,00€) για παράβαση του καθήκοντος καλής πίστης, που περιέρχεται στο δημόσιο, ως έσοδο, για το οποίο θα ενημερωθεί το Υπουργείο Οικονομικών από τη γραμματεία
Καταδικάζει τον ενάγοντα της πρώτης των συνεκδικαζόμενων αγωγών σε καταβολή στην εναγομένη και ενάγουσα της β αγωγής της δικαστικής δαπάνης της α αγωγής και μέρους της β, την οποία ορίζει στα τριακόσια ογδόντα ένα ευρώ (381,00€).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis