Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Προσ. δεδομένα, τιτλοποίηση, εισπρακτικές εταιρείες.

Περίληψη. Προστασία δεδομένων. Προϋποθέσεις για την επεξεργασία ή/και τη διαβίβαση δεδομένων σε τρίτους. Συγκατάθεση - Ενημέρωση του υποκειμένου. Τρόπος ενημέρωσης. Ενημέρωση δια του Τύπου. Αποκλίσεις από τον κανόνα της προηγούμενης συγκατάθεσης. Διαβίβαση οφειλών από πιστωτικά ιδρύματα σε εισπρακτικές εταιρείες. Τιτλοποίηση και μεταβίβαση απαιτήσεων πιστωτικών ιδρυμάτων. Τραπεζικό απόρρητο. Παράνομη διαβίβαση και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων πελατών από ελληνική τράπεζα σε αλλοδαπή εταιρεία στο πλαίσιο σύμβασης μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Υπεύθυνος επεξεργασίας με υποχρέωση ενημέρωσης είναι το πιστωτικό ίδρυμα και όχι οι εισπρακτικές εταιρείες.

Η πρώτη εναγομένη ενημέρωσε δια του τύπου χωρίς προηγούμενη άδεια της αρχής για την μεταβίβαση των εν λόγω απαιτήσεων. Μη νόμιμη ενημέρωση. Δεν είναι υπόχρεες προς ενημέρωση οι εισπρακτικές εταιρείες. Δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των υπαλλήλων της εισπρακτικής εταιρείας σε βάρος του ενάγοντος. Παραπέμπει αιτήματα διαγραφής χρεών και παράλειψης προσβολής στο μέλλον στο Πολυμελές Πρωτοδικείο. Μη νόμιμη επίδοση σε συνεργαζόμενη εταιρεία με την εναγομένη και όχι αντίκλητο αυτής. Απορρίπτει αγωγή κατά των λοιπών εταιρειών. Δεκτή η αγωγή ως προς το πιστωτικό ίδρυμα. 
  
Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 2828/ 2014.
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Χριστίνα Κοκορέλια, Πρωτοδίκη. 

Στην έκθεση επίδοσης με αρ. 2662Β/28-4-2009 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., που επικαλείται, και προσκομίζει, ο ενάγων, βεβαιώνεται, ότι η δικαστική επιμελήτρια μετέβηκε στην έδρα της τρίτης εναγομένης και παρέδωσε αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 3-2-2011, οπότε αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, στον υπάλληλο της .., ενόψει της ιδιότητας της ως αντιπροσώπου στην Ελλάδα της δεύτερης εναγόμενης αλλοδαπής εταιρείας. Ωστόσο, από την παραδεκτή προεπισκόπηση της από 8-8-2008 σύμβασης παροχής υπηρεσιών και του από 24-11- 2008 πληρεξουσίου, αποδεικνύεται ότι η τρίτη εναγόμενη ελληνική εταιρεία ουδέποτε υπήρξε νόμιμη εκπρόσωπος ή αντίκλητος της δεύτερης εναγομένης, η μόνη δε σχέση που τις συνέδεε ήταν εκείνη της επαγγελματικής συνεργασίας στα πλαίσια της παραπάνω σύμβασης. Το γεγονός ότι στο άρθρο 2.1 της σύμβασης η τρίτη εναγομένη ορίζεται γενικός αντιπρόσωπος της δεύτερης στον τομέα επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων για τους σκοπούς της σύμβασης δεν καθιστά την τρίτη εναγομένη νόμιμη εκπρόσωπο ή αντίκλητο της δεύτερης στην ελληνική επικράτεια. Εφόσον η επίδοση αυτή δεν έγινε στο νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης (άρθρο 126 § 1 περ. δ` ΚΠολΔ), σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης για τις επιδόσεις στα Κράτη-μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων - ενόψει της έδρας της που βρίσκεται εντός Ε.Ε. (Λουξεμβούργο) -ή σε τυχόν διορισμένο αντίκλητο (άρθρο 142 ΚΠολΔ), δεν είναι νόμιμη. Σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης, δεν χρειάζεται κλήση του απολιπόμενου κατά την αρχική δικάσιμο διαδίκου για εμφάνιση του στη δικάσιμο που ορίστηκε, αλλά η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση του (αρθρ. 226§4 εδ. γ` και δ` ΚΠολΔ), υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτός κατά την αρχική δικάσιμο είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Δεδομένου ότι η δεύτερη εναγομένη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη σημερινή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η δε αρχική επίδοση της αγωγής και της κλήσης δεν ήταν νόμιμη, ούτε επακολούθησε νέα επίδοση, πρέπει η ουζήτηση της αγωγής να κηρυχθεί, απαράδεκτη ως προς αυτή (άρθρο 271§§1 και. 2 εδ. α` ΚΠολΔ).

