Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Εμπορικά βιβλία, τράπεζες, απόδειξη οφειλής, φωτοτυπίες από τραπεζικά βιβλία.

Διαταγή πληρωμής. Προϋποθέσεις εκδόσεως. Εκδοση με βάση ιδιωτικό έγγραφο. Αποδεικτική δύναμη αυτού. Εμπορικά βιβλία. Τράπεζες. Δικονομική σύμβαση για απόδειξη της οφειλής πιστούχου από τα αποσπάσματα. Αναγκαίο περιεχόμενο. Φωτοτυπίες. Προϋποθέσεις για να αποτελεί η φωτοτυπία αποσπάσματος των Βιβλίων της Τράπεζας κυρωμένο αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου. 

Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας 102/ 2015.

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Βασιλική Παπαγιάννη, Πρωτόδικη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο Πρωτοδικών.

Ο ανακόπτων με την κρινόμενη ανακοπή του και για τους λόγους που εκθέτει σ’ αυτήν, ζητεί την ακύρωση της υπ’ αριθμ. 517/2013 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και της από 30.09.2013 επιταγής προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της παραπάνω διαταγής πληρωμής, με τις οποίες υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης, το ποσό των 31.863,48 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων για απαίτηση προερχόμενη από σύμβαση δανείου καθώς και να καταδικαστεί η καθ’ ης στη δικαστική του δαπάνη. Η σώρευση στο υπό κρίση δικόγραφο αφενός της ανακοπής του άρθρου 632 παρ. 1 του ΚΠολΔ κατά της διαταγής πληρωμής, και αφετέρου της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της επιταγής προς εκτέλεση είναι παραδεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 218 ΚΠολΔ, καθόσον και οι δύο ανακοπές υπάγονται στην αρμοδιότητα αυτού του δικαστηρίου και δικάζονται κατά την ίδια (τακτική) διαδικασία, εφόσον η διαφορά από την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής της οποίας επιχειρείται η εκτέλεση δικάζεται κατά την διαδικασία αυτή, ενώ η σύγχρονη εκδίκαση τους δεν επιφέρει κατά την κρίση του Δικαστηρίου σύγχυση (ΕφΑθ 2497/1998 Δνη 39.916).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαιτήσεως του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή καθώς και το ποσόν της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Εάν η απαίτηση ή το ποσόν αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτόν απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα απά την ύπαρξη και τη δυνατότητα αποδείξεως της απαιτήσεως με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2206/2009 ΝΟΜΟΣ). 
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 443 και 444 ΚΠολΔ, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη ή αντί για υπογραφή ένα σημάδι που αυτός έβαλε και επικύρωσε από συμβολαιογράφο ή άλλη δημόσια αρχή, που βεβαιώνει πως το σημάδι έχει τεθεί αντί για την υπογραφή και ότι ο εκδότης δήλωσε ότι δεν μπορεί να υπογράψει (443). Ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και α) τα βιβλία που έμποροι και επαγγελματίες τηρούν κατά τον εμπορικό νόμο ή άλλες διατάξεις, β) και γ) φωτογραφίες ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση {444 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ 165Α/25.07.2011)}. Η αποδεικτική δύναμη των βιβλίων αυτών ρυθμίζεται στο άρθρο 448 ΚΠολΔ, κατά το οποίο τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 εδ. 1 και 2 ΚΠολΔ, εφόσον είναι συνταγμένα κατά τους νόμιμους τύπους, αποτελούν μεταξύ εμπόρων ή άλλων προσώπων υποχρεωμένων να τηρούν όμοια βιβλία πλήρη απόδειξη για όσα αναφέρονται σε αυτά, αλλά επιτρέπεται η ανταπόδειξη. Κατά προσώπων όμως που δεν έχουν υποχρέωση να τηρούν αυτά τα βιβλία αποτελούν πλήρη απόδειξη για το μέγεθος της απαίτησης, όταν η ύπαρξη τους είναι αποδεδειγμένη με άλλο τρόπο, και μόνο για ένα έτος αφότου γίνει η εγγραφή, εκτός και αν ο υπόχρεος αναγνώρισε με την υπογραφή του το περιεχόμενο. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, κατ` εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 447 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο τα ιδιωτικά έγγραφα αποδεικνύουν μόνο κατά του εκδότη τους, τα επαγγελματικά βιβλία αποδεικνύουν, παρότι δεν φέρουν υπογραφή, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 448 ΚΠολΔ και υπέρ αυτού. Η εξαίρεση αυτή, όμως, ισχύει μόνο για τα επαγγελματικά βιβλία, η τήρηση των οποίων είναι υποχρεωτική κατά νόμο (εμπορικό ή άλλες διατάξεις). Εξ αντιδιαστολής από τις ανωτέρω ρυθμίσεις, οι οποίες αφορούν τα υποχρεωτικά εκ του νόμου βιβλία των αναφερομένων στο άρθρο 444 ΚΠολΔ προσώπων, τα προαιρετικά βιβλία των προσώπων αυτών αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα και έχουν αποδεικτική δύναμη μόνο υπό τους όρους του άρθρου 443 ΚΠολΔ. Εξάλλου, τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας δεν αποτελούν έγγραφα αποδεικτικά των απαιτήσεων του τηρούντος αυτά προσώπου κατά τρίτων, κατά την έννοια των άρθρων 444 αρ. 1 και 2 και 448 Ι 2, επιτρέπεται, όμως, να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ότι τα εν λόγω αποσπάσματα θα αποτελούν πλήρη απόδειξη υπέρ του εκδότη τους. Συγκεκριμένα, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση δανείου ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη. Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνονται οι χρεώσεις και οι πιστώσεις του δανειακού λογαριασμού, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ. 1 ΚΠολΔ, 52 ν.δ/τος 3026/1954, 14 ν. 1599/1986) και δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας Τράπεζας. Στην περίπτωση, όμως, των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτυπώσεως από τον υπάλληλο της Τράπεζας που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει εις χείρας της η Τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της. Επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου αλλά πρωτοτύπου (ΑΠ 1022/2003, ΑΠ 1117/2002). Περαιτέρω κατά το άρθρο 449 παρ. 2 του ΚΠολΔ, φωτοτυπίες εγγράφων έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβειά τους βεβαιώνεται από πρόσωπο που είναι κατά νόμο αρμόδιο να εκδίδει αντίγραφα (ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 902/2006, ΕφΔωδ 32/2011, ΕφΘεσ 1027/2010, ΜΠρΡοδ 41/2011, ΜΠρΑθ 1258/2008 ΝΟΜΟΣ). Η φωτοτυπία αποτελεί ακριβή απεικόνιση του φωτοτυπουμένου εγγράφου. Επικυρωμένη, δε, φωτοτυπία σημαίνει απεικόνιση του φωτοτυπουμένου εγγράφου και επί πλέον βεβαίωση ότι η απεικόνιση είναι ακριβής. Αν το φωτοτυπούμενο έχει ή όχι το χαρακτήρα πρωτοτύπου εγγράφου κρίνεται από το δικαστήριο και όχι από τον βεβαιώνοντα τη γνησιότητα της φωτοτυπίας. Έτσι για να αποτελεί ή φωτοτυπία αποσπάσματος των βιβλίων της Τράπεζας κυρωμένο αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου, θα πρέπει να υπάρχει: α) στο φωτοτυπούμενο έγγραφο (απόσπασμα) που έχει εξαχθεί με εκτύπωση από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή βεβαίωση του υπαλλήλου της τράπεζας που έκανε την εκτύπωση για τη γνησιότητα της εκτυπώσεως και η βεβαίωση αυτή να έχει αποτυπωθεί στη φωτοτυπία, και β) στη φωτοτυπία βεβαίωση, προερχόμενη από αρμοδία αρχή ή δικηγόρο, ότι αυτή (φωτοτυπία) είναι ακριβής (ΑΠ 1421/2013, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 902/2006, ΕφΔωδ 32/2011 ο.π.). Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ανακοπής του ο ανακόπτων, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ισχυρίζεται ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής στηρίχθηκε στην προσκομισθείσα από την καθ’ ης φωτοτυπία του υπ’ αριθμ. 8/15.03.2011 αντιγράφου οριστικού κλεισίματος του δανειακού λογαριασμού του, το οποίο (αντίγραφο) είχε μόνο την βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης του σχετικού από τον Η/Υ της καθ’ ης αποσπάσματος από τους υπαλλήλους της τελευταίας, χωρίς να φέρει επιπροσθέτως βεβαίωση από δικηγόρο ότι η φωτοτυπία αυτή του αποσπάσματος είναι ακριβής. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 443, 444, 447, 448, 449 παρ. 1 ΚΠολΔ, 52 ν.δ/τος 3026/1954, 14 ν. 1599/1986 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν.

