Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Πορνογραφία ανηλίκων.

Περίληψη. Ανήλικοι. Αγορά και κατοχή υλικού πορνογραφίας ανηλίκων με χρήση κατ΄εξακολούθηση (άρθ. 348 Α ΠΚ). Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Νόμος 3625/2007 και τροποποίηση του άρθ. 348 Α ΠΚ, μετά την οποία δεν απαιτείται πλέον σκοπός κερδοσκοπίας (ισχύς από 24/12/2007). Επιμέρους πράξεις του κατ΄εξακολούθηση εγκλήματος και νομική τους αυτοτέλεια. Πραγματικά περιστατικά. Τέλεση του ως άνω εγκλήματος από τον κατηγορούμενο - αρχιμανδρίτη. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Απόλυτη ακυρότητα. Εγγράφων ανάγνωση. Μη ανάγνωση 3 εγγράφων (δίσκος, 20 ψηφιακά αρχεία, εργαστηριακή εξέταση). Τα έγγραφα αυτά αποτελούν το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. 

Δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται η τεχνική λειτουργία των υπολογιστών αναφορικά με το ζήτημα της αυτόματης αποθήκευσης δεδομένων στην προσωρινή μνήμη του υπολογιστή, καθώς δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται αν ο αναιρεσείων γνώριζε να χειρίζεται το πολύπλοκο σύστημα λειτουργίας των υπολογιστών. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Μειωμένη ικανότητα καταλογισμού, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών, καθ΄όσον πάσχει από διπολική διαταραχή τύπου Ι΄. Αιτιολογημένη απόρριψη. Κατ΄εξακολούθηση έγκλημα και νομική αυτοτέλεια των επιμέρους πράξεων. Νόμος 3625/2007 και τροποποίηση του άρθ. 348Α ΠΚ. Ισχύς του ν. από 24/12/2007. Για το προ της τροποποιήσεως χρονικό διάστημα η κατοχή του υλικού έπρεπε να γίνεται από κερδοσκοπία. Αθώωση του κατηγορουμένου για τις επιμέρους πράξεις του εγκλήματος που έλαβαν χώρα μέχρι τις 24/12/2007, καθ΄όσον δεν αναφέρεται ότι η αγορά και η κατοχή έγινε από κερδοσκοπία.
  
Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα ΣΤ',  1033/ 2014. 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια και Αρτεμισία Παναγιώτου, Αρεοπαγίτες.

Το άρθρο 348 Π.Κ. όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το νόμο 3625/2007 άρθρο 10 όριζε ότι: "Όποιος από κερδοσκοπία παρασκευάζει, κατέχει προμηθεύεται, αγοράζει, μεταφέρει, διακινεί διαθέτει, πωλεί ή θέτει με οποιονδήποτε τρόπο σε κυκλοφορία πορνογραφικό υλικό τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ". Στη παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "Αν κάποια από τις πράξεις της πρώτης παραγράφου αφορά πορνογραφικό υλικό που συνδέεται με την εκμετάλλευση της ανάγκης της πνευματικής αδυναμίας, της κουφότητας ή της απειρίας ανηλίκου ή με την άσκηση σωματικής βίας κατ’ αυτού ... τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή από 100.000 ευρώ έως 500.000 ευρώ". Περαιτέρω με το άρθρο 10 του Ν. 3625/2007 που ισχύει από 24-12-2007 το άρθρο 348 Α ΠΚ αντικαταστάθηκε ως εξής: Όποιος με πρόθεση παράγει, διανέμει, δημοσιεύει, επιδεικνύει, εισάγει στην επικράτεια ή εξάγει από αυτήν μεταφέρει, προσφέρει πωλεί ή με άλλον τρόπο διαθέτει αγοράζει προμηθεύεται ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει ή μεταδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως τριακοσίων χιλιάδων ευρώ ... Υλικό παιδικής πορνογραφίας κατά την έννοια των προηγούμενων παραγράφων συνιστά η αναπαράσταση ή η πραγματική ή εικονική αποτύπωση σε ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό φορέα του σώματος ανηλίκου κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση καθώς και πραγματικής ή εικονικής ασελγούς πράξης που διενεργείται από ή με ανήλικο ... . Οι πράξεις της πρώτης και δεύτερη παραγράφου τιμωρώνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων αν τελέσθηκαν από συνήθεια ή κατ’ επάγγελμα. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια ότι μέχρι την τροποποίηση του άρθρου 348 Α ΠΚ από τον ως άνω νόμο, για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού απαιτείτο να υπάρχει, αγορά κατοχή, μεταφορά κ.λ.π. πορνογραφικού υλικού από κερδοσκοπία, μετά την τροποποίηση όμως του ως άνω άρθρου από τον ως άνω νόμο απαιτείται από 24-12- 2007 ημερομηνία ισχύος αυτού για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 348 Α ΠΚ, απλή κατοχή, αγορά μεταφορά πορνογραφικού υλικού ανηλίκου, χωρίς να απαιτείται πλέον σκοπός κερδοσκοπίας αυτού, όπως προηγουμένως.

Στην προκειμένη περίπτωση από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για το ότι: "Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, τέλεσε αδίκημα για το οποίο προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας. Ειδικότερα στον Πειραιά κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, χρησιμοποιώντας πιστωτική κάρτα αφού αγόρασε με την χρήση διαδικτύου πρόσβαση και χρόνο ιδιότητας μέλους σε ιστοσελίδες με υλικό παιδικής πορνογραφίας, το κατείχε μέχρι και την 26-1-2009. Συγκεκριμένα, στον ... και στην οικία του επί της οδούς ... αρ. 115, την 31-1-2007 και ώρα 09:03:26, την 21-3- 2007 και ώρα 02:06:24, την 5-9-2006 και ώρα 13:42:56, την 30-1-2007 και ώρα 18:28:15 και την 15-3- 2007 και ώρα 10:37:58, μέσω των διευθύνσεων IP 85.75.14.33, 87.202 41.120, 87.203.128.94, 85.74.157.139, 85.74.140.106, κάνοντας χρήση των με αριθμούς ... και ... πιστωτικών καρτών της τράπεζας ....... , δικαιούχος των οποίων είναι αυτός, με την χρήση διαδικτύου αφού αγόρασε πρόσβαση και χρόνο ιδιότητας μέλους για τουλάχιστον χρονική περίοδο τριάντα (30) ημερών, στις ιστοσελίδες με τίτλο ... και στις ιστοσελίδες με νούμερο 1156 και 1126, οι οποίες περιείχαν υλικό παιδικής πορνογραφίας, δηλαδή υλικό που συνιστά αναπαράσταση ή πραγματική αποτύπωση σε ηλεκτρονικό φορέα του σώματος ή μέρους του σώματος ανηλίκου κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση καθώς και πραγματικής ασελγούς πράξης που διενεργείται με ανήλικο, κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης ώστε κάθε στιγμή να διατυπώνει την ύπαρξή τους τουλάχιστον από 5-9-2006 μέχρι και την 26-1-2009 το ανωτέρω πορνογραφικό υλικό και δη ένα ψηφιακό δίσκο με υλικό παιδικής πορνογραφίας και 2 εκτυπωμένες σελίδες". Δηλ. ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε βαθμό πλημ/ματος για παράβαση του άρθρου 348 Α § 1, 2, 3 Π.Κ. κατ’ εξακολούθηση όπως αυτό ίσχυε μετά την τροποποίησή του από το ν. 3625/2007 (24-12- 2007). Όμως στο κατ’ εξακολούθηση έγκλημα οι επί μέρους πράξεις διατηρούν την νομική τους αυτοτέλεια, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, όπως στο Ν. 1608/1950, και κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσής τους. Κατά συνέπεια στη προκειμένη περίπτωση που χρόνος τέλεσης του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων φέρεται το χρονικό διάστημα από 5-9-2006 μέχρι 26-1-2009, το δικάσαν δικαστήριο έπρεπε για τις μέχρι 24-12-2007 (ημερομηνία δημοσιεύσεως του νεώτερου νόμου) να κηρύξει αυτόν αθώο, εφόσον δεν διαλαμβάνεται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης ότι η αγορά και η κατοχή του αναφερομένου πορνογραφικού υλικού ανηλίκων έγινε από κερδοσκοπία στοιχείο απαραίτητο για τη πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων μέχρι την ως άνω ημερομηνία (24-12-2007). Επομένως πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό που αφορά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2006 μέχρι 24-12-2007 και να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για το χρονικό αυτό διάστημα, δεκτού καθισταμένου ως ουσιαστικά βασίμου του λόγου της αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1`Ε του ΚΠοινΔ, καθόσον δεν πληρούται για το χρονικό αυτό διάστημα η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 39 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ. ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός των χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη κατά συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαιρούνται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαιρούνται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτύρων καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 625-675/2013 το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά που δίκασε σε δεύτερο βαθμό κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη του άρθρου 348 Α Π.Κ. όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του από το Ν. 3625/2007 για το χρονικό διάστημα από 24-12-2007 μέχρι 26-1-2009 και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως 2 ετών και έξι μηνών μετατραπείσα, αφού δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής:Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου με έγγραφο προς τις Ελληνικές Αρχές έκανε γνωστό ότι κατά τους μήνες Μάιο - Ιούνιο του έτους 2007 διενήργησε παγκόσμια έρευνα στο διαδίκτυο, κατά την οποία διαπίστωσε ότι 137 χρήστες "internet", που χρησιμοποιούσαν ελληνικές εταιρίες παροχής υπηρεσιών διαδικτύου, αγόρασαν ή επιχείρησαν να αγοράσουν πρόσβαση και χρόνο ιδιότητας μέλους, μέσω πιστωτικών καρτών, σε μία ή σε περισσότερες από τις επίμαχες ιστοσελίδες, τουλάχιστον για μία χρονική περίοδο 30 ημερών, στο ελάχιστο κόστος των 79,85 δολλαρίων ΗΠΑ, με υλικό σκληρής παιδικής πορνογραφίας. Το Τμήμα Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της Υποδ/νσης Δίωξης Οικ. Εγκλημάτων, Αρχαιοκαπηλίας και Ηθών της Δ/νσης Ασφαλείας Αττικής αξιοποίησε την πληροφορία αυτή για να εντοπίσει τέτοιους χρήστες στην περιοχή που αστυνομεύει και έτσι εμφανίστηκαν αποτελέσματα με IP διευθύνσεις, μεταξύ των οποίων η διεύθυνση 85.75.14.33, 87.202.41.120, 87203.128.94, 85.74.157.139 και 85.74.140.106, που ανήκει στον κατηγορούμενο, όπως προέκυψε μετά την άρση του απορρήτου των διευθύνσεως με το με αριθμό 2111/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών Αστυνομικοί του άνω Τμήματος διενήργησαν έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου, η οποία βρίσκεται στην οδό ... αριθ. .. του Δήμου ..., με σκοπό να ελέγξει αν ο κατηγορούμενος διαχειρίζεται τέτοιο υλικό. Η έρευνα των αστυνομικών έδειξε ότι πράγματι ο κατηγορούμενος είχε εγκατεστημένο στο σπίτι του σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή και είχε πρόσβαση στο "internet" μέσω της εταιρίας παροχής υπηρεσιών διαδικτύου ".............." και της ηλεκτρονικής διεύθυνσης IP. Βρέθηκαν και κατασχέσθηκαν από την ως άνω διενεργηθείσα νομότυπη έρευνα δύο φορητοί Η/Υ, δύο εξωτερικοί σκληροί δίσκοι και ένας ψηφιακός δίσκος (cd) με υλικό παιδικής πορνογραφίας, ο οποίος δημιουργήθηκε ενώπιον συμβαλλομένων από τον Η/Υ του κατηγορούμενου και δύο εκτυπωμένες σελίδες απ’ αυτόν. Κατά την εργαστηριακή εξέταση των πειστηρίων σκληρών δίσκων (ΠΑ-,HD, Π2-HD, Π3-HD, Π4-HD) εντοπίστηκε εξαιρετικά μεγάλος αριθμός ψηφιακών αρχείων (περισσότερες από 60.000 εικόνες και περισσότερα από 2.000 βίντεο) που σχετίζονται με υλικό πορνογραφίας ανηλίκων. Αποθηκεύτηκαν ενδεικτικά σε ψηφιακό δίσκο, με τα πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά τους, 500 αρχεία εικόνων και 90 ψηφιακά αρχεία βίντεο. Για το περιεχόμενο των ανωτέρω παρουσιάζονται σκηνές ορισμένων εξ αυτών στον πίνακα 1, που συνοδεύει την αναγνωσθείσα υπ’ αριθ. πρωτ. 3022/21/1164/Α-β’ /18-10-2011 εργαστηριακή εξέταση του 5ου Τμήματος της Δ/νσης εγκλ/κών Ερευνών. Τα ευρήματα των πειστηρίων ευρέθησαν σε κατηγοριοποιημένους φακέλους με ονοματοδοσίες ανάλογα με το θεματικό περιεχόμενό τους (π.χ. LC ZZ .. κ.λ.π.) και παρουσιάζουν ημερομηνίες δημιουργίας από το έτος 2006 μέχρι και το έτος 2009. Το γεγονός αυτό μαρτυρά μεγάλο χρονικό διάστημα, ενασχόλησης με την ανωτέρω δραστηριότητα του κατηγορουμένου. Ακόμη προέκυψαν περισσότερα από 20 ψηφιακά αρχεία εγγράφων, διαμόρφωσης p.d.f., τα οποία περιέχουν μεταξύ άλλων χιλιάδες εικόνες με περιεχόμενο που σχετίζεται με πορνογραφία ανηλίκων. Από την ανάλυση των αποθηκευμένων διευθύνσεως ιστοσελίδων με την ένδειξη "Αγαπημένα" (favorites) στον πειστήριο σκληρό δίσκο (Π3-HD), προέκυψε φάκελλος με ονοματοδοσία "... ο οποίος περιέχει 25 αποθηκευμένες διευθύνσεις ιστοσελίδων, που παραπέμπουν σε διευθύνσεις ιστοσελίδων μέλους και ως προς την ονοματοδοσία σχετίζονται με πορνογραφία ανηλίκων. Από το προαναφερόμενο υλικό πορνογραφίας, που βρίσκεται αποθηκευμένο στα ως άνω κατασχεθέντα (σκληρό δίσκο κ.λ.π.) και αποτελούν ουσιώδη έγγραφα της δικογραφίας, αποδείχθηκε ότι το αποθηκευμένο υλικό αποτελεί υλικό παιδικής πορνογραφίας, κατά την έννοια του νόμου, αφού απεικονίζονται σώματα ανηλίκων και με τρόπο που αποσκοπεί προδήλως στη γενετήσια διέγερση, καθώς και ασελγείς πράξεις που διενεργούνται μεταξύ ανηλίκων και ενηλίκων (πεολειχίες, κατά φύση και παρά φύση συνουσία και άλλα), ενώ είναι σαφές ότι οι ανήλικοι που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή του συγκεκριμένου υλικό παιδικής πορνογραφίας δεν έχουν συμπληρώσει τα 15 έτη, πράγμα που βεβαίως γίνεται αντιληπτό από το χρήστη του υλικού, καθόσον τούτο συνάγεται ευθέως από τα χαρακτηριστικά του προσώπου και του σώματος των ανηλίκων. Ο κατηγορούμενος αποδείχθηκε ότι στις 31-1-2007 και ώρα 09:03:26, στις 31-3-2007 και ώρα 02:06:24, στις 5-9-2006 και ώρα 13:42:56, στις 30-1-2007 και ώρα 18:28:15, στις 15-3- 2007 και ώρα 10:37:58, μέσω των άνω διευθύνσεως, χρησιμοποιώντας τις υπ’ αριθ. ... και ... πιστωτικές κάρτες της Τράπεζας "..." δικαιούχος των οποίων είναι ο ίδιος, με τη χρήση διαδικτύου, αφού αγόρασε πρόσβαση και χρόνο ιδιότητας μέλους για τουλάχιστον χρονική περίοδο 30 ημερών, στις ιστοσελίδες με τίτλο και στις 620 σελίδες με νούμερο 1156 και 1126, οι οποίες περιείχαν το ως άνω υλικό παιδικής πορνογραφίας, που το είχε αποθηκεύσει στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή του και το κατείχε από 5-9-2006 μέχρι και την 26-1-09 (ημέρα της σύλληψής του) με την έννοια ότι είχε με διάρκεια τη φυσική εξουσίασή του, ώστε οποιαδήποτε στιγμή επιθυμούσε να διαπιστώνει την ύπαρξη αυτού και να το διαθέτει πραγματικά και αν ακόμα προοριζόταν για προσωπική του χρήση. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν περιστασιακός επισκέπτης της ιστοσελίδας με δυνατότητα μόνο οπτικής πρόσβασης αλλά χρησιμοποιούσε τον άνω ηλεκτρονικό υπολογιστή και είχε τη δυνατότητα, όποτε το επιθυμούσε, να ανασύρει τις φωτογραφίες αυτές, από τη μνήμη του, να τις εμφανίζει στην οθόνη του, να τις επεξεργάζεται και σε κάθε περίπτωση να τις διαχειρίζεται για ηδονιστικό σκοπό με τον τρόπο που κάθε φορά θεωρούσε κατάλληλο και με προσωπική του ενέργεια, γεγονός που αποκαλύπτει ότι η αντικειμενική του αυτή σεξουαλική διαστροφή τον χαρακτηρίζει και τον καθορίζει ως προσωπικότητα. Ο κατηγορούμενος γνώριζε και ήθελε την κατοχή του προαναφερομένου υλικού και επιπλέον το χαρακτήρα αυτού του υλικού ως υλικού παιδικής πορνογραφίας, το οποίο είχε αποθηκεύσει στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή του. Η άνω πράξη τελέστηκε με δόλο, και όχι εξ αμελείας κατά την έννοια του άρθρου 28 Π.Κ., εξακολουθητικά μέχρι στις 26-1-2009, που ίσχυε ήδη το άρθρο 348 Α Π.Κ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3064/2002 και αντ/κε με την παράγραφο 10 του άρθρου δεύτερου του Ν. 3625/24-12-2007 και είναι απορριπτέος ως εκ τούτου ο υπερασπιστικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι εφαρμογή έχει στην προκειμένη περίπτωση ο Νόμος 3064/2002 με τον οποίο προστέθηκε το άρθρο 348 Α Π.Κ., που αξίωνε για το αξιόποινο την κερδοσκοπία και ότι η κατοχή χωρίς το στοιχείο της κερδοσκοπίας δεν συνιστούσε αξιόποινη πράξη. Ο κατηγορούμενος γνώριζε το γεγονός ότι κάθε επίσκεψή του σε συγκεκριμένη σελίδα στο διαδίκτυο, υπο τις ως άνω προϋποθέσεις που ενεργούσε, σήμαινε αυτόματα και αποθήκευση των σελίδων αυτών, δίχως να προηγηθεί δική του ενέργεια. Επομένως, αυτός δεν είχε άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη ως προς το τι πράττει ακριβώς. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος, έχοντας προσωπικό ενδιαφέρον και αρρωστημένη επιθυμία να βλέπει τις ως άνω εικόνες με υλικό σκληρής παιδικής πορνογραφίας προς ικανοποίησή του, γνώριζε τα περιστατικά της ως άνω εγκληματικής πράξεως της κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας κατ’ εξακολούθηση με χρήση συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, δηλαδή την αυτόματη αποθήκευση του άνω υλικού και ήθελε την κατοχή του υπό την προεκτεθείσα έννοια. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος είναι αρχιμανδρίτης, ότι είδε το ως άνω υλικό στην προσπάθειά του να κατανοήσει την "αρρώστια" του πιστού, ο οποίος και του εξομολογήθηκε την αμαρτωλή πράξη του, προκειμένου να τον βοηθήσει να σωθεί από αυτή τη μανία του, είναι αντιφατικός με τον ισχυρισμό του περί πραγματικής πλάνης γιατί απαιτεί γνώσεις του για τη χρήση του διαδικτύου και ορθή αντίληψη της πραγματικότητας και αυτό ανεξαρτήτως της αβασιμότητάς του, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ενεργούσε τοιουτοτρόπως για να παράσχει πνευματική βοήθεια στον επικαλούμενο (αορίστως) εξομολογούμενό του και στην οικογένειά του. Οι επισκέψεις του κατηγορουμένου στο διαδίκτυο πραγματοποιούνταν και για τη σκόπιμη θέαση και το κατέβασμα του πορνογραφικού υλικού. Αυτός, ήταν χρήστης, που αποζητούσε τέτοιο υλικό στις σχετικές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο, πληρώνοντας την ανάλογη συνδρομή και γνωρίζοντας που να αναζητήσει και να κατεβάσει τις προαναφερόμενες εικόνες. Γι’ αυτό ο περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμός του πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος
Επίσης, ο κατηγορούμενος προβάλλει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί ελλείψεως ή ουσιώδους μειώσεως της ικανότητας προς καταλογισμό της πράξης του (άρθρα 34 και 36 Π.Κ.), ισχυριζόμενος ότι, όταν διέπραξε την άνω πράξη για την οποία κατηγορείται, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών, πάσχων από διπολική διαταραχή τύπου Ι, που θεωρείται διαταραχή της εγκεφαλικής λειτουργίας, άλλως ότι είχε ελαττωμένη ικανότητα για καταλογισμό, γιατί κατά το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος βρισκόταν σε ψυχική κατάσταση κατά την οποία έπασχε από την ως άνω ασθένεια, που θεωρείται μια διαταραχή της εγκεφαλικής λειτουργίας, και η οποία του έφερε έντονες και αιφνίδιες εναλλαγές της συναισθηματικής διάθεσης της δραστηριότητας και της γενικότερης λειτουργικότητάς του. Ο κατηγορούμενος δεν αποδείχθηκε ότι είχε έλλειψη ή ουσιώδη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό της πράξης του, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτός εξαιτίας της βιολογικής του κατάστασης είχε κατά τη διάπραξη της πιο πάνω πράξεως ανικανότητα για καταλογισμό ή μειωμένη ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του ή να ενεργεί σύμφωνα με την αντίληψή του περί αυτό. Και είναι αληθές ότι στην από 28-5-2009 έκθεση ψυχιατρικής γνωμοδοτήσεως του ψυχιάτρου Δ. Α., στην από 27-1-2009 ιατρική βεβαίωση του νευρολόγου - ψυχιάτρου Ε. Τ. και στις από 3-2-2010, 10-5-2010 και 25-5-2010 ιατρικές βεβαιώσεις του ως άνω ψυχιάτρου Δ. Α., που αναγνώσθηκαν, βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από διπολική διαταραχή τύπου Ι με ακραίες διακυμάνσεις ανάμεσα σε δύο συναισθηματικούς πόλους, αυτόν της εξάρτησης και της ευφορίας και εκείνον της κατάθλιψης με συνέπειες και αδυναμία συγκέντρωσης, αίσθημα ενοχής, αυτοκαταστροφικές τάσεις και απώλεια ενέργειας. Όμως, από μία ενδελεχή μελέτη των ως άνω γνωμοδοτήσεως και ιατρικών βεβαιώσεων προκύπτει κατ’ αρχήν ότι δεν χώρησε κατ’ επανάληψη κλινική εξέταση του κατ/νου προκειμένου να διαπιστωθεί η συνεχής συνδρομή των στοιχείων εκείνων που προκαλούν τα νοσηρά φαινόμενα, αλλά αντιθέτως έλαβαν χώρα απλές εξετάσεις χωρίς να προηγηθούν αναγκαίες εργαστηριακές εξετάσεις που επιβεβαιώνουν τη διάγνωση της νόσου και τον βαθμό αυτής. Επιπλέον παρατηρείται παντελής η έλλειψη ειδικών ψυχολογικών τεστ προς εξακρίβωση της δυνατότητας ατομικής επιβιώσεως του κατ/νου. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το αναφερόμενο από το νευρολόγο - ψυχίατρο Ε. Τ., ότι ο κατ/νος τελευταία φορά τον επισκέφθηκε στις 23-6-2004 σε σχετικά ήρεμη κατάσταση και έκτοτε βρίσκεται σε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του ή με την οικογένειά του. Τέλος, δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο στοιχείο ότι κατά το χρόνο τελέσεως της ως άνω κατ’ εξακολούθηση πράξεως ο κατ/νος αδυνατούσε να αντιληφθεί το άδικο αυτής ή ότι μειώθηκε σημαντικά η προς καταλογισμό ικανότητάς του κατά την έννοια του αρθ. 36 Π.Κ. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατ/νος ενήργησε με νηφαλιότητα και είχε την ικανότητα της απόλυτης διάκρισης. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από την επ’ ακροατηρίου κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Ι. Τ. και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν. Από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό, που υπάρχει στη διάθεση του Δικαστηρίου, το τελευταίο κρίνει ότι μπορεί να αχθεί ασφαλώς σε δικανική πεποίθηση, ώστε να μην είναι αναγκαία η κλήτευση και εξέταση του μάρτυρα αστυνομικού Μ. Τ. για να βρεθεί η αλήθεια. Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση να αναβληθεί η υπόθεση, όπως ζητεί ο συνήγορος του κατ/νου, για να εμφανιστεί ο ως άνω μάρτυρας. Γι’ αυτό το λόγο, το περί αναβολής αίτημα ελέγχεται αβάσιμο και απορριπτέο. Επομένως, απορριπτομένων ως μη αποδεικνυομένων των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του κατ/νου πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω αξιόποινης πράξεως, με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 § 2 α’ και ε’ Π.Κ., που του χορηγήθηκαν πρωτοδίκως, όπως στο διατακτικό".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, για το μετά την 24-12-2007 μέχρι 26-1-2009, χρονικό διάστημα διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και αφορά το μετά την 24-12-2007 χρονικό διάστημα, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 348 Α ΠΚ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το νόμο 3625/2007 τις οποίες ορθά ερμήνευσε για το μετά της 24-12-2007 χρονικό διάστημα και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως, ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλ. ή αντιφατική αιτιολογία και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του απόφαση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη για την πληρότητα της αιτιολογίας ν’ αναφέρονται και να προσδιορίζονται ποιες είναι οι διευθύνσεις 25 αποθηκευμένων ιστοσελίδων που αποτελούν στοιχείο του εγκλήματος της κατοχής υλικού πορνογραφίας ανηλίκων με χρήση κατ’ εξακολούθηση. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι υπάρχουν αντιφάσεις στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη καθόσον δεν αποτελεί αντίφαση το γεγονός ότι στη σελίδα 41 του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται "στο πειστήριο σκληρό δίσκο προέκυψε φάκελλος με ονοματοδοσία "............." ο οποίος περιέχει 25 αποθηκευμένες διευθύνσεις "ιστοσελίδων μέλους" ενώ στην σελίδα 42 του αυτού σκεπτικού αναφέρονται "ότι αγόρασε πρόσβαση και χρόνο ιδιότητας μέλους για τουλάχιστον χρονικό περίοδο 30 ημερών, στις ιστοσελίδες με τίτλο .... και τις ιστοσελίδες με νούμερο 1156 και 1126...", αφού οι δύο αυτές φράσεις αφορούν διαφορετικά πράγματα και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Η άλλη αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δεν αιτιολογείται η γνώση του για την φύση του υλικού, ως πορνογραφικού και δη παιδικού, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού με πληρότητα εξειδικεύεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης η γνώση του αναιρεσείοντος ότι το πορνογραφικό υλικό που κατείχε αφορούσε ανήλικα και δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται η τεχνική λειτουργία των υπολογιστών αναφορικά με το ζήτημα της αυτόματης αποθήκευσης δεδομένων στη προσωρινή μνήμη του υπολογιστή και η λειτουργία των προσωρινών φακέλλων διαδικτύου, καθώς δεν ήταν αναγκαίο ν’ αναφέρεται αν ο αναιρεσείων γνώριζε να χειρίζεται το πολύπλοκο σύστημα λειτουργίας των υπολογιστών. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ. ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Περαιτέρω το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 348 Α Π.Κ. για το μετά την 24- 12-2007 χρονικό διάστημα, καθόσον το ως άνω άρθρο μετά την τροποποίησή του από το ν. 3625/2007 για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του θέλει κατοχή από πρόθεση πορνογραφικού υλικού ανηλίκου χωρίς άλλες προϋποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτεί ο νομοθέτης για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ως άνω εγκλήματος και έγινε σωστή υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζονται με σχετικό λόγο της αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1 εδ. δ. του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει την εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητος να εκθέτει τις απόψεις τους και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Τούτο όμως, δεν ισχύει για τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση του εγκλήματος για το οποίο εχώρησε η καταδίκη του κατηγορουμένου, διότι, στην περίπτωση αυτή γνωρίζει ο τελευταίος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ’ αυτής. Το περιεχόμενο εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός δηλ. της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για την δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι, δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατ’ άρθρο 358 ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά και τα πρακτικά της, αναγνώσθηκαν από το δικαστήριο 18 έγγραφα τα οποία έλαβε υπόψη το τελευταίο για την έκδοση της καταδικαστικής του απόφασης. Περαιτέρω ναι μεν στα αναγνωσθέντα έγγραφα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν φέρονται ως αναγνωσθέντα, α) ο "δίσκος", β) "20 ψηφιακά αρχεία" και γ) "εργαστηριακή εξέταση των 5ου Τμήματος της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών", πλην όμως η μη ανάγνωση αυτών δεν επέφερε απόλυτη ακυρότητα, αφού αυτά αποτελούν το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος της κατοχής πορνογραφικού υλικού ανηλίκων κατ’ εξακολούθηση για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α λόγος αναιρέσεως που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο με την ειδικότερη αιτίαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα παραπάνω έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα πρέπει ν’ αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα: α) να κηρυχθεί ο αναιρεσείων αθώος της πράξεως αγοράς κατοχής πορνογραφικού υλικού ανηλίκων μόνο για το χρονικό διάστημα από 5-9-2006 μέχρι 24-12-2007 κατ’ εξακολούθηση, β) ν’ απορριφθεί η αναίρεση κατά το υπόλοιπο μέρος και δη για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα από 24-12-2007 μέχρι 26-1-2009 και γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για νέα επιμέτρηση της ποινής για το μη αναιρούμενο μέρος, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Α) Αναιρεί εν μέρει την με αριθμό 625-642-675/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Β) Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα του ότι στο Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από 5-9-2006 μέχρι 24-12-2007 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αφού αγόρασε με πιστωτική κάρτα με την χρήση διαδικτύου πρόσβαση και χρόνο ιδιότητας μέλους σε ιστοσελίδες με υλικό παιδικής πορνογραφίας το κατείχε μέχρι 24-12- 2007.
Γ) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αναίρεση του Φ. Μ. κατά της ως άνω αποφάσεως που αφορά το χρονικό διάστημα από 24-12-2007 μέχρι 26-1-2009.
Δ) Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές μόνο για νέα επιμέτρηση της ποινής για το μη αναιρούμενο μέρος της ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...