Το άρθρο 5 του ν. 2472/ 1997 για την «προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» ορίζει στη §1 ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του, ενώ στην §2 εισάγονται αποκλίσεις από τον κανόνα αυτό και επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση όταν αυτή είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων (περ. α΄) ή όταν είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (περ. ε`). Το άρθρο 11 καθιερώνει το δικαίωμα ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, προβλέποντας στην § 1 την υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας κατά το στάδιο της συλλογής των δεδομένων να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) το σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης και στην § 3 την υποχρέωση του να πληροφορεί το υποκείμενο των δεδομένων για την επικείμενη ανακοίνωση τους σε τρίτους, Ειδικότερα, ο υπεύθυνος επεξεργασίας μετά τη συλλογή των σχετικών δεδομένων και πριν από τη διαβίβαση τους σε τρίτους "οφείλει να ενημερώσει για τη συλλογή και διαβίβαση τα υποκείμενα των δεδομένων βάσει του ως άνω άρθρου και των άρθρων 1, 2§§1 περ. β` και. 1, 3§4 και 5§§1 και 2 περ. β` της Κανονιστικής Πράξης της Αρχής με αρ. 1/1999. Το δικαίωμα ενημέρωσης προστατεύεται αυτοτελώς, αλλά αποτελεί και προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων πρόσβασης και αντίρρησης (βλ. εισηγητική έκθεση του ν. 2472/1997). Το δικαίωμα αυτό και η αντίστοιχη υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ενημέρωση του υποκειμένου για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων του, είτε πρόκειται για αποδέκτες στους οποίους προβλέπεται η μεταβίβαση των δεδομένων ήδη από το στάδιο της συλλογής, είτε πρόκειται για αποδέκτες που προστέθηκαν αργότερα. Η ενημέρωση πρέπει να γίνεται το αργότερο πριν από τη μετάδοση των προσωπικών δεδομένων στους αποδέκτες-τρίτους (ΕφΑθ 2887/ 2010 ΝΟΜΟΣ). Από το συνδυασμό του άρθρου 24§3 του ν. 2472/ 1997, του άρθρου 3§3 της Κανονιστικής Πράξης 1/1999 και της Κανονιστικής Απόφασης 408/1998 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα προκύπτει ότι η ενημέρωση των υποκειμένων δια του τύπου είναι εξαιρετικό μέτρο που επιτρέπεται ύστερα από άδεια της Αρχής, η οποία συνεκτιμά την αδυναμία ενημέρωσης με άλλο πρόσφορο τρόπο, τον μεγάλο αριθμό των υποκειμένων, το σκοπό της επεξεργασίας και τις ειδικές συνθήκες συλλογής των δεδομένων για τη δημιουργία του αρχείου (απόφαση) της Αρχής με αρ. 75/ 2009). Τα άρθρα 12 και 13 του ν.2472/ 1997 καθιερώνουν αντίστοιχα το δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων, το οποίο συνίσταται στη δυνατότητά του να γνωρίζει αν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας και το δικαίωμα προβολής αντιρρήσεων για την επεξεργασία των δεδομένων αυτών με ταυτόχρονο αίτημα για διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση (κλείδωμα), μη διαβίβαση ή διαγραφή τους. Εάν ο υπεύθυνος Επεξεργασίας δεν απαντήσει εντός 15 ημερών ή εάν η απάντηση του δεν είναι ικανοποιητική, το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η οποία εκδίδει οριστική αηόφαση επί των αντιρρήσεων. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 2 ως «υπεύθυνος επεξεργασίας» νοείται οποιοσδήποτε καθορίζει, το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός (στοιχ. ζ), ως «εκτελών την επεξεργασία» οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός (στοιχ. η`), ως «τρίτος» κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι, εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (στοιχ. θ) και ως «αποδέκτης» το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι (στοιχ, ι). Από τα ανωτέρω προκύπτει πως στις περιπτώσεις που πιστωτικά ιδρύματα ή εταιρείες τηλεπικοινωνιών διαβιβάζουν τις οφειλές των πελατών τους σε εισπρακτικές εταιρείες ή συνεργάζονται με εταιρείες ενημέρωσης του ν. 3758/2009, δεν απαιτείται συγκατάθεση του υποκειμένου για την ανακοίνωση και χρήση των προσωπικών του δεδομένων, καθόσον οι εταιρείες αυτές θεωρούνται ως «εκτελούσες την επεξεργασία» κατ` εντολή και για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (άρθρο 2 στοιχ. η`) και «αποδέκτες» των δεδομένων, (άρθρο 2 στοιχ. ι`) και όχι «τρίτοι» με την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. θ` του ν. 2472/1997. Εξάλλου, η υποχρέωση ενημέρωσης βαρύνει μόνο τον υπεύθυνο επεξεργασίας (λ.χ. πιστωτικό ίδρυμα, εταιρείες τηλεπικοινωνιών) και όχι τις εισπρακτικές εταιρείες και τις εταιρείες ενημέρωσης, οι οποίες εκτελούν την επεξεργασία για λογαριασμό εκείνου (βλ προσκομιζόμενη απόφαση ΕφΑθ 2682/2013, αποφάσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα με αρ. 20/2001, 59/2009 και 49/2011)
Περαιτέρω, ο ν. 3156/2003 καθιερώνει με το άρθρο 10 τη δυνατότητα τιτλοποίησης απαιτήσεων η οποία ορίζεται ως «η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται, εγγράφως μεταξύ "μεταβιβάζοντος" και "αποκτώντος" σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: (α) από το Προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή (β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων» (1). "Μεταβιβάζων" είναι, έμπορος με κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, εφόσον έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα, "αποκτών" είναι το νομικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπα τα οποία έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση επιχειρηματικών απαιτήσεων για την τιτλοποίηοή τους σύμφωνα με το νόμο αυτόν ("εταιρεία ειδικού σκοπού"), προς τα οποία μεταβιβάζονται λόγω πώλησης οι επιχειρηματικές απαιτήσεις και "εκδότης" των ομολογιών είναι ο ίδιος ο αποκτών (§2). Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ., η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 155 επ. του Α .Κ., εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (§6), Οι διατάξεις περί τραπεζικού απορρήτου δεν εφαρμόζονται στις σχέσεις μεταξύ μεταβιβάζοντος και εταιρείας ειδικού σκοπού και στις σχέσεις μεταξύ της εταιρείας ειδικού σκοπού και των δανειστών της για τους σκοπούς της τιτλοποίησης (§20). Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων οφειλετών κατά το μέτρο που είναι, αναγκαία για τους σκοπούς τιτλοποίησης απαιτήσεων κατά το νόμο αυτόν γίνεται σύμφωνα με το ν. 2472/1997 (ΦΕΚ 50 Αν) και δεν προϋποθέτει προηγούμενη άδεια της Αρχής του ν. 2472/1997 ή συναίνεση του οφειλέτη (§ 21). Ο μεταβιβάζων μπορεί να δίνει προς την εταιρεία ειδικού σκοπού κάθε στοιχείο ή δεδομένο σχετικό με τις απαιτήσεις και τους αντίστοιχους οφειλέτες. Το ίδιο ισχύει και για την εταιρεία ειδικού σκοπού έναντι των ομολογιούχων ή των εκπροσώπων τους, καθώς και των προσώπων πού μετέχουν στις διαδικασίες που προβλέπονται από το νόμο αυτόν (§22). Κατόπιν αυτών, σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων επιτρέπεται η διαβίβαση από τον μεταβιβάζοντα στον αποκτώντα προσωπικών δεδομένων, χωρίς άδεια της Αρχής και συναίνεση του οφειλέτη, αυτή δε η χορήγηση προσωπικών στοιχείων δεν συνιστά παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου. Εφόσον όμως η § 21 του ανωτέρω νόμου εξαιρεί ρητά μόνο τη χορήγηση άδειας και τη συγκατάθεση του οφειλέτη, ενώ κατά τα λοιπά παραπέμπει στο ν. 2472/1997, καθίσταται σαφές ότι για το επιτρεπτό της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων απαιτείται η προηγούμενη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων από τον μεταβιβάζοντα για τη παροχή τους στον αποκτώντα-τρίτο, σύμφωνα με το άρθρο 11§3 του ν. 2472/1997.

Ο ενάγων εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή, κατ` εκτίμηση του δικογράφου της, ότι η πρώτη εναγομένη στα πλαίσια εκχώρησης των απαιτήσεων της από τη (σύμβαση που τη συνέδεε με τον ενάγοντα προς την αλλοδαπή εταιρεία «...» (δεύτερη εναγομένη) προέβη το έτος 2008 σε παράνομη επεξεργασία των συλλεγέντων από αυτή - κατά την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης - προσωπικών δεδομένων του με τη διαβίβαση στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας, της κατοικίας και της οικονομικής και οικογενειακής του κατάστασης, παραλείποντας πριν την ανακοίνωση των δεδομένων να τον ενημερώσει με τρόπο πρόσφορο και σαφή, ως όφειλε, για την επικείμενη συντέλεση της, τα στοιχεία των αποδεκτών, το σκοπό της επεξεργασίας και τα δικαιώματα πρόσβασης και αντιρρήσεων. Ακολούθως, η ως άνω εκδοχέας ανέθεσε τη διαχείριση και είσπραξη των ληξιπρόθεσμων οφειλών του ενάγοντος στην τρίτη εναγομένη, η οποία, ως τρίτη-αποδέκτρια επίσης επεξεργάστηκε παράνομα προσωπικά του δεδομένα, αφενός γιατί δεν διέθετε τη σχετική άδεια για την τήρηση αρχείου προσωπικών δεδομένων, αφετέρου γιατί μη νόμιμα συνέλεξε τα δεδομένα από την εταιρεία «..» και τα περιέλαβε στο αρχείο της, καθώς δεν τον ενημέρωσε για την πρόθεση της να τα χρησιμοποιήσει, ούτε έλαβε την έγκριση του, ενώ στη συνέχεια πράγματι τα χρησιμοποίησε, δια των υπαλλήλων της, που τον καλούσαν τηλεφωνικά στην οικία του για να αξιώσουν την πληρωμή του δήθεν οφειλόμενου εκ μέρους του ποσού των 223,71€ με την απειλή της καταχώρισης της οφειλής στον Τειρεσία. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι με τις παραπάνω παράνομες πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων τους οι εναγόμενες του στέρησαν το δικαίωμα της πρόσβασης και των αντιρρήσεων και του προκάλεσαν μεγάλη ψυχική αναστάτωση και στενοχώρια. Με βάση το ιστορικό αυτό, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ζητά α) να διαταχθεί η διαγραφή των αναφερόμενων στην αγωγή προσωπικών του δεδομένων από τα αρχεία της τρίτης εναγομένης, β) να διαταχθεί η παράλειψη στο μέλλον της ως άνω προσβολής της προσωπικότητας του από τις εναγόμενες και τους προστηθέντες υπαλλήλους τους και. γ) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να του καταβάλλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η καθεμία το ποσό των 15.000€, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, έως την ολοσχερή εξόφληση. Επίσης, ζητά να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στη δικαστική του δαπάνη. Τα αιτήματα της διαγραφής των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος από τα αρχεία της τρίτης εναγομένης και της παράλειψης στο μέλλον της προσβολής της προσωπικότητας του, απαράδεκτα εισάγονται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ` ύλη αναρμόδιο για την εκδίκαση τους, αφού πρόκειται για αιτήματα ανεπίδεκτα χρηματικής αποτίμησης, υπαγόμενα στην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου (άρθρο 18 ΚΠολΔ). Ως εκ τούτου, κατ` εφαρμογή του άρθρου 218§2 ΚΠολΔ, πρέπει αυτεπάγγελτα να διαταχθεί ο χωρισμός των σωρευόμενων αιτημάτων και τα ως άνω αιτήματα να παραπεμφθούν προς εκδίκαση ενώπιον του αρμόδιου καθ` ύλη Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αγωγή κατά το σκέλος που αφορά στη χρηματική ικανοποίηση παραδεκτά φέρεται για να συζητηθεί ενώπιον του αρμόδιου αυτού Δικαστηρίου (άρθρα 14§2, 22,25§2,41,221§1 περ. β` ΚΠολΔ), το οποίο πρέπει να την κρατήσει και να τη δικάσει κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία των άρθρων 664-676 ΚΠολΔ (άρθρο 23§3 του ν. 2472/1997,5912 ΚΠολ) και όχι κατά την τακτική με την οποία εισάγεται. Είναι ορισμένη και νόμιμη μόνο ως προς την πρώτη εναγομένη, στηριζόμενη στα άρθρα 11§§1 και 3, 12,13, 23§§1 και 