Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Γ.Ο.Σ, ενέχυρο, εκχώρηση, καταναλωτής, καλή πίστη, απρόοπτη μεταβολή συνθηκών.

Περίληψη. Προστασία καταναλωτή. ΓΟΣ (Γενικοί Οροι Συναλλαγών). Επισκευαστικό δάνειο κατοικίας. Μικτή ασφάλεια με συμμετοχή στα κέρδη. Πληρωμή δόσεων μέσω καταβολής ασφαλίστρου. Ενεχύραση της απαίτησης με ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Ανάκληση άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρείας. Ασφάλιση. Οχλήσεις από την τράπεζα χωρίς καταγγελία. Ενημέρωση των εναγόντων από την τράπεζα και σύναψη σύμβασης με την ασφαλιστική εταιρεία με ελεύθερη επιλογή του ασφαλισθέντος. Κρίνει ότι η τράπεζα διευκόλυνε τους ενάγοντες με την εκχώρηση, καθώς τους δόθηκε η δυνατότητα να πληρώνουν τους τόκους στην τράπεζα και το αντίστοιχο κεφάλαιο με τη μορφή ασφαλίστρου αποκομίζοντας ταυτόχρονα κέρδος από την επένδυση των μαθηματικών αποθεμάτων της ασφάλειας. Η φερεγγυότητα της ασφαλιστικής εταιρείας δεν αποτέλεσε το κοινό δικαιοπρακτικό θεμέλιο, στο οποίο στηρίχθηκε η συνομολόγηση του δανείου. 

Βάσεις της αγωγής εκ των άρθρων 288 και 388 ΑΚ. Δεν αποτελεί απρόβλεπτη και ανυπαίτια μεταβολή των συνθηκών η οικονομική κρίση και η ανάκληση της άδειας της ασφαλιστικής εταιρείας. Κρίνει ότι η ενεχύραση και η εκχώρηση της ασφαλιστικής απαίτησης στην τράπεζα δεν έγινε αντί καταβολής. Οι ενάγοντες δεν προσβάλλουν ως άκυρη και την εκχώρηση. Ως προς την αναπροσαρμογή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, έπρεπε να επικαλούνται οι ενάγοντες και συγκριτικά στοιχεία. ΓΟΣ. Αοριστία. Προϋποθέσεις για να κριθούν ως καταχρηστικοί. Παρέλευση της διετούς αποσβεστικής προθεσμίας ως προς την αξίωση των εναγόντων λόγω πλάνης. Δεν επιτρέπεται η τροποποίηση της ιστορικής βάσης της αγωγής με τις προτάσεις. Δεν αναγνωρίζει ως μερική εξόφληση του δανείου το ποσόν που είχαν καταβάλει οι ενάγοντες στην ασφαλιστική εταιρεία και απορρίπτει την αγωγή.
  
Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσ/ κης  12271/ 2015

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Κωνσταντίνο Κουτσογεώργο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Γαβριέλα Καραμήτσου, Πρωτόδικη, Σεμέλη Ορφανίδου, Πρωτόδικη - Εισηγήτρια.

I. Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 10 § 24 του ν. 2741/1992 και το εδ. α’ αυτής μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 § 2 του ν. 3587/ 2007, που έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που γίνεται η χρήση αυτού (ΟλΑΠ 15/2007 ΔΕΕ 2007.975), οι γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ), που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. Κατά δε την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που απαριθμούνται στις τριάντα δύο (α` - λβ’) διαλαμβανόμενες εκεί περιπτώσεις. Οι αναφερόμενες ενδεικτικά περιπτώσεις γενικών όρων θεωρούνται άνευ ετέρου από το νόμο ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των ΓΟΣ αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ με τα αναφερόμενα σ’ αυτές κριτήρια, για την κατάφαση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών. Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης. Αν η προβλεπόμενη από τον κρινόμενο γενικό όρο ρύθμιση είναι απλώς μη συμφέρουσα για τον καταναλωτή και η εντεύθεν επιβάρυνση του δεν είναι ουσιώδης, τότε δεν επέρχεται διατάραξη της προκειμένης ισορροπίας. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή, για διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργησή του. Δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πώς θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου, που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δικές του ενέργειες. Εξάλλου, ενόψει του ότι ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου ΓΟΣ βασικά προσανατολίζεται προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με τους ΓΟΣ δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνον από εκείνες που φέρουν "καθοδηγητικό" χαρακτήρα ή, σε περίπτωση ατύπων συναλλακτικών μορφών, από τα ουσιώδη για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσεως της σύμβασης δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου διαταράσσεται όταν με το περιεχόμενο του ΓΟΣ αλλάζουν εκείνα που έχουν διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή. Επίσης ελέγχεται για καταχρηστικότητα ρύθμιση ενός ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της. Ετσι, κατά τη διαδικασία προς διαπίστωση της καταχρηστικότητας ΓΟΣ πρέπει πρώτα να ερευνάται αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια να ερευνάται ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής, δηλαδή αν η απόκλιση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση αφορά αξιολογικές εκτιμήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα. Εντέλει, κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 2251/1994, ο οποίος περιέχει "per se" καταχρηστικές ρήτρες. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος, ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου, όπως προεκτέθηκε (ΑΠ 1219/ 2001). Οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές περιπτώσεις, κατ` αμάχητο τεκμήριο, καταχρηστικότητας, αποτελούν ενδείκτες που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις είναι και η αρχή της διαφάνειας, η αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επί μέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή, καθώς και η αρχή της απαγόρευσης της εκ των προτέρων, χωρίς σπουδαίο λόγο, δέσμευσης του καταναλωτή, να μην ασκήσει κατά την λειτουργία και εξέλιξη της σύμβασης, νόμιμα δικαιώματά του έναντι του προμηθευτή. Ειδικότερα σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, οι ΓΟΣ πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκειά της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Ο χρήστης των ΓΟΣ, εκτός από το ότι βαρύνεται με την υποχρέωση ενημερώσεως, η οποία απορρέει από τη συμβατική σχέση, δεν θα πρέπει να δημιουργεί ασαφή εικόνα ή να παραπλανά τον αντισυμβαλλόμενο του καταναλωτή ως προς το περιεχόμενο δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και ειδικά των οικονομικών επιβαρύνσεων που ο τελευταίος αναλαμβάνει. Αν όμως ο χρήστης των ΓΟΣ δεν ανταποκρίνεται στην υποχρέωσή του αυτή, τότε ενεργεί κατά τρόπο καταχρηστικό (ΕφΑθ 6924/2007 ΕΕμπΔ 2008.611). Ο ν. 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13 του Συμβουλίου της ΕΟΚ «σχετικώς με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων συναπτομένων μετά των καταναλωτών» (ΑΠ 7/2011 ΝοΒ 2011. 562, ΑΠ 1001/2010 ΕΕμπΔ 2010. 943, ΑΠ 2123/2009 ΔΕΕ 2010. 714, ΕφΠειρ 11/2011 ΔΕΕ 2011. 814, ΕφΘεσ 459/2011 ΕΕμπΔ 2011. 535, ΕφΑθ 2057/2010 ΔΕΕ 2011. 339, ΕφΘεσ 312/2010 Αρμ 2011, 979, ΕφΘρ 261/2009 Νόμος, ΕφΑθ 1558/2007 Δνη 2007. 902, ΕφΑθ 776/2006 Δνη 2006. 1499, ΠΠΧαλ/κής 83/2013 ΝΟΜΟΣ, ΠΠΑθ 7967/2008 Αρμ 2009. 1892, ΠΠΘεσ 31919/2007 Αρμ 2008. 244, ΠΠΘεσ 36104/2006 Αρμ 2007. 570, ΠΠΘεσ 12504/2006 Αρμ 2006. 1041). Τέλος, δεδομένου ότι οι ΓΟΣ είναι δυνατόν να αποτελέσουν περιεχόμενα κάθε είδους σύμβασης ιδιωτικού δικαίου, ρυθμισμένης ή αρρύθμιστης από τον Αστικό Κώδικα, επώνυμης ή μικτής, στο πεδίο των τραπεζικών συναλλαγών γίνεται ευρύτατη χρήση τους για τη χορήγηση πάσης φύσεως δανείων, ενέγγυων πιστώσεων, εγγυητικών επιστολών, για τη σύναψη συμβάσεων ανοίγματος πιστώσεων (συνήθως με αλληλόχρεο λογαριασμό) και κάθε είδους καταθέσεων. Σε αυτές τις τραπεζικές συμβάσεις οι ΓΟΣ παρουσιάζονται συνήθως, είτε ως προδιατυπωμένοι έντυποι όροι προοριζόμενοι να διέπουν όλες τις συναλλαγές συγκεκριμένης τράπεζας με τους πελάτες της, είτε ως πάγιο περιεχόμενο εντύπων ατομικών συμβάσεων προσχώρησης. Περαιτέρω, στο χώρο των τραπεζικών συναλλαγών η ανάγκη προστασίας της συμβατικής ισορροπίας και διασφάλισης της δικαιοπρακτικής αυτοδιάθεσης των αντισυμβαλλομένων των τραπεζών είναι ιδιαίτερα έκδηλη, λόγω της οικονομικής και οργανωτικής υπεροχής ή αλλιώς της εξουσιαστικής θέσης των τραπεζών, οι οποίες κατά κανόνα επιβάλλουν μονομερώς στους ασθενέστερους αντισυμβαλλόμενους τους, στη βάση του «πάρε το ή άφησε το», την κατάρτιση τυποποιημένων συμβάσεων με προδιατυπωμένους από τις ίδιες (ή από τρίτους για λογαριασμό τους) γενικούς όρους. Κατά συνέπεια, βάσιμα υποστηρίζεται η άποψη ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 για τους ΓΟΣ εφαρμόζονται ευθέως ή κατ’ αναλογία κατά τον έλεγχο των τραπεζικών ΓΟΣ. Εξάλλου, η τράπεζα υπάγεται στην έννοια του προμηθευτή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. β’ του ν. 2251/1994, που ορίζει ότι νοείται «προμηθευτής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατά την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή...». Τέλος δε, οι παρεχόμενες από τις τράπεζες υπηρεσίες σαφώς απευθύνονται και αφορούν στο ευρύ καταναλωτικό κοινό, δεν προσφέρονται ούτε σχεδιάζονται για ορισμένο αποδέκτη, αλλά έχουν κατά κανόνα μαζικό χαρακτήρα και έντονο το στοιχείο της τυποποίησης. Ενόψει όλων των ανωτέρω ο ν. 2251/1994 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις τραπεζικών συναλλαγών (βλ. ΕφΑθ 730/2005, ΕΕμπΔ 2005.741, Γ. Καράκωστα, Προστασία του καταναλωτή, ν. 2251/1994, σελ. 100 επόμ., Φ. Δωρή, Η εξειδίκευση της καλής πίστης στο άρθρο 2 του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών και η σημασία στο κοινό δίκαιο, ΝοΒ 2000.737 επ., Ψυχομάνη, Τραπεζικό δίκαιο, 1999, σελ, 17), και ο έλεγχος που προαναφέρθηκε εντάσσεται στα πλαίσια της προστασίας του καταναλωτή, ως τέτοιου νοουμένου όχι μόνον του πελάτη της τράπεζας, ο οποίος μπορεί να είναι ο πιστολήπτης (άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ, α’ του ν. 2251/1994), αλλά και του εγγυητή του, εφόσον αυτός δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής του δραστηριότητας, όπως ρητώς ορίζεται πλέον από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 στοιχ. ββ’ του ν. 2251/1994, όπως η παρ. 4 αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3587/2007 (ΦΕΚ A 152/10.7.2007).

II. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 § 4 α’ του ν. 2251/1994, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος και ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ του καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του. Αναγκαίες προϋποθέσεις, προκειμένου να θεωρηθεί ως καταναλωτής το πρόσωπο που επιζητεί την προστασία του νόμου, είναι να πρόκειται για προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και ο προμηθευόμενος τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες να είναι ο τελικός αποδέκτης τους. Καταναλωτής άλλωστε θεωρείται ο τελικός οικονομικός αποδέκτης των ανωτέρω προϊόντων και υπηρεσιών που προσφέρονται στην αγορά, ανεξαρτήτως αν αυτά (υπηρεσίες ή προϊόντα) προορίζονται για προσωπική ή επαγγελματική χρήση και δεν αποβλέπουν στην ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών, όπως απαιτούσε το προηγούμενο δίκαιο (άρθρο 2 § 1 του ν. 1961/1991), αρκεί να χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη συναλλαγή από ανισομέρεια σε βάρος της διαπραγματευτικής δύναμης του πελάτη (ΕφΠειρ 72/2011 ΔΕΕ 2011. 701, ΕφΑΘ 730/2005 ΕΕμπΔ 2005. 741, οι οποίες έκριναν ότι καταναλωτής είναι ο τελικός αποδέκτης υπηρεσιών- προϊόντων Τράπεζας, αδιαφόρως αν αυτά προορίζονται για προσωπική ή επαγγελματική χρήση, πρβλ. ΑΠ 1343/2012 Νόμος, ΑΠ 733/2011 ΕΕμπΔ 2011. 819, ΑΠ 16/2009 Νόμος, ΑΠ 989/2004 ΕΕμπΔ 2005. 517, ΕφΛάρ 133/2010 ΕΕμπΔ 2011. 145, ΕφΘεσ 1215/2008 ΕΕμπΔ 2008. 1154, οι οποίες έκριναν ότι υπάγονται στο ν. 2251/1994 οι ζημίες σε περιουσιακά αγαθά που προορίζονται για επαγγελματική χρήση, αντίθετα ΑΠ 1738/2009 ΕφΑΔ 2010. 439, ΕφΑθ 3670/2012 ΔΕΕ 2012. 1039, ΕφΑθ 1159/2012 ΔΕΕ 2012. 676, ΕφΛάρ 806/2010 ΕΕμπΔ 2011. 461, ΕφΘεσ 1429/2009 ΕΕμπΔ 2009. 1010, ΕφΘεσ 317/2009 ΔΕΕ 2009. 819, ΠΠΑθ 7169/2010 ΝοΒ 2011. 351, ΠΠΙωανν 206/2010 ΕΕμπΔ 2011. 430, κατά τις οποίες μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ίδιων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή ως θεωρούμενο οικονομικώς ασθενέστερο μέρος, ενώ εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η ΑΠ 1332/2012 ΝΟΜΟΣ παρέπεμψε στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τα εξής νομικά ζητήματα: α) αν οι δανειολήπτες, οι οποίοι συμβλήθηκαν με σκοπό την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, έχουν την ιδιότητα των καταναλωτών και β) αν τα πρόσωπα που εγγυήθηκαν και ιδίως τα πρόσωπα που εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες (παραιτηθέντες των οικείων ενστάσεων) υπέρ τέτοιων δανειοληπτών, όταν τα ίδια δεν ενεργούν στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, έχουν αυτή την ιδιότητα, απόφαση δε επ` αυτής δεν έχει ακόμα εκδοθεί).

III. Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, προϋποθέσεις, υπό τις οποίες παρέχεται στον ένα από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα, να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της συμβάσεως, εφόσον αυτή δεν έχει εκτελεστεί, είναι: α) Μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, β) Η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη από την κατάρτιση της συμβάσεως και να οφείλεται σε περιστατικά που ήταν έκτακτα και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν. Τέτοια είναι τα περιστατικά που δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, παρά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κ.λ.π. Ετσι, γεγονότα τυχαία, που όμως συνήθως συμβαίνουν, ούτε έκτακτα μπορούν να χαρακτηριστούν, ούτε απρόβλεπτα είναι (ΑΠ 1171/2004 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 7313/2006 Δνη 2006,295, ΕφΑθ 3627/1997 ΕΔΠολ 1998,277, ΕφΑθ 11145/1996 ΕΔΠολ 1998,92, ΕφΑθ 12241/1995 ΕΔΠολ 1997,70, Σταθόπουλος στον ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, άρθρο 288 αρ. 14), γ) Από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής (ΑΠ 1114/2013 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, για να είναι νόμιμος ο ισχυρισμός που στηρίζεται στην ανωτέρω διάταξη, πρέπει να έχει σαφή και ευσύνοπτη ιστορική βάση, να περιέχει δηλαδή αναφορά όλων των προαναφερόμενων στοιχείων που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 678/1996 Δνη 1998,593) και δη ότι τα συμβαλλόμενα μέρη στήριξαν την κατάρτιση της σύμβασης σε ορισμένα περιστατικά, τα οποία να αναφέρονται και τα οποία μεταγενέστερα μεταβλήθηκαν από έκτακτους και απρόβλεπτους λόγους, ώστε να συνεπάγονται δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής (ΕφΠειρ 953/2004 ΠειρΝομ 26/4,418). Εφόσον δεν συντρέχει, από τις ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ εκείνη της απρόοπτης και ανυπαίτιας μεταβολής των συνθηκών, είναι επιτρεπτή η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις εφαρμογής αυτού. Η διάταξη του άρθρου αυτού προβλέπει τη δυνατότητα διαμόρφωσης της έννομης σχέσης, όταν αυτό επιβάλλεται από την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή πηγάζει από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ειδική προστασία ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 388 ΑΚ (ΑΠ 893/2010 ΝοΒ 2011,933, ΑΠ 850/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 103/2001 Δνη 2002,715, ΑΠ 588/1995 ΕΔΠ 1996,114). Κατά το άρθρο αυτό (288 ΑΚ), ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Η με τη διάταξη αυτή θεσμοθετηθείσα αρχή (κανόνας δημόσιας τάξης) εφαρμόζεται τόσο υπέρ του οφειλέτη όσο και υπέρ του δανειστή κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη άλλη προστασία. Λειτουργεί δε η παραπάνω αρχή τόσο ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσο και ως διορθωτική αυτών στις περιπτώσεις εκείνες που, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, όπως οι νομισματικές εκπτώσεις, υποτιμήσεις ή διακυμάνσεις η νομοθετικές μεταβολές, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, διότι έχει πραγματοποιηθεί μεταβολή των προϋποθέσεων εκπληρώσεως των παροχών στο συμφωνηθέν μέτρο, είτε αυτές ρυθμίζονται στη σύμβαση είτε στο νόμο. Το τελευταίο είναι δυνατό, διότι η ΑΚ 288 αποτυπώνει γενικότερη αρχή, που έχει προσδιοριστική, άρα και περιοριστική αποστολή για το περιεχόμενο κάθε ενοχικής σχέσεως (όπως και η ΑΚ 281 για το περιεχόμενο των δικαιωμάτων). Παρέχεται, έτσι, στο δικαστήριο η δυνατότητα, να προσδιορίζει την παροχή κατ’ απόκλιση όσων έχουν συμφωνηθεί, με βάση αντικειμενικά κριτήρια που αντλεί από την έννομη τάξη και τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις, περιορίζοντας ή επεκτείνοντας το συμφωνηθέν μέγεθος της, ώστε, να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης που κρατούν κατά το χρόνο εκπλήρωσής της και στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (ΑΠ 1325/2013 και ΑΠ 466/2013 και οι δύο σε ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 988/2012 ΧρΙδ 2013,26, ΑΠ 