Απ’ όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη για άμεση απόδειξη και άλλα για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Επί της από 22.08.2013 αίτησης της καθ` ης ενώπιον της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 517/2013 διαταγή πληρωμής, με την οποία ο ανακόπτων επιτάσσεται να καταβάλλει σε αυτή: α) το ποσό των 31.863,48 ευρώ πλέον τόκων από 15.03.2011 μέχρις εξοφλήσεως, πλέον της δικαστικής δαπάνης, για απαίτηση της καθ` ης προερχόμενη από την υπ` αριθμ. .../09.07.2010 αίτηση - σύμβαση δανείου μετά της πρόσθετης πράξης αυτής για την κάλυψη αναγκών του. Με τον όρο 12.3 της δανειακής σύμβασης συμφωνήθηκε ότι "ο οφειλέτης αναγνωρίζει ότι τα αποσπάσματα ή αντίγραφα τα οποία εξάγονται από τα εμπορικά βιβλία της τράπεζας, όπως ενδεικτικά οι λογαριασμοί του άρθρου 8 πιο πάνω, αποδεικνύουν πλήρως την οφειλή και γενικά τις χρεώσεις και πιστώσεις του δανειακού λογαριασμού, επιτρεπόμενης ανταπόδειξης". Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η έκδοσή της στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, και σε αδιάκοπη σειρά των μηνιαίων αντιγράφων του υπ’ αριθμ. ... λογαριασμού που τηρήθηκε σε εξυπηρέτηση της ανωτέρω δανειακής σύμβασης, τα οποία έχουν εξαχθεί από τα επίσημα βιβλία της καθ’ ης που αποτελούν βάσει του ως άνω ρητού όρου της σύμβασης πλήρη απόδειξη της απαιτήσεως της καθ` ης κατά του ανακόπτοντος, και τα οποία περιέχουν την ακριβή συνολική κίνηση του δανειακού λογαριασμού από την ημερομηνία έναρξής του μέχρι το οριστικό κλείσιμο αυτού στις 14.03.2011. Από την επισκόπηση, ωστόσο, των αντιγράφων του ως άνω λογαριασμού και ειδικότερα του υπ’ αριθμ. 8/15.03.2011 αντιγράφου, το οποίο αναφέρει το οριστικό κλείσιμο του ως άνω τηρηθέντος λογαριασμού, προκύπτει ότι αυτό αποτελεί εκτύπωση από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της καθ` ης τράπεζας, η γνησιότητα της οποίας βεβαιώνεται αρμοδίως από τους υπαλλήλους αυτής. Από την περαιτέρω επισκόπηση,όμως, αυτού προκύπτει ότι το εν λόγω έγγραφο προσκομίστηκε από την καθ’ ης προς έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής σε φωτοτυπική απεικόνιση του πρωτοτύπου, η οποία σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, για να έχει αποδεικτική δύναμη θα έπρεπε να φέρει επικύρωση από δικηγόρο (ή άλλη αρμόδια αρχή) ότι η φωτοτυπία αυτή είναι ακριβές αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου που έστω και κατ` ελάχιστο χρόνο είχε στην κατοχή του. Στο υπ’ αριθμ. 8/15.03.2011 αντίγραφο του λογαριασμού, ωστόσο, που προσκόμισε ο ανακόπτων και το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί φωτοτυπία του εξαχθέντος πρωτοτύπου από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της τράπεζας, δεν υπάρχει η επικύρωση από δικηγόρο ή άλλη αρμόδια αρχή της ακρίβειας αυτού ως φωτοαντιγράφου εκ του πρωτοτύπου. Συνεπώς,το ως άνω αντίγραφο του λογαριασμού που προσκόμισε η καθ’ ης για να αποδείξει την απαίτηση της κατά του ανακόπτοντος δεν έχει συνταχθεί με τους νόμιμους τύπους, εξομοιώνεται με ανύπαρκτο και άρα δεν πληροί τη βασική τυπική προϋπόθεση της έκδοσης διαταγής πληρωμής που είναι, όπως προαναφέρθηκε, η απόδειξη της απαίτησης με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ο δε ισχυρισμός της καθ’ ης η ανακοπή περί καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, δεδομένου ότι κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου η άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων εκ μέρους του ανακόπτοντος για την προάσπιση των δικαιωμάτων του εν γένει δεν είναι καταχρηστική. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω ο πρώτος λόγος της ανακοπής, κατά το δεύτερο σκέλος που αμέσως ανωτέρω αναφέρθηκε, πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ’ ουσίαν βάσιμος. Επομένως, η υπό κρίση ανακοπή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων αυτής και να ακυρωθεί η υπ’αριθμ. 517/2013 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας καθώς και η από 30.09.2013 επιταγή προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της παραπάνω διαταγής πληρωμής. Τέλος, η καθ` ης η ανακοπή, που ηττάται στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του ανακόπτοντος, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή.
ΑΚΥΡΩΝΕΙ την υπ` αριθμ. 517/2013 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και την από 30.09.2013 επιταγή προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της παραπάνω διαταγής πληρωμής.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην καθ` ης τα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...