2 του ν. 2472/1997, στην Κανονιστική Πράξη 1/1999 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, σε συνδυασμό με τα άρθρα 57, 59, 299, 932 ΑΚ, αναλογικά εφαρμοζόμενα, καθόσον ελέγχεται αν η εκχωρήτρια και αρχικά υπεύθυνη επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων που της κοινοποίησε ο ενάγων τον ενημέρωοε από πριν, όπως όφειλε, για τη διαβίβαση τους στην εκδοχέα-τρίτη κατά την έννοια του άρθρου 22στοιχ. θ` του ν. 2472/1997. Το αίτημα τοκοδοσίας είναι νόμιμο, κατά τα άρθρα 345, 346 ΑΚ. Μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, το αίτημα για την κήρυξη της απόφαστίς προσωρινά εκτελεστής πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμο, καθόσον η αναγνωριστική απόφαση δεν αποτελεί, εκτελεστό τίτλο και συνεπώς δεν τίθεται θέμα προσωρινής εκτελεστότητας αυτής. Ως προς την τρίτη εναγομένη η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, επειδή υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά και σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω στη νομική σκέψη, η εν λόγω εναγομένη είναι εισπρακτική εταιρεία, η οποία, μετά την κατάρτιση της σύμβασης εκχώρησης μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της εταιρείας «...» και την αναγγελία της στον ενάγοντα, εκτελεί την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων για λογαριασμό της τελευταίας και δικαιούχου πλέον των, σε βάρος του ενάγοντος απαιτήσεων και είναι αποδέκτρια αυτών, χωρίς να αποτελεί υπεύθυνο επεξεργασίας. Επομένως, πριν την από μέρους της χρήση των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος αφενός δεν απαιτείται να λάβει, τη συγκατάθεση του, αφετέρου δεν υποχρεούται να τον ενημερώσει, αφού με την υποχρέωση λήψης της ρητής συγκατάθεσης και με την υποχρέωση ενημέρωυης βαρύνεται ο υπεύθυνος επεξεργασίας. Επίσης, μόνο το γεγονός της μη τήρησης των όρων του ν. 2472/1997 για τη νόμιμη λειτουργία της τρίτης εναγομένης (γνωστοποίηση στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα της τήρησης αρχείου προσωπικών δεδομένων, χορήγηση από την εν λόγω Αρχή σχετικής άδειας), το οποίο συνεπάγεται την επιβολή διοικητικών προστίμων, ακόμη ι«αι αν υποτεθεί αληθινό, δεν συνδέεται ακιωδώς με την επικαλούμενη ηθική βλάβη του ενάγοντος. Το σκέλος της αγωγής κατά το οποίο αποδίδεται στους υπαλλήλους της τρίτης εναγομένης η τέλεση σε βάρος του ενάγοντος των αξιόποινων πράξεων της απειλής και της εκβίασης δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, αλλά στις διατάξεις του ΠΚ και του ΑΚ και συνεπώς το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία. Ωστόσο, το αίτημα να αναγνωριστεί ότι και οι δύο εναγόμενες οφείλουν να του, καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η καθεμία 15.000€ ως χρηματική ικανοποίηση, χωρίς την έκθεση οποιαδήποτε συμμετοχής υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης στις παραπάνω άδικες πράξεις (η επικαλούμενη ανοχή της, χωρίς καμία περαιτέρω εξειδίκευση ενεργειών ή παραλείψεων των νόμιμων εκπροσώπων ή των προστηθέντων της δεν συνιστά αδικοπρακτική συμπεριφορά), ώστε να θεμελιώνεται σύμφωνα με το άρθρο 926 ΑΚ, η εις ολόκληρον ευθύνη αμφότερων των εναγομένων στην επέλευση της επικαλούμενης ηθικής βλάβης, είναι, προφανώς νομικά αβάσιμο. Για το λόγο αυτό και σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της δίκης, πρέπει να μη διαταχθεί, ο χωρισμός της αίτησης αυτής και η παραπομπή της για να δικαστεί σε άλλη συνεδρίαση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την τακτική διαδικασία (άρθρο 218§2 ΚΠολΔ), αλλά να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί. Κατά τα λοιπά, η αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία της ως προς την πρώτη εναγομένη κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη. 

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της πρώτης εναγομένης, τις νόμιμα ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων και τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά; Στις 13-6-2000 ο ενάγων υπέβαλε αίτηση προς την εναγόμενη τραπεζική εταιρεία για την έκδοση της πιστωτικής κάρτας .., η οποία θα χρησιμοποιούνταν, μεταξύ άλλων και για την εξόφληση των οφελών του προς την εταιρεία ... Προς τούτο, συμπλήρωσε και υπέγραψε το έντυπο της εναγομένης με αρ. ...στο οποίο ο ίδιος αυτοβούλως καταχώρισε τα προσωπικά του στοιχεία και συγκεκριμένα ονοματεπώνυμο, οικογενειακή κατάσταση, αριθμό παιδιών, πατρώνυμο και μητρώνυμο, ημερομηνία γέννησης, αριθμό ταυτότητας, ΑΦΜ, υπηκοότητα, διεύθυνση, τηλέφωνο κατοικίας, επάγγελμα, ποσό του ετήσιου, καθαρού εισοδήματος του. Η αίτηση έγινε δεκτή και χορηγήθηκε στον ενάγοντα η πιστωτική κάρτα με αρ. ... Στη συνέχεια με τις από 15-9-2008 και 30-9-2008 αναγγελίες εκχώρησης, η εναγομένη τον πληροφόρησε ότι οι απαιτήσεις και όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την ανωτέρω σύμβαση μεταβιβάστηκαν με εκχώρηση, σύμφωνα με τα άρθρα 455 επ. ΑΚ στην εταιρεία «...» που εδρεύει, στο Λουξεμβούργο (δ/νση ..). Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ενόψει του μεγάλου αριθμού των υποκειμένων των προσωπικών δεδομένων (πάνω από 1000), σε χρόνο πριν την εκχώρηση και. συγκεκριμένα τον Αύγουστο του έτους 2008 προέβη σύμφωνα με την Κανονιστική Απόφαση με αρ. 408/1998 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα σε ανακοινώσεις στον τύπο και. στο διαδίκτυο, με τις οποίες πληροφορούσε τους πελάτες της για τη "μεταβίβαση των εναντίον τους απαιτήσεων της και την παροχή των προσωπικών τους δεδομένων στην ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία. Σχετικά προσκομίστηκαν η από 8-8-2008 ανακοίνωση στην εφημερίδα «...» και η από 8-8-2008 ανάρτηση στην ιστοσελίδα www.inriews.gr της εφημερίδας «...», με τις οποίες ενημερώνονται οι δανειολήπτες και εγγυητές πως έχει συμφωνήσει να μεταβιβάσει μέρος του χαρτοφυλακίου των επισφαλών απαιτήσεων της από δάνεια, πιστώσεις και πιστωτικές κάρτες στην εταιρεία «.., που χαρακτηρίζεται ως «εταιρεία ειδικού σκοπού». Από το περιεχόμενο των εν λόγω καταχωρήσεων προκύπτει ότι η σύμβαση εκχώρησης μεταξύ της εναγομένης και της αλλοδαπής εταιρείας αποτελεί μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, στα πλαίσια της οποίας η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων - εν προκειμένω η διαβίβασή τους από την εναγομένη-μεταβιβάζουσα στην αλλοδαπή εταιρεία-αποκτούσα - διέπεται από τις διατάξεις του ν. 2472/1.997 και συγκεκριμένα από εκείνη του άρθρου Π§3, που αφορά στην υποχρέωση της εναγομένης να ειδοποιήσει τα υποκείμενα των δεδομένων, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, για την ανακοίνωση των προσωπικών τους στοιχείων πριν τη συντέλεση της. Εφόσον η εναγομένη προχώρησε στις ανωτέρω δημοσιεύσεις χωρίς την άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (τέτοια άδεια δεν προσκομίζεται, ούτε η εναγομένη επικαλείται την ύπαρξη της), η οποία, όπως εκτίθεται στη νομική σκέψη, απαιτείται, σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, ανεξάρτητα από το αν ο αριθμός των υποκειμένων των δεδομένων υπερβαίνει τα 1000 και δίνεται μετά από έρευνα συγκεκριμένων περιστάσεων, η κατ` αυτό τον τρόπο ενημέρωση δεν ήταν σύννομη. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος κατοικεί στο Αραχναίο Αργολίδας και είναι βοσκός, έλαβε γνώση των δημοσιεύσεων αυτών. 
Περαιτέρω, στην αρχή της σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας αναφέρεται πως η εναγομένη έχει δικαίωμα διαβίβασης των προσωπικών στοιχείων και των οικονομικών πληροφοριών του ενάγοντος για τη λειτουργία της σύμβασης. Παρακάτω, προβλέπεται ότι η εναγομένη μπορεί να γνωστοποιεί τα ίδια στοιχεία σε άλλες επιχειρήσεις που επιθυμούν να αποστείλουν διαφημιστικά φυλλάδια στα πλαίσια προώθησης τών προϊόντων τους, Ωστόσο, από το περιεχόμενο αυτό της σύμβασης δεν αποδεικνύεται ότι η εναγομένη είχε ενημερώσει τον ενάγοντα με τρόπο σαφή και. αναμφίβολο για τη δυνατότητα της να παρέχει τα προσωπικά του στοιχεία γενικά σε τρίτους και ειδικά στην εταιρεία «...». Η υπαιτιότητα της εναγομένης αναφορικά με την παραβίαση του αυτοτελώς προστατευόμενου δικαιώματος ενημέρωσης του ενάγοντος τεκμαίρεται, ενώ και η ίδια δεν απέδειξε πως ανυπαίτια αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος των προστηθέντων υπαλλήλων της περιστατικά, ώστε να απαλλαγεί από την ευθύνη της. Η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της, συνιστάμενη σε παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων της, είχε ως συνέπεια την ψυχική αναστάτωυη, στενοχώρια και οργή του ενάγοντος, ο οποίος διαπίστωσε εκ των υστέρων ότι τα προσωπικά του στοιχεία είχαν ήδη μεταβιβαστεί σε μια αλλοδαπή εταιρεία, χωρίς να έχει προηγουμένως ειδοποιηθεί προς τούτο. Από την προσβολή της προσωπικότητας του ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται, ορισμένο ποσό ως χρηματική ικανοποίηση. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το είδος του θιγομένου αγαθού, το μέγεθος της προσβολής, τις συνθήκες τέλεσης αυτής, το βαθμό υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ότι ο ενάγων δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 6.0006, που εκτιμάται ως εύλογο. Επομένως, η αγωγή πρέπει να γίνει, κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η πρώτη εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα 6.000€ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Τα δικαστικά έξοδα της τρίτης εναγομένης πρέπει, να επιβληθούν σε βάρος του ενάγοντος, λόγω της ήττας του (άρθρο 176 ΚΠοΛΔ), σύμφωνα με όση ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. Μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, ανάλογα με την έκταση της νίκης του, πρέπει, να επιβληθούν στην πρώτη εναγομένη, η οποία ηττήθηκε μερικά (άρθρο 178§1 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής ως προς τη δεύτερη εναγομένη.
Δικάζει κατ` αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Διατάσσει το χωρισμό των σωρευόμενων στην αγωγή αιτήσεων για τη διαγραφή των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος από τα αρχεία της τρίτης εναγομένης και για την παράλειψη στο μέλλον της προσβολής της προσωπικότητάς του.
Παραπέμπει τις ως άνω αιτήσεις ενώπιον του αρμόδιου καθ` ύλη και κατά τόπο Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατά κατά τα λοιπά την αγωγή.
Διατάσσει, την εκδίκαση της αγωγής κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 664 επ. ΚΠολΔ.
Απορρίπτει την αγωγή ως προς την τρίτη εναγομένη.
Καταδικάζει τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης εναγομένης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Δέχεται την αγωγή κατά ένα μέρος ως προς την πρώτη εναγομένη.
Αναγνωρίζει ότι η πρώτη εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ, με το νόμιμη τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής.
Καταδικάζει την πρώτη εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, το οποίο ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...