Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Προσωρινές καταβολές, ανάκληση προσ. διαταγής, υπερχρεωμένα φ.π.

Περίληψη.  Αίτηση υπερχρεωμένου οφειλέτη, επιδιώκουσα ανάκληση ή μεταρρύθμιση «προσωρινής διαταγής» ως προς το ΥΨΟΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΩΝ ΚΑΤΑΒΟΛΩΝ στους πιστωτές, εισαγόμενη κατά τα αρθρ. 682 επ ΚΠολΔ. «ΦΥΣΗ» υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας και λόγοι, για μη ορθή και μη εύλογη διαφοροποίηση χειρισμού τους από τα πολιτικά δικαστήρια. Δεν εφαρμόζεται η διαδικασία κοινών ασφαλιστικών μέτρων. Εκδικάζει την υπόθεση κατά τις διατάξεις 781 και 758 ΚΠολΔ. Λόγοι - αίτια έκδοσης του Ν. 3869/2010 και μη επιτυχείς επιμέρους διατάξεις. Το «εύλογο» του ύψους «προσωρινών καταβολών» και δη σε «εκούσια δικαιοδοσία» δεν κρίνεται από το δικαστήριο με προσωρινή διάταξη, ενώ είναι και «ασαφές». 

Εύλογα θα ήταν όλα τα ποσά μέχρι του μοναδικού ορίου του 10% της ενήμερης δόσης, που θέτει ο νόμος, με «αυθαίρετη» διαφοροποίηση από δικαστή σε δικαστή, χωρίς ισότητα νόμου. Ούτε οι εξαιρέσεις του νόμου, ως προς τις «μηδενικές καταβολές» ενεργοποιούνται. Το δικαστήριο «ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΕΙ» τα μέτρα που πρέπει να ισχύσουν μέχρι την οριστική κρίση του. Σκοπός είναι η προστασία της περιουσίας οφειλέτη εκ των πιστωτών του και υπέρ αυτών. Συνεπώς το «εύλογο» ή «μη» του ύψους προσωρινών καταβολών εντοπίζεται στη «ΔΗΛΩΣΗ» του οφειλέτη. Σε κάθε περίπτωση «μη εύλογης δήλωσης» το δικαστήριο δεν μπορεί να υπερβεί το όριο 10% του νόμου. Η δήλωση γίνεται με ευθύνη του οφειλέτη κι οι προσωρινές δόσεις συνυπολογίζονται κατά την οριστική κρίση. Έκδοση «μη νόμιμης προσωρινής διαταγής», που αντί να διαπιστώνει περιέχει «αυθαίρετη κρίση» αποτελεί και αυτή «αλλαγή πραγματικής κατάστασης» και τροποποιείται. ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΖΕΙ ως προς το ύψος προσωρινών καταβολών
 
Ειρηνοδικείο Αθηνών  491/ 2016.

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Αθηνών, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ.

Σύμφωνα με το αρθ. 781 ΚΠολΔ της εκούσιας δικαιοδοσίας, το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ύστερα από σχετικό αίτημα ή και αυτεπάγγελτα να εκδώσει προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, με την οποία διατάζει τα αναγκαία ασφαλιστικά μέτρα, έως την έκδοση της απόφασής του, για να εξασφαλιστεί ή διατηρηθεί δικαίωμα ή να ρυθμιστεί κατάσταση. Η άνω διάταξη, που αφορά «προσωρινή δικαστική προστασία» επιτελεί την ίδια λειτουργία με τη διάταξη §2 αρθ.691 ΚΠολΔ της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Δεν υπάρχει, όμως, δυνατότητα, να εφαρμοστεί εκ παραλλήλου η διαδικασία του τελευταίου άρθρου (βλ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΕρμΚΠολΔ, εκδ. 2000, τόμος ΙΙ, εισαγωγικές παρατηρήσεις στα αρθ. 739-866, σελ. 1459 και §§20,21 σελ. 1462, Μπέης: Τα όρια της προσωρινής δικαστικής προστασίας, 1980, 19- ΕφΑθ 270/1993 Δ 1993, 991).
Η εκούσια δικαιοδοσία βρίσκεται στο μεταίχμιο της διοικητικής λειτουργίας κι αφορά μεν ιδιωτικά δικαιώματα, όχι όμως πολιτών μεταξύ τους, αλλά με φορείς κρατικής εξουσίας, που δεν θα ήταν συνταγματικά ανεκτή η παραπομπή τους στη διοίκηση, προς επίλυση (παρότι για υποθέσεις, π.χ διαπιστωτικού χαρακτήρα, δεν θα δημιουργείτο πρόβλημα). Οι διαφορές αφορούν δημοσίου δικαίου αξίωση πολιτών κατά της πολιτείας, να προβεί σε διάπλαση ή διαπίστωση μιας έννομης σχέσης. Είναι φανερό, ότι αποτελούν «ειδική κατηγορία» υποθέσεων, όχι λόγω διαδικαστικών αποκλίσεων, αλλά φύσεως και σκοπού και στοιχειοθετούν εντελώς διαφορετικό αντικείμενο. Πρόκειται για «Ρυθμιστικά Μέτρα», που καλύπτονται από «τεκμήριο νομιμότητας», που καθιστά απρόσβλητο το κύρος τους. Λόγω του ότι παρασχέθηκε η εξουσία στα πολιτικά δικαστήρια για πρωτογενή ένδικη προστασία, χωρίς προϋφιστάμενη διαφορά, ενώ ελλείπει και το στοιχείο αμφισβήτησης, όπως το γνωρίζουμε, ως προς την ύπαρξη δικαιώματος ή έννομης σχέσης, χωρίς παράλληλα να υπάρχει προηγούμενη αυθεντική κρίση. Η καθιέρωση εκδίκασης τους από τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια υπαγορεύτηκαν από ανάγκη σημαντικές υποθέσεις προσωπικής κατάστασης, να περιβάλλονται με «αυξημένες εγγυήσεις». Εξ αιτίας της φύσης των υποθέσεων υπήρξε διαφοροποίηση στο χειρισμό τους, που δεν ήταν συνεπής ούτε με τη δικαιϊκή ενότητα, που διαπνέει τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ούτε το σκοπό που υπηρετουν οι διατάξεις, που αντιμετωπίστηκαν μεμονωμένα κι αποσπασματικά. Ενώ, η προσοχή τέθηκε στις διαφοροποιήσεις κι αποκλίσεις διαδικασίας και όχι στο σκοπό. Έτσι, οι αιτήσεις παροχής δικαστικής προστασίας «απορρίπτονταν»: α) αν εισάγονταν σε αναρμόδιο Δικαστήριο, χωρίς δυνατότητα παραπομπής, παρά την ύπαρξη του αρθ. 741 του κώδικα, που ορίζει εφαρμογή των γενικών διατάξεων κι ως προς αυτές (βλ. ΕφΑθ 3111/2000 ΕλλΔνη 2001, 1361- ΕφΑθ6033/1995 ΕλλΔνη 1996, 1148- αντίθετα ΕιρΑθ 764/2015, ΝΟΜΟΣ), β) αν εισάγονταν σε αρμόδιο δικαστήριο μεν, αλλά κατά εσφαλμένη διαδικασία αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (ΕφΑθ 6033/1995, ο.π ΜΠρΡοδ 523/2012, ΝΟΜΟΣ- ΜΠρΠειρ 3066/2013, Αρμ 2014, 495- ΕιρΛαρ 21/2006 ΕλλΔνη 2006, 410- ΜΠρΑθ 445/1990, ΝΟΜΟΣ- ΜΠρΠειρ 1183/1986), γ) παρότι, άρχισε να αναγνωρίζεται από μερίδα νομολογίας, ότι υποθέσεις αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, που εισήχθησαν στην εκούσια μπορούσαν να κρατηθούν και δικαστούν με προσήκουσα διαδικασία (βλ. ΠΠρΠειρ 1286/1991, ΝοΒ 1991, 1417- ΜπρΘεσ23721/2009ΑρχΝ 2009, 1868), το αντίθετο δεν ίσχυε για τη εκουσία κι οι υποθέσεις απορρίπτονταν (βλ. ΜΠρΡοδ 523/2012, ΝΟΜΟΣ-ΕφΑθ 3111/2000, ο.π- ΕφΑθ 6033/1995, ο.π- βλ. αντίθετα ΕφΑθ 16108/1988 ΕλλΔνη 1993, 1371- ΜονΠρΘεσ9312/2014 Αρμ 2014, 2097), δ) το ίδιο συνέβαινε κι ως προς την προσωρινή δικαστική προστασία και τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, σε περίπτωση εκ λάθους εισαγωγής των στη διαδικασία των αρθρ. 682-703 ΚΠολΔ (ΜΠρΑθ 1042/1983 ΕλλΔνη 1983, 154- ΜΚαλαμ 164/2001 Αρμ 2001, 697-ΜΠρΧαλκ254/1993, ΝΟΜΟΣ). Η τακτική οδηγούσε σε «ταλαιπωρία» εμπλεκόμενων, χρόνο, έξοδα, χωρίς να καταλήγει σε αποτέλεσμα και παρότι επικρινόταν από θεωρητικούς του δικαίου (βλ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα εκδ. 2000, εισαγωγικές παρατηρήσεις στα Ασφαλιστικά μέτρα σελ. 1315, βλ κι άποψη Κράνη και εισαγωγικές παρατηρήσεις στα αρθρ. 739-866 σελ. 1455 επ), άλλαζε πολύ αργά. Το βάρος ετίθετο στην «ακραία φορμαλιστική άποψη» τήρησης διαδικασίας, που όμως δεν ανάγεται σε διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης (βλ. Σινανιώτη, «Ειδικές Διαδικασίες» σελ. 11, Μπέης «Η ανίσχυρος διαδικαστική πράξη» σελ. 238), ούτε εξυπηρετεί σκοπό προστασίας δικαιωμάτων, που δεν προστατεύονταν.
Είναι σίγουρο, όμως, ότι το πολιτικό δικαστήριο που δικάζει κατά την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία δεν μπορεί να αποφανθεί κύρια ή και παρεμπιπτόντως για ζητήματα που υπάγονται στην εκούσια (βλ και Οικονομόπουλο Εισήγηση ΣχΠολΔ VII, 53), χωρίς, ωστόσο, να εμποδίζεται να εκδικάσει την υπόθεση κατά προσήκοντα τρόπο και διαδικασία. Όπως σίγουρο είναι, ότι υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας επιδιώκουσα λήψη προσωρινής δικαστικής προστασίας, που εισήχθη στην διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων αμφισβητούμενης, δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, αλλά δικάζεται, χωρίς να απαιτείται να παραπεμφθεί, για να δικαστεί σε άλλη δικάσιμο. Ενώ, ακόμη και η εγγραφή ή μη στο πινάκιο εκούσιας, όπου επιβάλλεται, δεν αποτελεί προέχον στοιχείο (βλ. ad hoc ΜΠρΑθ 12166/1997, Αρμ 1997, 940-ΜΠρΑθ 17571/1986, ΝΟΜΟΣ- ΜπρΧαλκ 2825/2007 Δ 2008, 169 - contra MΠρΑθ 1042/1983 Δ 1983, 154).
Τελευταία, διατυπώθηκε η αντίθετη άποψη, ότι ως προς την προσωρινή δικαστική προστασία οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας μπορούν να εκδικαστούν «εκ παραλλήλου» και με τις διατάξεις των αρθρ. 682-703 του κώδικα. Η πρακτική, που εν μέρει οφείλεται και σε ασάφειες και προχειρότητα νομοθετημάτων, παρίσταται, κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού, εξίσου μη ορθή, αλλά κι επικίνδυνη. Μπορεί εκ νέου να οδηγήσει σε σοβαρά σφάλματα, παρανοήσεις, «διπλές δίκες», μη «ισότητα» διαδίκων έναντι νόμου, έκδοση αντιφατικών αποφάσεων κι εκ νέου υποβάθμιση του ρόλου και σκοπού εκούσιας δικαιοδοσίας.
Έχοντας κατά νου ότι οι υποθέσεις, ακόμη κι αν φαίνονται διαφοροποιημένες, αποτελούν πάντα αίτηση πολίτη κατά κρατικής εξουσίας και λειτουργίας, πρέπει να αναφέρουμε τους λόγους που έκαναν επιβεβλημένη την έκδοση και θέση σε ισχύ του Ν.3869/2010 «περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις». Ώστε να κατανοηθούν οι διατάξεις, οι σκοποί, που εξυπηρετεί, αν επιτυγχάνονται, αλλά και το γεγονός που λησμονούν αρκετοί: Οι υποθέσεις δεν είναι συγκεκριμένων «οφειλετών» κατά «πιστωτών», αλλά πολιτών κατά της πολιτείας. Αφορούν μεγάλες μάζες ανθρώπων, που επλήγησαν, όχι μόνο λόγω δικών τους λαθών ή των πιστωτών τους, διότι τότε δεν προκαλείται «γενικευμένη κρίση», αλλά κύρια και πρωταρχικά από αποφάσεις, σχεδιασμό, έλλειψη προγραμματισμού κι ελέγχου κρατικών οργάνων της πολιτείας. Είναι γνωστό και στην πολιτεία μας, που πτώχευσε 5 φορές και σε άλλες πολιτείες, ότι το φαινόμενο, που επαναλαμβάνεται, οφειλόταν πάντα σε αλλαγές οικονομικών σχεδιασμών. Αντίστοιχοι νόμοι, σαφώς πιο βελτιωμένοι και γενικευμένοι, υπήρξαν στο Αγγλικό Δίκαιο, ήδη πριν το 1830. Το 1834 υπήρξε τροποποίηση του ισχύοντα νόμου περί φτώχειας (Poor Law Amendment 1834), ενώ 30% του πληθυσμού ζούσε κάτω από το όριο αυτό, λόγω αλλαγών στην αγροτική εκμετάλλευση, τη νέα αγροτική επανάσταση «περίκλειστης γης» (Enclosure Acts) και τις τεχνολογικές ανακαλύψεις, που ζητούσαν μεγαλύτερες περικλείσεις γης, που τρεπόταν σε εμπορευματικό αγαθό. Οι αλλαγές σήμαιναν 1,25 εκατομμύρια ανθρώπων σε μόνιμη αδυναμία, να καλύψουν άμεσες ανάγκες τους. Επίσημη μελέτη του ΔΝΤ (Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου), που δημιουργήθηκε κατά το χρονικό διάστημα της σύσκεψης στις ΗΠΑ, που είναι γνωστή ως «Bretton Woods», μέτρησε 257 χρεωκοπίες κρατών των ετών 1824-2004. Προηγούμενα (1500-1800) στη δίνη βρέθηκαν οι λεγόμενες μεγάλες δυνάμεις. Το διάστημα 1820- 1870 συστήθηκαν επιτροπές δανειστών, που διαπραγματεύονταν με τις κυβερνήσεις χρεοκοπημένων κρατών, για επίτευξη διακανονισμού χρέους. Από το 1870 μέχρι τον Α παγκόσμιο πόλεμο, ως πρακτική κρατών με τους δανειστές τους, κυριάρχησε η μεταφορά, προς τους δανειστές, δημόσιας περιουσίας κρατικής και των σιδηροδρομικών δικτύων ή ροών εισοδήματος, όπως «φόροι, τέλη». Η πρακτική εγκαταλείφθηκε, ως μη οδηγούσα σε βελτίωση. Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου 17 χώρες κήρυξαν «χρεοστάσιο» στα εξωτερικά τους δάνεια, που δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν, τα έτη 1932-1936. Άλλες 7 έκαναν το ίδιο και για τον εσωτερικό τους δανεισμό. Από το 1973 κι εντεύθεν, παρότι έλλειπαν οι γενικές πολεμικές συρράξεις, άλλαξε η φιλοσοφία και πρακτική της οικονομίας. Είχαν εγκαταλειφθεί ήδη, όχι μόνο οι αρχές διαχείρισης της οικονομίας, που κρατούσαν, με εγκατάλειψη του «κανόνα του χρυσού», του συστήματος σταθερών νομισματικών ισοτιμιών (Bretton Woods), που αντικαταστάθηκε από σύστημα «μεταβλητών ισοτιμιών», αλλά το κεφάλαιο αποδεσμεύτηκε από την «παραγωγική διαδικασία». Στη θέση της υπεισήλθε «το χρηματιστηριακό προϊόν» ή «χρηματιστικοποίηση» (FINANCIALIZATION) οικονομιών, με υπερπαραγωγή «πλασματικού κεφαλαίου» με μορφή μετοχών, ομολογιών, αμοιβαίων κεφαλαίων, παραγώγων κ.α (options, futures, swaps, junk bonds, hedge funds, cdo, cds κ.α) καταλήγοντας «αυτοσκοπός», οδηγώντας σε παντοδυναμία «αγορών». Το 2010, σύμφωνα με την «Τράπεζα Διεθνούς Διακανονισμού» (BIS), τα πράγματα είχαν εκτραχυνθεί: H αξία των χρηματιστηριακών προϊόντων ανερχόταν σε 1032 τρισεκατομμύρια δολάρια, τη στιγμή, που τον ίδιο χρόνο το «παγκόσμιο ΑΕΠ» ήταν μόλις 62 τρισεκατομμύρια δολάρια!! Ως υπόθεση εργασίας, «φούσκα» χαρτιών κι «εικονικών αξιών» χωρίς αντίκρισμα, μη εξασφαλίζοντας καμία απόδοση στους κατόχους χαρτιών, μοιραία «εξερράγη». Το 2008 η αρχή έγινε με τη «Leman Brothers», που πτώχευσε και προκάλεσε χρηματοπιστωτική κρίση, που δεν άργησε να εξαπλωθεί σε όλες τις χώρες της Ε.Ε (Ευρωπαϊκής Ένωσης). Οι αλλαγές αυτές προκάλεσαν αναγκαστική κρίση στο «κοινωνικό κράτος», που κατηγορήθηκε, όχι άδικα, ως παράγοντας της ίδιας της κρίσης. Δεν κατάφερε να διαμορφώσει υγιείς συνήθειες στο λαό κι ομαλές συνθήκες ανάπτυξης, που ανακόπτουν τέτοιες φιλοσοφίες και πρακτικές, αλλά και στη συνέχεια. Γιατί, ως γνωστό, ο δρόμος και το αποτέλεσμα αποτελούν κρατικές αποφάσεις, ενώ και τους πόρους διαχειρίζεται το κράτος κι ως εκ τούτου ευθύνεται ως «ο διαχειριστής». Στην πορεία λήφθηκαν αποφάσεις διαχείρισης «αδυναμίας εξόφλησης δανείων», είτε ως αναδιάρθρωση χρέους (μετάθεση ημερομηνίας καταβολών), είτε «Hair cut», με μια σειρά αποφάσεων καταστροφικών, που δεν οδηγούν σε ανάκαμψη, αλλά και στερούν πόρους πλουτοπαραγωγικούς από τη χώρα. Παρότι είναι προφανές ότι ανάπτυξη και πλούτος παράγεται από το ίδιο το περιβάλλον με τους πόρους του, την ανθρώπινη δραστηριότητα και τις συνθήκες που επικρατούν. Το ίδιο το χρήμα δεν παράγει πλούτο, παρά μέχρι να μαζευτεί όποιο συσσωρευμένο σταθερό κεφάλαιο ανθρώπινης αποταμιευτικής δραστηριότητας μένει αδρανές, όπως συμβαίνει ήδη με τα χρήματα των ασφαλιστικών ταμείων, για τα οποία πολύς λόγος γίνεται, που θα τραπούν σε χρηματιστηριακό προϊόν και θα εξανεμιστούν. Οι αποφάσεις ως προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής υπονομεύουν την ανάπτυξη κι απορυθμίζουν την οικονομία, τα επιτόκια, τιτλοποιούν μη εμπορεύσιμα στοιχεία κι αποτελούν φραγμό κάθε υγιούς δραστηριότητας.
Με τα δεδομένα αυτά και υπό καταστάσεις ακραίες, που ήταν σίγουρες, εκδόθηκε και ο Ν.3869/10 που αντιμετωπίζει όμοια: «πολίτες που δεν έχουν εισοδήματα», όχι για να αποπληρώσουν τα χρέη τους, αλλά για να επιβιώσουν, «πολίτες που έχουν περιορισμένα εισοδήματα», που τους επιτρέπει να επιβιώνουν με δυσκολία, αλλά δεν μπορούν να καταβάλλουν, παρά περιορισμένα ή καθόλου, τις οφειλές τους, «πολίτες που έχουν εισοδήματα», που τους επιτρέπει να επιβιώνουν άνετα, αλλά και να καταβάλλουν τα χρέη τους και «πολίτες που δεν ελέγχθηκε, ούτε μπορεί» από το κράτος η πραγματική εισοδηματική τους κατάσταση!! Όλοι αυτοί τέθηκαν στο ίδιο «τσουβάλι», που μεταφέρθηκε σε δικαστές πρώτου βαθμού, να κρίνουν «εκ των ενόντων»!! Παρότι, μη έχοντες οι τελευταίοι ούτε γνώσεις οικονομικών- μαθηματικών μεγεθών, ούτε βοήθεια. Χωρίς υποδομή, χωρίς τεχνοκράτες, χωρίς λογιστές, που έπρεπε να απασχολήσει και μισθοδοτήσει το κράτος κι εξ ανάγκης. Κυρίως χωρίς να υπάρξει κανείς «Λογιστικός Έλεγχος Χρέους» από την ίδια την πολιτεία, καμία επιτροπή ελέγχου, καμία εκπόνηση σοβαρής στατιστικής μελέτης, καμία αλλαγή σχεδιασμού και νοοτροπίας. Αυτά δεν αποτελούσαν έργο των δικαστηρίων, αλλά πρωταρχικά της πολιτείας. Έρχονται μετά τα δικαστήρια να κρίνουν «συγκεκριμένα» επί ατομικών περιπτώσεων, τη στιγμή που όλα είναι «άγνωστα» ρευστά και συγκεχυμένα, χωρίς να γνωρίζουμε, όπως και η ίδια η πολιτεία, ούτε πόσες επιχειρήσεις ήταν υγιείς και έκλεισαν λόγω κρίσης, ούτε πόσες έκλεισαν δικαίως, ούτε πόσες πτώχευσαν γιατί πλούτισαν οι μέτοχοι, ούτε πόσοι πολίτες έχασαν τη δυνατότητα εργασίας τους. Ενώ, στους εναπομείναντες πολίτες κι επιχειρήσεις επιβάλλονται δυσβάστακτοι φόροι κι αντιμετωπίζονται ως «κουμπαράς» ελλειμματικού κρατικού προϋπολογισμού σε καταστροφική πορεία «ελεύθερης πτώσης». Όλα αυτά έχουν περιορισμένο χρονικό ορίζοντα και αμφίβολα αποτελέσματα. Συνεπώς, παρά τις προσπάθειες δικαστηρίων, τις αλλαγές του νόμου, λόγω πιέσεων, την πλημμύρα υποθέσεων, δεν λύνονται προβλήματα. Αφού δεν αντιμετωπίστηκαν σοβαρά. Κανείς νόμος, ούτε ο προκείμενος, ούτε άλλος μπορούν να επιφέρουν σημαντικές αλλαγές, αλλά πρόσκαιρες, τυχαίες και όχι εύλογες και δίκαιες.
Με γνωστά τα αίτια της έκδοσης του νόμου ας έρθουμε στις επιμέρους διατάξεις του. Σύμφωνα με το άρθρο 5 § 2 εδ.α του Ν.3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το αρθ. 13 Ν.4161/2013, πριν τις αλλαγές που δέχτηκε πιο πρόσφατα, αν δεν επέλθει συμβιβασμός του οφειλέτη, που προσέφυγε στην ένταξή των οφειλών του στον άνω νόμο, με τους πιστωτές του και επικύρωση από το δικαστή, ο Ειρηνοδίκης αποφασίζει κατά την ημέρα της επικύρωσης, κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη ή πιστωτή ή και αυτεπαγγέλτως, την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του, καθώς και την καταβολή μηνιαίων δόσεων, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης, οι οποίες κατανέμονται συμμέτρως στους πιστωτές, εφόσον πρόκειται για καταβολές του αρθρ. 8 § 2, ή σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο αρθ.9 § 2. Κατά το εδ. β της § 2, οι μηνιαίες καταβολές από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, συνυπολογίζονται στο χρονικό διάστημα καταβολών του αρθρ. 8 § 2 ή αρθ. 9 § 2 αντίστοιχα. Κατά το εδ. 3 της § 2 του άρθρου, το ποσό των τελευταίων ενήμερων μηνιαίων καταβολών θα πρέπει να είναι εύλογο με βάση την οικονομική κατάσταση του αιτούντα, ωστόσο δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 10% των μηνιαίων δόσεων, που όφειλε να καταβάλλει σε όλους τους δανειστές μέχρι τη στιγμή της υποβολής της αίτησης, το δε ελάχιστο ποσό καταβολής συνολικά στους δανειστές ανέρχεται σε 40,00€ μηνιαίως. Κατά το εδ. 4 της § 2 του άρθρου, εξαίρεση στο παραπάνω όριο υφίσταται, αν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις της § 5 του άρθρου 8 του νόμου, περίπτωση κατά την οποία ορίζεται από τον Ειρηνοδίκη χαμηλότερη ή μηδενική δόση. Το δε αρθ. 8 και η § 5 αυτού ορίζει, ότι «Σε περίπτωση που εξαιτίας εξαιρετικών περιστάσεων, όπως χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλων λόγων ιδίας τουλάχιστον βαρύτητας, προσδιορίζονται με την απόφαση μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές, το δικαστήριο μπορεί με την ίδια απόφαση να ορίσει, όχι νωρίτερα από πέντε μήνες, νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών. Τέλος, σύμφωνα με την § 1 του αρθ. 19 Ν. 4161/2013 η υποχρέωση καταβολής των μηνιαίων καταβολών που προβλέπονται στην παρ.2 του άρθρου 5 του ν 3869/10 εφαρμόζεται και για εκκρεμούσες αιτήσεις κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου (4161/13). Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης επιλέγει ελευθέρως το ποσό καταβολής στο πλαίσιο που ορίζει το αρθ. 5 παρ.2 του ν 3869/10…»
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο, δηλώνεται ότι προβλέπεται η έκδοση προσωρινής διαταγής από τον αρμόδιο Ειρηνοδίκη, αναστολής διώξεων στην περιουσία του οφειλέτη, ώστε να διασφαλιστεί αφενός η προστασία της, εκ μέρους των πιστωτών του, αλλά και το αμετάβλητο αυτής και υπέρ των πιστωτών, μέχρι την οριστική κρίση της αίτησης, να μη προβεί, δηλαδή, ο οφειλέτης σε εκποίηση καταδολιευτική. Αυτός είναι ο κύριος σκοπός. Γίνεται, όμως, φανερό το γιατί τμήμα νομολογίας προσέφυγε στις διατάξεις κοινών ασφαλιστικών μέτρων για την έκδοση προσωρινής διάταξης. Διότι οι διατάξεις του νόμου κάθε άλλο παρά επιτυχείς είναι. Πέραν των όχι εύλογων ρυθμίσεων, οι όροι των εξαιρέσεων, που προβλέπονται στο αρθρ. 8 § 5 του νόμου, μετά από κρίση του δικαστή, δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί πριν την «κρίση της υπόθεσης» της κύριας αίτησης του οφειλέτη. Από ότι παρατηρούμε οι εξαιρέσεις αναφέρονται σε «απόφαση» κι όχι προσωρινή διάταξη. Οι προσωρινές διατάξεις και δη σε υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας περιορίζονται σε «διαπίστωση εκ των ενόντων», όχι κρίση κι αυτό καθίσταται πιο προφανές λόγω της υπαγωγής όλων των περιπτώσεων κι όλων των ειδών των οφειλετών στον ίδιο νόμο, πριν από κάθε κρίση της υπόθεσης. Έτσι, εξηγείται κι η άποψη μερίδας της νομολογίας για την προσφυγή στις διατάξεις κοινών ασφαλιστικών μέτρων (βλ. ΕιρΓιαννιτ 11/2015, ΕιρΘεσ6470/2014, ΕιρΣερρ 9/2015, ΕιρΘεσ210/2014, ΕιρΑμαρ 1331/2013, ΝΟΜΟΣ και contra ΕιρΚορινθ 1131/2013 και ΕφΛαρ 74/2013, ΝΟΜΟΣ), που ούτε αυτή λύνει το πρόβλημα. Συνεπώς, η μόνη λύση, αφού δεν υπάρχει άλλη, είναι να εφαρμοστεί και στην προκείμενη περίπτωση μόνο η «διαπίστωση» επί του εύλογου ή μη της δήλωσης του οφειλέτη, ως προς το ποσό καταβολής των προσωρινών δόσεων, που δηλώνει ότι μπορεί να καταβάλλει μέχρι την κρίση της υπόθεσης, εφόσον ο νόμος κι ο νομοθέτης δεν παρέχουν άλλη πρόσφορη επί του θέματος. Άλλωστε, ο κύριος σκοπός είναι να «εξασφαλιστεί η περιουσία» του οφειλέτη, όποια είναι αυτή, μέχρι την οριστική κρίση. Ενώ, πρέπει να αποκλειστεί η προσφυγή στις κοινές διατάξεις ασφαλιστικών μέτρων, για όσους λόγους αναφέρθηκαν. Τα δε αντίθετα επιχειρήματα δεν είναι πειστικά. Το αρθρ. 781 ΚΠολΔ, δηλαδή, που αναφέρθηκε δηλώνει την ομοιότητα της ρύθμισης με τα λοιπά ασφαλιστικά μέτρα και όχι το ανάποδο. Από την ίδια τη διάταξη εμφαίνεται ότι αναφέρεται σε «πράξη» που εκδίδει ο δικαστής και «καταχωρίζεται στα πρακτικά» κι όχι απόφαση. Εξίσου προφανές είναι ότι η διάταξη αναφέρεται στο δικαστήριο «που δικάζει την αίτηση», υπό την έννοια της αρμοδιότητας, χωρίς να απαγορεύεται η έκδοση προσωρινής διαταγής πριν την εξέταση της «κύριας αίτησης». Τέλος η ισχύς της «προσωρινής διαταγής», κατά όποια διαδικασία κι αν εκδόθηκε, είναι δεδομένη, ως δικαστική επιταγή. Οι προσωρινές διαταγές δικαστηρίων περιλαμβάνονται, κατά μια άποψη στην κατηγορία εκτελεστών τίτλων αρθρ.904 ΚΠολΔ, υπό στοιχ. Ζ, εφόσον δεν είναι διαπλαστικές και περιέχουν καταψηφιστικές διατάξεις ή απαγορεύσεις (Μπρίνιας ο.π, αρθ. 904§28, σελ. 81- ΜΠρΣπαρ 73/1980 ΕλλΔνη 1981, 58). Κατά άλλη άποψη περιέχονται στο υπό στοιχ. α του άρθρου. Στην προκείμενη περίπτωση οι διατάξεις δεν είναι διαπλαστικές, αφού η υπόθεση δεν κρίθηκε, αλλά διαπιστωτικές, που είναι «επιταγές» για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν άμεσα για διατήρηση της περιουσίας του οφειλέτη, μέχρι την οριστική κρίση. Η εκτελεστότητα, δε, δεν συγχέεται με το χρόνο ισχύος προσωρινών διαταγών, που εξικνείται μόνο μέχρι την οριστική κρίση της υπόθεσης. Ανακαλούνται ή μεταρρυθμίζονται οι διατάξεις αυτές όπως και εκείνες των κοινών ασφαλιστικών μέτρων, αλλά με βάση τα άρθρα 741 επ, 781, 758 ΚΠολΔ (στο οποίο παραπέμπει ρητά και το αρθ. 5§2 τελ.εδ. Ν 3869/10, όπως αντικαταστάθηκε με ν.4161/13). Η αντίθετη άποψη- κατασκευή, μέρους νομολογίας, που ως προς μεν τη διαδικασία ανάκλησης καταφεύγει στα ασφαλιστικά μέτρα (αρθρ. 682 επ), αλλά ως προς τις προϋποθέσεις στην παρ.2 του αρθρ. 781 που ορίζει, ότι «το δικαστήριο ανακαλεί οποτεδήποτε, ακόμη και αυτεπαγγέλτως την προσωρινή διαταγή του», βρίσκοντας ότι ανακαλούνται χωρίς προϋποθέσεις, είναι μη ορθή. Η παρ. 2 αναφέρεται στο χρόνο ανάκλησης, όχι στους λόγους, που αναφέρονται στο αρθ. 758, ισχύουν για ανάκληση ή μεταρρύθμιση απόφασης και αναλογικά εφαρμόζονται κι ως προς την ανάκληση ή μεταρρύθμιση προσωρινών διαταγών (βλ ΕιρΑλεξ 13/2014, ΕιρΚορ 1354/2013, ΕιρΚορ 1131/13, ΜΠρΘεσ 14679/2012, ΝΟΜΟΣ). Ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή μεταρρυθμίζονται οι προσωρινές διατάξεις: α) αν προέκυψαν νέα πραγματικά περιστατικά και β) αν μεταβλήθηκαν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν. Η πρώτη προϋπόθεση εκλαμβάνει ως «νέα περιστατικά», όχι μόνο τα οψιγενή, αλλά και όσα υπήρχαν και δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, χωρίς να εξετάζεται ο λόγος ή η υπαιτιότητα ακόμη και του ίδιου του αιτούντα (βλ ΑΠ 1133/1994 ΕλλΔνη 1996, 1069-ΕφΛαρ 74/2013-ΕφΠειρ 104/2013- ΜΠρΚορ 187/2014, ΕιρΣερ 71/2013). Ενώ, η δεύτερη περιλαμβάνει κάθε πραγματική κατάσταση, που επιφέρει μεταβολή στις συνθήκες που ίσχυαν, κατά τη λήψη απόφασης ή ασφαλιστικών μέτρων διασφάλισης της περιουσίας οφειλέτη. Ως τέτοια, δε, θεωρείται ορθά και η μεταβολή νόμου. Την αίτηση ανάκλησης δικαιούνται να ασκήσουν μόνο οι διάδικοι αρχικής δίκης (ΕφΑθ 672/1993 ΕλλΔνη 1993, 1360) ή και οι καθολικοί τους διάδοχοι και όχι τρίτοι, που δεν μετείχαν, κι εκδικάζεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση ή την προσωρινή διαταγή, που ανακαλείται. Στη δίκη καλούνται υποχρεωτικά οι διάδικοι της πρώτης δίκης.
Με την προκείμενη αίτησή του, που εισήχθη στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων των αρθ. 696 ΚΠολΔ, με τα σ’ αυτή εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, επιδιώκει ο αιτών, που είναι αυτοκινητιστής εκμεταλευόμενος ταξί, για την αγορά του οποίου έλαβε δάνειο από τις καθ ων η αίτηση, που κλήθηκαν στη δίκη, να ανακληθεί εν μέρει, άλλως μεταρρυθμισθεί, η από 27/11/2015 «προσωρινή διαταγή», που εκδόθηκε από την αρμόδια Ειρηνοδίκη, επί της από 23/12/14 και αριθ. κατ. 9417/14 αιτήσεώς του εκούσιας δικαιοδοσίας, που υπέβαλλε στο δικαστήριο αυτό, σύμφωνα με το Ν. 3869/2010, διότι περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία καταβολής των χρεών του και αποφάνθηκε, ότι πρέπει να καταβάλλει στην α καθ ης και μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης το ποσό των 400,00€ μηνιαίως, λόγω νέων περιστατικών, όπως αυτά αναφέρονται στην αίτησή του, που προέκυψαν μετά την εκδίκαση της προσωρινής διαταγής, εξαιτίας των οποίων αδυνατεί να καταβάλλει το άνω ποσό, αλλά μπορεί να καταβάλλει στην πρώτη καθ ης τράπεζα μόνο το ποσό των 100,00€.
Έτσι έχουσα η αίτηση αρμόδια φέρεται στο δικαστήριο αυτό, αρθ.3 του Ν. 3869/2010, που εξέδωσε την προηγούμενη προσωρινή διαταγή, της οποίας ζητείται η ανάκληση, εισάγεται όμως κατά τις διατάξεις των αρθ. 682-703 ΚΠολΔ, παρότι είναι υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας και θα πρέπει να διακρατηθεί και δικαστεί με τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας των αρθρ 740 επ, 781§1 και 758 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η αίτηση είναι ορισμένη κατά τις ειδικότερες διατάξεις των αρθρ. 1,2,3, 4, 5, 6, 8 του Ν.3869/10, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.4161/2013 και θα εξεταστεί στην ουσία της.

Από όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αιτών, ομολογίες, που περιλαμβάνονται στα σημειώματά τους, και όλη γενικά τη διαδικασία ΔΙΑΠΙΣΤΩΘΗΚΑΝ, από το δικαστήριο, κατά την κρίση του, τα εξής:
O αιτών είναι ιδιοκτήτης αυτ/του «ταξί», που εκμεταλλεύεται κι εξ αυτού αποκερδαίνει τα απαραίτητα για την διαβίωσή του, που ανέρχονται, κατά τα έγγραφα της Δ.Ο.Υ, που προσκομίζει, στο ποσό των 509,23€ περίπου μηνιαίως (6.111,00€ το έτος) και κατά δήλωσή του 800,00€ μηνιαίως. Η σύζυγός του, δε, που είναι ιδιωτική υπάλληλος λαμβάνει το ποσό των 1.277,29€ μηνιαία, όπως προκύπτει και πάλι από τις δηλώσεις στην οικεία Δ.Ο.Υ. Συνολικά, δηλαδή, με βάση τα έγγραφα κι όσα αναφέρουν έχουν συνολικό οικογενειακό εισόδημα 27.482,06 €, ενώ δεν καταβάλλουν και ενοίκιο, διότι το σπίτι που διαμένουν τους το παραχωρεί ο πατέρας του αιτούντα. Ο αιτών έλαβε από την πρώτη καθ ης, Τράπεζα ..., δάνειο, το 2007, για την αγορά αδείας ταξί και ταξί, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε τοκοχρεωλύσιες μηνιαίες δόσεις κι οφείλει στην άνω τράπεζα το ποσό των 226.389,29€ για κεφάλαιο και ποσό 1.756,04€ για τόκους. Το 2008 υπέστην ατύχημα και το μεταχειρισμένο ταξί, που είχε αγοράσει υπέστη ολοσχερή καταστροφή. Με τα χρήματα της ασφάλειας αγόρασε το 2009 νέο όχημα, που το 2014 υπέστη σοβαρότατο μηχανικό πρόβλημα, που το καθιστούσε αδύνατο να κυκλοφορήσει κι έτσι έλαβε από την β καθ ης Ανώνυμη Τραπεζική εταιρεία «...», το ίδιο έτος, δάνειο ύψους 15.508,16€. Λόγω της κρίσης μειώθηκαν οι πελάτες του και τα έσοδα εκ της εργασίας του, αλλά άλλαξε και η κατάστασή του. Νυμφεύτηκε τη σύζυγό του και αυξήθηκαν οι οικογενειακές ανάγκες κι υποχρεώσεις του, οπότε και περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία να καταβάλλει την οφειλόμενη δόση στις 2 παραπάνω τράπεζες. Έτσι, υπέβαλλε αίτηση στο Δικαστήριο αυτό, στις 29/12/14, που προσδιορίστηκε για εκδίκαση το 2021 και αίτημα για έκδοση προσωρινής διαταγής. Κατά τη συζήτηση της προσωρινής διαταγής, ενώ το δάνειο, που όφειλε ο αιτών στην β καθ ης τράπεζα δεν μπορούσε να ρυθμιστεί και αυτό, αφού με βάση το νόμο εξαιρείτο, έχοντας αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αίτησης, τέθηκαν υπόψη του δικαστή οι παρούσες τότε συνθήκες διαβίωσης του αιτούντα. Το δικαστήριο, παρά το αίτημα του αιτούντα ότι στην α καθ ης μπορούσε να καταβάλλει το ποσό των 200,00€ και στη β 80,00€ και συνολικά 280,00€, που αποτελούσε το 10% των ενήμερων δόσεων, του επέβαλλε να καταβάλλει ποσό 400,00€, μόνο στην α καθ ης. Διότι, ως προς τη β συνεχίζει να καταβάλλει το ποσό των 299,80€, που είναι η συμφωνηθείσα μεταξύ τους δόση. Όπως, άλλωστε, αναγράφηκε στο τέλος της προσωρινής διαταγής, ότι εξαιρείται, το χρέος αυτό. Η προσωρινή διαταγή, δε, εμφανίζει και εκ παραδρομής λάθος, αφού αναφέρει στο κάτω μέρος της ότι το χρέος της β των καθ ων δεν ρυθμίζεται, αλλά επιβάλλει παράλληλα μηνιαία καταβολή του άνω ποσού από 1/12/15, συμμέτρως στις 2 πιστώτριες. Η μηνιαία τελευταία ενήμερη δόση του αιτούντα ως προς την α καθ ης ανέρχεται στα 1.833,00€ και το 10% στα 183,00€. Κατά την άποψη του δικαστηρίου αυτού, δε, η λανθασμένη προσωρινή διαταγή, εκ της οποίας δεν προκύπτει προσωρινό ή άλλο δεδικασμένο ανακαλείται ή τροποποιείται και «αυτεπάγγελτα» από το δικαστήριο, ενώ υπάγεται και αυτή σε πραγματική κατάσταση, που επιφέρει μεταβολή στις «ισχύουσες συνθήκες». Πέραν αυτών, ο αιτών υποστηρίζει ότι υπέστη μετά τη γέννηση του παιδιού του, που τότε ήταν αγέννητο, και διαπιστώθηκε ότι υποφέρει από «αλλεργία» στην πρωτεΐνη του γάλακτος, αύξηση εξόδων. Διότι, αγοράζει «ειδικό γάλα» πιο ακριβό από το κανονικό, ενώ υπάρχουν και έξοδα για γιατρό, που παρακολουθεί το παιδί. Ωστόσο, αυτά αναφέρονται όλως αορίστως, ενώ κάποια έξοδα καλύπτονται από κρατικό φορέα υγείας, αφού η σύζυγός του είναι ασφαλισμένη. Ήδη, δε, η αλλαγή στην καταβολή της δόσης προς την καθ ης, από το ύψος των 400,00€, που όρισε η προσωρινή διαταγή, χωρίς αναφορά των λόγων προς αυτή την πρόκριση, στο όριο του 10% της ενήμερης δόσης, που ορίζει ο νόμος δηλαδή στα 183,00€ είναι αρκετή ανερχόμενη στα 60% και υπερκαλύπτει την όποια αύξηση εξόδων υπέστη ο αιτών, που άλλωστε θα κρατήσει κάποιους μήνες, μέχρι το παιδί να αρχίσει να τρώει άλλες τροφές.
Κατ ακολουθία, πρέπει να απορριφθούν οι εναντίον ισχυρισμοί και ενστάσεις της α καθ ης τράπεζας, ως προς ορισμό υψηλότερου ποσού μηνιαίων προσωρινών καταβολών, για όσους λόγους αναφέρθηκαν, ενώ δεν υπάρχει «αυθεντική κρίση» του δικαστηρίου προς αυτό και να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση, αφού διαπιστώνεται η αλλαγή συνθηκών, με βάση τις οποίες αποφάνθηκε το δικαστήριο, που χορήγησε την προσωρινή διαταγή. Ενώ, ως προς τη β καθ ης δεν επέρχεται αποτέλεσμα, αλλά κλήθηκε ως αναφερόμενη διάδικος της κύριας δίκης. Τέλος δεν θα επιδικαστεί δικαστική δαπάνη, λόγω ισχύος του αρθ. 8 § 6 του Ν. 3869/2010
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων
Αποφαίνεται ότι η αίτηση δεν αφορά την β των καθ ων τραπεζική εταιρεία, της οποίας δεν ρυθμίζεται η οφειλή του αιτούντα, που περιλήφθηκε στην κύρια αίτησή του ρύθμισης χρεών.
Δέχεται εν μέρει την αίτηση.
Μεταρρυθμίζει την από 27/11/2015 προσωρινή διαταγή, που εκδόθηκε επί της από 29/12/2014 και αριθ. κατ. 9417/2014, κύριας αίτησης ρύθμισης οφειλών του, που εκκρεμεί για εκδίκαση ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, μόνο όσον αφορά τις προσωρινές καταβολές του αιτούντα, προς την πρώτη εκ των πιστωτών του, την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «...» και Ορίζει εκάστη προσωρινή μηνιαία καταβολή από τον αιτούντα στην αμέσως παραπάνω αναφερόμενη πιστώτρια του, από 1/8/16 και εφεξής, στο ποσό των 183,00€ μηνιαίως, που θα καταβάλλεται στο πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, μέχρι την οριστική εκδίκαση της κύριας δίκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis