Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Οθωμανικά κτήματα, δεδικασμένο

Περίληψη. Δημόσια κτήματα. Τύχη οθωμανικών κτημάτων μετά την σύσταση του ελληνικού κράτους. Προϋποθέσεις για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Οθωμανικός Νόμος «περί γαιών» της 7ης Ραμαζάν 1274. Διάκριση ακινήτων κτημάτων. Θεμελίωση εξαίρεσης στο κανόνα ότι μόνο με τίτλο («ταπί») αποκτάται το δικαίωμα εξουσίασης για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών με το άρθρο 78 του νόμου «περί γαιών». Εφαρμογή της σχετικής διάταξης μόνο επί καλλιεργησίμων γαιών, ενώ οι υπόλοιπες μη καλλιεργούμενες εκτάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται τα δάση και οι μη αφιερωμένες στην κοινή χρήση βοσκήσιμες εκτάσεις, εξουσιάζονται μόνο με την έκδοση τίτλου («ταπίου»). 

Πολιτική δικονομία. Δεδικασμένο. Οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο για το ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, εφ` όσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία και δεν περιλαμβάνει τούτο και τις αιτιολογίες της απόφασης, ούτε αφορά δικαιώματα ή έννομες σχέσεις, οι οποίες δεν αποτέλεσαν αναγκαία προϋπόθεση του δικαιώματος που κρίθηκε, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάσθηκαν από το δικαστήριο ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσης του για το ένδικο δικαίωμα ή ως προς εκείνα που κρίθηκαν πλεοναστικά.
  
Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Γ', 449/ 2015

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του Ν.262/1914, στις Νέες Χώρες, μεταξύ των οποίων και ο Νομός Πιερίας, που βρίσκονταν προηγουμένως υπό την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση σ` αυτές δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως, ενώ οι δικαιοπραξίες γι`αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.ΝΑΚ η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφ` εξής από τις διατάξεις του ΑΚ. 
Περαιτέρω σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2, 3, 9, 12, 13, 19, 30, 34, 49, 68, 71, 78 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274, τα ακίνητα κτήματα διακρίνονται α) σε ιδιόκτητα (μούλκια), τα οποία έχουν στην πλήρη και απόλυτη κυριότητά τους αυτοί που τα εξουσιάζουν β) στα δημόσια (μιριγιέ) στα οποία περιλαμβάνονται τα χωράφια, οι χειμερινές και θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), οι λειμώνες (τσαϊρια), τα δάση, καθώς επίσης και τα μέρη στα οποία υπάρχουν δένδρα, που δεν τα φυτεύει κανένας γ) στα αφιερωμένα σε έναν ευαγή σκοπό (μεβκουφέ) δ) στα εγκαταλειμμένα και ε) στα νεκρά. Η κυριότητα των δημοσίων γαιών ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο. Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών γίνεται με τη χορήγηση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο εγγράφου τίτλου, που ονομάζεται "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου και αποτελούσε τίτλο αναγνωριστικό έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με τον προορισμό της για κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης. Η παραχώρηση αυτή δεν προσπόριζε στον ιδιώτη εμπράγματο δικαίωμα (κυριότητα) αλλά μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), περιεχόμενο του οποίου ήταν ορισμένη ανεπίδεκτη μετατροπής χρήση του εδάφους, που αναφερόταν στον τίτλο. Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσίασης για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το οποίο αν κάποιος ιδιώτης καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα έτη χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης και είτε κατέχει έγκυρο τίτλο είτε δεν κατέχει, οι γαίες δε θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ` αυτόν, ιδιώτη, δωρεάν νέος τίτλος. Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Τουρκικού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων", της 8 Δζεμαγήλ Αχίρ 1275 (ήδη έτος 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σαμπάν 1276 και των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1923 ή 7-2-1921 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών" αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου "περί γαιών" προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκατάστασης είναι όχι μόνον η συνεχής επί δέκα έτη κατοχή (εξουσίαση) αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια του κτήματος. Επομένως η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνον επί καλλιεργησίμων γαιών, ενώ οι υπόλοιπες μη καλλιεργούμενες εκτάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται τα δάση και οι μη αφιερωμένες στην κοινή χρήση βοσκήσιμες εκτάσεις, εξουσιάζονται μόνο με την έκδοση τίτλου (ταπίου). Η κτήση του δικαιώματος της εξουσιάσεως με δεκαετή κατοχή και καλλιέργεια αναγνωρίσθηκε και από το άρθρο 2 του 2468 Δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, το οποίο κυρώθηκε με το Ν.1072/1917, καθώς και από το άρθρο 50 του Ν.2052/1920, εφόσον η δεκαετία της κατοχής συμπληρώθηκε μέχρι την 20 Μαΐου 1917. Με το άρθρο 49 του Ν.2052/1920 ορίσθηκε περαιτέρω, ότι όποιος έχει το δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτά δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του κτήματος, το δε Δημόσιο δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5, το δικαίωμα όμως αυτό του Ελληνικού Δημοσίου με βάση τα άρθρα 101-104 του Δ/τος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν.4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του Ν.1540/1938 περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών στους κατά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού συνιδιοκτήτες κατά τα 4/5 του ακινήτου, Με τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών το παραπάνω ακίνητο είναι περαιτέρω δεκτικό χρησικτησίας, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν.Δ/τος της 29.4/6-5-1926 με το οποίο απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ` αυτών χρησικτησία τρίτων, απαγόρευση η οποία ισχύει από 11-9-1915 με βάση τα δικαιοστάσια που ίσχυσαν έκτοτε σύμφωνα με το Ν.ΔΞΗ/1912, δεν έχουν εφαρμογή επ` αυτού, επειδή κατά νόμο έπαψε να έχει το χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό. Έτσι τα ακίνητα στις Νέες Χώρες, με εξαίρεση εκείνα για τα οποία προβλέπει ο Ν.2074/1920, εφόσον δεν ανήκουν ή δεν περιήλθαν σε φυσικά πρόσωπα (μούλκια-τεσσαρούφ), ανήκουν οπωσδήποτε στο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο περιήλθε η κυριότητά τους κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 της συνθήκης της Λωζάνης. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης. 
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την.............. κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΥΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, έκταση, στην περιοχή του Δήμου Ανατολικού Ολύμπου Ν. Πιερίας, συνολικού εμβαδού 25.481 τ.μ. Μεταξύ των απαλλοτριουμένων ακινήτων είναι και η έκταση των 2.927,40 τ.μ., με αριθμό 17 στον προαναφερόμενο κτηματολογικό πίνακα, που βρίσκεται στη θέση "Διόδια" της κτηματικής περιοχής της πρώην Κοινότητας Λεπτοκαρυάς επ` ονόματι του αποβιώσαντος, στις 24.1.1996 πατέρα της ενάγουσας Γ. Κ. του Χ.. Με τη με αριθμ. 78/14.4.2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης καθορίστηκε προσωρινά η αποζημίωση, μεταξύ άλλων και για το άνω απαλλοτριωθέν τεμάχιο στο ποσό των 24,00 ευρώ ανά τ.μ. και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέθεσε το σύνολο της καθορισθείσας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Μετά από σχετική αίτηση, μεταξύ άλλων, και της ενάγουσας εκδόθηκε η με αριθμ. 2441/31.10.2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης το ποσό των 30,00 ευρώ ανά τ.μ.. Επί σχετικής αίτησης, μεταξύ άλλων, και της ενάγουσας, και μετά από προβολή δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, ως υπόχρεου αποζημίωσης, μεταξύ άλλων, και στο προαναφερθέν ΚΠ 17, εκδόθηκε η με αριθμ. 47/21.3.2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης με την οποία απέσχε της έκδοσης απόφασης αναγνώρισης δικαιούχου αποζημίωσης, μεταξύ άλλων, και για το ΚΠ 17. Η απαλλοτριούμενη έκταση των 2.927,40 τ.μ., κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας ανήκε στην κατηγορία των δημόσιων γαιών, έφερε δασική βλάστηση και για την εξουσίασή της δεν είχε εκδοθεί ταπί ή οποιοσδήποτε άλλος τίτλος. Εξαιτίας της φυσικής αυτής κατάστασης δεν ήταν δεκτική καλλιέργειας ούτε για μία δεκαετία πριν από την 20.5.1917. Η κατάληψη και η εκχέρσωση αυτής έγινε, για πρώτη φορά, μετά το έτος 1945, ενώ ουδέποτε καλλιεργήθηκε σε προγενέστερο ή μεταγενέστερο χρόνο. Για το λόγο αυτό, η έκταση αυτή, στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 φέρει δασική βλάστησε σε ποσοστό 60%, καλυπτόμενη από πουρνάρι και μερικώς από πλατάνια, έχει μέτρια ως ήπια κλίση, στις αεροφωτογραφίες του έτους 1960 η παραπάνω έκταση ήταν κατά θέσεις δασικής μορφής, διότι στο μεγαλύτερο μέρος αυτής είχε μετατραπεί σε χώρο λήψης άμμου και χαλίκων, για πρόδρομες εργασίες κατασκευής της εθνικής οδού, και στις αεροφωτογραφίες των ετών 1979 και 1998 προκύπτει κατά θέσεις δασικής μορφής, διότι έγινε κατά ακόμη μεγαλύτερο μέρος χώρος λήψης άμμου και χαλίκων για την κατασκευή της εθνικής οδού. Η έκταση αυτή, όντας μη καλλιεργήσιμη, ουδέποτε εξουσιάστηκε και καλλιεργήθηκε ενώ δεν εκδόθηκε ταπί ούτε οποιοσδήποτε άλλος τίτλος, και περιήλθε στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του τουρκικού κράτους, δικαιώματι πολέμου και με βάση διεθνείς συνθήκες (άρθρο 60 της Συνθήκης της Λωζάνης), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας που κυρώθηκε με το Ν.4793/1930 και της απόφασης 21-6-1924, της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών και με τις διατάξεις του Οθωμανικού νόμου περί γαιών, που διατηρήθηκε σε ισχύ............ Ομως, η ενάγουσα με την 145/2000 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβ/φου ............., που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε ως κληρονομιά του αποβιώσαντος, στις 24.1.1996, πατέρα της Γ. Κ., ακίνητο έκτασης 11.209 τ.μ., που συνορεύει............ στην οποία εμπίπτει και η απαλλοτριωθείσα έκταση των 2.927,40 τ.μ. επικαλούμενη, περαιτέρω, ότι στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου της είχε περιέλθει με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άτυπη, το έτος 1937, δωρεά του πατέρα του, Χ. Κ., φερόμενου ότι το εξουσίαζε και καλλιεργούσε για περισσότερο από δέκα έτη πριν από την 20.5.1917, ασκώντας πράξεις νομής διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 1937 και, στη συνέχεια, ο πατέρας της ενάγουσας και από τον επισυμβάντα, στις 24.1.1996, θάνατό του η ενάγουσα. Η τελευταία, όμως, δεν απέκτησε κυριότητα στην επίδικη έκταση, με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο, καθώς ο κληρονομούμενος δεν ήταν κύριος ή νομέας, αντίστοιχα, ενώ λόγω της προαναφερθείσας δασικής μορφής της ήταν, και κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας δημόσια γαία, για την οποία δεν είχε εκδοθεί ταπί ή οποιοσδήποτε τίτλος εξουσίας, ενώ η δασική της μορφή περιορίστηκε μόνο το έτος 1960, οπότε άρχισαν προετοιμασίες και εργασίες κατασκευής της εθνικής οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης, με μετατροπή θέσεων αυτής σε χώρο λήψης άμμου και χαλίκων. Το γεγονός ότι ο Γ. Κ., πατέρας της ενάγουσας, με τη με αριθμ. 46/1962 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, αναγνωρίστηκε δικαιούχος αποζημίωσης για έκταση 5.163 τ.μ. και 30 μηλεών αυτής, ετών 5-6 ετών, που απαλλοτριώθηκε, για τη διεύρυνση της ε.ο. τμήματος Πλαταμώνα-Λεπτοκαρυάς, χωρίς αμφισβήτηση της κυριότητας για την έκταση αυτή από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, δεν αναιρεί το μη καλλιεργήσιμο χαρακτήρα της επίδικης έκτασης των 2.927,40 τ.μ., που δεν ταυτίζεται με την τότε απαλλοτριωθείσα έκταση". Μάλιστα η ενάγουσα εμφανίζει τον απώτερο δικαιοπάροχό της ως εξουσιάζοντα επί δεκαετία πριν από την 20-5-1917 συνολική έκταση 16.372 τ.μ. φερόμενη ως περιελθούσα στην κυριότητα του πατέρα της, από την οποία μετά τις απαλλοτριώσεις έκταση 5.163 τ.μ. (το έτος 1960) και 2946,44 τ.μ. (το έτος 1993) απέμεινε έκταση 11.209 τ.μ. και για την ενίσχυση της άποψή της επικαλείται το πιστοποιητικό του προέδρου της Κοινότητας Λεπτοκαρυάς, με το οποίο φέρεται ο προαναφερθείς δικαιοπάροχος πλην άλλων αγρών να εξουσιάζει στη θέση "Διόδια" αγρούς 22 στρεμμάτων και να έχουν αυτά, πλην άλλων, περιέλθει στην κυριότητά του και η ενάγουσα το 1993 να είναι κυρία 11 στρεμμάτων επικαλούμενη πιστοποιητικό του Προέδρου Λεπτοκαρυάς. Ομως οι πρόεδροι της Κοινότητας για την επίδικη έκταση των 2.927,40 τ.μ. δεν είχαν ίδια αντίληψη ενώ οι πληροφορίες τους από γέροντες τους οποίους δεν κατονομάζουν........... δεν ήταν ακριβείς και ούτε αναφέρονταν στην επίδικη έκταση". Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο απέρριψε κατ` ουσίαν την αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία του επιδίκου ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και δικαιούχος της σχετικής αποζημίωσης, που καθορίσθηκε οριστικά, καθ` όσον το δικαίωμά της αυτό, που απέκτησε παραγώγως, αμφισβήτησε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου για την αναγνώρισή της ως δικαιούχου της σχετικής αποζημίωσης, για το απαλλοτριωθέν επίδικο ακίνητο, το οποίο απέσχε από την εκδίκαση της αίτησης και την παρέπεμψε στην τακτική διαδικασία, ενόψει ειδικότερα της περί ιδίας κυριότητας ένστασης τελευταίου (του εναγομένου αναιρεσιβλήτου), την οποία είχε προβάλλει με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αμυνόμενος κατά της αγωγής και επανέφερε στο δικαστήριο της ουσίας, ότι το επίδικο ήταν δασική έκταση και ως δημόσια γη ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, περιήλθε δε στην κυριότητά του από την απελευθέρωση των Νέων Χωρών, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου αμφισβητώντας έτσι και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση της τελευταίας, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που δέχθηκε τα ίδια. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 78 του νόμου "περί γαιών", την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε καθ` όσον στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοιά της αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού. Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αφού διέλαβε σ` αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε, εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, με τις σαφείς παραδοχές ότι το επίδικο πριν από την απελευθέρωση της Μακεδονίας κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας ήταν δασική έκταση δηλαδή ακίνητο που ανήκει στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, ουδέποτε καλλιεργήθηκε από τον απώτατο δικαιοπάροχο της ενάγουσας ούτε παραχωρήθηκε σ` αυτόν από το Τουρκικό Δημόσιο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), ως δημόσια γη δε ανήκε στο Τουρκικό Κράτος και περιήλθε με βάση τη Συνθήκη της Λωζάνης στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου και έκτοτε κατέστη ανεπίδεκτο χρησικτησίας και συνεπώς οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου, αλλά ούτε και η ίδια με τον επικαλούμενο στην αγωγή της παράγωγο τρόπο. Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. με το πρώτο και δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου αυτής αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αρ. 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα είναι αβάσιμα. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στο πρώτο και δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτες, καθ` όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και επειδή αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, καθώς και σε απλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή για να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, της κτήσης των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου. Αντίθετα ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν παραβιάσθηκαν διατάξεις δικονομικού δικαίου όπως είναι και οι περί δεδικασμένου διατάξεις η παραβίαση των οποίων ελέγχεται μόνο με τους ειδικούς λόγους που για συγκεκριμένες περιπτώσεις προβλέπονται για παραβιάσεις διατάξεων δικονομικού δικαίου στο ίδιο παραπάνω άρθρο. Εξάλλου με τον προβλεπόμενο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, ελέγχονται επίσης μόνον οι παραβιάσεις των κανόνων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος αυτού με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας, για τη μη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 Κ.Πολ.Δ., και ο τρίτος λόγος με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 331 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτοι. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο για το ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, εφ` όσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία και δεν περιλαμβάνει τούτο και τις αιτιολογίες της απόφασης, ούτε αφορά δικαιώματα ή έννομες σχέσεις, οι οποίες δεν αποτέλεσαν αναγκαία προϋπόθεση του δικαιώματος που κρίθηκε, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάσθηκαν από το δικαστήριο ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσης του για το ένδικο δικαίωμα ή ως προς εκείνα που κρίθηκαν πλεοναστικά. Εξάλλου το αντικείμενο της δίκης καθορίζεται με την αγωγή, το δε δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει τη συνδρομή ή όχι των πραγματικών προϋποθέσεων της διάταξης, η οποία προβλέπει το δικαίωμα που υποβάλλει ο ενάγων και την κατάφαση ή άρνηση της προβλεπόμενης έννομης συνέπειας. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσον για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο της ουσίας, όσον και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρου 324 Κ.Πολ.Δ. προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ελέγχεται, από τον Άρειο Πάγο. 
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση του αρ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την 94/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, που κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της ασκηθείσας κατ` αυτής έφεσης του αναιρεσιβλήτου με την 1765/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία επί προγενέστερης αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του τελευταίου και έγινε κατ` ουσίαν δεκτή, για την αναγνώρισή της ως κυρίας ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, δικαίωμα το οποίο αμφισβήτησε το αναιρεσίβλητο στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου για την αναγνώριση της ως δικαιούχου της αποζημίωσης που καθορίσθηκε οριστικώς και παραπέμφθηκε για να ερευνηθεί η κυριότητα στην τακτική διαδικασία, το οποίο, (τότε επίδικο), αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου που ανήκει στην κυριότητά της, όπως έκρινε (για το μείζον ακίνητο) η προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση, τμήμα του οποίου αποτελεί και το επίδικο στην προκειμένη υπόθεση, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό της που νομοτύπως πρόβαλε στο δικαστήριο της ουσίας. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, παραδεκτώς κατ` άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προς διακρίβωση της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου προκύπτουν τα ακόλουθα, που αποτελούν και παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης: Με την 94/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία έγινε δεκτή ως κατ` ουσίαν βάσιμη αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου για την αναγνώρισή της ως κυρίας ενός ακινήτου επιφάνειας 2.969,44 τ.μ., που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, δικαίωμα που απέκτησε παραγώγως ως εκ διαθήκης κληρονόμος του πατέρα της, προηγούμενου αληθούς κυρίου αυτού, την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκε και μετέγραψε τη σχετική δήλωση αποδοχής, μετά την αμφισβήτηση της κυριότητάς της από το αναιρεσίβλητο κατά τη δίκη για την αναγνώρισή της ως δικαιούχου της καθορισθείσας οριστικής αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της έφεσης του τελευταίου με την 1765/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα με την τελεσίδικη παραπάνω απόφαση έγινε δεκτό ότι το επίδικο ακίνητο καλλιεργούσε ο απώτατος δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας από την εποχή της Τουρκοκρατίας μέχρι το 1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση αλλά και μεταγενέστερα μέχρι το 1937 οπότε μεταβίβασε ατύπως τούτο στον πατέρα της τελευταίας που συνέχισε να το καλλιεργεί και ότι το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης μετατράπηκε σε δικαίωμα κυριότητας έστω και χωρίς την έκδοση ταπίου και συνεπώς τόσον ο απώτατος δικαιοπάροχός της όσον και ο πατέρας της υπήρξαν κύριοι του επιδίκου ακινήτου. Αντικείμενο της δίκης εκείνης ήταν το δικαίωμα κυριότητας της αναιρεσείουσας στο τότε επίδικο ακίνητο των 2.969,44 τ.μ. Έτσι το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση αυτή αφορά το δικαίωμα κυριότητας της αναιρεσείουσας, στο ακίνητο αυτό. Στην ίδια απόφαση γίνεται περαιτέρω αναφορά ότι το επίδικο ακίνητο είναι "τμήμα μείζονος έκτασης" και ότι ο Χ. Κ., απώτατος δικαιοπάροχος της ενάγουσας-αναιρεσείουσας "καλλιεργούσε την επίδικη αλλά και την ευρύτερη έκταση εμβαδού 11.209 τ.μ.". Η εξέταση όμως από το δικαστήριο εκείνο της ταυτότητας του τότε επιδίκου σε σχέση με το μείζον ακίνητο, καθώς και της καλλιέργειας του μείζονος ακινήτου από τους δικαιοπαρόχους της αναιρεσείουσας πλεοναστικώς ερευνήθηκαν και δεν αποτελούσαν αναγκαία προϋπόθεση για τη διάγνωση του δικαζομένου τότε δικαιώματος της τελευταίας, αφού η παράλειψή τους δε θα επιδρούσε στην πληρότητα του δικανικού συλλογισμού για την απόκτηση της κυριότητας αυτής στο τότε επίδικο ακίνητο των 2.969,44 τ.μ. και ούτε ήταν αναγκαίες για τη στήριξη του διατακτικού της και έτσι δεν προσδίδει στις σχετικές αιτιολογίες της ίδιας παραπάνω απόφασης ισχύ δεδικασμένου ως προς την κυριότητά της στο μείζον ακίνητο των 11.209 τ.μ. αφού δεν ήταν αντικείμενο της δίκης εκείνης και αν ακόμα το επίδικο στην παρούσα υπόθεση ακίνητο αποτελεί τμήμα αυτού του μείζονος ακινήτου όπως ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την ένσταση δεδικασμένου, όχι παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. 
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α` του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10 περ.α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ως κατ` ουσίαν βάσιμο το ουσιώδες ζήτημα της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου ως δασικής έκτασης κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας δηλαδή ότι είναι ακίνητο που ανήκει στην κατηγορία των δημοσίων γαιών για την εξουσίαση του οποίου δεν είχε εκδοθεί ταπίον και με βάση την παραδοχή αυτή απέρριψε κατ` ουσίαν την αγωγή, χωρίς απόδειξη. Οπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του αυτή κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Ετσι στη σχετική παραδοχή του δεν κατέληξε το Εφετείο χωρίς απόδειξη και ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παράβολον και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3699/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 α, 18 ΕισΝ Κ.Πολ.Δ., 51 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και της ΥΑ Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-3-2014 αίτηση της Δ. Κ. περί αναιρέσεως της 1256/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της 121/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...