Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Ψευδής καταμήνυση, τρόπος τέλεσης της.

Περίληψη. Ψευδής καταμήνυση. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Υποβολή ψευδούς μηνύσεως κατά του νυν πολιτικώς ενάγοντος από τον κατηγορούμενο, με την οποία καταμήνυσε τον κατηγορούμενο για παράβαση καθήκοντος, απάτη επί Δικαστηρίου και ψευδορκία πραγματογνώμονα. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Μέσα αποδείξεως. Πραγματογνωμοσύνη. Η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη δεν διατάχθηκε για τη συγκεκριμένη υπόθεση κατά το άρθ. 183 ΚΠΔ, αλλά διατάχθηκε από το αστικό Δικαστήριο, που εκδίκαζε αστική υπόθεση του κατηγορουμένου, και, ως εκ τούτου, συνεκτιμήθηκε μετά των λοιπών εγγράφων. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. 
  
Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα ΣΤ', 555/ 2015.
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου και Αρτεμισία Παναγιώτου, Αρεοπαγίτες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 § 1 του Π.Κ., με την προβλεπόμενη σ’ αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση σε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ’ αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη, ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ο ανακοινώσας να έχει γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Το ως άνω έγκλημα είναι τετελεσμένο μόλις περιέλθει η μήνυση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ’ αυτήν, ανεξάρτητα εάν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510§ 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός των χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. (ΑΠ 458/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1031/2014 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε, ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς καταμηνύσεως σε βάρος του εγκαλούντος Δ. Φ. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων(ανωμοτί κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος, αναγνωσθέντα έγγραφα, ένορκη κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης απολογία κατηγορουμένου δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Στις 18.10.2005 εκδικάστηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου η από 10.10.2003 αγωγή αποζημιώσεως του ήδη κατηγορουμένου Α. Κ. κατά του Ι. Κ., Δ. Κ., Ε. Κ. και της εταιρίας "...........". Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 105/2006 μη οριστική απόφαση του δικαστηρίου αυτού, η οποία ανέβαλε την οριστική της απόφαση και διέταξε τη διεξαγωγή νέας (τρίτης κατά σειρά) λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Ως πραγματογνώμονας - λογιστής ορίστηκε ο εγκαλών, Δ. Φ., Εφοριακός Υπάλληλος, που υπηρετούσε στη Β’ Δ.Ο.Υ. Βόλου. Ο τελευταίος, υπέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου που τον διόρισε αίτηση εξαιρέσεως, πλην, όμως, η αίτηση του αυτή απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 165/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία επέβαλε σ’ αυτόν τη διενέργεια της. Ο ανωτέρω πραγματογνώμονας ορκίστηκε ενώπιον της εισηγήτριας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, στις 29.11.2007 και κατέθεσε την πραγματογνωμοσύνη του στις 31.3.2008. Επειδή το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης δικαίωνε στο μεγαλύτερο μέρος του τους αντιδίκους του ήδη κατηγορουμένου, ο τελευταίος, κατέθεσε εναντίον του πραγματογνώμονα, καθώς και όλων των αντιδίκων του στα πολιτικά δικαστήρια, την από 23.6.2008 μήνυση του, όπου εν γνώσει του ανέφερε, για τον ανωτέρω πραγματογνώμονα και ήδη πολιτικώς ενάγοντα Δ. Φ., που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ψευδή γεγονότα, προκειμένου να προκαλέσει την καταδίωξη του. Πιο συγκεκριμένα, καταμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τον εγκαλούντα, Δ. Φ., κάτοικο Βόλου, για παράβαση καθήκοντος, απάτη επί δικαστηρίω και ψευδορκία πραγματογνώμονα (παράβαση άρθρων 259, 386, 226 ΠΚ), πράξεις που φέρονται τελεσθείσες στο Βόλο, στις 31-3-2008, και συνίστανται στο γεγονός ότι ο μηνυόμενος, ο οποίος με την υπ’ αριθμ. 105/2006 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου ανέλαβε τη σύνταξη λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, διενήργησε αυτή με πρόθεση και με σκοπό να παραπλανήσει την κρίση του δικαστηρίου και να ευνοήσει τους λοιπούς εγκαλούμενους μέλη της ΟΕ, οι οποίοι τον παρακίνησαν με πειθώ και φορτικότητα προς τούτο, δεδομένου ότι προέβη σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση των προσκομισθέντων στοιχείων, ιδιαίτερα δε λαμβάνοντας υπόψη ανακριβή και μη νομοτύπως εκδοθέντα στοιχεία, που προσκόμισαν οι εκπρόσωποι της εταιρίας, ενώ δεν αξιολόγησε ορθώς στοιχεία και έγγραφα που προσκόμισε ο ίδιος ο εγκαλών, μεταξύ των οποίων και πορίσματα προγενέστερων εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης και συναφείς δικαστικές αποφάσεις. Ειδικότερα, ο ανωτέρω πραγματογνώμονας στην έκθεση του ανέγραψε ποσά πλασματικών χρεώσεων του εγκαλούντος, που δεν προέκυπταν από επίσημα παραστατικά αγορών (αποδείξεις πληρωμής κλπ), ότι οφείλονται ποσά από τέσσερις επιμέρους επιταγές, οι οποίες όμως είχαν εξοφληθεί, ότι δεν συνυπολόγισε ποσό 12.517,850 δραχμών για το έτος 1996, που αφορούσε αποστολές κερδισμένων ".." κατατεθειμένων στην τράπεζα, ότι συγκάλυψε υπεξαίρεση ποσού 12.418.125 δραχμών, που αφορούσε τρεις αποστολές κερδισμένων λαχείων "....", δεχόμενος ψευδώς εξωλογιστικό συμψήφισμα με τρεις επιταγές ποσού 12.865.950 δραχμών, για τις οποίες δεν υπήρχε σχετική εγγραφή στην καρτέλα της επιχείρησης, ότι δέχθηκε ότι μια απόδειξη πληρωμής ποσού 9.129.000 δραχμών δεν αφορούσε πληρωθείσα πράγματι επιταγή ίσης αξίας, αλλά αφορούσε δήθεν άλλη απόδειξη είσπραξης μετρητών, για την οποία δεν υπήρχε αντίστοιχη εγγραφή στην καρτέλα, ότι τα ποσά έξι επιταγών αφορούσαν δήθεν αγορές κρατικού λαχείου και όχι λαχείου "...", για τις οποίες όμως δεν προσκομίσθηκε προς τούτο κάποιο επίσημο παραστατικό (απόδειξη πληρωμής κλπ) βασιζόμενος μόνο σε αθεώρητες και ανεπικύρωτες φωτοτυπίες καρτελών και άλλων εγγράφων της εταιρίας. Τα ανωτέρω ως γεγονότα είναι αναληθή, ωστόσο ο κατηγορούμενος με γνώση της αναληθείας των τα περιέλαβε στην παραπάνω μήνυση του, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του ανωτέρω εγκαλούντος για τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος, της απάτης επί δικαστηρίω και της ψευδορκίας πραγματογνώμονα. Για το λόγο αυτό η ανωτέρω έγκληση του κατηγορουμένου, απορρίφθηκε κατ’ άρθρο 47 ΚΠΔ, ως ουσιαστικά αβάσιμη με την υπ’ αριθμ. 50/2009 διάταξη του εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, η οποία επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 55/2009 διάταξη του εισαγγελέα Εφετών Λάρισας. Μάλιστα με την υπ’ αριθμ. 56/2010 διάταξη του εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, απορρίφθηκε αίτηση του κατηγορουμένου για ανάκληση της προγενέστερης διάταξης και επανεξέταση της υπόθεσης. Εν τω μεταξύ ο Δ. Φ., υπέβαλε σε βάρος του κατηγορουμένου την από 5.2.2009 έγκλησή του, με βάση την οποία και παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως σε βάρος του εγκαλούντος της πράξης της ψευδούς καταμηνύσεως. Κατά του κλητηρίου θεσπίσματος ο κατηγορούμενος άσκησε την υπ’ αριθμ. 9/25.6.2010 προσφυγή του, ενώπιον του εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την υπ’ αριθμ. 102/2010 διάταξη του αντεισαγγελέα Εφετών. Στη διάταξη αυτή αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ως άνω πραγματογνωμοσύνη του Δ. Φ. αποτελούσε μια ιδιαίτερα πολύπλοκη και δυσχερή διαδικασία, λαμβανομένου υπόψη ότι είτε δεν υπήρχαν είτε δεν προσκομίστηκαν πλήρη και επίσημα παραστατικά έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία, γεγονός που δημιουργούσε επιπρόσθετες δυσχέρειες για την κατάληξη σε ασφαλές και μη επιδεχόμενο αμφισβήτησης πόρισμα. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη αποτελούσε την τρίτη χρονικά μιας σειράς πραγματογνωμοσυνών, που διενεργήθηκαν για το ίδιο θέμα στα πλαίσια διαφορετικών δικαστικών διαδικασιών. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δυο πρώτες πραγματογνωμοσύνες αρχικά διέφεραν μεταξύ τους ως προς το τελικό πόρισμα, πλην, όμως, στη συνέχεια, ο πρώτος πραγματογνώμονας (Α. Κ.) προχώρησε σε ανασκευή του πορίσματος του, προφανώς κάτω και από την πίεση της εις βάρος του έγκλησης που υπέβαλε ο Α. Κ., ώστε να ταυτίζεται προς το πόρισμα της δεύτερης πραγμ/σύνης. Εκτός αυτού ο Δ. Φ. κατά τη διενέργεια της πραγμ/σύνης ακολούθησε την ίδια μεθοδολογικά προσέγγιση και διερεύνηση της υπόθεσης όπως έκαναν και οι άλλοι δύο πραγματογνώμονες προηγουμένως, ζήτησε δε και έλαβε κάθε κρίσιμο έγγραφο στοιχείο, παραστατικό ή πληροφορία, που θα μπορούσε να βοηθήσει στην ασφαλή διερεύνηση της υπόθεσης. Επίσης, στην έκθεση του καταχώρισε αναλυτικά και με σαφήνεια τα συγκεκριμένα έγγραφα και στοιχεία που αφορούσαν κάθε επί μέρους κονδύλιο και ενότητα της υπόθεσης, καθώς και τις σκέψεις και αξιολογήσεις των στοιχείων αυτών με βάση τις οποίες κατέληξε στο τελικό συμπέρασμα. Κατά τη διαδικασία αυτή δεν προέκυψε ότι απέκρυψε κάποιο ουσιώδες στοιχείο ή εν γνώσει του εμφάνισε και επικαλέστηκε κάποιο ανακριβές ή ψευδές έγγραφο ή στοιχείο με σκοπό να αλλοιώσει την πραγματική κατάσταση και να καταλήξει σε ανακριβές και προκαθορισμένο συμπέρασμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διεξαγωγή της πραγμ/σύνης ο Α. Κ., είχε διορίσει τεχνικό σύμβουλο, ο οποίος είχε άμεση επαφή με τον πραγματογνώμονα και λάμβανε γνώση των στοιχείων και της πορείας της πραγματογνωμοσύνης, κάνοντας τις ανάλογες υποδείξεις και επισημάνσεις προς τον πραγμ/μονα, η κύρια δε και ουσιαστική διαφοροποίηση αυτού με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εντοπίστηκε στον τρόπο και την ορθότητα αξιολόγησης εκ μέρους του πραγματογνώμονα ορισμένων στοιχείων που προσκομίστηκαν ή στην αναγκαιότητα αξιολόγησης ορισμένων άλλων στοιχείων, ως σχετιζομένων με την επίδικη υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη των εκατέρωθεν διατυπωθεισών συμπερασμάτων ή εκτιμήσεων, καθώς και των όποιων διαφοροποιήσεων εμφάνιζαν μεταξύ τους ως προς το αποτέλεσμα οι διενεργηθείσες τρεις πραγματογνωμοσύνες, εφόσον οι εκτιμήσεις και οι αξιολογήσεις αυτές βασίζονταν επί συγκεκριμένων και με σαφήνεια διατυπωμένων στοιχείων και σκέψεων, που υπόκειντο στην τελική αξιολόγηση του δικαστηρίου, δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σχετικά με το ότι ο Δ. Φ., κατάρτισε με πρόθεση ψευδή πραγματογνωμοσύνη. Εκτός αυτού δεν προέκυψε ότι ο Δ. Φ. είχε κάποια ιδιαίτερη γνωριμία με τους αντιδίκους του Α. Κ. ή ότι είχε κάποιο ιδιαίτερο λόγο ή συμφέρον για να ωφελήσει αυτούς βλάπτοντας συγχρόνως τον Α. Κ., ώστε να παραβεί τα καθήκοντα του και να συντάξει ανακριβή έκθεση πραγμ/σύνης. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από το ότι ο πραγματογνώμονας είχε επιδιώξει εξ αρχής να εξαιρεθεί της πραγμ/σύνης επικαλούμενος προσωπικούς και επαγγελματικούς λόγους. Επίσης, ενισχυτικό της άποψης αυτής είναι το γεγονός ότι ο Δ. Φ. στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε διατύπωσε κρίσεις και απόψεις υπέρ των συμφερόντων του Α. Κ. (βλ. 4η σελίδα της έκθεσης), δεχόμενος ως προκύψασα μία αποστολή κερδισμένων λαχείων από τον Α. Κ. προς την εταιρία, για την οποία δεν υπήρχαν επίσημα προς τούτο παραστατικά έγγραφα (αποδείξεις παραλαβής ή ταχυμεταφοράς), παρά μόνον υπήρχε μια απλή καταχώριση στα βιβλία της εταιρίας, γεγονός το οποίο μπορούσε οπωσδήποτε να αποσιωπήσει εάν πράγματι ήθελε να ωφελήσει την εταιρία ή να εμφανίσει ανακριβές πόρισμα. Με βάση λοιπόν τα προαναφερθέντα, τα οποία τελούσαν σε γνώση του Α.Κ., προκύπτει ότι ο τελευταίος υπέβαλε την από 23.6.2008 έγκλησή του σε βάρος του Δ. Φ. εν γνώσει ψευδώς, με σκοπό να προκαλέσει τη δίωξή του και συγχρόνως να θέσει σε αμφισβήτηση την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του. Κατά συνέπεια προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του προσφεύγοντος για την πράξη για την οποία κατηγορείται ικανές για να στηρίξουν δημόσια κατηγορία εναντίον του και πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη προσφυγή ως ουσιαστικά αβάσιμη". Το δικαστήριο, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που μνημονεύεται παραπάνω και ιδιαίτερα από τη χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, το περιεχόμενο της πραγματογνωμοσύνης και από το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε πως ο ανωτέρω εγκαλών - πραγματογνώμονας απέκρυψε κάποιο ουσιώδες στοιχείο ή εν γνώσει του εμφάνισε και επικαλέστηκε κάποιο ανακριβές ή ψευδές έγγραφο ή στοιχείο με σκοπό να αλλοιώσει την πραγματική κατάσταση και να καταλήξει σε ανακριβές και προκαθορισμένο συμπέρασμα. Επίσης, δεν προέκυψε ότι ο Δ. Φ. είχε κάποια ιδιαίτερη γνωριμία με τους αντιδίκους του Α. Κ. ή ότι είχε κάποιο ιδιαίτερο λόγο ή συμφέρον για να ωφελήσει αυτούς βλάπτοντας συγχρόνως τον Α. Κ., ώστε να παραβεί τα καθήκοντα του και να συντάξει ανακριβή έκθεση πραγμ/σύνης. Ενώ, όλα τα ανωτέρω τα γνώριζε ο κατηγορούμενος, προκειμένου να προκαλέσει τη δίωξη του εγκαλούντος και να θέσει σε αμφισβήτηση την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, κατέθεσε εναντίον του την ανωτέρω από 23.6.2008 μήνυση του, το περιεχόμενο της οποίας είναι, κατά τα προαναφερόμενα, εξ ολοκλήρου ψευδές. Ό άμεσος δόλος του κατηγορουμένου προκύπτει από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που προεκτέθηκαν, καθώς και από το γεγονός ότι αυτός ενώ μπορούσε να προβάλει αμφισβήτηση της πραγματογνωμοσύνης στο δικαστήριο που θα εκδίκαζε την αγωγή αποζημιώσεως, κυρίως με αναφορά στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού του συμβούλου, αλλά και ενδεχομένως να ζητήσει, για συγκεκριμένους λόγους τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, ακόμα και από δύο πραγματογνώμονες, εν τούτοις αυτός προτίμησε να καταθέσει την ανωτέρω ψευδή μήνυση του, όχι μόνον για να αμφισβητήσει την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αλλά και να εκφοβίσει τον πραγματογνώμονα και πιθανόν όποιον άλλο πραγματογνώμονα, θα διενεργούσε πραγματογνωμοσύνη με πόρισμα κόντρα στα συμφέροντα του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο κατηγορούμενος, έχει καταθέσει πλήθος μηνύσεων, όχι μόνον κατά των αντιδίκων του στην πολιτική υπόθεση, αλλά και εναντίον όλων εκείνων που στην πορεία της αναμίχθηκαν σ’ αυτή. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πρέπει, ο κατηγορούμενος, να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ’ αυτόν ως άνω πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως, απορριπτόμενων των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του α) περί "απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω ελλείψεως μηνύσεως", επειδή θεωρεί αυτή ως αόριστη, αφού η μήνυση είναι πλήρως ορισμένη περιέχουσα όλα τα αναγκαία κατά το νόμο στοιχεία, όπως άλλωστε κρίθηκε τόσο από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών που παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, με απευθείας κλήση, όσο και από τον Αντεισαγγελέα Εφετών Λάρισας, που απέρριψε την υπ’ αριθμ. 9/25.6.2010 προσφυγή του κατηγορουμένου κατά του κλητηρίου θεσπίσματος, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται αναλυτικά παραπάνω και β) περί "άρσης του αδίκου και ανυπάρκτου άδικης πράξης", ως ουσιαστικά αβασίμου, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται αναλυτικά παραπάνω. Το αίτημα του κατηγορουμένου περί "ανάσυρσης από το αρχείο της από 23.6.2008 με ΑΒΜ: ..μηνύσεώς μου", αναρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, αφού τέτοια αρμοδιότητα δεν έχει το παρόν δικαστήριο και πρέπει να απορριφθεί.

Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πειραιά διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Ειδικότερα εκτίθενται στο σκεπτικό της απόφασης, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως (229 § 1 Π.Κ.)’ τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα: α) εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε, η υποβολή δηλαδή της από 23-6-2008 μηνύσεως του αναιρεσείοντος κατά του πολιτικώς ενάγοντος με την οποία καταμήνυσε αυτόν για παράβαση καθήκοντος, απάτη επί Δικαστηρίω και ψευδορκία πραγματογνώμονα καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτήν και ήταν ψευδή, αιτιολογείται δε ο σκοπός του αναιρεσείοντος να προκληθεί η καταδίωξη του πολιτικώς ενάγοντος για τις ως άνω πράξεις, για τις οποίες όμως η ανωτέρω μήνυση με την με αριθμό 50/2009 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου η οποία επικυρώθηκε με την 55/2009 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας απορρίφθηκε κατ’ άρθρο 47 ΚΠΔ ως ουσιαστικά αβάσιμη β) για τη γνώση του αναιρεσείοντος του ψευδούς της ως άνω καταγγελίας σε βάρος του εγκαλούντος γίνεται ειδική μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση, συναγόμενης αυτής εκ των προηγηθεισών του ιδίου πράξεων, οι οποίες αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης. Περαιτέρω η αιτίαση του αναιρεσείοντος για το ότι δεν συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα και το ότι αυτό το συμπεραίνει εκ του ότι εξαίρεται ειδικά απόσπασμα της 102/2010 διάταξης του Εισαγγελέως Εφετών Λαρίσης ενώ δεν λήφθηκε υπόψη η 56/2010 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης που έκρινε επί της δικής του μηνύσεως, ότι ο νυν πολιτικώς ενάγων είχε καταθέσει ψευδή πραγματογνωμοσύνη, προβάλλεται αβασίμως, καθόσον αφενός το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα και αφετέρου γίνεται ρητή αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης της εν λόγω 56/2010 διάταξης του Εισαγγελέως Εφετών Λαρίσης. Επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ επί του οποίου στηρίζει την άνω αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Η κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠοινΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτή υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ αναφερόμενος ανωτέρω λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 478/2014). Στην προκειμένη περίπτωση προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δίκασαν Εφετείο από το ότι οι αναφερόμενες στα πρακτικά ότι περιλαμβάνονται στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου πραγματογνωμοσύνη του Κ. και η το έτος 2002 διόρθωση αυτής και η πραγματογνωμοσύνη Ζ. δεν μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικώς ως αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο ούτε προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη. Η πραγματογνωμοσύνη Κ., και η διόρθωση αυτής και η πραγματογνωμοσύνη Ζ. δεν απαιτείτο να αναφέρονται ιδιαίτερα ως αποδεικτικά μέσα στο προοίμιο του σκεπτικού και στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως γιατί όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση η πραγματογνωμοσύνη Κ. και η διόρθωση της δεν διατάχθηκε για την συγκεκριμένη υπόθεση κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ από το δικαστήριο, το δικαστικό συμβούλιο ή από ανακριτικό υπάλληλο η διενέργεια της, αλλά διατάχθηκε από το αστικό Δικαστήριο που εκδίκαζε αστική υπόθεση του κατηγορουμένου και επομένως θεωρείται ως έγγραφο που συνεκτιμάται μετά των λοιπών εγγράφων που αναγνώσθηκαν, η δε πραγματογνωμοσύνη Ζ. διατάχθηκε ύστερα από παραγγελία του Εισαγγελέως το έτος 2001 επί υποθέσεως άλλης από την παρούσα και επομένως και αυτή θεωρείται ως έγγραφο που συνεκτιμάται μετά των λοιπών εγγράφων που αναγνώσθηκαν. Επομένως ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ επί του οποίου ο αναιρεσείων στηρίζει την, άνω αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη διότι όπως επί λέξει αναφέρει "δεν προβλέπεται να καταδικάζομαι στην παραπάνω ποινή ότι ψευδώς καταμήνυσα τον μηνυτή μου με μία μήνυση η οποία έχει κρίνει ήδη ψευδή την πραγματογνωμοσύνη του και αποτελούσε άλλωστε νόμιμο δικαίωμα μου αλλά και σωρεία πλαστογραφιών ψευδών βεβαιώσεων, όπως αυτά μνημονεύονται αναλυτικά στον αυτοτελή ισχυρισμό μου σε συνδυασμό και με τον παρατιθεμένων εγγράφων που όμως δεν απαντήθηκαν καν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της. Με αποτέλεσμα να υπάρχει απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, να υπάρχει η παράβαση για τη δημοσιότητα στο ακροατήριο, να υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αλλά και έλλειψη ακροάσεως αρθρ 510 ΚΠΔ περ. Α, Β, Γ, Δ, Ε. Ο λόγος αυτός ανεξάρτητα του ότι τυγχάνει ακατάληπτος και αόριστος πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, υπό την επίφαση των επικαλούμενων πλημμελειών, πλήττεται την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση όλων των αναφερομένων σ’ αυτόν πλημμελειών πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 23-31-10-2014 αίτηση αναιρέσεως του Α. Κ. του Γ. κατοίκου Βόλου οδός ... κατά της 1031/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

1 σχόλιο:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Σκέψη υπ' αριθμό IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι’ αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ’ αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. (ΑΠ 241/2015, ΑΠ 554/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για τη ύπαρξη αιτιολογίας του υποκειμενικού στοιχείου, δεν είναι αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο καταμηνύων γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη (ΑΠ 430/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το ως άνω έγκλημα, είναι τετελεσμένο μόλις περιέλθει η μήνυση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ’ αυτήν, ανεξάρτητα εάν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου ή εκινήθη υπό της αρχής η διαδικασία της ποινικής δίωξης, αρκεί να είναι δυνατή η δίωξη του μηνυομένου (ΑΠ 555/2015, 587/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Διάταξη ΕισΕφΕύβοιας [Λ. Σοφουλάκης] 3/ 2016.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...