Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Αδικοπραξία, ΑΚ 931, 929, 932, διακρίσεις, μη υποβολή φορολ. δήλωσης.

Περίληψη. Αδικοπραξία. Αξίωση του παθόντα για την επιδίκαση της χρηματικής παροχής κατ’ άρθ. 931 ΑΚ. Το ποσό που δικαιούται ο παθών δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του. Διάκριση της χρηματικής αυτής παροχής από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, καθώς και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. 

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Δ', 158/ 2016.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, για να καταλήξει στο συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914 και 300 του ΑΚ προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή την επέλευση της ζημίας από αδικοπραξία συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, το Δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί. Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του. Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ’ ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 150/2015, ΑΠ 72/2012).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠοΛΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Ακόμα η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά, εκτός άλλων, αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου που εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας. Κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ’ αυτές συμπεράσματος, ως είναι και η κρίση Εφετείου ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκατέρου των εμπλεκομένων στο ατύχημα προσώπων, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με το είδος των τραυμάτων των αναιρεσιβλήτων και με τις αγωγικές αξιώσεις από την ΑΚ 931 δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Εξ αιτίας της ως άνω σύγκρουσης ο ενάγων της υπό στοιχ. Α αγωγής (Α. Μ.) υπέστη σοβαρότατες σωματικές βλάβες... Συγκεκριμένα, ο εν λόγω ενάγων, κατόπιν της σύγκρουσης, μεταφέρθηκε πολυτραυματίας στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών "...", όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος έως 30.03. 2010, έχοντας υποστεί κάταγμα δεξιού μηριαίου, κάταγμα plateau δεξιάς κνήμης, κάταγμα - εξάρθρημα αριστερού αγκώνα, κάταγμα δεξιάς πηχεοκαρπικής και κάταγμα αριστερής κοτύλης (βλ. το προσαγόμενο με επίκληση υπ’ αριθ. πρωτ. .../29.03.2010 πιστοποιητικό του Γ. Κ., Διευθυντή του Ορθοπαιδικού Τμήματος του ως άνω νοσοκομείου). Για την αντιμετώπιση της κατάστασής του ο αυτός ενάγων υποβλήθηκε σε, χειρουργικές επεμβάσεις και λοιπές θεραπείες, όπως αυτές αναφέρονται στην ως άνω οριστική απόφαση και έχει ήδη λάβει για αυτές την αντίστοιχη αποζημίωση. Ακολούθως την 25.05.2010 ο ενάγων της υπό στοιχ. Α αγωγής εισήχθη στο 417 Νοσηλευτικό Ίδρυμα Μ.Τ.Σ., όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι 31.05.2010 και υποβλήθηκε σε έλεγχο μετατραυματικής περικαρδιακής συλλογής, του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και εξήλθε με οδηγίες για κατ’ οίκον νοσηλεία (βλ. το προσαγόμενο με επίκληση έγγραφο του ανωτέρω νοσοκομείου). Στις 15/4/2010 εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου Πατρών "..." όπου συνεστήθη κινησιοθεραπεία και επιπλέον κρίθηκε ανίκανος για εργασία για διάστημα έξι (6) μηνών. Ακολούθως, την 30.08.2010 το αρμόδιο Ι.Κ.Α. γνωμάτευσε, ότι ο αυτός ενάγων έχει υποστεί μετατραυματικές ουλές ΔΕ γόνατος, ΑΡ αγκώνα, ΔΕ και ΑΡ ημιθωρακίου, υποφέρει από βαρεία δυσκαμψία του ΔΕ γόνατος και ατροφία ΔΕ τετρακεφάλου, δυσκαμψία ΑΡ αγκώνα (έκταση -45° έως 100°) ενώ εμφανίζει καλή κινητικότητα ΔΕ’ ΠΧΚ, διέγνωσε βαρεία μετατραυματική δυσκαμψία σε ΔΕ γόνατος επί εδάφους συντριπτικού κατάγματος του Δε μηριαίου και της ΔΕ κνήμης χειρουργηθέντων με παραμονή υλικών οστεοσύνθεσης, καθώς και σημαντικού βαθμού δυσκαμψία του ΑΡ αγκώνα επί χειρουργηθέντος κατάγματος με παραμονή των υλικών της οστεοσύνθεσης και του χορήγησε άδεια ανικανότητας προς εργασία για δύο (2) ακόμη μήνες και κινησιοθεραπεία (βλ. το προσαγόμενο με επίκληση υπ’ αριθ. πρωτ. .../30.08.2010 φύλλο νοσηλείας του ανωτέρω Ι.Κ.Α.). Στη συνέχεια όταν εξετάσθηκε στις 12/3/2011 στο Γενικό Νοσοκομείο....... διαπιστώθηκαν τα εξής: 1. Πόρωση του κατάγματος μηριαίου δεξιά με συνοδό μεγάλου βαθμού έκτοπη οστεοποίηση που δημιουργεί μεγάλο πρόβλημα στην λειτουργία του τετρακεφάλου μυός και γενικότερα του εκτατικού μηχανισμού του γόνατος. 2. Πόρωση κατάγματος της κνήμης δεξιά. 3. Βαριά οστεοαρθρίτιδα γόνατος δεξιά μετά μεγάλης δυσκαμψίας (κάμψη 35° έκταση 0°). 4. Μεγάλου βαθμού έκτοπη οστεοποίηση αγκώνος αριστερά μετά αρθρίτιδας που δημιουργεί σημαντικού βαθμού δυσκαμψία (κάμψη 120° έκταση 0°). Συνέπεια των ανωτέρω ο ασθενής παρουσιάζει δυσκολία βαδίσεως ακόμα και αυτοεξυπηρέτησή του χρήζων πολλές φορές ανάγκη δευτέρου ατόμου. Εκτιμάται ότι κατάσταση θεωρείται μόνιμη και καθιστά τον ασθενή ανίκανο προς εργασία (βλ. το με ημερ. 12/3/2011 ιατρικό σημείωμα του ανωτέρω Νοσοκομείου). Η ίδια κατάσταση, διαπιστώνεται κατά την εξέτασή του στις 15/9/2011 στο ίδιο παραπάνω νοσοκομείο από τον χειρούργο, ορθοπεδικό Κ. Κ.... Τέλος, όπως προεκτέθηκε, το ένδικο ατύχημα προκάλεσε στον ενάγοντα σωματικές βλάβες, οι οποίες περιγράφονται λεπτομερώς στα προαναφερόμενα ιατρικά πιστοποιητικά οι οποίες δημιούργησαν αναπηρία μόνιμη η οποία σύμφωνα με τις αντιλήψεις της ζωής επιδρούν δυσμενώς στο επαγγελματικό οικονομικό κοινωνικό μέλλον του. Οι συγκεκριμένες σωματικές βλάβες, οι οποίες είναι μη αναστρέψιμες επηρεάζουν τη ζωή του ως νέου ατόμου 34 ετών και δικαιολογούν την επιδίκαση σε αυτόν χρηματικού ποσού ως ιδιαίτερη χρηματική παροχή αυτοτελή από το άρθρο 931 ΑΚ σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το οποίο προσδιορίζεται στο ύψος των 15.000 ευρώ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την εν λόγω αξίωση ως αόριστη έσφαλε στην ορθή εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή αναφέρονται όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αξιώσεως του ενάγοντος από το άρθρο 931 ΑΚ, ήτοι, αναφέρονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που θεμελιώνουν την αναπηρία και τον τρόπο επίδρασής της στο επαγγελματικό, οικονομικό, κοινωνικό μέλλον του, όπως εν μέρει βάσιμα παραπονείται ο ενάγων... Περαιτέρω, εξ αιτίας της ως άνω σύγκρουσης ο ενάγων της υπό στοιχ. Β’ αγωγής (Ι. Θ.) υπέστη, ομοίως, σοβαρότατες σωματικές βλάβες... Συγκεκριμένα, ο εν λόγω ενάγων, κατόπιν της σύγκρουσης, μεταφέρθηκε πολυτραυματίας στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών "....", όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος έως 15.03.2010, έχοντας υποστεί συντριπτικό κάταγμα - εξάρθρημα σκαφοειδούς οστού (Δ) άκρου ποδός και κατάγματα 3ου και 4ου μεταταρσίου για την αντιμετώπιση των οποίων του έγινε αφαίρεση του συντριπτικού οστού τοποθετήθηκαν οστικά μοσχεύματα και υποβλήθηκε σε οστεοσύνθεση στον ταρσό και στα μετατάρσια, πολλαπλά κατάγματα αποφύσεων σπονδύλου (Δ) από 01 έως 05 και εξάρθρημα σκαφοειδούς οστού (Α) άκρου ποδός και κατάγματα 4ου μεταταρσίου, το οποίο αντιμετωπίστηκε με κλειστή ανάταξη και διαθερμική σταθεροποίηση με Kirshner (βλ. το προσαγόμενο με επίκληση υπ’ αριθ. πρωτ. .../18.03.2010 πιστοποιητικό του Γ. Κ., Διευθυντή του Ορθοπαιδικού Τμήματος του ως άνω νοσοκομείου). Περαιτέρω, και, κατόπιν της εξόδου του από το ως άνω νοσοκομείο, ο ίδιος ενάγων την 09.09.2010 εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του ανωτέρω νοσοκομείου οπότε και διαπιστώθηκε, ότι πάσχει από συντριπτικά κατάγματα -εξαρθρήματα σκαφοειδών οστών άκρων ποδών άμφω από 6μήνου για τα οποία υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, πολλαπλά κατάγματα εγκαρσίων αποφύσεων σπονδύλων 01 έως 05 δεξιά από εξαμήνου ενώ διαπιστώθηκε μεγάλη ευαισθησία και αδυναμία κίνησης του (ΔΕ) άκρου ποδός, ευαισθησία στον (ΑΡ) άκρο πόδα, καθώς και επώδυνες κινήσεις στην οσφυϊκή μοίρα και του συνεστήθη φυσικοθεραπεία, μερική φόρτιση του (ΔΕ) άκρου ποδός και περαιτέρω διερεύνηση του κατάγματος της οσφυϊκής μοίρας και αποφυγή εργασίας για ακόμη τρεις μήνες κι επανεκτίμηση (βλ. το προσαγόμενο με επίκληση υπ’ αριθ. .../ 09.09.2010 έγγραφο του ως άνω νοσοκομείου). Με την υπ’ αριθμ. πρωτ .../2010 Γνωμάτευση της Α’ ΒΑΘΜΙΑΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΜΑΛΙΑΔΑΣ χορηγήθηκε ποσοστό αναπηρίας 69% και άνω για ένα χρόνο. Στις 9-9-2010 εξετάσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών ".....", όπου διαπιστώθηκε η ίδια προηγούμενη κατάσταση και συνεστήθη αποφυγή εργασίας για τρεις (3) μήνες ακόμη. Εν συνεχεία την 13.01.2011 ο αυτός ενάγων επανεξετάστηκε στο ως άνω νοσοκομείο οπότε διαπιστώθηκε ψευδάρθρωση του κατάγματος του (ΔΕ) σκαφοειδούς, έντονη ευαισθησία και αδυναμία στην κατώτερη οσφυϊκή μοίρα και του συνεστήθη βάδιση με μερική φόρτιση με τη χρήση κηδεμόνα στο (ΔΕ) κάτω άκρο ενώ κρίθηκε, ότι είναι πιθανόν να χρειαστεί στο μέλλον νέα χειρουργική επέμβαση και του συστήθηκε αποφυγή εργασίας για ένα τρίμηνο ακόμη και επανεκτίμηση (βλ. το υπ’ αριθ. πρωτ. .../13.01.2011 έγγραφο του ίδιου νοσοκομείου, προσαγόμενο με επίκληση). Περαιτέρω, την 07.02.2011, ο ίδιος ενάγων εξετάστηκε στο Νοσοκομείο Κ.Α.Τ., οπότε διαπιστώθηκε οστεονέκρωση σκαφοειδούς ΔΕ ταρσού, με συνεπεία η βάδιση να γίνεται με χωλότητα, λόγω δυσκαμψίας και πόνου, συστήθηκε χειρουργική αντιμετώπιση του ΔΕ ταρσού (αρθροδεσία αστραγαλοσκαφοειδούς) και τακτική παρακολούθηση στα εξωτερικά ιατρεία (βλ. την προσαγομένη με επίκληση υπ’ αριθ. πρωτ. ...07.02.2011 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού - ορθοπαιδικού Θ. Κ. του ως άνω νοσοκομείου). Ακολούθως την 27.03.2011 ο αυτός ενάγων εξετάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "...", οπότε διαπιστώθηκε, ότι παρουσιάζει έντονη οσφυαλγία με νευρολογικά ελλείμματα από το ΔΕ κάτω άκρο και συστήθηκαν εξετάσεις (βλ. την προσαγομένη με επίκληση από 27.03.2011 ιατρική βεβαίωση του ως άνω νοσοκομείου) ενώ την 14.04.2011 ο ίδιος ενάγων υποβλήθηκε σε ηλεκτρονευρογράφημα καθώς και σε ηλεκτρομυογράφημα και διαπιστώθηκε βλάβη στο περονιαίο και κνημιαίο νεύρο (ΔΕ) και (ΑΡ) με αποτέλεσμα μερική έκπτωση της μυϊκής ισχύος, οπότε και του συστήθηκε αποφυγή εργασίας για ένα ακόμη τρίμηνο και επανεξέταση (βλ. το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ’ αριθ. .../14.04.2011 ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου "...."). Στις 12-5-2011 εξετάσθηκε στο ... στο ιατρείο πόνου όπου διαπιστώθηκε ότι παρουσιάζει έντονο νευροπαθητικό άλγος, με διαταραχές στη βάδιση και συνεστήθη φαρμακευτική αγωγή (βλ. προσαγόμενη ιατρική γνωμάτευση). Στις 31-5-2011 η Α’ ΒΑΘΜΙΑ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΜΑΛΙΑΔΑΣ τον έκρινε ανάπηρο 67% και άνω για δύο (2) χρόνια... Τέλος όπως προεκτέθηκε το ένδικο ατύχημα προκάλεσε στον ενάγοντα της Β’ αγωγής σωματικές βλάβες, οι οποίες περιγράφονται λεπτομερώς στα προαναφερόμενα ιατρικά πιστοποιητικά, οι οποίες δημιούργησαν μόνιμη αναπηρία η οποία σύμφωνα με τις αντιλήψεις της ζωής επιδρούν δυσμενώς στο επαγγελματικό, οικονομικό, κοινωνικό μέλλον του. Οι συγκεκριμένες σωματικές βλάβες, οι οποίες είναι μη αναστρέψιμες επηρεάζουν τη ζωή του ως νέου ατόμου οικογενειάρχη ηλικίας 34 ετών και δικαιολογούν την επιδίκαση σε αυτόν χρηματικού ποσού ως ιδιαίτερη χρηματική παροχή αυτοτελή εκ του άρθρου 931 ΑΚ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το οποίο προσδιορίζεται στο ποσό των 20.000 ευρώ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την εν λόγω αξίωση ως αόριστη, έσφαλε στην ορθή εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αναφέρονται όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αξιώσεως του ενάγοντος από το άρθρο 931 ΑΚ, ήτοι αναφέρονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που θεμελιώνουν την αναπηρία και τον τρόπο επίδρασής της στο επαγγελματικό, οικονομικό, κοινωνικό μέλλον του...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ευθέως την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της έννοιας της εκ του άρθρου 931 ΑΚ αυτοτελούς ιδιαίτερης χρηματικής παροχής και δικαιολογούν την κατά ένα μέρος παραδοχή της ένδικης αγωγής ως προς αυτό το αγωγικό κεφάλαιο. Τούτο διότι η εν λόγω αγωγική αξίωση αποτελεί αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αφού η συνεπεία του ένδικου ατυχήματος προξενηθείσα μόνιμη αναπηρία, που προξενήθηκε στους αναιρεσίβλητους, εκτός από την επίδραση, που μπορεί να ασκήσει στις παροχές, που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, θεμελιώνει και αυτοτελή αξίωση για ιδιαίτερη χρηματική παροχή διότι επιδρά στο μέλλον τους, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξή τους. Εξάλλου η αναφορά στην μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η χρηματική παροχή της ΑΚ 931 δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής δηλαδή διαφορά μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης, που θα υπήρχε χωρίς αυτό και η παραδοχή ότι η μόνιμη αναπηρία των αναιρεσιβλήτων επιδρά δυσμενώς στο επαγγελματικό, οικονομικό και κοινωνικό μέλλον τους δεν δημιουργεί αντιφατική αιτιολογία για την εφαρμογή της ΑΚ 931 και δεν στερεί την προσβαλλόμενη απόφαση της νόμιμης βάσεως, διότι η μεν πρώτη αναφορά συνιστά κρίση ως προς την φύση της αυτοτελούς αγωγικής αξιώσεως της ΑΚ 931 ότι δηλαδή δεν συνιστά αποζημίωση, η δε ανωτέρω παραδοχή αποτελεί προϋπόθεση για την επιδίκαση της εκ της ΑΚ 931 ένδικης αγωγικής αξίωσης για ιδιαίτερη χρηματική παροχή. Επομένως ο από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν’ αποριφθεί.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δέχεται "πράγματα", ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά χωρίς να απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα, ούτε να αναφέρεται ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 2031/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με το αγωγικό κεφάλαιο της αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντων κερδών, προερχομένων από την πρόσθετη εργασία του μεν πρώτου αναιρεσιβλήτου με την ιδιότητα του ηλεκτρολόγου, του δε δευτέρου με την ιδιότητα του βοηθού ηλεκτρολόγου δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο. "...Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο ενάγων για να συμπληρώνει το μηνιαίο εισόδημά του από την παραπάνω εργασία του απασχολείτο τον ελεύθερο χρόνο του σε ηλεκτρολογικές εργασίες που του ανέθεταν στα Καβάσιλα Ηλείας όπου διέμενε και στην ευρύτερη περιοχή πραγματοποιώντας κατά μέσο όρο μία επίσκεψη την ημέρα για δύο (2) φορές την εβδομάδα κερδίζοντας έτσι το ποσό των (20 ευρώ χ 2 φορές χ 4 εβδομάδες) 160 ευρώ μηνιαίως και για το αιτούμενο χρονικό διάστημα που δεν μπόρεσε να εργασθεί στις απογευματινές πρόσθετες ηλεκτρολογικές εργασίες με συνέπεια να απωλέσει το ποσό των (160 ευρώ χ 14 μήνες) 2240 ευρώ το οποίο μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε από τη ως άνω αιτία εάν δεν μεσολαβούσε ο ένδικος τραυματισμός του...". Ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο. "...Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο ενάγων επιστρέφοντας από τη βασική εργασία του, στην ως άνω εργοδότιδα εταιρεία για να συμπληρώνει το μηνιαίο εισόδημά του και προς κάλυψη των οικογενειακών του δαπανών (οικογενειάρχης με τρία παιδιά) απασχολείτο δύο (2) φορές την εβδομάδα σε ηλεκτρολογικές εργασίες μικρής έκτασης που του ανέθεταν οι πελάτες αφού προ της προσλήψεως στην ως άνω εταιρεία ασκούσε το συγκεκριμένο επάγγελμα στη περιοχή. Προς τούτο πραγματοποιούσε δύο φορές την εβδομάδα μια επίσκεψη κερδίζοντας κατά μέσο όρο το ποσό των 20 ευρώ την φορά και το ποσό των 40 ευρώ την εβδομάδα (2 χ 20). Εξ αιτίας της ανικανότητάς του για εργασία κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα δεν μπόρεσε να εργασθεί στις απογευματινές πρόσθετες ηλεκτρολογικές εργασίες και να απωλέσει το ποσό των (2 χ 20 χ 4 χ 15 μήνες) 2400 ευρώ το οποίο μετά πιθανότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα εάν δεν μεσολαβούσε ο ένδικος τραυματισμός του και η εξ αυτού ανικανότητα για εργασία...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298 και 929 ΑΚ καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας του διαφυγόντος κέρδους, το οποίο καθεαυτό, δεν οφείλεται σε αιτία παράνομη στο πλαίσιο των προϋποθέσεων του άρθρου 298 ΑΚ για την επιδίκασή του, της πιθανότητας, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, των ειδικών περιστάσεων και ιδίως των προπαρασκευαστικών μέτρων που έχουν ληφθεί για την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας ως ηλεκτρολόγου και βοηθού ηλεκτρολόγου, αντιστοίχως, αφού η εν λόγω δραστηριότητά τους είχε αναγγελθεί στο ΙΚΑ και δικαιολογούν την κατά ένα μέρος παραδοχή της ένδικης αγωγής ως προς το ανωτέρω αγωγικό κεφάλαιο. Εξάλλου η μη υποβολή φορολογικής δηλώσεως κατά το παρελθόν δεν αναιρεί την ύπαρξη εργασιακής σχέσης και την εξ αυτής κτήση εισοδημάτων γιατί η μη υποβολή δυνατόν να οφείλεται σε διάφορους λόγους. Από τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις το πραγματικό των ίδιων εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 298, 929 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Επομένως ο δεύτερος λόγος ως προς το τμήμα με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει ν’ απορριφθεί.

Τέλος από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο προκειμένου να επιδικάσει στους αναιρεσίβλητους το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στην αποδεικτική διαδικασία, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, όπως από το προοίμιο της απόφασης στο οποίο γίνεται μνεία των αποδεικτικών μέσων προκύπτει. Επομένως ο δεύτερος λόγος ως προς το τμήμα με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Δικαστήριο δεν διέλαβε εκ ποίων αποδείξεων ήχθη στην ως άνω κρίση του, πρέπει ν’ απορριφθεί.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Τέλος, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας - καταθέσασας, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-8-2014 αίτηση, για αναίρεση της 2520/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...