Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Επιχείριση Πρακτορείας, αναγνώριση χρέους, ερμηνεία σύμβασης, συμψηφισμός, διοίκηση αλλοτρίων.

Περίληψη. Επιχείρηση πρακτορείας. Η σχέση πρακτορείας προσλαμβάνει το χαρακτήρα είτε της εμπορικής αντιπροσωπείας προς παροχή υπηρεσιών είτε της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, αφού κύριο γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ αντίθετα ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευόμενου. Εφαρμοστέες διατάξεις. Σύμβαση διακίνησης εντύπων μέσω πώλησης σε ορισμένο γεωγραφικό χώρο έναντι αμοιβής. Καταγγελία της σύμβασης. Αγωγή καταβολής του ποσού από τις πωλήσεις των εντύπων. Αιτιώδης αναγνώρισης χρέους. Διάκριση αυτής από την αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους.

Κατά κανόνα με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους επιδιώκεται η δημιουργία νέας ενοχής, είτε παράλληλα με την παλαιά, είτε σε αντικατάσταση της παλαιάς και απαλλαγμένης συνεπώς από τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν στο πλαίσιο εκείνης, η οποία, νέα ενοχή, δεν υπόκειται επίσης σε τύπο, εκτός εάν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση, για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, οπότε πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για τη σύμβαση αναγνώρισης. Διοίκηση αλλοτρίων. Διάκριση αυτής σε γνήσια και μη γνήσια. Κατά περίπτωση εφαρμοστέες διατάξεις
  
Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α1, 1728/ 2014.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη-Εισηγητή, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 5112/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε στην ουσία την από 3.6.2011 έφεση των αναιρεσειόντων, ενώ δέχθηκε την από 3.1.2011 αντίθετη έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ` αριθ. 5579/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο κατά το οποίο με την απόφαση αυτή είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 5.9.2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά τη συμβατική πρώτη επικουρική βάση της για το ποσό 157.689,83 ευρώ, δέχθηκε ακολούθως και η ίδια η εφετειακή απόφαση κατά την αυτή επικουρική βάση την ένδικη αγωγή για το μεγαλύτερο ποσό των 219.271,81 ευρώ, το οποίο αναγνώρισε ότι υποχρεούνται εις ολόκληρο οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν νομιμοτόκως από 1.12.1999 στον αναιρεσίβλητο, αφενός μεν κατά το ποσό των 217.510,99 ευρώ ως μέρος του τιμήματος που η πρώτη των αναιρεσειόντων ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...", μέλη της οποίας είναι οι λοιποί δυο αναιρεσείοντες, αν και εισέπραξε για λογαριασμό της πτωχής ήδη εταιρείας με την επωνυμία "..." από την πώληση για λογαριασμό αυτής, στο νομό ..., εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων, στο πλαίσιο σχετικής μεταξύ τους σύμβασης, ωστόσο δεν το απέδωσε, όπως όφειλε, στην πτωχή εταιρεία, για λογαριασμό της οποίας ενεργεί ως οριστικός σύνδικος αυτής ο αναιρεσίβλητος, αλλά το κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, αφετέρου δε κατά το ποσό των 1.760,82 ευρώ ως εγγύηση, που κατέπεσε σε βάρος της πρώτης των αναιρεσειόντων εξ αιτίας της ως άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). Παραδεκτά επίσης με το από 17.2.2014 ιδιαίτερο δικόγραφο οι αναιρεσείοντες άσκησαν ως προς προσβαλλόμενο με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης πρόσθετο λόγο (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), ο οποίος πρέπει να συνεξετασθεί με τους κύριους λόγους της αίτησης αναίρεσης.

2. Στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός είναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών που προσφέρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας. Η σχετική μ` αυτές ρύθμιση στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού ως γενική διάταξη υπάρχει μόνον αυτή του άρθρ. 2 του από 2(14).5.1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το π.δ/γμα 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού π.δ/γμα 427/1995. Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις η επιχείρηση πρακτορείας έχει ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης (ΑΠ 1041/2010, 539/2012). Κατά την έννοια αυτή η σχέση πρακτορείας προσλαμβάνει το χαρακτήρα είτε της εμπορικής αντιπροσωπείας προς παροχή υπηρεσιών είτε της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, αφού κύριο μεν γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ αντίθετα κατά το άρθρ. 90 ΕμπΝ ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευομένου. Συνεπώς εφόσον η σύμβαση πρακτορείας έχει σε κάθε περίπτωση τα στοιχεία εντολής και η ρύθμισή της, μολονότι αναγκαία, είναι ελλιπής, καταλείποντας ακούσιο (γνήσιο) κενό, εφαρμόζονται αναλογικά σ` αυτή οι διατάξεις, κατ` αρχήν, του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729), στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς τη σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρ. 91 ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 ΕισΝΑΚ (ΑΠ 390/2004, 734/2011, 697/2012), ενώ αναλογικά εφαρμόζονται με βάση ήδη και τη διάταξη του άρθρ. 14§4 του ν. 3577/2007 οι διατάξεις και του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση η διαμεσολαβητική δραστηριότητα του πράκτορα προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας ή και ταυτίζεται μ` αυτή κατά τα ουσιώδη στοιχεία της (ΟλΑΠ 15/2013). 
Εξ άλλου η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 874/1996, 1452/2007). Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης. Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια. 
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι μ` αυτή ο αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος την από 8.6.1994 έγγραφη σύμβαση μεταξύ της πτωχής ήδη εταιρείας .., της οποίας είναι ο οριστικός σύνδικος, και της πρώτης των αναιρεσειόντων, στο πλαίσιο της οποίας ανατέθηκε στην πρώτη των αναιρεσειόντων η πώληση στον νομό ... των διακινούμενων σε πανελλήνια κλίμακα από τη μετέπειτα πτωχή εταιρεία εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων, αντί αμοιβής (προμήθειας) 20% επί της αξία των πωλούμενων εντύπων, μείον τον Φ.Π.Α., ζήτησε, περιορίζοντας παραδεκτά την αγωγή του, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των αναιρεσειόντων, ο δεύτερος και η τρίτη των οποίων είναι ομόρρυθμα μέλη της πρώτης αυτών, να του καταβάλουν υπό την ως άνω ιδιότητά του και κατά τη συμβατική πρώτη επικουρική βάση της αγωγής του, ως προς την οποία μόνον η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, το ποσό των 219.271,81 ευρώ, ισχυριζόμενος ότι η πρώτη των αναιρεσειόντων, αν και όφειλε στις 30.11.1999, που καταγγέλθηκε η ως άνω αορίστου χρόνου σύμβαση και έκλεισε ο λογαριασμός των συμβαλλομένων με χρεωστικό σε βάρος της υπόλοιπο 217.510,99 ευρώ, το οποίο δεν αμφισβήτησε έγκαιρα και θεωρείται ότι το αναγνώρισε, να αποδώσει το ποσό αυτό στην ήδη πτωχή εταιρεία, εντούτοις δεν το απέδωσε, αλλά το κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα και αντισυμβατικά, με συνέπεια να καταπέσει σε βάρος της και η εγγύηση ποσού 1. 760,82 ευρώ, που είχε δοθεί από την ίδια για την καλή εκτέλεση της όλης σύμβασης. Κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην ένδικη αγωγή, η εκκαθάριση της συναλλαγής και του λογαριασμού των συμβαλλομένων γινόταν στο τέλος κάθε μήνα για τον αμέσως προηγούμενο μήνα και η πρώτη των αναιρεσειόντων έπρεπε κατά τον 8ο όρο της συμφωνία τους να απευθύνει εγγράφως στο άλλο μέρος τις όποιες αντιρρήσεις της μέσα σε προθεσμία οκτώ ημερών από την αποστολή σ` αυτή κάθε μηνιαίου εκκαθαριστικού λογαριασμού. Οι λογαριασμοί αυτοί έχουν ενσωματωθεί στην ένδικη αγωγή για τους μήνες Δεκέμβριο 1998 έως και Νοέμβριο 1999 και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σ` αυτή θεωρείται ότι έχουν γίνει αποδεκτοί από την πρώτη των αναιρεσειόντων, έστω και αν από τον Ιανουάριο 1999 και μετέπειτα δεν έχουν την υπογραφή της, αφού δεν διατύπωσε εμπρόθεσμα την οποιαδήποτε αντίρρηση ως προς την ακρίβειά τους, ενώ στην ένδικη αγωγή έχουν ενσωματωθεί και οι καταστάσεις με την κατά μήνα κίνηση της συναλλαγής μεταξύ της ήδη πτωχής εταιρείας ως πράκτορα και της πρώτης των αναιρεσειόντων ως υποπράκτορα, δηλαδή εκκαθαριστικές καταστάσεις των διακινούμενων εντύπων, από τις οποίες προκύπτει ο αριθμός και το είδος των εντύπων που παρέλαβε σε μηνιαία βάση από την πτωχή εταιρεία κατά το διάστημα από τον Ιανουάριο 1999 έως και τον Οκτώβριο 1999 η πρώτη των αναιρεσειόντων, ο αριθμός των πωληθέντων από αυτή εντύπων στο νομό ... και ο αριθμός των επιστραφέντων από την ίδια στην πτωχή εταιρεία απούλητων εντύπων, η τιμή κάθε εντύπου, η συνολική αξία των πωληθέντων εντύπων και η αντίστοιχη προμήθεια της πρώτης των αναιρεσειόντων. Με τα στοιχεία αυτά η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη κατά τη συμβατική πρώτη επικουρική βάση της από τη σχέση πρακτορείας με αντικείμενο την έναντι αμοιβής διακίνηση εντύπων από την πρώτη των αναιρεσειόντων στο νομό ... και συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, μολονότι σ` αυτή η διακίνηση των εντύπων κατά τους παραπάνω μήνες δεν αναλύεται και σε ημερήσια βάση. 

3. Από τη διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ, με την οποία θεσπίζεται γενικώς η ελευθερία της σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικών για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, προκύπτει ότι είναι ισχυρή η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος του από ορισμένη αιτία. Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από τα άρθρ. 873-875 του ΑΚ αναιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται ατύπως όταν είναι απλώς επιβεβαιωτική του υπάρχοντος χρέους, δηλαδή όταν τα μέρη δεν θέλησαν να δημιουργήσουν μ` αυτή νέα αυτοτελή ενοχή, αλλά απέβλεψαν είτε στη δημιουργία απλού αποδεικτικού μέσου με τη μορφή της εξώδικης ομολογίας (άρθρ. 352§2 ΚΠολΔ) είτε στη διακοπή της παραγραφής (άρθρ. 260 ΑΚ) ή σε ανάλογα νομικά αποτελέσματα κατά τα άρθρα λ.χ. 156, 272§2 ΑΚ είτε γενικότερα στην αποσαφήνιση ή στη διασφάλιση της βασικής ενοχής από τυχόν, 1666/2003, 1432/2005, 304/2010). Κατά κανόνα όμως με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους επιδιώκεται η δημιουργία νέας ενοχής, είτε παράλληλα με την παλαιά είτε σε αντικατάσταση της παλαιάς (άρθρ. 421, 436 ΑΚ) και απαλλαγμένης συνεπώς από τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν στο πλαίσιο εκείνης, η οποία, νέα ενοχή, δεν υπόκειται επίσης σε τύπο, εκτός εάν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση, για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, οπότε πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για τη σύμβαση αναγνώρισης (ΑΠ 843/2000, 779/2004, 232/2009, 237/2009, 962/2012, 1360/2013, 1663/2013). Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης κάθε φορά σύμβασης, αν η επερχόμενη μ` αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν στην περίπτωση αυτή ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία πρέπει κατ` αρχήν να είναι έγκυρη (άρθρ. 437 ΑΚ). 
Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1365/2005, 426/2010), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993, 185/2004, 1503/2005, 832/2009, 574/2010). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993, 215/2005). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 541/2002, 80/2004, 557/2004, 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995, 832/2009, 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010, 574/2010). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 416/1993, 597/2005, 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1365/2005, 426/2010), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010, 1093/2011). Κατά την έννοια του λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013). Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ` αυτό τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005). 
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Με την υπ` αριθ. 275/21.2.2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η εταιρεία με την επωνυμία "..." κηρύχθηκε σε πτώχευση με ημέρα παύσης των πληρωμών την 9.2.2000, ενώ ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) διορίστηκε... οριστικός σύνδικος με την 1260/2001 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου. Με την από 8.6.1994 σύμβαση μεταξύ της πτωχής εταιρείας και της πρώτης εναγομένης (πρώτης αναιρεσείουσας) η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση διακίνησης στην περιοχή των ... των αποστελλόμενων από την ... εντύπων έναντι αμοιβής (προμήθειας). Ο δεύτερος και η τρίτη των εναγομένων (δεύτερος και τρίτη των αναιρεσειόντων) είναι ομόρρυθμοι εταίροι της πρώτης εναγομένης... Με τον όρο 5 της από 8.6.1994 σύμβασης ορίστηκε η αμοιβή της εναγόμενης εταιρείας σε ποσοστό 20%, μείον Φ.Π.Α., επί της τιμής των πωλούμενων εντύπων και σ` αυτή ορίστηκε ότι περιλαμβάνονται και όλα τα έξοδα για την εκτέλεση της διανομής, δηλαδή τα γενικά έξοδα της πρώτης εναγομένης, τα έξοδα διαφήμισης και προώθησης των εντύπων, τα έξοδα επιστροφής στην Αθήνα των αδιάθετων εντύπων, η αμοιβή και οι ασφαλιστικές εισφορές των εφημεριδοπωλών και περιπτερούχων και γενικά κάθε άλλη δαπάνη. Με τον όρο 7 της ίδιας σύμβασης ορίζεται ότι η εναγόμενη εταιρεία οφείλει μέσα στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα να αποστέλλει στο πρακτορείο όλα τα έντυπα που τυχόν έμειναν αδιάθετα κατά τον αμέσως προηγούμενο μήνα, συνοδεύοντας υποχρεωτικά αυτά με κατάσταση στην οποία θα αναγράφονται τα κατά το μήνα εκείνον παραληφθέντα, πωληθέντα και επιστρεφόμενα έντυπα, ενώ η ... διατηρούσε το δικαίωμα να κλείνει κατά την κρίση της το λογαριασμό οποτεδήποτε, ειδοποιώντας σχετικά την εναγόμενη εταιρεία με αποστολή απλής επιστολής, το δε υπόλοιπο του λογαριασμού θα γίνεται απαιτητό από την ημέρα ειδοποίησης με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και θα αποδεικνύεται μόνον από απόσπασμα των βιβλίων του πρακτορείου, το οποίο το ίδιο θα εκδίδει και στο οποίο θα εμφανίζεται η κίνηση του λογαριασμού από την έναρξη της κίνησής του ή από την τελευταία αναγνώριση και εφεξής έως το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού. Σύμφωνα με το όρο 8 της αυτής σύμβασης, στο τέλος κάθε μήνα η ... θα αποστέλλει στην εναγόμενη εταιρεία εκκαθάριση του μεταξύ τους λογαριασμού για τον προηγούμενο μήνα, η δε εναγόμενη εταιρεία οφείλει να ελέγξει αμέσως το λογαριασμό και μέσα σε οκτώ ημέρες το πολύ να απευθύνει εγγράφως προς το πρακτορείο τις τυχόν υπάρχουσες αντιρρήσεις της. Σύμφωνα με τον όρο 9 της παραπάνω σύμβασης, η υποπράκτορας εναγόμενη εταιρεία οφείλει να εμβάζει στο πρακτορείο, στο τέλος κάθε δεκαημέρου, την αξία των πωληθέντων κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα εντύπων, όπως αυτή διαμορφώνεται μετά την παρακράτηση της αμοιβής της. Ακόμη, σύμφωνα με τον όρο 10 της ίδιας σύμβασης, σε περίπτωση καθυστέρησης των χρηματικών καταβολών των όρων 8 και 9 η υποπράκτορας εναγόμενη εταιρεία αναγνωρίζει ότι βαρύνεται με τόκο υπερημερίας από την παρέλευση της δήλης ημέρας, όπως αυτή καθορίζεται στους όρους 8 και 9. Τέλος σύμφωνα με τον όρο 13 της αυτής και πάλι σύμβασης, η εναγόμενη εταιρεία κατέθεσε στο ταμείο της... το ποσό των 600.000 δραχμών λόγω συμφωνημένης εγγύησης, ποσό το οποίο θα παρέμενε στο ταμείο της μέχρι την τελική λύση και εκκαθάριση κάθε σχέσης των συμβαλλομένων..., σε περίπτωση όμως παράβασης οποιουδήποτε όρου της σύμβασης συνομολογήθηκε ότι η εγγύηση αυτομάτως καταπίπτει υπέρ του πρακτορείου. Με τα δεδομένα αυτά... προκύπτει ότι ο λογαριασμός που συμφωνήθηκε να τηρείται μεταξύ του πρακτορείου και της εναγόμενης εταιρείας ήταν απλός χρεοπιστωτικός λογαριασμός, στον οποίο καταχωρούνταν οι χρεοπιστώσεις της εναγόμενης εταιρείας και ο χαρακτηρισμός του στη σύμβαση ως αλληλόχρεου δεν αρκούσε για να προσδώσει σ` αυτόν την έννοια του αλληλόχρεου λογαριασμού, διότι σύμφωνα με τη φύση της σύμβασης η εναγόμενη εταιρεία δεν μπορούσε ποτέ να καταστεί πιστωτής, αφού αυτή απέστελλε στο πρακτορείο, στο τέλος κάθε δεκαημέρου, μόνο την αξία που είχε εισπράξει από τα πωληθέντα κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα έντυπα, που της είχε προηγουμένως αποστείλει το πρακτορείο, όπως η αξία αυτή διαμορφωνόταν μετά την παρακράτηση της αμοιβής της και όχι δικά της χρήματα... Η εναγόμενη εταιρεία αναγνώρισε εγγράφως το χρεωστικό υπόλοιπο του Νοεμβρίου 1998, το οποίο ανερχόταν σε 10.488.444 δραχμές, ενώ το Δεκέμβριο του 1998 ο λογαριασμός παρουσίασε υπόλοιπο πιστωτικό υπέρ της εναγομένης 857.885 δραχμές, ποσό το οποίο επίσης αναγνώρισε εγγράφως η εναγομένη. Στη συνέχεια ο λογαριασμός παρουσίασε τον Ιανουάριο 1999 χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της εναγομένης 7.187.177 δραχμές... και την 30.11.1999, οπότε και έκλεισε οριστικά, 74.11.873 δραχμές ή 217.510,99 ευρώ και τούτο διότι αν και αποστέλλονταν σ` αυτή, κατά μήνα, μεγάλες ποσότητες εφημερίδων και περιοδικών, καθώς και οι αντίστοιχες μηνιαίες εκκαθαρίσεις του λογαριασμού, συμπεριλαμβανομένης και της τελευταίας του Νοεμβρίου 1999, αυτή δεν εξόφλησε ολοσχερώς την οφειλή της, μη προτείνοντας μάλιστα ουδεμία αντίρρηση όσον αφορά τα οφειλόμενα ποσά και δη εγγράφως και εντός προθεσμίας οκτώ ημερών από την παραλαβή τους, με συνέπεια να θεωρείται ότι αυτή έχει εγκρίνει την τελική εκκαθάριση και ότι έχει αναγνωρίσει πλήρως την οφειλή της, όπως αυτό προβλέπεται και ρυθμίζεται από τον όρο 8 της μεταξύ τους σύμβασης... Περαιτέρω, στο παραπάνω οφειλόμενο ποσό των 217.510,99 ευρώ πρέπει να προστεθεί και το ποσό της εγγύησης των 600.000 δραχμών ή 1.760,82 ευρώ, αφού λόγω της παράβασης από την εναγόμενη εταιρεία της υποχρέωσής της για καταβολή στο τέλος κάθε δεκαημέρου της αξίας των πωληθέντων κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα εντύπων, η ως άνω εγγύηση κατέπεσε υπέρ της ...Συνεπώς η συνολική αξίωση της ... ανέρχεται σε 219.271,81 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ειδικότερα ως αβάσιμους τόσο το δεύτερο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τον οποίο απαιτείτο έγγραφη σύμβαση αναγνώρισης χρέους εκ μέρους της πρώτης των αναιρεσειόντων προκειμένου να αποδεικνυόταν η ένδικη κατ` αυτής αξίωση της ... αναφορικά με τις εκκαθαρίσεις του λογαριασμού τους πέραν του Νοεμβρίου 1998, όσο και τον έκτο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλούμενη οριστική απόφαση η πλημμέλεια ότι απέρριψε σιωπηρά την επικουρικά προβληθείσα ένστασή τους ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, αφού μ` αυτή προβάλλονται αξιώσεις από τη συναλλαγή της πρώτης αναιρεσείουσας με την .., χωρίς να έχει τηρηθεί η διαδικασία κλεισίματος του λογαριασμού τους και ούτε παρασχέθηκαν σ` αυτούς από τον αναιρεσίβλητο στοιχεία τεκμηρίωσης του εμφανιζόμενου καταλοίπου του λογαριασμού, ώστε να μπορούν αυτοί να τα διασταυρώσουν με τα δικά τους λογιστικά στοιχεία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τους παραπάνω λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στην απορριπτική αυτή κρίση του. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι ο λογαριασμός από την όλη συναλλαγή μεταξύ της ... και της πρώτης αναιρεσείουσας έκλεισε οριστικά στις 30.11.1999, ότι κατά τον έβδομο όρο της μεταξύ τους σύμβασης η ... είχε το δικαίωμα να κλείνει κατά την κρίση της οποτεδήποτε το λογαριασμό τους και ότι οι μηνιαίες εκκαθαρίσεις του λογαριασμού τους, συμπεριλαμβανόμενης και της τελικής εκκαθάρισης του Νοεμβρίου 1999, απεστάλησαν στην πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία δεν πρόβαλε αντιρρήσεις ως προς την ακρίβεια των μηνιαίων εκκαθαρίσεων ή και της τελικής εκκαθάρισης του λογαριασμού τους, ώστε να είναι καταχρηστική η τυχόν άρνηση της ... να χορηγήσει στην πρώτη αναιρεσείουσα στοιχεία για τον έλεγχο του καταλοίπου του λογαριασμού. Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι χωρίς σαφή αιτιολογία έκρινε ότι δεν είναι καταχρηστική η άσκηση της ένδικης αγωγής. Εξ άλλου το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην απόρριψη του δεύτερου λόγου της έφεσης των αναιρεσειόντων δέχθηκε ότι η παράλειψη της πρώτης αναιρεσείουσας να αμφισβητήσει την ακρίβεια των μηνιαίων εκκαθαρίσεων, καθώς και της τελικής εκκαθάρισης του λογαριασμού από την όλη συναλλαγή της με την .., ισχύει κατά τον όγδοο όρο της σύμβασής τους ως έγκριση της τελικής εκκαθάρισης του λογαριασμού τους και ως πλήρη από αυτή αναγνώριση της οφειλής της, δηλαδή ακόμη και αν οι μηνιαίες εκκαθαρίσεις δεν έχουν μετά τον Ιανουάριο 1999 την υπογραφή της. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η αναγνώριση αυτή δεν είναι αναιτιώδης κατά την έννοια του άρθρ. 873 του ΑΚ, όπως οι αναιρεσείοντες εσφαλμένα υπολαμβάνουν, αλλά πρόκειται για απλή επιβεβαίωση της υπάρχουσας στις 30.11.1999 οφειλής της πρώτης αναιρεσείουσας έναντι της .., η οποία, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναπτύχθηκαν, μπορεί να είναι και άτυπη. Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται με μέρος του πέμπτου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και απορριπτέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα, αν κατά τη συμβατική βούληση των μερών η μη αμφισβήτηση από την πρώτη αναιρεσείουσα των μηνιαίων εκκαθαρίσεων και της τελικής εκκαθάρισης του λογαριασμού τους αρκεί για να ισχύει ως αναγνώριση από αυτή του καταλοίπου του λογαριασμού τους, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ερμηνεύοντας στο σημείο αυτό τη βούλησή τους. Ωστόσο η απόφαση του Εφετείου δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης για εσφαλμένη από αυτή προσφυγή ή μη προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ και μόνον αόριστα προσάπτεται σ` αυτή με μέρος του πέμπτου και πάλι λόγου της αίτησης αναίρεσης ότι με ελλιπείς αιτιολογίες "παρότι ορθά διαπίστωσε ότι δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση αλληλόχρεος λογαριασμός, αλλά απλός χρεοπιστωτικός λογαριασμός, εξήγαγε το πόρισμα, πως κατ` εφαρμογή του υπ` αριθ. 8 συμβατικού όρου συντρέχει αναγνώριση χρέους, διότι παρήλθε η εκεί οριζόμενη προθεσμία των οκτώ ημερών για τη διατύπωση ενδεχόμενων αντιρρήσεων... και τούτο παρά το γεγονός ότι με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο, εντελώς αντιφατικά προς την ως άνω παραδοχή του, δέχεται ότι στα έντυπα των εκκαθαρίσεων των μηνών Ιανουαρίου έως και Απριλίου 1999 εγγράφως διατυπώνονται οι επιφυλάξεις της πρώτης εναγομένης ως προς τα αναγραφόμενα εκεί υπόλοιπα, ελλείμματα, επιστροφές, ενώ υπάρχει και ειδική επισήμανσή της για την επί σειρά ετών διαφορά ανά μήνα ποσού 700.000 δραχμών". Όμως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, διαλαμβάνοντας πράγματι στην απόφασή του ότι "η εναγόμενη εταιρεία οψίμως στις υπ` αριθ. 3245/Ιανουαρίου 1999, 3469/Φεβρουαρίου 1999, 3699/Μαρτίου 1999 και 3919/Απριλίου 1999 εκκαθαρίσεις και δη στα αντίγραφα που αυτή κατέχει..., φέρεται να έχει σημειώσει επιφύλαξή της αναφορικά με το αναγραφόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού, τα ελλείμματα και τις επιστροφές..., επικαλούμενη, χωρίς όμως στοιχεία ή άλλη αναφορά, διαφορά 700.000 δραχμών μηνιαίως επί σειρά ετών...", δέχθηκε μεν την διατύπωση από την πρώτη αναιρεσείουσα σχετικών επιφυλάξεων και μάλιστα οψίμως στα κατεχόμενα από την πρώτη αναιρεσείουσα αντίγραφα των εκκαθαριστικών εντύπων του τηρούμενου από την πτωχή ήδη εταιρεία λογαριασμού, χωρίς όμως να δέχεται ακολούθως ότι οι επιφυλάξεις της αυτές γνωστοποιηθούν στην εν λόγω εταιρεία, ώστε να έχουν έννομη επιρροή, ενώ σε κάθε περίπτωση οι όποιες επιφυλάξεις της είναι τελικά χωρίς σημασία, εφόσον αυτή δεν αμφισβήτησε και κατ` αυτή την έννοια αναγνώρισε κατά τα ανωτέρω την τελική εκκαθάριση του λογαριασμού. Συνεπώς ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ως προς τις παραπάνω αιτιάσεις του. Ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος και κατά την περαιτέρω αιτίαση, σύμφωνα με την οποία το Εφετείο με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι ο όγδοος όρος της σύμβασης μεταξύ της πρώτης αυτών και της ... είναι καταχρηστικός εν όψει της μονοπωλιακής θέσης της τελευταίας στην οικεία αγορά και της φύσης της σύμβασης ως σύμβασης προσχώρησης. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με τέτοιο ισχυρισμό, αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε με την έφεση των αναιρεσειόντων και ούτε αφορά στην απόρριψη τέτοιου ισχυρισμού η περιεχόμενη στην εφετειακή απόφαση ως άνω αιτιολογία, κατά την οποία "η εναγόμενη εταιρεία οψίμως στις υπ` αριθ. 3245/Ιανουαρίου 1999... εκκαθαρίσεις και δη στα αντίγραφα που αυτή κατέχει..., φέρεται να έχει σημειώσει επιφύλαξή της αναφορικά με το αναγραφόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού, τα ελλείμματα και τις επιστροφές...", δηλαδή κατά τη σχετική αιτίαση και ανεξάρτητα από την ουσιαστική αβασιμότητα αυτής ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενώ και γενικότερα εμποδίζεται από τη διάταξη του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ να στηριχθεί στον παραπάνω ισχυρισμό λόγος αναίρεσης κατά της εφετειακής απόφασης. 

4. Από τις διατάξεις των άρθρ. 361, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 ΕμπΝ και 64-67 του ν.δ. από 17.7/ 13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", συνάγεται ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει, όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία τουλάχιστον το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία, μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από την καταχώρησή τους την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν πλέον να επιδιωχθούν ή να διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνον το κατάλοιπο που προκύπτει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων (ΟλΑΠ 31/1997, ΑΠ 1291/2005, 1543/2007). Με τη σύμβαση, δηλαδή, του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων μια διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της σύμβασης αυτής προϋποθέτει χρονική διάρκεια. Οπωσδήποτε όμως απαιτείται η δυνατότητα χρεώσεων και από τις δύο πλευρές των συμβαλλομένων, χωρίς κατά τα λοιπά να ενδιαφέρει αν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού έγιναν πράγματι χρεώσεις και από τις δύο πλευρές ή μόνον από τη μια (ΑΠ 715/2009? 1352/2011). Έτσι δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός, όταν από τη φύση της σύμβασης ο ένας από τους συμβαλλομένους είναι μόνον πιστωτής και ποτέ οφειλέτης, ο δε άλλος μόνον οφειλέτης και ποτέ πιστωτής (ΑΠ 224/2012), οπότε ο λογαριασμός δεν είναι αλληλόχρεος, ακόμη και αν χαρακτηρίζεται ως τέτοιος από τους συμβαλλομένους (ΑΠ 1518/2011). Εξ άλλου ο αλληλόχρεος λογαριασμός κλείνει περιοδικά κάθε εξάμηνο, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όχι όμως και σε διαστήματα μικρότερα του τριμήνου, ενώ οριστικά κλείνει οποτεδήποτε με καταγγελία οποιουδήποτε των μερών, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου έχει δικαίωμα να το απαιτήσει αμέσως (άρθρ. 112§2 ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό και με το άρθρ. 47 § 2 ν.δ/τος 17.7/13.8.1923). Με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης αιτιώνται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι μολονότι ορθά κρίθηκε ότι "ο λογαριασμός που συμφωνήθηκε να τηρείται μεταξύ του πρακτορείου και της εναγόμενης εταιρείας ήταν απλός χρεοπιστωτικός λογαριασμός, στον οποίο καταχωρούνταν οι χρεοπιστώσεις της εναγόμενης εταιρείας και ο χαρακτηρισμός του στη σύμβαση ως αλληλόχρεου δεν αρκούσε για να προσδώσει σ` αυτόν την έννοια του αλληλόχρεου λογαριασμού, διότι σύμφωνα με τη φύση της σύμβασης η εναγόμενη εταιρεία δεν μπορούσε ποτέ να καταστεί πιστωτής, αφού αυτή απέστελλε στο πρακτορείο, στο τέλος κάθε δεκαημέρου, μόνον την αξία που είχε εισπράξει από τα πωληθέντα κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα έντυπα, που της είχε προηγουμένως αποστείλει το πρακτορείο, όπως η αξία αυτή διαμορφωνόταν μετά την παρακράτηση της αμοιβής της και όχι δικά της χρήματα...", εντούτοις αντιφατικά στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι ο λογαριασμός αυτός παρουσίασε τον Δεκέμβριο του 1998 πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ της πρώτης αναιρεσείουσας, που αποτελεί γνώρισμα του αλληλόχρεου λογαριασμού. Όμως το πιστωτικό αυτό υπόλοιπο δεν προέκυψε από αντιπαροχή της πρώτης αναιρεσείουσας προς την πτωχή ήδη εταιρεία, ώστε ο λογαριασμός τους να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αλληλόχρεος, αλλά αποτελεί πλεοναστική απλώς καταβολή της προς αυτή, δηλαδή καθ` υπέρβαση της τότε αξίας των πωληθέντων από την πρώτη αναιρεσείουσα εντύπων για λογαριασμό της πτωχής εταιρείας στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης υποπρακτορείας, στην οποία, κατ` ορθή εκτίμηση της ένδικης αγωγής, στηρίζει ο αναιρεσίβλητος την επίδικη αξίωσή του κατά την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής του και όχι σε σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, όπως εσφαλμένα οι αναιρεσείοντες υπολαμβάνουν. Επομένως ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης. 

5. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 440 και 441 ΑΚ, ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων μεταξύ δυο προσώπων, όσο αυτές καλύπτονται και είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, επέρχεται δε αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο, οπότε η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που υπήρξαν.
Εξ άλλου η διοίκηση αλλοτρίων ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρ. 730-740 ΑΚ ως ενοχή εξωδικαιοπρακτική, που παράγεται αμέσως από το νόμο μεταξύ του διοικητή και του κυρίου της υπόθεσης και μάλιστα από μόνο το γεγονός ότι ο διοικητής χειρίζεται και διοικεί ξένη υπόθεση χωρίς να έχει αντίστοιχο δικαίωμα ή σχετική υποχρέωση, δηλαδή αποκλείεται η ύπαρξη διοίκησης αλλοτρίων, όταν η διοίκηση της ξένης υπόθεσης γίνεται σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος ή κατόπιν εντολής του κυρίου της υπόθεσης και γενικώς σε εκπλήρωση συμβατικής προς αυτόν δέσμευσης. Οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων διακρίνουν μεταξύ γνήσιας και μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, ενώ και η γνήσια διοίκηση αλλοτρίων διακρίνεται περαιτέρω σε θεμιτή και αθέμιτη (ΑΠ 784/2005), η δε μη γνήσια σε αυτή που διεξάγεται εν γνώσει του διοικητή ότι αφορά ξένη υπόθεση και σε αυτή που γίνεται εν αγνοία του, οπότε πρόκειται για ιδιοτελή κατά πλάνη διοίκηση αλλοτρίων. Η έννοια της γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων δίνεται από τις διατάξεις του άρθρ. 730 ΑΚ, κατά τις οποίες όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να τη διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέλησή του, δεν λαμβάνεται δε υπόψη αντίθετη θέληση του τελευταίου για τη διοίκηση της υπόθεσής του, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη. Εφόσον ο διοικητής ανέλαβε τη διοίκηση της ξένης υπόθεσης και τη διεξάγει ως ξένη προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του κυρίου, πρόκειται για γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής έχει κατά το άρθρ. 736 ΑΚ το δικαίωμα να ζητήσει από τον κύριο τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως, αλλά και αμοιβή, εφόσον η διοίκησή του συνδέεται με την άσκηση του επαγγέλματός του (ΑΠ 1363/1999), διαφορετικά πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής δικαιούται κατά το άρθρ. 737 ΑΚ να ζητήσει μόνον την απόδοση των δαπανών του κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Αντίθετα πρόκειται για μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων όταν ο διοικητής διοικεί την ξένη υπόθεση σαν δική του, δηλαδή αποβλέποντας στο δικό του συμφέρον και όχι στο συμφέρον του κυρίου (ΑΠ 668/2007), οπότε αν μεν αγνοεί ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και τη διεξάγει νομίζοντας πως είναι δική του, τότε κατά το άρθρ. 740 ΑΚ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων, αλλά αυτές για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή τις αδικοπραξίες, εφόσον ειδικότερα η πλάνη του διοικητή οφείλεται σε αμέλειά του και η διοίκηση της ξένης υπόθεσης συνιστά παράνομη πράξη, όπως κατά κανόνα συμβαίνει. Αν όμως ο διοικητής γνωρίζει ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και παρόλα αυτά τη διοικεί σαν δική του, τότε κατά το άρθρ. 739 ΑΚ και με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία έχει και πάλι τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλοτρίων, ενώ δαπάνες έχει δικαίωμα να απαιτήσει μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1343/2013). Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003? 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988). Ειδικότερα αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994, 1446/2003, 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 885/1994, 539/2003, 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ` αυτόν με επίκληση έγγραφα. Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1274/1994, 140/2006, 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 448/1996, 1668/2005). Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 953/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Για την ίδρυση πάντως του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, 1072/2005, 798/2010). Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995, 567/1996). Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή εκτιμώντας τα αυτά αποδεικτικά μέσα δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Ο υπολογισμός του οφειλόμενου από την εναγομένη εταιρεία ποσού των 74.116.873 δραχμών ή 217.510,99 ευρώ έγινε αφού είχαν αφαιρεθεί τα ελλείμματα των εντύπων που είχαν αποσταλεί σ` αυτή... Περαιτέρω από το σαφές περιεχόμενο της από 8.6.1994 σύμβασης μεταξύ της εναγόμενης εταιρείας και της ... και συγκεκριμένα από τον όρο 5 αυτής, σύμφωνα με τον οποίο "η αμοιβή της εναγόμενης εταιρείας (υποπράκτορα) συμφωνείται σε ποσοστό 20%, μείον Φ.Π.Α., επί της τιμής, η οποία αναγράφεται εκάστοτε στα πωλούμενα έντυπα", ουδόλως αποδεικνύεται ότι είχε συμφωνηθεί αμοιβή της εναγόμενης εταιρείας και επί των προσφορών που θα συνόδευαν τα διακινούμενα από αυτή έντυπα. Έτσι ο ισχυρισμός της ότι στην έννοια των εντύπων, που αυτή ήταν υποχρεωμένη να διακινεί κατά τους όρους της σύμβασής της και για τα οποία είχε δικαίωμα είσπραξης της συμφωνημένης αμοιβής της, περιλαμβάνονται και οι διάφορες προσφορές (δώρα), όπως χαλιά, φούρνοι μικροκυμάτων, παπλώματα, φόρμες γυμναστικής κλπ, που συνόδευαν τα διακινούμενα έντυπα και επί της αξίας των οποίων δικαιούται επίσης αυτή την ίδια ως άνω προμήθεια (20% μείον Φ.Π.Α.), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε η ύπαρξη σχετικής προφορικής συμφωνίας μεταξύ της ... και της εναγόμενης εταιρείας, όπως αυτή υποστηρίζει. Πέραν αυτού, αν πράγματι υπήρχε σχετική συμφωνία, τότε, εν όψει του μεγάλου τζίρου των προσφορών που επικαλείται η εναγόμενη εταιρεία, της πολυπλοκότητας του ζητήματος..., της ποικιλομορφίας των προσφορών, των απαιτούμενων μέσων απόδειξης της αξίας τους κλπ, η συμφωνία που επικαλείται η εναγόμενη εταιρεία, θα ρυθμιζόταν λεπτομερώς και δεν θα αρκούσε η αόριστη επίκληση μιας προφορικής συμφωνίας, όταν μάλιστα η διάθεση των προσφορών άρχισε ήδη από το έτος 1994, οπότε και καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση... Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από α) τα από 25.11.1997, 20.2.1998, 6.4.1998, 19.5.1998 και 19.10.1998 έγγραφα της ... με τα οποία αυτή απευθύνει "Γενική Εγκύκλιο" στους υποπράκτορες, τους ενημερώνει αναφορικά με την αποστολή, συσκευασία και το τίμημα των διαφόρων προσφορών... και τους καλεί να απευθύνονται σε υπάλληλο της ... σε περίπτωση πρόσθετων παραγγελιών και β) από την από 9.9.1999 επιστολή της ... προς τον υποπράκτορά της Γ. Β., στη ..., με την οποία αυτή υπόσχεται ότι θα υπάρξει άμεση διευθέτηση του ζητήματος των προσφορών των δυο τελευταίων ετών, αμέσως μόλις θα το επέτρεπε η οικονομική κατάσταση της εταιρείας... Από το περιεχόμενο της επιστολής αυτής όχι μόνον η ύπαρξη της επικαλούμενης από την εναγόμενη εταιρεία συμφωνίας δεν αποδεικνύεται, αλλά αντίθετα ενισχύεται το υποστηριζόμενο από την ... Α.Ε. περί ανυπαρξίας οποιασδήποτε συμφωνίας". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπάρχει προς συμψηφισμό με την επίδικη απαίτηση της .. απαίτηση κατ` αυτής ύψους 104.147.276 δραχμών ή 305.641 ευρώ της πρώτης αναιρεσείουσας, προερχόμενη από την από μέρους της διακίνηση των προσφορών που συνόδευαν τα διακινούμενα επίσης από αυτή έντυπα, αφού παρέμεινε αναπόδεικτη η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες συμφωνία καταβολής ιδιαίτερης αμοιβής στην πρώτη αναιρεσείουσα για τη διακίνηση των προσφορών αυτών. Έτσι το Εφετείο, αφού έκρινε απορριπτέα ως αβάσιμη τη σχετική ένσταση συμψηφισμού που πρότεινε η πρώτη αναιρεσείουσα και επικαλέστηκαν και οι λοιποί αναιρεσείοντες, απέρριψε στο σύνολό της την έφεσή τους, ενώ δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο, που είχε δεχθεί εν μέρει την ένσταση συμψηφισμού της πρώτης αναιρεσείουσας για ποσό 61.581,98 ευρώ και αντίστοιχα εν μέρει για ποσό 157.689,83 ευρώ την ένδικη αγωγή κατά τη συμβατική πρώτη επικουρική βάση της, δέχθηκε ακολούθως πλήρως την ένδικη αγωγή κατά τη βάση της αυτή για το ποσό των 219.271,81 ευρώ. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η οφειλόμενη στην πρώτη αναιρεσείουσα αμοιβή για όσα έντυπα αυτή πώλησε για λογαριασμό της εταιρείας ... αφορά, κατά τη μεταξύ τους από 8.6.1994 έγγραφη σύμβαση, μόνον την πώληση των εντύπων και όχι τις συνοδεύουσες τα έντυπα αυτά προσφορές, ενώ και μεταγενέστερα δεν υπήρξε, κατά τις παραδοχές επίσης της προσβαλλόμενης απόφασης, προφορική συμφωνία τους, που να καθορίζει ιδιαίτερη αμοιβή υπέρ της πρώτης αναιρεσείουσας για την από μέρους της διακίνηση των προσφορών. Το νόημα των ως άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι ότι παραλείφθηκε απλώς να συμφωνηθεί για τις διακινούμενες από την πρώτη αναιρεσείουσα προσφορές ιδιαίτερη αμοιβή της, η οποία μπορεί επομένως να προσδιορισθεί κατά τις συνδυαστικά εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρ. 371, 379 και 682 ΑΚ, αφού η διακίνηση των προσφορών έχει ασφαλώς συμβατική βάση, αλλά με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο σαφώς και με επαρκή αιτιολογία απέκλεισε την παροχή γενικώς τέτοιας αμοιβής στην πρώτη αναιρεσείουσα, θεωρώντας ότι και η διακίνηση των προσφορών καλύπτεται από την οφειλόμενη σ` αυτή αμοιβή επί της τιμής των πωλούμενων από την ίδια εντύπων. Αυτό ειδικότερα το νόημα έχει η αναφορά στον όρο 5 της επίδικης σύμβασης ότι στην αμοιβή της πρώτης αναιρεσείουσας περιλαμβάνονται και όλα τα έξοδα διαφήμισης και προώθησης των πωλούμενων απ` αυτή για λογαριασμό της ....... εντύπων και μάλιστα, όπως οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες αναφέρουν στη σελίδα 41 των πρωτόδικων προτάσεών τους, ρητά ανατέθηκε με την επίδικη σύμβαση στην πρώτη αναιρεσείουσα όχι μόνον η πώληση εντύπων, αλλά και εντύπων συνοδευόμενων από διάφορα δώρα και βιβλία.
Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί κατά το αντίστοιχο μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Εξ άλλου σαφώς συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η συνολική διακίνηση των προσφορών από την πρώτη αναιρεσείουσα δεν έγινε με δική της πρωτοβουλία, αλλά κατ` εντολή της .., γεγονός άλλωστε που δεν αμφισβητείται από την πρώτη αναιρεσείουσα. Συνεπώς κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, η πρώτη αναιρεσείουσα δεν ενήργησε ως διοικητής αλλοτρίων, ώστε να έχει υπό την ιδιότητα αυτή δικαίωμα απόληψης ιδιαίτερης αμοιβής για τις διακινούμενες απ` αυτή προσφορές. Έτσι η παράλειψη του Εφετείου να αξιολογήσει στη βάση αυτή, δηλαδή της διοίκησης αλλοτρίων, που επικαλέστηκαν επικουρικά οι αναιρεσείοντες για να στηρίξουν την ένσταση συμψηφισμού της πρώτης αναιρεσείουσας κατά της επίδικης απαίτησης της ........., ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι η πρώτη αυτών ενήργησε σε κάθε περίπτωση κατά τη διακίνηση των προσφορών ως γνήσιος διοικητής αλλοτρίων και επομένως δικαιούται για τη διακίνηση των προσφορών αμοιβής από την ........, όμοιας με την αμοιβή της για τη πώληση των εντύπων, είναι τελικά χωρίς νομική σημασία και δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δηλαδή της διακίνησης των προσφορών χωρίς εντολή από την .., που όμως δεν αληθεύει. Συνακόλουθα ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί κατά το αντίστοιχο μέρος του ο πρώτος και πάλι λόγος της αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατέληξε στην κρίση της ότι δεν οφείλεται ιδιαίτερη αμοιβή στην πρώτη αναιρεσείουσα για τις προσφορές που διακίνησε για λογαριασμό της .., χωρίς να λάβει προηγουμένως υπόψη της κρίσιμα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, τα οποία, όμως, αν λάμβανε υπόψη της θα κατέληγε σε διαφορετική κρίση και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη α) την από 6.9.2000 έγγραφη αναγγελία της πρώτης αυτών στην πτώχευση της ... για το ποσό των 358.787,86 ευρώ, δηλαδή για το ποσό που πρότεινε συνολικά η πρώτη αναιρεσείουσα προς συμψηφισμό με την επίδικη απαίτηση της ... και β) τρία τεύχη για την κατά μήνα εκκαθάριση των προσφορών, που είχαν συνταχθεί και αποσταλεί από την ... στην πρώτη αναιρεσείουσα. Τα έγγραφα όμως αυτά δεν αποδεικνύουν και την ύπαρξη συμφωνίας για την καταβολή από την ... ιδιαίτερης (πρόσθετης) αμοιβής στην πρώτη αναιρεσείουσα για την από μέρους της διακίνηση των προσφορών και γι` αυτό το Εφετείο, αν και τα έλαβε υπόψη από κοινού με τα λοιπά έγγραφα, δεν αναφέρθηκε ειδικά σ` αυτά. Συνεπώς ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο αντίθετος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως προς το σύνολο των λόγων της, κύριων και πρόσθετου και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των υπ` αριθ. 1571779, 1571780 και 1571781/2013 παραβόλων του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., σειράς Α και 35455, 35456 και 35457/2013 παραβόλων του Δημοσίου, σειράς επίσης Α, συνολικού ποσού 300 ευρώ, που κατατέθηκαν από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική υπ` αριθ. 292/24.3.2013 έκθεση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Εξ άλλου οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.4.2013 αίτηση και τον από 17.2.2014 πρόσθετο λόγο της εταιρείας με την επωνυμία ".........", καθώς και των Χ. Τ. και Ά. συζ. Α. Τ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 5112/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των υπ` αριθ. 1571779, 1571780 και 1571781/2013 παραβόλων του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., σειράς Α και 35455, 35456 και 35457/2013 παραβόλων του Δημοσίου, σειράς επίσης Α, συνολικού ποσού 300 ευρώ.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες εξακόσια (2.600) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...