Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Εργολαβία δίκης.

Περίληψη. Δικηγορική αμοιβή. Συμφωνία περί εργολαβίας δίκης. Δεν απαιτείται για το κύρος της ο έγγραφος τύπος. Μόνη, η κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της σχετικής υπόθεσης, καταβολή από τον εντολέα στον εντολοδόχο δικηγόρο ενός χρηματικού ποσού έναντι της συμφωνηθείσας με τη σύμβαση αυτή αμοιβής δεν επιφέρει άνευ ετέρου την κατάργηση της σύμβασης εργολαβίας, αλλά, εάν με την καταβολή αυτή δεν ορίσθηκε διαφορετικά, τότε η καταβολή αυτή αποτελεί προκαταβολή και γίνεται έναντι της αμοιβής που τυχόν θα δικαιούται ο πληρεξούσιος δικηγόρος σε περίπτωση ευνοϊκής για τον εντολέα τελεσίδικης έκβασης της υπόθεσης. Δηλαδή η καταβολή αυτή γίνεται υπό την εξυπακουόμενη πλήρωση της αίρεσης, άλλως ο εντολοδόχος δικηγόρος υποχρεούται να αποδώσει στον εντολέα του τα ποσά που έχει εισπράξει. Από την αμοιβή του δικηγόρου για τη σύμπραξή του στην κατάρτιση συμβιβασμού αφαιρούνται, επίσης, τα χρηματικά ποσά που είχαν δοθεί, προφανώς ως προκαταβολή, για τις μέχρι του συμβιβασμού εκτελεσθείσες από αυτόν εργασίες και ως τέτοιες νοούνται όλες εκείνες οι εργασίες που επιχειρήθηκαν αποκλειστικά και μόνο χάριν και προς ευόδωσιν του συμβιβασμού. Περιστατικά. (Αναιρεί μερικώς, την υπ` αριθμ. 52/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου).

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Β1, 1164/ 2014 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου-Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Από τις διατάξεις των άρθρ. 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 του Κώδ. Περί Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη. Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ` ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρ. 99 επ. του Κώδικα περί Δικηγόρων. Κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 92 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, κατά δε τη διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, η δε σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περατωθεί η εργασία. Ως επιτυχής έκβαση της δίκης άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς. Η σχετική περί εργολαβίας δίκης συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της, την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρ. 95 παρ. 2 εδ. α` του Κώδικα περί Δικηγόρων, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής μόνο με έγγραφα ή όρκο και ομολογία, θεωρείται καταργημένη από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 του Εισ.ΝΚΠολΔ. Εξ άλλου, η περί εργολαβίας της δίκης ως άνω συμφωνία εξακολουθεί να υπάρχει και να ισχύει μέχρι πληρώσεως της αιρέσεως, με την προεκτεθείσα έννοια, εκτός εάν καταργηθεί με νεότερη αντίθετη συμφωνία. Μόνη, η κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της σχετικής υπόθεσης, που αφορά η δικηγορική αυτή εργολαβική σύμβαση, καταβολή από τον εντολέα στον εντολοδόχο δικηγόρο ενός χρηματικού ποσού έναντι της συμφωνηθείσας με τη σύμβαση αυτή αμοιβής δεν επιφέρει άνευ ετέρου την κατάργηση της σύμβασης εργολαβίας. Τούτο δε διότι, εάν με την καταβολή αυτή δεν ορίσθηκε διαφορετικά, τότε η καταβολή αυτή ως αφορώσα την αμοιβή που έχει συμφωνηθεί, αποτελεί προκαταβολή και γίνεται έναντι της αμοιβής που τυχόν θα δικαιούται ο πληρεξούσιος δικηγόρος σε περίπτωση ευνοϊκής για τον εντολέα τελεσίδικης έκβασης της υπόθεσης. Δηλαδή η καταβολή αυτή γίνεται υπό την εξυπακουόμενη πλήρωση της αίρεσης, άλλως ο εντολοδόχος δικηγόρος υποχρεούται να αποδώσει στον εντολέα του τα ποσά που έχει εισπράξει. Σε αναλογία με τα ανωτέρω, από το πνεύμα και την τελολογία της διατάξεως του άρθρου 124 του ίδιου Κώδικα, ερμηνευομένης υπό το πρίσμα της γενικής αρχής της αυτοτέλειας των αμοιβών που καθιερώνεται από τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρ. 91 παρ. 1, 92 παρ. 1 και 98 παρ. 1 του Κώδ. Δικηγόρων, συνάγεται ότι από την αμοιβή του δικηγόρου για τη σύμπραξή του στην κατάρτιση συμβιβασμού αφαιρούνται, επίσης, τα χρηματικά ποσά που είχαν δοθεί, προφανώς ως προκαταβολή, κατά το άρθρ. 92 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, για τις μέχρι του συμβιβασμού εκτελεσθείσες από αυτόν εργασίες και ως τέτοιες νοούνται όλες εκείνες οι εργασίες που επιχειρήθηκαν αποκλειστικά και μόνο χάριν και προς ευόδωσιν του συμβιβασμού (σχετ. Ολ.ΑΠ 6/2010). 
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 εδαφ. β` του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, ο προβλεπόμενος δε, από το άρθρο 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μεταξύ άλλων, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο του αναιρετηρίου, όπως ο λόγος αυτός αλληλοσυμπληρώνεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, κατά το τελευταίο σκέλος του, κατά προσήκουσα εκτίμησή του, ο αναιρεσείων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ρηθείσες πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη ένσταση εξοφλήσεως που νόμιμα προτάθηκε απ` αυτόν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε παραδεκτά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ασκούσε δε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, την οποία, κατά τούτο άφησε αδίκαστη. Από την παραδεκτή (κατ` άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων δικηγόρος και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 31-12-2010 αγωγή του, επί της οποίας η προσβαλλόμενη, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, να καταβάλει σ` αυτόν το ποσό των 176.000 ευρώ, ως συμφωνηθείσα δικηγορική αμοιβή του, μετά την επιτυχή εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε από τον εναγόμενο, σε εκτέλεση σύμβασης εργολαβίας δίκης που καταρτίσθηκε μεταξύ τους. Κατά την εκδίκαση αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο εναγόμενος, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως, πρότεινε, μεταξύ άλλων, ένσταση εξοφλήσεως, που αναπτύχθηκε στις έγγραφες προτάσεις του και ειδικότερα ισχυρίσθηκε ότι έχει εξοφλήσει τον ενάγοντα, μεταξύ άλλων: "α) για τη σύνταξη και κατάθεση της από 14-6-2001 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με αίτημα τη συμμετοχή του στη Γ.Σ. της εταιρείας "…" της 30ης.6.2001, για τα οποία κατέβαλε στον ενάγοντα την 22-6-2001, το ποσό των δρχ. 100.000, β) για τη σύνταξη και κατάθεση της από 15-7-2001 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του ίδιου, ως άνω Δικαστηρίου, με αίτημα τη συμμετοχή του στη Γ.Σ. της εταιρείας αυτής της 30ης.6.2002, ως και για την παράστασή του στη δίκη που ακολούθησε, για τις μηνύσεις και αγωγές ακύρωσης Γ.Σ. που αναφέρει ο ενάγων στις σελ. 26 και 27 της αγωγής, για τα οποία κατέβαλε σ` αυτόν ως αμοιβή στις 4-6-2002 το ποσό των 3.000 ευρώ, για τα ασφαλιστικά μέτρα και τη σύνταξη των μηνύσεων, 3.000 ευρώ στις αρχές Σεπτεμβρίου 2002 για τη σύνταξη των δύο αγωγών ακύρωσης και μιας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για την παροχή πληροφοριών, και 1.000 ευρώ στις 5-11-2002 για την παράστασή του στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, γ) για την παράστασή του στις 25-8-2003 ενώπιον του Μονομελούς Πλμ/κείου Ρόδου, έλαβε ως αμοιβή την 28-8-2003 το ποσό των 1.000 ευρώ. Την ίδια ημέρα επίσης, έλαβε ως αμοιβή το ποσό των 2.000 ευρώ για τη σύνταξη και κατάθεση των από 17-2-2003 και 22-8-2003 μηνύσεων, ως και για τη σύνταξη και κατάθεση της από 18-12-2003 αιτήσεως ελέγχου της εταιρείας, δ) για κάθε παράσταση του ενάγοντος στις Γενικές Συνελεύσεις των μετόχων της άνω εταιρείας, κατέβαλε σ` αυτόν το ποσό των 300 ευρώ και για κάθε εξώδικο που συνέτασσε και κοινοποιούσε, κατέβαλε σ` αυτόν ως αμοιβή το ποσό των 80-100 ευρώ και για τα έξοδα του δικαστικού επιμελητού το ποσό των 30-40 ευρώ". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 94/2012 απόφασή του, δέχθηκε ως νόμιμη και βάσιμη κατ` ουσία την ένσταση αυτή και απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή, κατά της οποίας απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 12-12-2012 έφεση, με λόγο της οποίας παραπονέθηκε για την παραδοχή αυτή, ενώ ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του, επανέφερε την ένσταση αυτή ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ότι, ο εναγόμενος ήταν μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας "…", μέτοχοι της οποίας είναι επίσης τα αδέλφια του Φ. Πρόεδρος και διευθύνων Σύμβουλος αυτής, Π..., Α... και Χ... . Ότι, το 1999, από την Αγγλία ο εναγόμενος έδωσε στον ενάγοντα την εντολή να παραλάβει από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. πιστοποιητικό περί καταβολής φόρου κληρονομίας... πιστοποιητικά κυριότητας... κληρονομιαίας περιουσίας... από το Κτηματολόγιο Ρόδου και συντάχθηκε η από 15-3-1999 εξουσιοδότησή του προς τον ενάγοντα. Ακολούθως συντάχθηκε το υπ` αριθμ. .../18-8-1999 ειδικό πληρεξούσιο... με τις ειδικές εντολές να παρίσταται ο ενάγων αντί του εναγομένου και για λογαριασμό του και να τον εκπροσωπεί στις γενικές συνελεύσεις της... "…". Το κύριο όμως περιεχόμενο της εντολής του εναγόμενου προς τον ενάγοντα ήταν η κατοχύρωση και επανάκτηση των μετοχών του εναγόμενου στην ανώνυμη εταιρεία "…", στην οποία συμμετείχε με ποσοστό 17,66%, και τις οποίες (μετοχές) δεν είχε στην κατοχή του, η εξασφάλιση όλων των δικαιωμάτων του για την απρόσκοπτη συμμετοχή του σε όλες τις γενικές συνελεύσεις της εν λόγω Ανώνυμης Εταιρείας από το 2000 και μετά, η άσκηση από τον εναγόμενο όλων των δικαιωμάτων της μειοψηφίας, ως μετόχου ποσοστού 17.66% και ιδιαίτερα της παροχής πληροφοριών για τις υποθέσεις της εταιρείας, η ακύρωση δικαστικώς όλων των αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων της εν λόγω εταιρείας από το 1998 και μετά, με την άσκηση αγωγών ακύρωσης στα δικαστήρια της Ρόδου και ο έλεγχος της εταιρείας, ο οποίος μόνο δια της δικαστικής οδού θα μπορούσε να επιτευχθεί, λόγω του ποσοστού συμμετοχής (17,66%) του εναγόμενου στην εταιρεία, δηλαδή άνω του 5% και λιγότερο του 33%. Περαιτέρω, και ενδεχόμενος τελικός στόχος όλων των ενεργειών του εντολοδόχου ενάγοντος, ήταν, πάντως και η διαπραγμάτευση πώλησης των μετοχών του εναγόμενου, που γι` αυτήν (τη διαπραγμάτευση πώλησης των μετοχών του εναγόμενου) καθώς και την επιτυχή διενέργεια οικονομικού ελέγχου της πιο πάνω εταιρείας ο τελευταίος απηύθυνε επιστολή που συνέταξε στην αγγλική γλώσσα και υπέγραψε ο ίδιος (ο εναγόμενος) με αποδέκτη τον ενάγοντα και ημερομηνία από 22.8.2001, όπου του υποσχέθηκε σε περίπτωση επιτυχίας, αμοιβή με το ανώτατο προβλεπόμενο ποσοστό κατά το οικείο άρθρο του Κώδικα περί Δικηγόρων, δηλαδή, κατά το ποσοστό 20%, που προβλέπεται στο άρθρο 92 παρ. 3 του πιο πάνω Κώδικα.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στα πλαίσια της ανωτέρω εντολής, συνέταξε τέσσερεις αγωγές ακύρωσης των γενικών συνελεύσεων, οι οποίες ματαιώθηκαν, επίσης συνέταξε δέκα μηνύσεις κατά των αδελφών του εναγόμενου, κατέθεσε και κοινοποίησε την από 14.6.2001 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της ως άνω εταιρείας με αίτημα τη συμμετοχή του εναγόμενου στη γενική συνέλευση των μετόχων αυτής που είχε οριστεί στις 30.6.2001, καθόσον ο εναγόμενος δεν μπορούσε να παραστεί στις γενικές συνελεύσεις διότι δεν είχε τις μετοχές στα χέρια του, επί της οποίας αίτησης εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 950/2001 απόφαση που έκανε δεκτή την αίτηση, ομοίως συνέταξε την από 17.7.2002 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της ως άνω εταιρείας με αίτημα τη συμμετοχή του εναγόμενου στη γενική συνέλευση των μετόχων αυτής που είχε ορισθεί στις 30.6.2002, για τον ίδιο λόγο, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ` αρ. 1133/ 19.6.2002 απόφαση που την έκανε δεκτή. Περαιτέρω, συνέταξε, κατέθεσε και κοινοποίησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της αυτής εταιρείας, με αίτημα την παροχή πληροφοριών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ`αριθμ. 2344/2002 απόφαση που την έκανε δεκτή, καθώς επίσης παρέστη ο ενάγων, ενώπιον του Αυτοφώρου Μονομελούς Πλημ/κείου Ρόδου κατά την εκδίκαση της μηνύσεως του εναγομένου κατά του αδελφού του Φ. Λ., ο οποίος, καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών λόγω της μη συμμορφώσεώς του στην προαναφερθείσα απόφαση ασφαλιστικών μέτρων περί παροχής πληροφοριών. Ακολούθως, συνέταξε και κοινοποίησε την από 18.12.2003 αίτηση κατά της αυτής εταιρείας με αίτημα τον έλεγχο αυτής κατά ν. 2190/1920 (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) επί της οποίας εκδόθηκε το έτος η υπ`αριθμ. 57/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που την έκανε δεκτή. Ακόμη, επιπλέον, ο ενάγων, τον Οκτώβριο 2001 απευθύνθηκε κατ` εντολή και για λογαριασμό του εναγόμενου στον Φ. Λ. και του είπε αν προτίθετο να αγοράσει τις μετοχές του εναγόμενου στην ανωτέρω εταιρεία αντί ποσού δρχ. 500.000.000, λαβών αρνητική απάντηση και τον Απρίλιο του έτους 2005 συμμετείχε σε μία συνάντηση με τον Φ. Λ. και τα αδέλφια του εναγόμενου στη Ρόδο με θέμα την πώληση των μετοχών του εναγόμενου, που επίσης δεν ευοδώθηκε. Από τα παραπάνω, μεταξύ άλλων, αποδεικνύεται, ότι η πώληση των μετοχών του εναγομένου στην παραπάνω εταιρεία, απετέλεσε αντικείμενο της εντολής και της εργασίας που ανατέθηκε από τον εναγόμενο, στον ενάγοντα, ως πληρεξουσίου δικηγόρου του. Στη συνέχεια, στις 20.6.2006, ο ενάγων παρέδωσε στον καθ` ου όλες τις μετοχές του οι οποίες προηγουμένως παραδόθηκαν στον ενάγοντα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ανώνυμης εταιρείας Σ. Ν. και στις 16.1.2007 ακολούθησε η υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του Λ. Λ., εναγόμενου και των λοιπών αδελφών του, που υπογράφηκε στην Αδελαΐδα Αυστραλίας, περί συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, δυνάμει του οποίου ο Φ. Λ. θα αγόραζε τις μετοχές του ενάγοντος αντί του ποσού των 880.410 ευρώ. Κατόπιν, υπογράφηκε το από 26.2.2007 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής όλων των μετοχών του εναγόμενου, με το οποίο παραδόθηκαν στον ενάγοντα αλλά και στο Σ. Ν. οι μετοχές του Λ. Λ., καθόσον με το από 16.1.2007 συμφωνητικό που υπογράφηκε στην Αδελαΐδα Αυστραλίας, οι ανωτέρω συνήγοροι, είχανε οριστεί από κοινού φύλακες των μετοχών αυτών, μέχρι την πώλησή τους από τον Λ. Λ. στον αδελφό του Φ. Λ. η οποία και ολοκληρώθηκε με το από 11.10.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης των μετοχών του Λ. στον αδελφό του Φ., που συντάχθηκε από τον ενάγοντα δικηγόρο και το συνάδελφό του Σ.. Ν. και θεωρήθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ρόδου, με την υπογραφή του οποίου εισπράχθηκε ταυτόχρονα από τον εναγόμενο και το ποσό των 880.000 ευρώ... και έτσι περαιώθηκε και τυπικά όλο το φάσμα των διαφορών του εναγομένου με την πιο πάνω ΑΕ, με την οποία έπαψε να υπάρχει πλέον κάθε σχέση, μετά την πώληση όλων των μετοχών του στον αδελφό του Φ. και συνάμα περαιώθηκε με επιτυχία, η εργασία που δυνάμει της ανωτέρω επιστολής του εναγομένου προς τον ενάγοντα ανέλαβε ο τελευταίος να περαιώσει και αντίστοιχα υποσχέθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει την οφειλόμενη αμοιβή εκ της ανωτέρω εργολαβίας δίκης. Μη ακολουθήσασας όμως της οφειλόμενης καταβολής της αμοιβής του ενάγοντος από τον εναγόμενο, υπολογιζόμενης σε ποσοστό 20% επί του εισπραχθέντος τιμήματος της πωλήσεως των μετοχών του τελευταίου ήτοι ποσού 176.000 ευρώ, ο ενάγων συνέταξε και κοινοποίησε στον εναγόμενο την από 11.12.2007 εξώδικη δήλωσή του... και πρόσκληση του τελευταίου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις απέναντί του, στην οποία δεν απάντησε, ενώ ακολούθησε η παράσταση του ενάγοντος... σε συμβόλαιο πώλησης ακινήτων του μετά την υπογραφή του οποίου ο εναγόμενος, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, τους οποίους ο εναγόμενος δεν αντέλεξε, υποσχέθηκε ότι θα επισκεπτόταν τον ενάγοντα προς οικονομική τακτοποίησή του. Απ` όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι ο εναγόμενος αθέτησε την υπόσχεσή του για πληρωμή της συμφωνημένης με εργολαβία δίκης αμοιβής του ενάγοντος ενώ πληρώθηκε η αίρεση της επιτυχούς περαίωσης της ανατεθείσας σ` αυτόν εργασίας, ήτοι διαπραγμάτευσης της πώλησης των μετοχών του εναγομένου και πώλησης αυτών. Ο ισχυρισμός του εναγομένου περί άγνοιας του επικαλούμενου στην επιστολή... σχετικού άρθρου του Κώδικος περί Δικηγόρων, δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής, καθόσον, τούτο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το μορφωτικό, οικονομικό και συναλλακτικό επίπεδο, όπως για τους αυτούς λόγους, η καθ` υπαγόρευση από τον ενάγοντα σύνταξη του κειμένου της επιστολής του εναγομένου, έχει μηδενική σημασία, διότι η επίλυση οποιασδήποτε απορίας του, θα ήταν ευχερέστατη με την παρουσία και τις διευκρινίσεις του ενάγοντος και πληρεξούσιου δικηγόρου του... Με βάση τα ανωτέρω, το Μονομελές Εφετείο, κατέληξε ότι πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και ο εναγόμενος να υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό, πλέον ΦΠΑ...". Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο, ουδόλως έλαβε υπόψη την προταθείσα νομίμως και επαναφερθείσα παραδεκτώς, ενώπιόν του, ένσταση εξοφλήσεως, την οποία, κατά τούτο, άφησε αδίκαστη και η οποία, ως αφορώσα καταβολές από τον εντολέα προς τον εντολοδόχο δικηγόρο, κατά τη διάρκεια εκκρεμότητας της υποθέσεως, κατά τα εκτιθέμενα σ` αυτήν: α) δεν επιφέρει, ελλείψει παραδοχής αντίθετης συμφωνίας, κατάργηση της γενομένης δεκτής δικηγορικής εργολαβικής σύμβασης και β) εμπίπτει στην έννοια της προκαταβολής, αφαιρετέας από τη συμφωνηθείσα αμοιβή με την πλήρωση της αιρέσεως, κατά τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσας. Συνακόλουθα, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος και ο τρίτος πρόσθετος λόγος, κατά το τελευταίο σκέλος του, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι ρηθείσες αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 Κ.Πολ.Δ., με την άνω αιτίαση, κατά την παραδεκτή εκτίμηση του περιεχομένου τους είναι βάσιμοι. 
Περαιτέρω, το Εφετείο, με τις εκτεθείσες παραδοχές, καθόσον αφορά τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού: α) περί συνομολογήσεως δικηγορικής εργολαβικής σύμβασης, με το διαλαμβανόμενο στην προσβαλλόμενη περιεχόμενο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 92 του Κώδικα περί Δικηγόρων και το προβλεπόμενο απ` αυτή υψηλότερο ποσοστό αμοιβής του ενάγοντος, ήτοι 20%, σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως της ανατεθείσας σ` αυτό δικηγορικής εργασίας, άλλως της απαλλαγής του εναγομένου από την αντίστοιχη υποχρέωση, δυνάμει της μνημονευόμενης από 22-8-2001 επιστολής, β) την επιτευχθείσα τελικά επιτυχή διεκπεραίωση της αναληφθείσας δικηγορικής εργασίας και τη δικαίωση του εντολέως εναγομένου, με βάση τις καθοριζόμενες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες του εντολοδόχου ενάγοντος δικηγόρου, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 3 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων, που εφάρμοσε τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων. Και τούτο διότι, προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα γενόμενα δεκτά περιστατικά με βάση τα οποία θεμελιώνονται τα ανωτέρω και με σαφή κατά τούτο τελική παραδοχή ότι "περαιώθηκε με επιτυχία η εργασία, που δυνάμει και της ανωτέρω επιστολής του εναγομένου προς τον ενάγοντα ανέλαβε ο τελευταίος να περαιώσει και αντίστοιχα υποσχέθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει την οφειλόμενη αμοιβή εκ της εργολαβίας δίκης" καθώς και ότι "ο εναγόμενος αθέτησε την υπόσχεσή του για πληρωμή της συμφωνημένης με εργολαβία δίκης αμοιβής του ενάγοντα, ενώ πληρώθηκε η αίρεση της επιτυχούς περαίωσης της ανατεθείσας σ` αυτόν εργασίας". Εξ άλλου, με τις έγγραφες, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από 6-12-2011 προτάσεις του, παραδεκτώς κατ` άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκοπούμενες, ο ίδιος ο εναγόμενος εξέθετε ότι ο ενάγων "μου εζήτησε να συντάξω μια επιστολή, ούτως ώστε αφενός μεν να μπορέσει να διαπραγματευτεί με το Φ. Λ. για το ύψος του τιμήματος των μετοχών μου.. αφετέρου για να κατοχυρώσει την αμοιβή του σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως των διαπραγματεύσεων που θα έκανε". Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της κύριας αίτησης, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αντιστοίχως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ο δεύτερος λόγος της κύριας αίτησης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η ίδια αναιρετική πλημμέλεια (εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.) με την αιτίαση ότι στερείται αιτιολογίας καθόσον αφορά την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι ο όρος για αμοιβή του ενάγοντος κατά το άρθρο 92.3 του Κώδικα περί Δικηγόρων υπαγορεύθηκε από τον τελευταίο και δεν αποδίδει τη βούλησή του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι η προσβαλλόμενη κατά τούτο περιέχει τις εκτεθείσες επαρκείς αιτιολογίες. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίφαση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττονται απαραδέκτως οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.ΠολΔ., λόγος αναιρέσεως ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ` αυτήν προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη όλα τα μνημονευόμενα σ` αυτή αποδεικτικά μέσα, δηλαδή "Τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων οι οποίοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου... τις νομίμως προσαγόμενες μετ` επικλήσεως και νομοτύπως ληφθείσες... ένορκες βεβαιώσεις καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι", σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και ειδικότερα τα σχετικά με τη συγκεκριμένη ανάθεση εντολής στον ενάγοντα, και ο περί του αντιθέτου πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

Ο τρίτος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ των αριθμ. 1, 11 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικές πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι, αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απέρριψε την ένσταση εξόφλησης της ένδικης αξίωσης σιωπηρώς, υπέπεσε σ` αυτές, είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενος, κατά τα εκτεθέντα στο 2ο πρόσθετο λόγο, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 Κ.Πολ.Δ.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ` του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πέμπτος πρόσθετος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ` Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, το δικαστήριο ουσίας, δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα το από 16-1-2007 Ιδιωτικό Συμφωνητικό που ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συναξιολόγησε με τις λοιπές αποδείξεις και "...όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά στο εν λόγω Συμφωνητικό, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Δικαστήριο, συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό. Οι λοιπές αποδιδόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις, όπως ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη αναφέρεται σ` αυτό διηγηματικώς και αν το ελάμβανε υπόψη της πρόδηλο είναι ότι θα κατέληγε σε διαφορετικό πόρισμα...", αποτελούν αιτιάσεις, που είναι σχετικές με την εκτίμηση των πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς και δεν ιδρύουν το ρηθέντα λόγο.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη των διατάξεων αυτών, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 - 465 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεώς του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο - αναιρεσείοντα - αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο. Εξ άλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον 1ο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως, κατά το υπό στοιχ. ε` σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη την, από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 22-8-2001 επιστολής του, με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά καταδήλως διαφορετικά από εκείνα που διαλαμβάνονται σ` αυτήν, ως προς το ύψος της αμοιβής, υφισταμένης, κατά τούτο, συγγνωστής πλάνης αυτού και ως προς τους όρους με βάση τους οποίους ο ενάγων δικαιούται την αμοιβή αυτή. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, δεν προέκυψε ότι το Εφετείο, καταλήγοντας σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο απ` αυτό που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, κατά την ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου, αναφορικά με τα ανωτέρω, μη αναιρουμένου του τελευταίου από την αναφερόμενη στην επιστολή αυτή περίπτωση δεσμεύσεως τρίτου προσώπου (ήτοι του Φ. Λ.), ουδόλως έχοντος σχέση με την εντολή αυτή, ενώ προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τη συγγνωστή ή μη πλάνη του εναγομένου στηρίχθηκε σε πλείονα αποδεικτικά στοιχεία χωρίς να εξαίρει, κατά τούτο, το έγγραφο αυτό, με βάση τα οποία απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό του, κατά τα διαληφθέντα στο δεύτερο λόγο της κύριας αίτησης. Ο πέμπτος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι: "Η αναιρεσιβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη το από 16-1-2007 Ιδιωτικό Συμφωνητικό, άλλως παραμόρφωσε το περιεχόμενό του" είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού ουδόλως προσδιορίζεται το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο της ουσίας. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις, και υπό την επίφαση της ρηθείσας αναιρετικής πλημμέλειας, στην πραγματικότητα πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων. Συνακόλουθα, πρέπει κατά παραδοχή των δεύτερου πρόσθετου και τρίτου πρόσθετου λόγου, κατά το τελευταίο σκέλος του (εκ των άρθρου 559 αρ. 8 και 9 Κ.Πολ.Δ.) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, κατά το μέρος αυτής που αφορά την άνω ένσταση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, κατά το αναιρούμενο μέρος, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλο από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του Ν. 4139/20-3-2013, καθόσον, κατά τούτο η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.

Η κατά το άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. υποβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα, με τις εμπροθέσμως (στις 3.2.2014) κατατεθείσες προτάσεις του αίτηση, με την οποία ζητείται να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης και να ακυρωθούν: α) η από 11-9-2013 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου εξ απογράφου αυτής, β) το από 11-9-2013 κατασχετήριο εις χείρας της ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρείας "Τράπεζα ........... ", γ) η υπ` αριθμ. …/2013 έκθεση κατασχέσεως της δικαστικής επιμελήτριας … και δ) η υπ` αριθμ. …/2013 περίληψη της άνω έκθεσης, υποχρεωθεί δε ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 280.740,05 ευρώ που εισέπραξε, δυνάμει της προσβαλλλόμενης από την Τράπεζα Πειραιώς, κατόπιν κατασχέσεως του ποσού αυτού εις χείρας της, ως τρίτης, νομιμοτόκως από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, είναι απορριπτέα. Τούτο δε γιατί, καθόσον αφορά τις πράξεις της αναγκαστικής εκτελέσεως, η επαναφορά δεν συνίσταται στην ανατροπή ή ακύρωση αυτών, αλλά μόνο στη δημιουργία τίτλου εκτελεστού υπέρ του νικήσαντος, προς απόδοση του αντικειμένου της διαφοράς, καθόσον δε αφορά την επιστροφή του ποσού των 280.740,05 ευρώ, γιατί με την παρούσα αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά ένα μέρος, επομένως η αξίωση του αναιρεσείοντος να του επιστραφεί ό,τι κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο σε εκτέλεση της απόφασης αυτής στηρίζεται στο νόμο μόνον σε σχέση προς τα ποσά που κατέβαλε σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της και τα οποία θα έπρεπε να μνημονεύονται στην αίτηση επαναφοράς για να είναι ορισμένη, τα οποία όμως δεν προσδιορίζονται σ` αυτή, και έτσι αυτή είναι αόριστη και απορριπτέα. Η επιστροφή των ως άνω ποσών μπορεί να ζητηθεί από το δικαστήριο της παραπομπής, μετά την εκκαθάριση των πράγματι οφειλόμενων από τον αναιρεσείοντα. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ανάλογα με την έκταση της ήττας του (κατ` άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικώς, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την υπ` αριθ. 52/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis