Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

Δυσφήμιση, εξύβριση, πλάνη, αναίρεση, εξωτερικοί όροι αξιόποινου, αρχή της δίκαιης δίκης.

Περίληψη. Καταδίκη για απλή δυσφήμιση. Αρση του αξιοποίνου και όχι του άδικου χαρακτήρα της πράξεως σε περίπτωση που το επικληθέν γεγονός είναι αληθινό (άρθ. 366 ΠΚ). Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του θιγόμενου. Διάκριση της εξύβρισης από την απλή δυσφήμιση. Πραγματικά περιστατικά. Διάδοση γεγονότος από την κατηγορουμένη ενώπιον κοινού που βρισκόταν στην είσοδο Δικαστικού Μεγάρου εις βάρος της νυν εγκαλούσας - δικηγόρου περί υπεξαγωγής από την τελευταία δικογράφου προτάσεων, ενώ στην πραγματικότητα το δικόγραφο δεν είχε υπεξαχθεί, αλλά εκ παραδρομής είχε παραδοθεί από το γραμματέα στην εγκαλούσα. Πλάνη της κατηγορουμένης ως προς την αλήθεια του γεγονότος, καθ΄όσον είχε την εντύπωση πως το αναφερθέν από αυτήν γεγονός ήταν αληθές.

Καταδίκη ως εκ τούτου, όχι για συκοφαντική δυσφήμιση, αλλά για απλή δυσφήμιση, αφού το γεγονός αυτό μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή της. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Απόλυτη ακυρότητα. Υπεράσπιση - υπερασπίσεως δικαιώματα. Αίτημα περί μεταβολής της κατηγορίας από απλή δυσφήμιση σε εξύβριση. Αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι στις φράσεις της κατηγορουμένης δεν περιέχεται περιφρόνηση απέναντι στο πρόσωπο της νυν εγκαλούσας, αλλά ισχυρισμός περί γεγονότος. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Πραγματική πλάνη. Πραγματική πλάνη ως αντίστροφη όψη του δόλου με συνέπεια τον μη καταλογισμό της πράξης. Δεκτός πρωτοδίκως ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης μόνο ως προς το μη ψευδές του ισχυρισμού, με αποτέλεσμα να καταδικασθεί κατ΄ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από συκοφαντική δυσφήμιση σε απλή δυσφήμιση. Απαραδέκτως προβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο, αφού ναι μεν η κατηγορουμένη είχε την εσφαλμένη πεποίθηση ότι το γεγονός που ισχυρίστηκε ήταν αληθές, ωστόσο αυτό μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας.
  
Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα Ζ',  606/ 2016.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.

Κατά το άρθρο 514 εδ. γ’ του ΚΠοινΔ "δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται". Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτώς ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, Μ. Π., με δηλώσεις της ενώπιον της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί, στις 1-10-2015 και στις 8-10-2015 άσκησε τις υπό κρίση δύο αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 1045/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, καθώς και προσθέτους λόγους, που κατατέθηκαν νομοτύπως. Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της υπό της αναιρεσείουσας ασκηθείσης πρώτης ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, η δεύτερη αίτηση, στρεφομένη κατά της αυτής αποφάσεως είναι παραδεκτή και γι αυτό οι αιτήσεις πρέπει να συνεκδικασθούν

Κατά το άρθρο 362 εδ. α’ του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της "απλής δυσφημήσεως" απαιτούνται, αντικειμενικώς, ισχυρισμός ενώπιον τρίτου ή διάδοση για κάποιον άλλον γεγονότος, το οποίο είναι πρόσφορο (κατάλληλο, επιτήδειο) κατ’ αντικειμενική κρίση (την κοινή αντίληψη) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχομένου δόλου (της αμφιβολίας), ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε, τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί σε τέτοιο βλαπτικό της τιμής ή της υπόληψης ισχυρισμό ή διάδοση. Δεν απαιτείται γνώση της