524/2008, ΑΠ 423/2008). Ενόψει της διορθωτικής αυτής λειτουργίας της η αρχή του άρθρου 288 ΑΚ εφαρμόζεται και στην περίπτωση ακόμη που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών επί των οποίων τα μέρη στήριζαν τη συμφωνία τους, όταν η εκπλήρωση της παροχής του ενός από αυτά, όπως συμφωνήθηκε, συνεπάγεται, μετά την επέλευση της μεταβολής, υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που ανέλαβε, με βάση την πρόβλεψη που έκανε. Κατά συνέπεια, και δη κατά μείζονα λόγο, εφαρμόζεται και όταν δεν προβλέφθηκε τέτοια μεταβολή και η μη πρόβλεψή της δεν είναι ανυπαίτια. Η εφαρμογή, δηλαδή, του άρθρου 288 ΑΚ συγχωρείται και επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων και όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ, δηλαδή το μη προβλεπτό της μεταβολής και το ανυπαίτιο της μη προβλέψεώς της, διότι η τελευταία ως ειδικότερη υπερισχύει της γενικής (ΟλΑΠ 9/1997 Δνη 1997,757, ΟλΑΠ 927/1982 ΝοΒ 1983,214, ΑΠ 1114/2013, ΑΠ 1271/2012, ΑΠ 1171/2004 και ΑΠ 415/2004 όλες σε ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 293/1992 Δνη 1993,1293, ΑΠ 481/1990 ΝοΒ 1991,921). Κατά την έννοια του άρθρου 288 ΑΚ, ως καλή πίστη θεωρείται η ενδεδειγμένη συμπεριφορά σε σχέση με τις συναλλακτικές συνθήκες σε δεδομένο τόπο και χρόνο. Η καλή πίστη πρέπει να συνδυάζεται με τα συναλλακτικά ήθη, δηλαδή με την συμπεριφορά που εκδηλώνεται κατά τις συναλλαγές και συνάδει με όσα έχουν επικρατήσει κατά την μακραίωνη εξέλιξη, έχουν δε παγιωθεί ως αρχές που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των συναλλασσόμενων (ΑΠ 1171/2004 ΝΟΜΟΣ). Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ` αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή (ΑΠ 1271/2012 ΝΟΜΟΣ). Τη συνδρομή πάντως των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν την εφαρμογή τής άνω διάταξης οφείλει για την πληρότητα της σχετικής αγωγής να επικαλεστεί και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει ο ενάγων. Η δε διεργασία του δικαστηρίου για να αποφασίσει την αναπροσαρμογή συνίσταται στη σύγκριση των δύο σκελών της αναπροσαρμογής. Αν μεταξύ των δύο αυτών σκελών υπάρχει διαφορά δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει παραπέρα το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστης να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτεθείσα έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η προκύπτουσα διαφορά, αλλά θα αναπροσαρμοσθεί η παροχή στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (ΑΠ 1325/2013 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή τους εκθέτουν ότι το 2002, επιθυμώντας να λάβουν επισκευαστικό δάνειο κατοικίας, κατόπιν συμβουλής του ασφαλιστή τους, ο οποίος τους ενημέρωνε τακτικά για τα νέα προϊόντα της ασφαλιστικής εταιρίας ... στην οποία ήταν ήδη ασφαλισμένοι, συνήψαν με την εναγομένη τράπεζα την αναφερόμενη σύμβαση δανείου ποσού 18.000 ευρώ και η πρώτη εξ αυτών με την ως άνω ασφαλιστική εταιρία την αναφερόμενη ασφάλιση ζωής με συμμετοχή στα κέρδη, με ασφαλιζόμενο κεφάλαιο το ποσό των 18.000 ευρώ και συνολικό ετήσιο ασφάλιστρο το ποσό των 1.739,50 ευρώ, καθώς και ασφάλιση πυρός του ακινήτου για το οποίο θα ελάμβαναν το δάνειο, καταβάλλοντας έκτοτε στην εναγομένη μόνο τους τόκους του δανείου και αποπληρώνοντας το κεφάλαιο του δανείου με τη μορφή ασφαλίστρου στην ασφαλιστική εταιρία. Οτι για την εξασφάλιση της εξόφλησης του δανείου, η πρώτη ενάγουσα ενεχύρασε στην εναγομένη την απαίτησή της κατά της ασφαλιστικής εταιρίας για καταβολή του ασφαλίσματος και εκχώρησε σε αυτήν όλα τα δικαιώματα και της αγωγές από τη σύμβαση ασφάλισης, ενώ αμφότεροι οι ενάγοντες παραχώρησαν στην εναγομένη και προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 23.400 ευρώ επί του ακινήτου για την επισκευή του οποίου ελήφθη το δάνειο. Οτι το Σεπτέμβριο του 2009 και ενώ μέχρι τότε αποπλήρωναν κανονικά όλους τους τόκους στην εναγομένη, τους οποίους εν τέλει εξόφλησαν, και τα ασφάλιστρα στην ασφαλιστική εταιρία, ώστε να απομένουν προς εξόφληση μόνο δύο δόσεις ασφαλίστρων και άρα και του κεφαλαίου του δανείου, συνολικού ποσού 3.479 ευρώ (έναντι 13.923,51 ευρώ ήδη καταβληθέντων) ανακλήθηκε η άδεια της ασφαλιστικής εταιρίας και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δεν δεχόταν την εξόφληση των δόσεων που απέμεναν. Οτι στις 3.5.2012 και κατόπιν στις 5.6.2012 η εναγόμενη με αντίστοιχες επιστολές της, και χωρίς να επακολουθήσει μετά άλλη όχληση, τους καλούσε να εξοφλήσουν το σύνολο του κεφαλαίου του δανείου δηλαδή 18.000 ευρώ, ενώ οι ίδιοι είχαν πληρώσει ήδη με τη μορφή ασφαλίστρου στην ασφαλιστική εταιρία το μεγαλύτερο μέρος του, εκτός από τις τελευταίες δύο δόσεις. Οτι στη σύμβαση δανείου περιλήφθηκαν, πλην άλλων, οι εξής όροι: «Oρος 8:... σε περίπτωση καθυστέρησης οποιοσδήποτε δόσεως... αυτή καθίσταται άμεσα ληξιπρόθεσμη και απαιτητή... Στην περίπτωση αυτή... η Τράπεζα δικαιούται, κατά την απόλυτη κρίση της, να καταγγείλει άμεσα την παρούσα σύμβαση και να κηρύξει ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό του Δανείου ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κατά το άληκτο κεφάλαιο του Δανείου, τις ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτού, τους τόκους και τα έξοδα... Ορος 11:... η Τράπεζα δικαιούται, κατά την ελεύθερη κρίση της, με απλή έγγραφη δήλωσή της προς τους οφειλέτες, να κηρύξει αμέσως ολόκληρο το Δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, και να επιδιώξει πάραυτα την είσπραξή του, αν συντρέξει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:...δ) Σε κάθε περίπτωση κατά την οποία είτε η αξία των προσφερόμενων ασφαλειών προς εξασφάλιση της παρούσας συμβάσεως μειωθεί ή καταστεί αμφίβολη είτε καταστεί αδύνατη ή αμφίβολη η ρευστοποίησή τους καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ε) Εάν οι οφειλέτες παραλείψουν να ασφαλίσουν το ακίνητο... και να διατηρούν αυτό ασφαλισμένο μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του Δανείου κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 14 πιο κάτω... Ορος 12:...Πριν από την ανάληψη του δανείου, οι οφειλέτες ή οι εγγυητές θα παραχωρήσουν υπέρ της Τράπεζας, προς ασφάλεια των απαιτήσεών της που προέρχονται από το Δάνειο...πρώτη (Α) σε τάξη προσημείωση υποθήκης ποσού (ευρώ) 23.400 Ευρώ επί του ακινήτου... Ορος 13:...Οι οφειλέτες ή οι Εγγυητές αναγνωρίζουν ότι έχουν καλώς τα όρια, η έκταση και η λοιπή περιγραφή του προσημειουμένου ακινήτου και παραιτούνται κάθε εκ του λόγου αυτού ενστάσεως ή ανακοπής...». Οτι οι παραπάνω όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί, διότι διαταράσσουν ουσιωδώς τη συμβατική ισορροπία υπέρ της εναγομένης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, η δε εναγόμενη δεν εξήγησε και δεν υπέδειξε στους ενάγοντες το περιεχόμενο των όρων αυτών, παρά έμειναν αυτοί με την εντύπωση ότι καταβάλλοντας στην ασφαλιστική εταιρία το κεφάλαιο και στην εναγομένη τους τόκους εξοφλούσαν το σύνολο τόυ δανείου, εντύπωση την οποία δημιούργησε ψευδώς σε αυτούς η εναγομένη κατά τη σύναψη του δανείου. Οτι από τα όσα τους παρουσίασε ο ασφαλιστής τους και από το περιεχόμενο της σύμβασης προκύπτει ότι η εναγόμενη όρισε την ασφαλιστική εταιρία ως δεκτική καταβολής των δόσεων του κεφαλαίου, το οποίο επομένους έχουν εξοφλήσει με την πληρωμή των αντίστοιχων ασφαλίστρων στην τελευταία, κατ’ άρθρο 417 ΑΚ, εκτός από τις δύο τελευταίες δόσεις που ανάγονται σε χρόνο μετά την ανάκληση της άδειας της ασφαλιστικής. Οτι η σύναψη όλης της επίδικης σύμβασης στηρίχθηκε στη φερεγγυότητα της ασφαλιστικής εταιρίας .., η οποία όμως εντελώς απρόβλεπτα έπαυσε να λειτουργεί λόγω ανάκλησης της άδειάς της, και οι ίδιοι, αφ’ ενός λόγω των πενιχρών τους εισοδημάτων όπως αυτά διαμορφώθηκαν υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης, αφ’ ετέρου διότι δεν μπορούν εκ του νόμου να πληρώσουν τις δύο τελευταίες δόσεις του κεφαλαίου του δανείου με τη μορφή ασφαλίστρου, όπως έκαναν μέχρι την ανάκληση της άδειας της ασφαλιστικής εταιρίας, δεν οφείλουν κανένα ποσό πλέον στην εναγομένη από τις τελευταίες δύο δόσεις. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούν, κατά τη δέουσα εκτίμηση του αγωγικού τους αιτήματος, α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα λόγω καταχρηστικότητας των συμβατικών όρων που παραπάνω εκτέθηκαν, β) να αναγνωριστεί ότι έχουν προβεί σε μερική εξόφληση του κεφαλαίου του δανείου στην εναγομένη διά της καταβολής των ασφαλίστρων οκτώ (8) ετών στην ασφαλιστική εταιρία και γ) να αναγνωριστεί ότι δεν οφείλουν κανένα επιπλέον ποσό στην εναγομένη, δηλαδή τις δύο τελευταίες δόσεις του δανείου ποσού 3.479 ευρώ, κατόπιν αναπροσαρμογής της οφειλής τους με τη μορφή της αναγνώρισης της ανυπαρξίας αυτής, κατ’ άρθρο 388 ΑΚ (χωρίς τα τελευταία αυτά δύο αιτήματα να είναι αντιφατικά μεταξύ τους, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη, διότι αφορούν διαφορετικό μέρος του επίδικου χρέους το καθένα). Τέλος, ζητούν να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική τους δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινσμενη αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία (άρθρα 18, 33 και 42 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι στη σύμβαση δανείου περιλαμβάνεται όρος σύμφωνα με τον οποίο αρμόδια για την επίλυση διαφορών από τη σύμβαση είναι τα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης). Μετά ταύτα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική της βασιμότητα.

Ως προς το πρώτο αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας λόγω καταχρηστικότητας των αναφερόμενων σε αυτήν όρων, καλείται κατ` αρχήν σε εφαρμογή ο ν. 2251/1994 που οι ενάγοντες επικαλούνται, διότι ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας είναι αποδέκτης των προσφερόμενων από αυτήν υπηρεσιών και συνεπώς είναι καταναλωτής κατά την έννοια του ν. 2251/1994. Ωστόσο, τα αιτήματα αυτά ως προς την παραπάνω βάση τους δεν είναι νόμιμα, διότι οι ενάγοντες ουδόλως εξειδικεύουν σε τι συνίσταται η διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, χωρίς να αρκεί μόνο η αναφορά ότι δεν ενημερώθηκαν για τους επίμαχους όρους, επίσης δεν καθίσταται σαφές εάν πρόκειται για γενικούς όρους συναλλαγών σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 παρ. 1 ν. 2251/1994, αφού δεν επικαλούνται οι ενάγοντες ότι έχουν διατυπωθεί οι όροι αυτοί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων. Επιπλέον, ρητά εκθέτουν οι ενάγοντες ότι το περιεχόμενο της σύμβασης το υπέδειξε σε αυτούς και το συζήτησε μαζί τους ο ασφαλιστής τους, συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για άγνοιά τους, τη στιγμή μάλιστα που, όπως αναφέρουν στην αγωγή, οι ίδιοι ήταν από πολλών ετών ασφαλισμένοι στην ασφαλιστική εταιρία ... με ασφαλιστήρια ζωής και αυτοκινήτου, συμβουλεύονταν τον ασφαλιστή τους και αυτός τους ενημέρωνε τακτικά για τα νέα προϊόντα της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας. Περαιτέρω, στο μέτρο που οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 ν. 2251/1994 συνιστούν εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρου 281 ΑΚ, στην αγωγή δεν αναφέρεται καθόλου προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, με την έννοια ότι η συνομολόγηση των επίδικων όρων είναι ιδιαιτέρως ζημιογόνος για τους ενάγοντες σε σχέση με το συμφέρον της εναγομένης από τη συνομολόγησή τους. Ούτε αρκεί το γεγονός ότι η συνομολόγηση των όρων επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από τη συνομολόγηση του όρου. Από το περιεχόμενο της αγωγής συνάγεται ότι οι επίδικοι όροι απλώς δεν συμφέρουν τους ενάγοντες μετά την ανάκληση της άδειας της .., εντεύθεν η επιβάρυνσή τους δεν είναι ουσιώδης, ούτε επέρχεται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας. Συναφώς προς τα ανωτέρω, δεν εκτίθενται καθόλου στην αγωγή πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι με τους παραπάνω όρους ματαιώνεται ο σκοπός της σύμβασης δανείου και ότι οι όροι αυτοί αποκλίνουν ουσιωδώς από τους κανόνες ενδοτικού δικαίου καθοδηγητικής μορφής που έχουν θεσπιστεί για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή. Σημειωτέον ότι, πέραν της νομικής αβασιμότητας του αιτήματος στο μέτρο που θεμελιώνεται στη γενική ρήτρα του άρθρου 2 παρ. 6 ν. 2251/1994, δεν καλούνται σε εφαρμογή ούτε εκ των per se περιπτώσεων καταχρηστικών ρητρών 1) η περίπτωση ιστ` της παρ. 7 του άρ. 2 του ν. 2251/1994, που αφορά όρους που επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγείλει τη σύμβαση κατά την κρίση του, αν η ίδια ευχέρεια δεν αναγνωρίζεται στον καταναλωτή, ή να παρακρατεί τα ποσά που έχουν καταβληθεί για παροχές που δεν έχουν ακόμη εκτελεσθεί από αυτόν, όταν τη σύμβαση καταγγέλλει ο ίδιος, διότι, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι επιφυλάχθηκε μεν μονομερώς υπέρ της εναγόμενης δικαίωμα καταγγελίας, αλλά για λόγους που ορίζονται στη σύμβαση, και επιπλέον η ακυρότητα του σχετικού όρου προβάλλεται και αλυσιτελώς, διότι πουθενά δεν αναφέρεται ότι η εναγομένη κατήγγειλε το δάνειο, παρά μόνο ότι αυτή απέστειλε δύο επιστολές με τις οποίες όχλησε προς καταβολή του κεφαλαίου, όπως δε ρητά αναφέρουν οι ενάγοντες στην αγωγή τους, μετά από δική τους τηλεφωνική επικοινωνία με την εναγομένη, κατά την οποία αυτή ενέμεινε στο περιεχόμενο των εγγράφων οχλήσεών της, δεν υπήρξε μεταγενέστερα άλλη όχληση, 2) η περίπτωση κστ’ του ιδίου άρθρου, που αφορά όρους που επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλωτή υπέρμετρες εγγυήσεις, διότι ουδόλως εξηγείται γιατί η παροχή ασφάλειας με προσημείωση υποθήκης και σωρευτικά με ενεχύραση της απαίτησης από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ήταν υπέρμετρη, ιδίως αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι οι ενάγοντες αποσκοπούσαν και στην αποκομιδή κέρδους με τη συμμετοχή τους στα κέρδη από την επένδυση των μαθηματικών αποθεμάτων της ασφάλειας, όπως οι ίδιοι ρητά αναφέρουν στην αγωγή τους, λόγω δε της επιλογής του συγκεκριμένου σύνθετου τραπεζοασφαλιστικού προϊόντος αντί μιας απλής δανειακής σύμβασης, επιλογή που δικαιολογεί την παροχή περισσοτέρων ασφαλειών, θα έπρεπε να εξηγείται γιατί η επιβάρυνση είναι υπέρμετρη, πλέον δε αυτών είναι απορίας άξιο γιατί οι ενάγοντες, μολονότι, όπως ισχυρίζονται, έχουν καταβάλει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου του δανείου στην ασφαλιστική εταιρία, εν τούτοις δεν προσβάλλουν ως άκυρη και την εκχώρηση, στο μέτρο που η συνομολόγησή της, σε συνδυασμό με την υποστηριζόμενη καταβολή του κεφαλαίου στην ασφαλιστική εταιρία, καταλήγει σε καταβολή από τους ίδιους του ίδιου χρέους δύο φορές, αν η εναγομένη ασκήσει τα δικαιώματα της από την εκχώρηση και 3) η περίπτωση λ’ του ίδιου άρθρου, που αφορά όρους που επιβάλλουν στον καταναλωτή, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της παροχής του, υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση, διότι ουδόλως εξειδικεύεται το υπέρμετρο της επιβάρυνσης με την έννοια της διατάραξης της ισορροπίας, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Τέλος, επισημαίνεται ότι αλυσιτελώς προβάλλεται και η ακυρότητα των όρων περί υποχρέωσης των εναγόντων να ασφαλίσουν το ακίνητο κατά το άρθρο 14 της σύμβασης δανείου, διότι από την ανάγνωση του άρθρου αυτού της σύμβασης, την οποία επισυνάπτουν οι ενάγοντες ως ένα σώμα στην αγωγή, προκύπτει ότι αυτό αναφέρεται στην ασφάλιση πυρός που συνήψαν οι ενάγοντες για το ακίνητό τους, η οποία όμως καμία σχέση δεν έχει, τουλάχιστον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, με την ασφάλιση ζωής για την οποία και μόνο καταβαλλόταν, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, το κεφάλαιο του δανείου υπό μορφήν ασφαλίστρου, με άλλα λόγια καμία βλάβη δεν συναρτούν οι ενάγοντες με τη σύναψη της ασφάλειας πυρός. Ομοίως αλυσιτελώς προβάλλεται η ακυρότητα του όρου περί παραίτησης των εναγόντων από λόγους ενστάσεων και ανακοπής ως προς τα όρια, την έκταση και λοιπή περιγραφή του προσημειούμενου ακινήτου, αφού δεν συναρτούν καμία βλάβη με τη συνομολόγηση του όρου αυτού. Περαιτέρω, και εάν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι οι ενάγοντες ζητούν την ακύρωση των παραπάνω όρων, στηριζόμενοι στις περί απάτης και πλάνης διατάξεις του ΑΚ, δεδομένου ότι επικαλούνται πως, λόγω ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της εναγομένης (τις οποίες πάντως δεν εξειδικεύουν), δημιουργήθηκε σε αυτούς η εντύπωση ότι πληρώνοντας το ασφάλιστρο στην ασφαλιστική εταιρία εξοφλούν το κεφάλαιο του δανείου στην εναγομένη τράπεζα, η αγωγή (πέραν της αοριστίας της ένεκα διάχυτης αντιφατικότητας, δεδομένου ότι σε άλλα σημεία της αναφέρεται ότι η παραπάνω εντύπωση δημιουργήθηκε στους ενάγοντες από τον ασφαλιστή τους, ενώ σε όλα τα δικόγραφα που κατέθεσαν οι ενάγοντες στην παρούσα δίκη, αλλού υποστηρίζουν ότι ο ασφαλιστής τους τους πρότεινε τη συγκεκριμένη τριγωνική συναλλαγή ενώ αλλού διατείνονται ότι τοιαύτη πρόταση υποβλήθηκε από την εναγομένη), είναι κατά το αίτημα αυτό απαράδεκτη λόγω παρέλευσης της κατ’ άρθρο 157 ΑΚ διετούς αποσβεστικής προθεσμίας, δεδομένου ότι η δικαιοπραξία καταρτίστηκε το 2002 και η αγωγή ασκήθηκε το 2014, αλλά και αν ακόμη θεωρηθεί ότι η πλάνη των εναγόντων εξακολούθησε μέχρι τις 3.5.2012, οπότε οχλήθηκαν το πρώτον από την εναγομένη για την εξόφληση όλου του χρέους, από το χρόνο αυτό μέχρι την κατάθεση της αγωγής στις 9.7.2014, επομένως και μέχρι τη μεταγενέστερη επίδοσή της, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, το αίτημα να αναγνωριστεί η ακυρότητα λόγω καταχρηστικότητας των συμβατικών όρων που παραπάνω εκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί. Σημειωτέον ότι η εξειδίκευση του εν λόγω αιτήματος με τη ρητή αναφορά στις προτάσεις να αναγνωριστεί η ακυρότητα του ως άνω 12ου όρου της σύμβασης δεν προσκρούει στο άρθρο 224 ΚΠολΔ, αφού με την αγωγή ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας όλων των όρων που αναφέρονται σε αυτήν, στους οποίους, ως ήδη ελέχθη, περιλαμβάνεται και ο όρος αυτός.

Αναφορικά με το τρίτο αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης ανυπαρξίας του χρέους κατόπιν αναπροσαρμογής του οφειλόμενου υπολοίπου των δύο τελευταίων δόσεων σε μηδενική βάση κατ` άρθρο 388 ΑΚ αυτό δεν είναι νόμιμο, διότι δεν αναφέρεται στην αγωγή απρόοπτη, ανυπαίτια ως προς τους ενάγοντες και μεταγενέστερη της σύναψης της σύμβασης μεταβολή του κοινού δικαιοπρακτικού θεμελίου στο οποίο αυτή στηρίχτηκε. Ειδικότερα, η γενική οικονομική κρίση, η επιβολή μέτρων λιτότητας και γενικώς δημοσιονομικών και φορολογικών μέτρων, που συνεπάγονται μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών και συνακόλουθα της εμπορικής κίνησης των καταστημάτων και των εμπόρων διαφόρων αγαθών και υπηρεσιών δεν αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα, ιδίως στην ελληνική οικονομία, στην οποία είναι από μακρόν συνεχείς οι διακυμάνσεις της σταθερότητας, ιδίως κάτω από τις σημερινές κρατούσες συνθήκες ρευστότητας και της διεθνούς οικονομίας (ΑΠ 1171/2004 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 7313/2006 Δνη 2006,295, ΕφΑθ 3627/1997 ΑρχΝ 1998,602, X. Παπαδάκης, Σύστημα Εμπορικών Μισθώσεων, Τομ. 1ος, έκδ. 3η, αρ. 2560 - 2577, Γ. Αρχανιωτάκης, Η επαγγελματική μίσθωση I, 2003, παρ. 15, σελ. 466). Ομοίως δεν αποτελεί έκτακτο και απρόβλεπτο περιστατικό η ανάκληση της άδειας της ασφαλιστικής εταιρίας ..., όσο εύρωστη οικονομικά και αν ήταν αυτή, διότι η λειτουργία οποιοσδήποτε εταιρίας, ευθέως εξαρτώμενη από τις συνθήκες της αγοράς, ενέχει και το ενδεχόμενο διακοπής της λειτουργίας της, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί απρόοπτο και απρόβλεπτο. Επιπλέον, η φερεγγυότητα της ασφαλιστικής εταιρίας .. δεν φέρεται, κατά την εκτίμηση του κρινόμενου δικογράφου από το Δικαστήριο, ως το κοινό δικαιοπρακτικό θεμέλιο στο οποίο στηρίχθηκε η συνομολόγηση του δανείου, στο μέτρο που συμφωνήθηκε και η παροχή εμπράγματης ασφάλειας για την εξασφάλισή του και ουδόλως εκθέτουν οι ενάγοντες συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει τοιαύτη στήριξη, χωρίς να αρκεί η αναφορά ότι «...εμείς και η εναγομένη στηριχθήκαμε... στην φερεγγυότητα της ...». Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, οι ενάγοντες στηρίζουν το αίτημά τους περί αναπροσαρμογής σε περιστατικά που δεν είναι απρόοπτα και δεν αποτέλεσαν κοινό δικαιοπρακτικό θεμέλιο, τα οποία να δικαιολογούν τη ζητούμενη αναπροσαρμογή. Επομένως, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για απρόοπτη μεταβολή του κοινού δικαιοπρακτικού θεμελίου στο οποίο η σύμβαση στηρίχθηκε και για το λόγο αυτό το αίτημά τους κατ’ άρθρο 388 ΑΚ περί αναπροσαρμογής του χρέους ώστε να κριθεί ότι ουδέν οφείλουν στην εναγομένη πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο. Ακόμη δε και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι το ίδιο αίτημα στηρίζεται στο άρθρο 288 ΑΚ, και πάλι δεν είναι νόμιμο, διότι, ναι μεν διαλαμβάνονται στην αγωγή οι ειδικές συνθήκες που ανάγονται στο χρόνο ασκήσεώς της, αλλά και σε προγενέστερο αυτής χρόνο, οι οποίες μετέβαλαν τις προϋποθέσεις εκπληρώσεως της συμβατικής παροχής στο μέτρο που είχε συμφωνηθεί, ειδικότερα γίνεται μεν λόγος για τη γενική οικονομική κρίση και την ανάκληση της άδειας της .., πλην όμως δεν αναφέρονται καθόλου συγκεκριμένα περιστατικά, όπως π.χ. οι όροι με τους οποίους κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής συνάπτονται όμοιες με την επίδικη συμβάσεις και συμφωνείται η αποπληρωμή αυτών, ούτε μνημονεύονται αντίστοιχες συμβάσεις που τυχόν συνήψαν οι ενάγοντες ή συνήψαν άλλοι οφειλέτες με τα ίδια οικονομικά δεδομένα με αυτούς, με την εναγομένη ή με άλλη τράπεζα, τόσο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής όσο και προγενέστερα κατά το χρόνο που συνήφθη η επίδικη σύμβαση, προκειμένου όλα αυτά να χρησιμεύσουν ως συγκριτικά στοιχεία για τη συμπληρωματική ή διορθωτική επέμβαση του δικαστηρίου κατ’ άρθρο 288 ΑΚ. Θα έπρεπε οι ενάγοντες να εκθέτουν στην αγωγή τους ως συγκριτικά στοιχεία τα οικονομικά στοιχεία άλλων δανειακών συμβάσεων, καθώς και ότι οι ισχύοντες όροι της σύμβασης είναι επαχθέστεροι αυτών που ελεύθερα θα μπορούσαν να προσδιοριστούν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και ποιοι είναι αυτοί συγκεκριμένα, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να συγκρίνει τα δύο σκέλη της αναπροσαρμογής και αν υπάρχει διαφορά να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστης να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής, οπότε στη συνέχεια να αναπροσαρμόσει την παροχή στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (ΑΠ 1325/2013 ΝΟΜΟΣ). Ούτε βέβαια προκύπτει ουδόλως από την αγωγή με οποιοδήποτε τρόπο (π.χ. με μαθηματικό υπολογισμό) η διαφορά μεταξύ των δύο σκελών της αναπροσαρμογής (ΑΠ 893/2010 και ΑΠ 850/2010 και οι δύο σε ΝΟΜΟΣ - για όλα τα παραπάνω βλ. ΠΠρΑθ 1961/2014 ΝΟΜΟΣ). Σημειωτέον ότι η διά των προτάσεων πρόσθεση στην αγωγή, ως επικουρικής νομικής βάσης για την αναπροσαρμογή, αυτής του άρθρου 288 ΑΚ, δεν προσκρούει στο άρθρο 224 ΚΠολΔ, διότι αυτό αφορά μόνο την ιστορική βάση της αγωγής, ενώ ενόψει της αυτεπάγγελτης εφαρμογής του δικαίου από το δικαστή, ο διάφορος νομικός χαρακτηρισμός των ουσιωδών γεγονότων δεν εμπίπτει στην απαγόρευση (ΑΠ 1261/1993 Δνη 1995,131). Αντίθετα, απαραδέκτως κατ` άρθρο 224 ΚΠολΔ προστίθενται στην αγωγή με τις προτάσεις των εναγόντων επιπλέον πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση του αιτήματος αναπροσαρμογής κατ’ άρθρο 388 ΑΚ (ΟλΑΠ 2/1994 Δνη 1994,352), τα οποία τροποποιούν την ιστορική βάση της αγωγής και επομένως δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν.

Τέλος, η αγωγή είναι νόμιμη ως προς το δεύτερο αίτημά της, περί αναγνώρισης της μερικής εξόφλησης του δανείου διά της καταβολής ποσού 13.923,51 ευρώ στην ασφαλιστική εταιρία την οποία η εναγόμενη δανείστρια όρισε ως δεκτική καταβολής, στηριζόμενη στο άρθρο 417 ΑΚ, καθώς και στα άρθρα 70 και 176 ΚΠολΔ, κατά το οποίο πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, με την παρατήρηση ότι λοιπές συμπληρώσεις που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο των προτάσεων των εναγόντων δεν συνιστούν απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης ή του αιτήματος της αγωγής κατ’ άρθρα 223 και 224 ΚΠολΔ.

Από τα έγγραφα που νομίμως και εμπροθέσμως μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι - και μόνο αυτά, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης (μάρτυρες δεν εξετάστηκαν), στα οποία δεν περιλαμβάνονται όσα έγγραφα προσκομίζουν οι ενάγοντες μετ’ επικλήσεως με την προσθήκη των προτάσεών τους διότι όλους τους ισχυρισμούς και τα μέσα επιθέσεως και άμυνάς τους, με την έννοια αυτών που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν δικαίωμα του αντιδίκου ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο και προβλήθηκε με τον ίδιο τρόπο, ή τείνουν στον περιορισμό των συνεπειών του δικαιώματος του αντιδίκου, είτε ως ένσταση ή αντένσταση είτε ως αίτημα που δεν έχει αυτοτελή υπόσταση με τη έννοια ότι δε θεμελιώνεται σε ιδιαίτερη ανταξίωση αυτού που το προβάλλει (ΑΠ 1588/2008 και 1602/2008, και οι δυο σε ΝΟΜΟΣ), οι ενάγοντες τα προέβαλαν με την αγωγή τους, ενώ κατόπιν με την προσθήκη περιορίστηκαν στην έκθεση επιχειρημάτων προς ανατροπή των όσων εκθέτει ο αντίδικος ή συμπερασμάτων που συνάγονται από την αξιολόγηση των αποδείξεων ή την επεξεργασία των όσων υποστηρίζει ο αντίδικος, που δεν είναι όμως ισχυρισμοί ή μέσα επίθεσης και άμυνας κατά την έννοια του νόμου και επομένως δεν δικαιολογείται η προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1332/2010, 1043/2010, 999/2010, 842/2010, 677/2010, 570/2010, όλες σε ΝΟΜΟΣ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά
Το 2002 οι ενάγοντες σύζυγοι χρειάστηκαν δάνειο για την επισκευή κατοικίας ιδιοκτησίας της πρώτης εξ αυτών στα Νέα Πλάγια Χαλκιδικής. Οπως οι ίδιοι συνομολογούν, συζήτησαν το ζήτημα με τον ασφαλιστή τους, ο οποίος τους πρότεινε τη συνδυαστική σύναψη συμβάσεως δανείου με την εναγομένη τράπεζα και ασφάλειας ζωής με συμμετοχή στα κέρδη με την ασφαλιστική εταιρία ... (βλ. την αγωγή τους, καθώς και σελ. 3 της κατ` άρθρο 237 παρ. 3 ΚΠολΔ προσθήκης τους), ώστε να κερδίσουν από τη συμμετοχή στα κέρδη της επένδυσης των μαθηματικών αποθεμάτων της ασφάλειας και να καταβάλουν έτσι κατ’ αποτέλεσμα μικρότερο ασφάλιστρο (βλ. ομοίως την αγωγή τους, καθώς και σελ. 2 της κατ’ άρθρο 237 παρ. 4 ΚΠολΔ προσθήκης τους), αποκομίζοντας και αντίστοιχο κέρδος κατά τη λήξη της ασφάλισης και του δανείου, όπως και παρακάτω θα εκτεθεί. Έτσι η πρώτη ενάγουσα υπέγραψε πρώτα με την παραπάνω ασφαλιστική εταιρία το υπ’ αρ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεκαετούς διάρκειας με έναρξη την 11.2.2002 και λήξη την 11.2.2012, με λήπτη της ασφάλισης και ασφαλισμένη την ίδια και δικαιούχους του ασφαλίσματος το δεύτερο ενάγοντα και την κόρη τους. Ασφαλισμένο κεφάλαιο και επιστρεπτέο κατά τη λήξη της σύμβασης ασφάλισμα ορίστηκε το ποσό των 18.000 ευρώ (όσο και το δάνειο που κατόπιν θα ελάμβαναν οι ενάγοντες από την εναγόμενη τράπεζα) και ετήσιο ασφάλιστρο το ποσό των 1.698,73 ευρώ, το οποίο με διάφορες επιβαρύνσεις διαμορφωνόταν τελικά στο ποσό των 1.739,50 ευρώ. Η συγκεκριμένη ασφάλεια έφερε το χαρακτήρα της «μικτής ασφάλειας με συμμετοχή στα κέρδη», στα πλαίσια της οποίας η ασφαλιστική εταιρία υπεχρεούτο, όπως ρητά αναφέρεται στο ασφαλιστήριο, να καταβάλει το ασφάλισμα στη λήξη της ασφάλειας στον ίδιο τον ασφαλισμένο ή στους δικαιούχους, και επιπλέον συμφωνήθηκε ως ειδικός όρος, ότι το ασφαλιστήριο αυτό, εφόσον βρίσκεται σε ισχύ και σύμφωνα με τους σχετικούς όρους της δανείστριας τράπεζας, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη λήψη στεγαστικού δανείου και εξόφληση του κεφαλαίου του. Κατόπιν οι ενάγοντες συνήψαν με την εναγόμενη τράπεζα την υπ` αρ. .../25.2.2002 σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 18.000 ευρώ για την επισκευή της παραπάνω κατοικίας. Η εξόφληση του δανείου συμφωνήθηκε να γίνει κατά τα οριζόμενα στο προσάρτημα I της σύμβασης. Σύμφωνα με τον υπ` αρ. 8 όρο της σύμβασης, σε περίπτωση καθυστέρησης οποιοσδήποτε δόσεως, αυτή καθίσταται άμεσα ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, και στην περίπτωση αυτή η Τράπεζα δικαιούται, κατά την απόλυτη κρίση της, να καταγγείλει άμεσα την παρούσα σύμβαση και να κηρύξει ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό του δανείου ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κατά το άληκτο κεφάλαιο του δανείου, τις ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτού, τους τόκους και τα έξοδα. Σύμφωνα με τον υπ` αρ. 11 όρο της σύμβασης, η Τράπεζα δικαιούται, κατά την ελεύθερη κρίση της, με απλή έγγραφη δήλωσή της προς τους οφειλέτες, να κηρύξει αμέσως ολόκληρο το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, και να επιδιώξει πάραυτα την είσπραξή του, αν συντρέξει, πλην άλλων, περίπτωση καθυστέρησης οποιοσδήποτε δόσης ή μέρους αυτής, καθώς και σε περίπτωση κατά την οποία είτε η αξία των προσφερόμενων ασφαλειών προς εξασφάλιση της παρούσας συμβάσεως μειωθεί ή καταστεί αμφίβολη είτε καταστεί αδύνατη ή αμφίβολη η ρευστοποίησή τους καθ` οιονδήποτε τρόπο, Στη δανειακή σύμβαση επισυνάφθηκε προσάρτημα I το οποίο όρισε τον τρόπο εξόφλησης του δανείου στην εναγόμενη και ειδικότερα ότι οι δανειολήπτες αναλαμβάνουν την υποχρέωση και υπόσχονται να αποδίδουν στην τράπεζα με συνεχείς μηνιαίες καταβολές το σύνολο των εκάστοτε δεδουλευμένων τόκων επί του ποσού του δανείου για 120 μήνες (όση και η διάρκεια της ασφάλισης) την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, καθώς και ότι κατά την πληρωμή της τελευταίας δόσης των δεδουλευμένων τόκων, σύμφωνα με τα παραπάνω προβλεπόμενα, θα αποδοθεί στην τράπεζα και ολόκληρο το ποσό του κεφαλαίου από το ασφάλισμα του υπ’ αρ. .. ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο έχει εκχωρηθεί στην τράπεζα με βάση πρόσθετη πράξη σε συνδυασμό με την από 25.2.2002 σύμβαση ενεχύρασης ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Περαιτέρω, μαζί με τη δανειακή σύμβαση και το προσάρτημά της, η πρώτη ενάγουσα συνήψε με την εναγομένη και την από 25.2.2002 σύμβαση ενεχύρασης και εκχώρησης ασφαλιστηρίου συμβολαίου, σύμφωνα με την οποία η πρώτη ενάγουσα - ενεχυράστρια, προς εξασφάλιση κάθε απαίτησης της τράπεζας από το δάνειο για κεφάλαιο, τόκους κλπ, συνέστησε εμπράγματο δικαίωμα ενεχύρου υπέρ της τράπεζας επί της απαιτήσεώς της κατά της ασφαλιστικής εταιρίας .. που προέρχεται από το παραπάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο, κατά την υπογραφή της σύμβασης ενεχύρασης παρέδωσε η ενεχυράστρια λόγω ενεχύρου στην τράπεζα και συμφωνήθηκε ότι η ενεχυράστρια εκχωρεί στην τράπεζα και όλα τα σχετικά δικαιώματά της προσωπικά και πραγματικά και τις σχετικές αγωγές κατά της ασφαλιστικής εταιρίας. Η τράπεζα δικαιούται να ασκεί τα εκ του ασφαλιστηρίου συμβολαίου απορρέοντα δικαιώματα και να προβαίνει κατά την κρίση της, ανεξάρτητα από το ληξιπρόθεσμο ή μη των απαιτήσεών της, στη λήψη του ασφαλιζόμενου ποσού, ενώ δεν κωλύεται από το ενέχυρο που συνίσταται επί του ασφαλιστηρίου συμβολαίου να ασκήσει σε κάθε χρόνο όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα έναντι των κατ’ αυτής υπόχρεων για την αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεών της που ασφαλίζονται με το ενέχυρο. Οι ενάγοντες κατέβαλαν στην ασφαλιστική εταιρία τα ετήσια ασφάλιστρα των οκτώ (8) πρώτων ετών, δηλαδή μέχρι 11.2.2010, συνολικού ύψους 13.923,51 ευρώ, οπότε απέμεναν τα ασφάλιστρα των δύο (2) τελευταίων ετών, ανερχόμενα σε 3.479 ευρώ (τα ποσά δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη). Το Σεπτέμβριο του 2009 όμως ανακλήθηκε η άδεια της ασφαλιστικής εταιρίας ... και οι ενάγοντες δεν μπόρεσαν να καταβάλουν τις τελευταίες δύο δόσεις ασφαλίστρων, μέχρι τη λήξη όμως του δανείου εξόφλησαν και τις 120 μηνιαίες δόσεις τόκων. Η δε εναγομένη, σε εκτέλεση των προαναφερόμενων όρων της δανειακής σύμβασης, και ιδίως αυτού της δυνατότητας επιδίωξης της εξόφλησης της απαίτησης σε περίπτωση που καθίσταντο αμφίβολες οι προσφερόμενες ασφάλειες, απέστειλε στις 3.5.2012 και κατόπιν στις 5.6.2012 αντίστοιχες επιστολές στους ενάγοντες με τις οποίες ζητούσε την εξόφληση του συνόλου του κεφαλαίου του δανείου (18.000 ευρώ), πλην άλλων επιβαρύνσεων. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι ενάγοντες επέλεξαν τη δανειοδότησή τους με τρν παραπάνω σύνθετο τρόπο με σκοπό, αντί να υποχρεούνται να αποπληρώνουν στην τράπεζα και τους τόκους και το κεφάλαιο του δανείου σε μηνιαίες δόσεις, χωρίς κανένα επιπλέον κέρδος μετά την ολοσχερή εξόφληση, να πληρώνουν μεν τους τόκους στην τράπεζα αλλά να πληρώνουν το αντίστοιχο του κεφαλαίου ποσό με την μορφή ασφαλίστρου στην ασφαλιστική εταιρία, αποκομίζοντας ταυτόχρονα κέρδος από την επένδυση των μαθηματικών αποθεμάτων της ασφάλειας και καταβάλλοντας έτσι κατ’ αποτέλεσμα μικρότερο ασφάλιστρο, στο μέτρο δε που οι δόσεις του ασφαλίστρου αθροιζόμενες ισούνταν με το κεφάλαιο του δανείου, οι ενάγοντες θα κατέληγαν κατ’ αποτέλεσμα, μετά την εξόφληση του δανείου στην τράπεζα (και όχι στην ασφαλιστική εταιρία) κατά το κεφάλαιο εφάπαξ και κατά τους τόκους σε δόσεις, να έχουν αποκομίσει το χρηματικό ποσό που δικαιούνταν, υπό μορφήν μερίσματος, από την επένδυση των μαθηματικών αποθεμάτων της ασφάλειας. Αντίστοιχα, η τράπεζα δέχτηκε να λαμβάνει κατά τη διάρκεια του δανείου μόνο τους τόκους αυτού σε μηνιαίες δόσεις, ενώ το κεφάλαιο με εφάπαξ καταβολή κατά τη λήξη του δανείου, όταν θα είχε λήξει και η διάρκεια της ασφάλισης με την επιστροφή στους ασφαλισμένους του ασφαλίσματος, ίσου με το κεφάλαιο του δανείου. Επί της ουσίας η τράπεζα δέχτηκε να «διευκολύνει» τους ενάγοντες να επωφεληθούν της δυνατότητας είσπραξης μερίσματος από την επένδυση των μαθηματικών αποθεμάτων της ασφάλειας, μη απαιτώντας την κατά μηνιαίες δόσεις καταβολή του κεφαλαίου του δανείου, αφού τα αντίστοιχα χρήματα θα τα πλήρωναν οι δανειολήπτες ως ασφάλιστρο στην ασφαλιστική εταιρία, αλλά την εφάπαξ καταβολή του στο τέλος όταν θα είχε εισπραχθεί το ισόποσο ασφάλισμα. Ταυτόχρονα όμως, για εξασφάλισή της, πέρα από την εγγραφή προσημείωσης που ενέγραψε στο ακίνητο, όπως θα έπραττε και για κάθε άλλο δάνειο που θα χορηγούσε για να εξασφαλιστεί εναντίον του δανειολήπτη, λόγω της παρεμβολής στην όλη συμβατική σχέση και της ασφαλιστικής εταιρίας, και της εντεύθεν ιδιαιτερότητας της σχέσης, έλαβε ως ενέχυρο το ασφαλιστήριο για την περίπτωση που οι δανειολήπτες δεν ήταν συνεπείς απέναντι της κατά την είσπραξη του ασφαλίσματος, ίσου με το κεφάλαιο του δανείου, από την ασφαλιστική εταιρία και την απόδοση του στην ίδια την τράπεζα. Ομοίως, για τον ίδιο λόγο και ένεκα της ιδιαιτερότητας της όλης συμβατικής σχέσης με την παρεμβολή της ασφαλιστικής εταιρίας, οι δανειολήπτες εκχώρησαν στην τράπεζα την απαίτησή τους για την καταβολή του ασφαλίσματος κατά της ασφαλιστικής εταιρίας. Από όλα τα παραπάνω, συνάγεται αβίαστα, χωρίς να χρειάζεται η προσφυγή του δικαστηρίου στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ότι ουδόλως εξοφλήθηκε το κεφάλαιο του δανείου, έστω και εν μέρει μέχρι την ανάκληση της άδειας της ασφαλιστικής εταιρίας, με την πληρωμή του ασφαλίστρου στην τελευταία και ουδόλως όρισε η τράπεζα ως δεκτική καταβολής του κεφαλαίου του δανείου την ασφαλιστική εταιρία, αντίθετα διατήρησε ακέραιη την απαίτησή της για καταβολή του στην ίδια, με τη διαφορά ότι αντί να το λάβει σε μηνιαίες δόσεις όπως συνηθίζεται σε ένα απλό δάνειο, θα το έπαιρνε εφάπαξ κατά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας του δανείου, όταν θα εισέπρατταν το ασφάλισμα οι ενάγοντες και από το προϊόν του τελευταίου. Αντίθετο συμπέρασμα δεν συνάγεται από το ότι το άθροισμα των ετησίων ασφαλίστρων συμπίπτει με το ποσό του κεφαλαίου του δανείου, αφού η μαθηματική και αριθμητική απλώς σύμπτωση των δύο ποσών δεν αναιρεί τη νομική φύση, το δικαιούχο και τον υπόχρεο της κάθε διακριτής, κατά τα άλλα, απαίτησης, δηλαδή της απαίτησης της τράπεζας κατά του δανειολήπτη για την επιστροφή του κεφαλαίου του δανείου και της απαίτησης της ασφαλιστικής εταιρίας για την καταβολή του ασφαλίστρου. Εάν ευσταθούσαν ο ισχυρισμοί των εναγόντων ότι, πληρώνοντας τα ασφάλιστρα στην ασφαλιστική εταιρία εξοφλούσαν το κεφάλαιο του δανείου από την τράπεζα, τότε δεν υπήρχε λόγος να ενεχυραστεί και πολύ περισσότερο να εκχωρηθεί στην τράπεζα η απαίτηση από την ασφάλεια, αντίθετα η τράπεζα θα εκχωρούσε στην ασφαλιστική εταιρία την απαίτησή της για καταβολή του δανείου ή θα όριζε ρητά αυτήν ως δεκτική καταβολής και είναι βέβαιο ότι στην εν γένει σύμβαση αυτό θα αναφερόταν ρητά και θα συνομολογούνταν και σχετικός ρητός όρος. Οι ενάγοντες επιχειρούν να επωφεληθούν της αριθμητικής σύμπτωσης των ασφαλίστρων και του ασφαλίσματος με το κεφάλαιο του δανείου, πλην όμως οι ισχυρισμοί τους δεν ευσταθούν. Διατείνονται αυτοί ότι πουθενά στη σύμβαση δεν αναφέρεται ρητά ότι το κεφάλαιο του δανείου είναι καταβλητέο σε δόσεις στην τράπεζα, σε απάντηση όμως αυτού του ισχυρισμού πρέπει να επισημανθεί και ότι πουθενά στη σύμβαση δεν αναφέρεται ότι το κεφάλαιο του δανείου είναι καταβλητέο στην ασφαλιστική εταιρία αντί για την τράπεζα, αντίθετα ρητά αναφέρεται ότι, κατά την πληρωμή της τελευταίας δόσης των δεδουλευμένων τόκων, θα αποδοθεί στην τράπεζα και ολόκληρο το ποσό του κεφαλαίου και είναι άλλο το θέμα ότι το κεφάλαιο αυτό θα προέλθει «από το ασφάλισμα» του συμβολαίου, φράση από την οποία επιχειρούν να επωφεληθούν οι ενάγοντες και να απαλλαγούν των υποχρεώσεών τους. Περαιτέρω, η ενεχύραση και η εκχώρηση της ανωτέρω ασφαλιστικής απαίτησης στην τράπεζα δεν έγινε αντί καταβολής, ώστε με μόνη την ενεχύραση και την εκχώρηση να επέλθει και απόσβεση της δανειακής οφειλής, ανεξάρτητα αν αυτή η απαίτηση εισπραχθεί ή όχι, αλλά χάριν καταβολής. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τον όρο 8 της σύμβασης ενεχύρασης και εκχώρησης, η τράπεζα δεν κωλύεται από το συσταθέν επί της ασφαλιστικής απαίτησης ενέχυρο να ασκήσει κατά πάντα χρόνο όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την είσπραξη των εκ του δανείου απαιτήσεών της, ήτοι, ελλείψει διάκρισης, κεφαλαίου, τόκων και εξόδων. Αν πράγματι η ενεχύραση και η εκχώρηση της απαίτησης γινόταν αντί καταβολής, όπως υπονοούν οι ενάγοντες, η εναγομένη δεν θα μπορούσε να ασκήσει νόμιμα μέσα κατά των οφειλετών της για την είσπραξη όλων αδιακρίτως των εκ της δανειακής σύμβασης απαιτήσεών της παρά μόνο για τους τόκους που δεν καλύπτονταν από το ενέχυρο και την εκχώρηση. Ούτε συνάγεται συμπέρασμα αντίθετο με τα παραπάνω από τον όρο του ασφαλιστήριου ότι αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη λήψη στεγαστικού δανείου και εξόφληση του κεφαλαίου του. Η συνάρτηση της επιστροφής του κεφαλαίου του δανείου στην τράπεζα με την είσπραξη του ασφαλίσματος από την ασφαλιστική εταιρία δεν σημαίνει ούτε ότι με την καταβολή του ασφαλίστρου αποσβήνεται η ενοχή προς επιστροφή του δανείου, ούτε ότι η τράπεζα όρισε την ασφαλιστική εταιρία ως δεκτική καταβολής. Με αυτές τις σκέψεις θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο το αίτημα των εναγόντων γα αναγνωριστεί η μερική εξόφληση του δανείου που οφείλουν στην τράπεζα κατά το ποσό των 13.923,51 ευρώ, όπως και η αγωγή στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων που εφαρμόστηκαν (179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

1 σχόλιο:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Σύμφωνα με καταγγελίες, στελέχη τραπεζών βάζουν ως όρο για την ρύθμιση άλλων τραπεζικών εργασιών τη μεταφορά του ασφαλιστηρίου του πελάτη στην τράπεζα
Αθέμιτες πρακτικές των τραπεζών, που οδηγούν τον κλάδο τους σε αφανισμό, καταγγέλλουν οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές, οι οποίοι συμμετείχαν στην κινητοποίηση που έγινε το πρωί, με πρωτοβουλία του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, μπροστά από τραπεζικό υποκατάστημα, στην πλατεία Αγίας Σοφίας.
Μέλη της Επιτροπής Ασφαλιστικών και Τραπεζιτικών θεμάτων του Επιμελητηρίου, δήλωσαν στα ΜΜΕ ότι πληθαίνουν οι καταγγελίες ασφαλισμένων, σύμφωνα με τις οποίες όταν προσέρχονται στα γκισέ των τραπεζών για να εξοφλήσουν ένα ασφαλιστικό συμβόλαιο, δέχονται πιέσεις, ώστε να προτιμήσουν ένα ασφαλιστικό προϊόν της τράπεζας.
Σύμφωνα με άλλες καταγγελίες, στελέχη τραπεζών, βάζουν ως όρο για την ρύθμιση άλλων τραπεζικών εργασιών (ρύθμιση δανείου, παροχή μπλοκ επιταγών κ.λπ.), τη μεταφορά του ασφαλιστηρίου του πελάτη στην τράπεζα.
Ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Μιχάλης Ζορπίδης δήλωσε ότι «το Επιμελητήριο μας στηρίζει το δίκαιο αγώνα των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και θα συμβάλει σε αυτόν με κάθε πρόσφορο τρόπο».
Αθέμιτες πρακτικές των τραπεζών καταγγέλλουν οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές

Addthis