αναληθείας, ενώ η πεποίθηση του δράστη περί την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος δεν αποκλείει τον δόλο. (ΑΠ 798/ 2012). Κατά το άρθρο 363 του ΠΚ, αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι εάν ο δράστης δεν τελούσε σε γνώση του ψεύδους ή είχε αμφιβολίες περί αυτού, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 1 ΠΚ: "Αν το γεγονός του άρθρου 362 είναι αληθινό, η πράξη μένει ατιμώρητη. Η απόδειξη όμως της αλήθειας του γεγονότος απαγορεύεται όταν αυτό αφορά αποκλειστικά σχέσεις του οικογενειακού ή του ιδιωτικού βίου που δεν θίγουν το δημόσιο συμφέρον και ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν κακόβουλα". Συνεπώς για να μείνει ατιμώρητη η πράξη της απλής δυσφημήσεως κατά το άρθρο 366 παρ. 1 ΠΚ, πρέπει το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος να είναι αληθές, απαιτουμένης πλήρους αποδείξεως της αληθείας του. (ΑΠ 982/ 2010, 1139/ 2002). Από την άνω διάταξη, σε συνδυασμό με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 366 του ΠΚ, κατά την οποία "η απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος που αφορά τη δυσφήμηση δεν αποκλείει την τιμωρία για εξύβριση, αν από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση προκύπτει σκοπός εξύβρισης" προκύπτει ότι (όπου η απόδειξη της αληθείας, κατά τα ανωτέρω, επιτρέπεται) αν αποδεικνύεται ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι αληθές και δεν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, η πράξη παραμένει απλώς ατιμώρητη, εν αντιθέσει προς τις περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 367 του ΠΚ, με τη συνδρομή των οποίων αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως, διότι ρητώς εκεί ορίζεται ότι αυτές "δεν αποτελούν άδικη πράξη". 

Από την διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν", συνάγεται ότι, η πραγματική πλάνη, αποτελούσα την αντίστροφη όψη του δόλου, έχει ως συνέπεια τον μη καταλογισμό της αξιόποινης πράξεως στο δράστη, λόγω άγνοιας ή εσφαλμένης αντιλήψεως αυτού περί συστατικού στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού, το οποίο επαυξάνει τη βαρύτητα της πράξεως. Η πραγματική πλάνη, που είναι άγνοια (πλάνη υπό ευρεία έννοια), με την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη (πλάνη υπό στενή έννοια) του πράττοντος για κάποιον συστατικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, αποκλείει τον καταλογισμό. Επί πραγματικής πλάνης ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένως αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξεως και δη όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος ή περιστατικού το οποίο επαυξάνει τη βαρύτητά της και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της πλάνης. Εάν όμως τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν πραγματική πλάνη, υπό την προαναφερθείσα νομική έννοια, δηλαδή άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου από τα συστατικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, ή κάποιου περιστατικού το οποίο επαυξάνει τη βαρύτητά του, αλλά αναφέρονται σε εξωτερικούς όρους του αξιοποίνου ή σε νομικώς αδιάφορα περί την συγκρότηση του εγκλήματος περιστατικά (και δεν πρόκειται περί ισχυρισμού περί πραγματικής πλάνης ως προς τις πραγματικές προϋποθέσεις των λόγων άρσεως του αδίκου ή του καταλογισμού, οπότε χωρεί ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 30 παρ. 1 του ΠΚ), ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί άρνηση της κατηγορίας και μάλιστα υπό ευρεία έννοια, καθ’ όσον, κυριολεκτικώς, δεν αναφέρεται σε στοιχείο της κατηγορίας. Επί απλής δυσφημήσεως ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί της αληθείας του δυσφημιστικού ισχυρισμού (όπου η απόδειξη της αληθείας, κατά τα ανωτέρω, επιτρέπεται) συγκροτεί αυτοτελή ισχυρισμό, διότι αίρει το αξιόποινο αυτής, όχι δε τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, λόγος για τον οποίο και σε περίπτωση πλάνης ως προς τις πραγματικές προϋποθέσεις των λόγων άρσεως του αξιοποίνου, δεν χωρεί ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 30 παρ. 1 του ΠΚ, όπως χωρεί στην περίπτωση πλάνης ως προς τις πραγματικές προϋποθέσεις των λόγων άρσεως του αδίκου (ΑΠ 205/2007) ή του καταλογισμού (ΑΠ 1225/2008). Συνεπώς, επί απλής δυσφημήσεως, ο ισχυρισμός περί πλάνης ως προς την αλήθεια του ψευδούς ισχυρισμού, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται κατ’ είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο, από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ΠΚ, περί πραγματικής πλάνης, αφού η αποδοχή του άγει στον μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και, κατά συνέπεια, στην αθώωσή του. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, οπότε το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Όμως, η υπό του κατηγορουμένου άρνηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξεως που του αποδίδεται, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά άρνηση της κατηγορίας, όπως αυτή κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία εξειδικεύεται στο κατηγορητήριο. 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 1045/201 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε, σε δεύτερο βαθμό, ένοχος απλής δυσφημήσεως, και επιβλήθηκε σ’ αυτήν ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, η οποία ανεστάλη. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν τα εξής: "Στα …, την 5-6-2008, είχε προσδιορισθεί μετ’ αναβολή η συζήτηση της υπ’ αριθμ. ../29-12-2005 αγωγής των Ε. Γ. του Γ. και Χ. Π. του Χ. κατά της κατηγορουμένης ως εναγομένης. Πληρεξούσιες δικηγόροι των εναγόντων ήταν η εγκαλούσα και μάρτυρας κατηγορίας Ρ. Μ., δικηγόρος Χανίων και η Χ. Π., δικηγόρος Χανίων. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης η μάρτυρας κατηγορίας Μ. Σ., ως πληρεξούσια δικηγόρος της εναγομένης και ήδη κατηγορουμένης κατέθεσε στον γραμματέα της έδρας δύο έγγραφα προτάσεων, εκ των οποίων το ένα έγγραφο ήταν νομίμως χαρτοσημασμένο και δεύτερο αχαρτοσήμαντο. Μετά το πέρας της διαδικασίας στο ακροατήριο, ο γραμματέας της έδρας, θεωρώντας ότι το έγγραφο των προτάσεων που δεν έφερε χαρτόσημα αποτελούσε το αντίγραφο των χαρτοσημασμένων προτάσεων της εναγομένης-κατηγορουμένης, το οποίο προοριζόταν για την δικηγόρο των εναγόντων, παρέδωσε αυτό στην δικηγόρο των εναγόντων Ρ. Μ., η οποία αφού τις παρέλαβε, απομακρύνθηκε από την αίθουσα του ακροατηρίου και κατευθύνθηκε προς την είσοδο του Δικαστικού Μεγάρου Χανίων, μαζί με τον εντολέα της Χ. Π. και έτερη πληρεξούσια δικηγόρο Χ. Π.. Ωστόσο, ξαφνικά κατευθύνθηκε προς το μέρος της η κατηγορουμένη η οποία, αφού άρπαξε από τον φάκελο της εγκαλούσας πληρεξούσιας δικηγόρου των εναγόντων τις ανωτέρω αχαρτοσήμαντες προτάσεις, ισχυρίσθηκε ενώπιον των ανωτέρω και των τρίτων που παρευρίσκοντο στον προθάλαμο του χώρου των Δικαστηρίων κατά την ίδια χρονική στιγμή, ότι η εγκαλούσα δικηγόρος είχε αφαιρέσει (υπεξαγάγει, όπως ισχυρίσθηκε και κατά την απολογία της η κατηγορουμένη) τις νέες προτάσεις που η πληρεξούσια δικηγόρος της κατηγορουμένης είχε καταθέσει επί της έδρας σε συμπλήρωση των αρχικών προτάσεων. Το ανωτέρω δυσφημιστικό γεγονός ήταν ψευδές, ωστόσο η κατηγορουμένη δεν γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές, αλλά τελούσε σε πλάνη ως προς την αλήθεια του ανωτέρω γεγονότος, καθόσον τις ανωτέρω προτάσεις τις είχε αποστείλει ο πληρεξούσιος εξ Αθηνών δικηγόρος της κατηγορουμένης προς συμπλήρωση των αρχικών προτάσεων, γεγονός ωστόσο που αγνοούσε η εγκαλούσα και ουδόλως είχε διευκρινισθεί από τον γραμματέα της έδρας, με αποτέλεσμα να θεωρήσει η κατηγορουμένη ότι, αφού δεν επιστράφηκαν εγκαίρως οι προτάσεις στον γραμματέα, είχαν αφαιρεθεί από την εγκαλούσα. Όλα τα ανωτέρω έγιναν δεκτά και πρωτοδίκως, ενώ έγινε δεκτός πρωτοδίκως, ο ανωτέρω απαραδέκτως προταθείς αυτοτελής ισχυρισμός περί ύπαρξης πραγματικής πλάνης στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, ως προς το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων και για τον λόγο αυτό η κατηγορουμένη καταδικάσθηκε στον πρώτο βαθμό για την αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμησης, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας (από την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης). Περαιτέρω όμως αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη πράγματι είχε την πεποίθηση ότι το γεγονός που ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα ενώπιον τρίτων ήταν αληθές, ωστόσο όμως γνώριζε ότι αυτό το γεγονός που ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων ήταν ικανό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας και παρά ταύτα ήθελε και αποδέχθηκε να προβεί στον τοιούτο βλαπτικό για την εγκαλούσα ισχυρισμό". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη του ότι: "Στο δικαστικό μέγαρο Χανίων την 5-6-2008 με πρόθεση ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για άλλον γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του. Συγκεκριμένα, μετά την συζήτηση της με αριθμό. ../29-12-2005 αγωγής του Ε. Γ. Γ. και του Χ. Π. κατ’ αυτής της ίδιας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων ισχυρίστηκε για την δικηγόρο των εναγόντων και εγκαλούσα Ρ. Ι. Μ. ενώπιον του πελάτη της Χ. Π. και της θυγατέρας του Χ. Π. δικηγόρου, καθώς και ενώπιον τον κοινού που παρευρισκόταν στο προθάλαμο του δικαστηρίου, ότι η εγκαλούσα δικηγόρος της αφαίρεσε (υπεξήγαγε) από το φάκελο της δικογραφίας τις νέες "προτάσεις" της που η πληρεξούσια δικηγόρος της Μ. Σ. είχε καταθέσει στην έδρα σε αντικατάσταση των αρχικών προτάσεων που είχε ανά χείρας της και επρόκειτο να καταθέσει, γεγονός που έθιγε την τιμή της εγκαλούσας, διότι καθ’ εαυτό συνιστούσε παράνομη πράξη και ήταν ψευδές διότι τις περί ου ο λόγος προτάσεις, που δεν είχαν χαρτοσημανθεί ακόμα, τις είχε παραδώσει εκ παραδρομής ο γραμματέας της έδρας Η. Σ. στην εγκαλούσα θεωρώντας ότι επρόκειτο για απλά αντίγραφα των αρχικών χαρτοσημασμένων προτάσεων της εγκαλούμενης που προορίζονταν για τον αντίδικο".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, την κατά τις ανωτέρω διατάξεις απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της απλής δυσφημήσεως, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1, και 362 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας: α) Αιτιολογείται επαρκώς το γεγονός ότι, ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε σε βάρος της εγκαλούσας δικηγόρου ότι, η εγκαλούσα είχε υπεξαγάγει από τον φάκελο της δικογραφίας τις νέες προτάσεις που η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας είχε καταθέσει επί της έδρας, σε συμπλήρωση των αρχικών προτάσεων. β) Αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος της αναιρεσείουσας και δη αναφέρεται σαφώς ότι ο προταθείς πρωτοδίκως αυτοτελής ισχυρισμός της περί υπάρξεως πραγματικής πλάνης στο πρόσωπο της, έγινε δεκτός, μόνον ως προς το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων και για το λόγο αυτό καταδικάστηκε στον πρώτο βαθμό για απλή δυσφήμηση, αιτιολογείται δε επαρκώς, περαιτέρω, στην αναιρεσιβαλλομένη και η γνώση της αναιρεσείουσας ότι, το άνω γεγονός που ισχυρίστηκε ενώπιον των αναφερομένων στην αναιρεσιβαλλομένη τρίτων στην είσοδο του Δικαστικού Μεγάρου Χανίων, ήταν ικανό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, γιατί εμφανίστηκε αυτή, με την ιδιότητα της ως δικηγόρου, να υπεξάγει έγγραφα από το φάκελο της δικογραφίας

Κατά το άρθρο 361 του ΠΚ όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της εξυβρίσεως απαιτείται να διατυπωθούν από τον δράστη γραπτά ή προφορικά για κάποιον άλλον, λέξεις ή φράσεις που κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου, είτε περιφρόνηση αυτού από τον δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με αυτήν την ενέργεια του προσβάλλει την τιμή του άλλου. Οι περαιτέρω συναφείς αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στην, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ, αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, και ειδικότερα ότι εσφαλμένως την έκρινε ένοχο απλής δυσφημήσεως, συνισταμένης στην προβολή ισχυρισμού ενώπιον τρίτων ότι η εγκαλούσα αφαίρεσε παράνομα το δικόγραφο, που θίγει την τιμή και την υπόληψή της, αντί να την κρίνει ένοχο εξυβρίσεως, είναι αβάσιμες. Κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, το Δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ποινικών διατάξεων των άρθρων 94, 361 και 362 του ΠΚ, διότι, όπως η αναιρεσείουσα διατείνεται, συστατικό στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως της εξυβρίσεως αποτελούσε και η (μετά την απόσπαση του επιμάχου εγγράφου των προτάσεων, για την οποία εδιώχθη για εξύβριση και με την υπ’ αριθ. 1644/2014 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, έπαυσε υφ’ όρον η ποινική δίωξη κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 4043/2012), απεύθυνση προς την εγκαλούσα του ισχυρισμού ότι αυτή απέσπασε παράνομα τις προτάσεις (που συγκροτεί, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, την απλή δυσφήμηση) επειδή α) και οι δύο αυτές πράξεις συνέβησαν στον ίδιο κρίσιμο χρόνο της αποσπάσεως του δικογράφου, έγιναν ταυτόχρονα και αφορούν το ίδιο παθητικό αντικείμενο και β) τόσο η εξύβριση, όσο και το έγκλημα της δυσφημήσεως, προστατεύουν το ίδιο έννομο αγαθό της τιμής και της υπολήψεως, ολοκληρώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έργω και λόγω εξυβρίσεως. Οι αιτιάσεις αυτές, ότι το Δικαστήριο της ουσίας που έκρινε ότι, στις ως άνω φράσεις δεν περιέχεται περιφρόνηση του προσώπου της μάρτυρος αλλά ισχυρισμός ενώπιον τρίτων περί γεγονότος και ότι το βιοτικό αυτό συμβάν δεν συνιστά εξύβριση αλλά συνιστά απλή δυσφήμηση, για την οποία και καταδίκασε την αναιρεσείουσα, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, που αποτελούν άρνηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξεως, η οποία αποδίδεται στη αναιρεσείουσα, υπό την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής διατάξεως πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υποθέσεως, ότι, συντελέσθηκε απλή δυσφήμηση. Με βάση, τις ως άνω παραδοχές, το δικαστήριο αιτιολογημένα δέχθηκε ότι η υπό της αναιρεσείουσας τελεσθείσα αξιόποινη πράξη έφερε το νομικό χαρακτήρα της δυσφημήσεως, ανεξαρτήτως του ότι η υπό της κατηγορουμένης άρνηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξεως που της αποδίδεται δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά άρνηση κατηγορίας, όπως κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία εξειδικεύεται στην απόφαση.

Συνεπώς οι από το άρθρο 510 περ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως των δύο κυρίων δικογράφων αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 94, 361 και 362 ΠΚ είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, με τη διάταξη δε του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε και έχει καταστεί εσωτερικό δίκαιο, κατά τα άνω, με το Ν.Δ. 53/1974, υπερισχύει δε των ελληνικών νόμων, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, καθιερώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης και ορίζεται, ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε ...., είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως". Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνονται ειδικότερα, σύμφωνα με τη σταθερή νομολογία του ΕΔΔΑ: α) το δικαίωμα ελεύθερης και ανεμπόδιστης προσβάσεως στο δικαστήριο και β) το δικαίωμα του προσώπου να τύχει σχετικά με την υπόθεσή του ακροάσεως. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι τα κράτη θα πρέπει να έχουν εξασφαλίσει στην πράξη το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, απόρροια του οποίου είναι και η ακώλυτη πρόσβαση σε δικαστήριο και η προηγούμενη δικαστική ακρόαση. Η παραβίαση της προαναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της ποινικής αποφάσεως, πέραν από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, εκτός εάν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπομένους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναιρέσεως, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ ΚΠοινΔ, όπως το στοιχ. δ’ της παρ. 1 αντικατ. από την παρ. 2 του άρθρου 11, του Ν. 3904/23.12.2010. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ’ του ΚΠοινΔ, (όπως η περ. δ’ αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 3904/2010), σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ιδίου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, ακόμη προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "α) ..., δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ)". Τέλος από τις άνω διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1δ’ ΚΠοινΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγουμένη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ανέπτυξε και προέβαλε δια του συνηγόρου της ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης, ο οποίος έχει επί λέξει ως εξής "Η κατηγορουμένη στον χρόνο που φέρεται ότι διέπραξε το αδίκημα της δυσφημήσεως τελούσε σε πλάνη, δηλαδή σε άγνοια σε σχέση με συστατικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως της δυσφημήσεως θεωρώντας ειδικότερα ότι το διαδοθέν γεγονός ενώπιον τρίτων -κατά πρωτόδικη απόφαση- ότι δηλαδή η μηνύτρια υπεξήγαγε παράνομα το επίμαχο έγγραφο (δικόγραφο προτάσεων) ανταποκρινόταν στην αλήθεια και πίστευε πλανημένα ότι η μηνύτρια είχε αφαιρέσει παράνομα το δικόγραφο. Συνακόλουθα η κατηγορουμένη πίστευε ότι το διαδοθέν γεγονός δεν έβλαπτε την τιμή και υπόληψή της αλλά ότι αντίθετα ήταν αληθές τούτο δε εξαιτίας της αγνοίας από αυτήν της πραγματικής καταστάσεως, ότι δηλαδή το δικόγραφο δεν είχε υπεξαχθεί αλλά από λάθος του γραμματέως είχε παραδοθεί στην μηνύτρια, η οποία, ως και ο γραμματεύς πλανημένα πίστευαν ότι είναι αντίγραφο και όχι το πρωτότυπο. Συντρέχει επομένως νόμιμος λόγος που αποκλείει τον καταλογισμό της κατηγορουμένης και πρέπει αυτή να απαλλαγεί. Να επισημανθεί ότι ενώ ορθώς εφαρμόζοντας το νόμο η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι εξαιτίας πραγματικής πλάνης και δη η άγνοια εκ μέρους της κατηγορουμένης ότι το διαδοθέν είναι ψευδές ενώ αυτή πίστευε ότι είναι αληθές δεν μπορεί να της καταλογισθεί το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, μετέτρεψε την κατηγορία και δέχθηκε ότι τελέσθηκε δυσφήμηση. Όμως η άγνοια από την κατηγορουμένη συνεπεία πλάνης ότι το διαδοθέν είναι ψευδές και αντίθετα η θεώρηση από αυτή ότι το διαδοθέν είναι αληθές αποκλείει και την τέλεση του αδικήματος της δυσφημήσεως, όρος της υποστάσεως του οποίου είναι να γνωρίζει ο δράστης ότι το διαδιδόμενο βλάπτει την τιμή και υπόληψη του. Εφόσον πίστευε πλανημένα η κατηγορουμένη ότι αυτό που διέδωσε είναι αληθές δεν συντρέχει αναγκαίος όρος της αντικειμενικής υποστάσεως της δυσφημήσεως αφού το αληθές δεν προκαλεί βλάβη της τιμής και υπολήψεως και μένει ατιμώρητη η πράξη κατά το άρθρο 365 ΠΚ". Ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης, όπως η αναιρεσείουσα υπολαμβάνει, αλλά είναι αρνητικός της κατηγορίας, αφού, στην πραγματικότητα η αναιρεσείουσα δεν αρνείται την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, ούτε ότι το γεγονός που ισχυρίσθηκε είναι ψευδές, ούτε η πλάνη αναφέρεται στο εάν το γεγονός που ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων ήταν ικανό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας. Η ισχυριζομένη πλάνη της αναιρεσείουσας περί την αλήθεια του ισχυρισμού αυτού είναι αδιάφορη, διότι για τη συγκρότηση της απλής δυσφημήσεως μόνον η απόδειξη της αληθείας έχει έννομη επιρροή, αίρουσα το αξιόποινο. Επομένως το Δικαστήριο της ουσίας, παρ’ ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ανωτέρω νομικώς αδιάφορο ισχυρισμό, παρά ταύτα με την αναιρεσιβαλλομένη απάντησε και, παρ’ ότι απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως υποβληθέντα απαραδέκτως, παρά ταύτα τον ερεύνησε και, εμμέσως πλην σαφώς, τον απέρριψε, ως στερούμενο εννόμου επιρροής, αφού παρέθεσε την αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα ναι μεν είχε την εσφαλμένη πεποίθηση ότι το άνω γεγονός που ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα ενώπιον τρίτων ήταν αληθές, ωστόσο όμως για την κατάφαση της ενοχής, συναφώς, αρκεί το ότι γνώριζε ότι αυτό το γεγονός που ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων ήταν ικανό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας και παρά ταύτα ήθελε και αποδέχθηκε να προβεί στον τοιούτο βλαπτικό για την εγκαλούσα ισχυρισμό. Συνεπώς, κατά τα προεκτεθέντα, η άνω επίκληση πλάνης ως προς τις πραγματικές προϋποθέσεις του άνω λόγου άρσεως του αξιοποίνου δεν επάγεται ούτε ευθεία ούτε ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 30 παρ. 1 του ΠΚ και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή το δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτο τον ως άνω ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης και έτσι, όπως διατείνεται, αυτή δεν έτυχε δικαίας δίκης διότι στερήθηκε υπερασπιστικών δικαιωμάτων, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως αφού, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, επρόκειτο περί, εν ευρεία εννοία, αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού, επί του οποίου το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν είχε προς τούτο υποχρέωση, απάντησε, γι’ αυτό και οι, εκ του άρθρου 510 περ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ, σχετικοί λόγοι των δικογράφων των αιτήσεων αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, που πλήττουν την αναιρεσιβαλλομένη, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, κατά το σκέλος αυτό.

Κατ’ ακολουθία τούτων, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 1-10-2015 και 8-10-2015 αιτήσεις αναιρέσεως, καθώς και τους από 8-10-2015 προσθέτους λόγους αναιρέσεως της Μ. Π. του Ε., κατοίκου ..., κατά της υπ’ αριθμ. 1045/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis