Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Αγωγόσημο, μετατροπή καταψηφιστικής σε αναγνωριστική, περιορισμός ύψους πολλών κονδυλίων αγωγής.

Περίληψη. Εργατικές διαφορές. Περιορισμός αιτήματος αγωγής με τις προτάσεις προς αποφυγή καταβολής δικαστικού ενσήμου. Νομική φύση της, τρόπος και τύπος υποβολής του. Στοιχεία ώστε να μην είναι αόριστος. Εσφαλμένα έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας ότι είναι αόριστος ο περιορισμός που έγινε σε αγωγή για δεδουλευμένες αποδοχές με τη φράση «κατεβλήθη το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου για το πέραν των 20.000 ευρώ αιτούμενο ποσό», χωρίς να έχει καταχωρηθεί σχετική δήλωση στα πρακτικά, καθόσον δεν προκύπτει, ότι με την παραπάνω δήλωση των εναγόντων, αυτοί προέβησαν σε μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής τους ή σε διαχωρισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, για λόγους καταβολής δικαστικού ενσήμου. Αντίθετα, προκύπτει, ότι με τη δήλωση τους αυτή, απλώς και μόνο διευκρινίζουν, ότι κατέβαλαν το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου, για αντικείμενο της διαφοράς, πέραν των 20.000 ευρώ, ως προς το οποίο και μόνο, άλλωστε, είχαν σχετική υποχρέωση. (Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 550/2014 απόφαση ΜονΕφΠειραιώς).
  
Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Β1, 291/ 2015.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της, από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αρκεί, για το παραδεκτό της αγωγής, να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται και η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνονται και η αγωγή, για την οποία η εσφαλμένη, ως προς τη νομιμότητα και την εν γένει θεμελίωσή της, κρίση ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί ανάγεται στη μη προσήκουσα εφαρμογή και ερμηνεία του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Η νομική δε αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της, σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά, ενώ η περαιτέρω ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, δηλαδή αυτή που ανάγεται στην ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που συνεπάγεται την αοριστία του ίδιου του δικογράφου της αγωγής και την εξαιτίας τούτου απόρριψη αυτής ως αόριστης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. 
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟH`/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως αυθεντικώς ερμηνεύτηκε με το ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν.δ. 4189/1961 και το άρθρο 71 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 17 του ν. 2479/1997, προκειμένου για εργατικές διαφορές, όταν το αίτημα της αγωγής υπερβαίνει το ποσό της εκάστοτε καθ` ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου καταβάλλεται τέλος δικαστικού ενσήμου. Από τη διάταξη αυτή, σαφώς, προκύπτει ότι, όταν το αντικείμενο της εργατικής διαφοράς υπερβαίνει το ποσό της εκάστοτε καθ` ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου, ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει το ανάλογο δικαστικό ένσημο, για το επιπλέον αντικείμενο της διαφοράς και όχι για το σύνολο του αιτούμενου ποσού. 
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του KΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ` εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Με τη διάταξη αυτή επιτρέπεται, μεταξύ των άλλων, η ολική ή μερική παραίτηση του ενάγοντος από το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και, έτσι, περιορίζεται η αγωγή στο αναγνωριστικό του δικαιώματος αίτημα, το οποίο υποκρύπτεται στο καταψηφιστικό. Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος αν και θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β` του KΠολΔ, μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (Ολ. Α.Π. 6/1997 και 5/1997), δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 KΠολΔ), αλλά θα εφαρμοστούν οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να μην υπόκειται στο διαγραφόμενο, από το άρθρο 297 KΠολΔ, τύπο. Κατά συνέπεια, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του KΠολΔ, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ιδίου κώδικος, δηλαδή γίνεται με τις προτάσεις ή όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπόψη. Με την παραίτηση, βέβαια, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, η οποία εμποδίζει την συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτώς μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων. Η μετατροπή του αιτήματος της αγωγής εν όλω ή εν μέρει από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό αποτελεί περιορισμό του αιτήματος και ως εκ τούτου μπορεί να γίνει νομίμως, όχι μόνο με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το άρθρο 223 KΠολΔ., αλλά και με δήλωση η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά (Α.Π. 1314/2009, Α.Π. 315/2010). Πρέπει να σημειωθεί ότι το δικαστήριο ελέγχει, αυτεπάγγελτα, την προσήκουσα καταβολή του δικαστικού ενσήμου και την αοριστία της αγωγής και, εφόσον ασκηθεί έφεση από τον εναγόμενο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως, χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να ερευνήσει αν η αγωγή, η οποία πρωτοδίκως έγινε δεκτή κατ` ουσίαν, είναι νόμω βάσιμη, αόριστη ή απαράδεκτη, αρκεί ο εκκαλών (εναγόμενος) να ζητεί την απόρριψή της. Στις περιπτώσεις αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφανίζει την απόφαση και απορρίπτει την αγωγή για έναν από τους ως άνω τυπικούς λόγους
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε με αυτήν τα ακόλουθα : Με την 10888/8-12-2011 αγωγή τους οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν, ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν την 1/1/2008 στον ..., προσλήφθηκαν από την εναγομένη, προκειμένου να εργαστούν με τις ειδικότητες του τεχνίτη οικοδόμου ο πρώτος και του βοηθού τεχνίτη οικοδόμου ο δεύτερος, έναντι των νομίμων αποδοχών. Σε εκτέλεση των συμβάσεών τους αυτών παρείχαν την εργασία τους με τις προαναφερόμενες ειδικότητες μέχρι την 18/10/2012, οπότε λύθηκε η σύμβαση εργασίας τους. Σε όλη τη διάρκεια αυτής της απασχόλησής τους εργάζονταν επί έξι (6) ηµέρες την εβδοµάδα και επί εννέα ώρες την ηµέρα και συγκεκριµένα από 07.00 έως 16.00. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγόµενη να καταβάλει στον µεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 30.124,10 ευρώ, στο δε δεύτερο το ποσό των 35.536,10 ευρώ, που αντιστοιχούν σε διαφορές δεδουλευµένων αποδοχών, αµοιβή υπερεργασίας, κατ` εξαίρεση υπερωρίας και για εργασία τους κατά τα Σάββατα, σύµφωνα µε την εξειδίκευση και τον επιµερισµό των κονδυλίων αυτών, που περιέχεται στην αγωγή. Επικουρικά και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ήταν άκυρες οι συµβάσεις τους, ζήτησαν τα πιο πάνω ποσά µε βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισµό. Κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθµίου δικαστηρίου διαδικασία κατέθεσαν, επί της έδρας, τις µε ηµεροµηνία 12/6/2012 προτάσεις τους, στις οποίες διέλαβαν, κατά λέξη, τα εξής: " κατεβλήθη παρ` εκάστου εξ ημών το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου για το πέραν των 20.000 ευρώ αιτούμενο ποσό (αρμοδιότητα Ειρηνοδικείου - βλ. άρθρο 71 Εισ. Ν ΚΠολΔ), για τον Λ. Δ. σειρά Α 164432, 500310, για τον Α. Λ. Σειρά Α 312175, 312176 και 371536 μετά των ενσήμων Τ.Ν. και ΕΤΑΔ", χωρίς να έχει καταχωρηθεί σχετική ως προς το θέμα αυτό δήλωσή τους στα πρωτόδικα πρακτικά. Περαιτέρω, στις προτάσεις αυτές των εναγόντων δεν περιέχεται οποιαδήποτε διευκρίνιση εάν με τη δήλωσή τους αυτή προβαίνουν σε περιορισμό, που θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής τους κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε ή σε διαχωρισμό του αιτήματος της αγωγής για λόγους καταβολής δικαστικού ενσήμου σε κατά ένα μέρος καταψηφιστικό (για το οποίο καταβάλλεται το πιο πάνω δικαστικό ένσημο), ενώ για το υπόλοιπο του αρχικού ποσού γίνεται εκ μέρους τους περιορισμός μόνο στην αναγνώριση της οφειλής. Συνακόλουθα συντρέχει αοριστία της κρινόμενης αγωγής, είτε ήθελε θεωρηθεί ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής τους, είτε σε διαχωρισμό του αιτήματος για λόγους καταβολής δικαστικού ενσήμου. Και στη μεν πρώτη περίπτωση (μερικής παραίτησης) η αοριστία συνίσταται στο ότι ο περιορισμός του κάθε αντίστοιχου αγωγικού αιτήματος είναι γενικός, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του ακριβούς ποσού του κάθε αγωγικού κονδυλίου, το οποίο περιορίζεται και παραμένει αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης (ενώ το υπόλοιπο ποσό του κάθε αντίστοιχου κονδυλίου δεν αποτελεί πλέον αντικείµενο δικαστικής διερεύνησης, λόγω της παραίτησης), ούτε γίνεται επίκληση ότι ο περιορισµός του κάθε ένδικου κονδυλίου γίνεται αναλογικά κατά κλάσµα ή εκατοστιαίο ποσοστό του, ώστε να θεωρείται ότι επέρχεται αντίστοιχη αναλογική µείωση. Στη δε δεύτερη περίπτωση (διαχωρισµού) η αοριστία συνίσταται στο ότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται, ότι διαχωρίζουν το αίτηµα της αγωγής τους, για λόγους καταβολής δικαστικού ενσήµου, σε κατά ένα µέρος καταψηφιστικό (για το οποίο κατέβαλαν δικαστικό ένσηµο), ενώ για το υπόλοιπο περιορίστηκαν µόνο στην αναγνώριση της οφειλής. Η εν προκειµένω πληµµέλεια έχει ως συνέπεια και στο ότι δεν δύναται να διαγνωστεί εάν έχει καταβληθεί το αντιστοιχούν δικαστικό ένσηµο ως προς τα κονδύλια (11.413,05 ευρώ για διαφορές αποδοχών + 1.605,10 ευρώ για απλή επιπλέον εργασία = 13.018,15 ευρώ στον πρώτο, ενάγοντα και 15.926,17 ευρώ για διαφορές αποδοχών + 1.415,88 ευρώ για απλή επιπλέον εργασία = 17.342,05 ευρώ στο δεύτερο ενάγοντα), τα οποία πρωτόδικα επιδικάστηκαν καταψηφιστικά στους ενάγοντες (και ένα µέρος αυτών κηρύχθηκε και προσωρινά εκτελεστό) ή εάν τα επιδικασθέντα αυτά κονδύλια (στο σύνολό τους ή κατά ένα µέρος τους) εµπίπτουν στα κονδύλια που είτε ήταν εκτός δικαστικής διερεύνησης λόγω παραίτησης ή µερικής παραίτησης (οπότε θα έπρεπε να μην επιδικαστούν)) είτε είχαν διαχωριστεί για λόγους δικαστικού ενσήμου (οπότε θα έπρεπε να διευκρινίζεται εάν το καταβληθέν δικαστικό ένσημο αφορούσε ή όχι και τα κονδύλια αυτά). Με τις παραδοχές αυτές, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του ορισμένου της αγωγής, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στους ενάγοντες τα προαναφερόμενα ποσά, και απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, στο σύνολο της. Το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή, λόγω της αοριστίας της, ως απαράδεκτη, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 14, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, από την επισκόπηση του περιεχομένου των προτάσεων των εναγόντων, δεν προκύπτει, ότι με την παραπάνω δήλωση των οι ενάγοντες προέβησαν σε μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής τους ή σε διαχωρισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, για λόγους καταβολής δικαστικού ενσήμου. Αντίθετα, σαφώς, προκύπτει, ότι με τη δήλωση τους αυτή, απλώς και μόνο διευκρινίζουν, ότι κατέβαλαν το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου, για αντικείμενο της διαφοράς, πέραν των 20.000 ευρώ, ως προς το οποίο και μόνο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είχαν σχετική υποχρέωση.
Συνεπώς, από τη δήλωση τους αυτή δεν προκλήθηκε αοριστία της αγωγής και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο, κατ` εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται η πλημμέλεια ότι ο δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο νόμος, για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας του ίδιου λόγου αναίρεσης, κατά το μέρος του από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεµφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει µετά την αντικατάσταση του µε το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4139/2013) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, (άρθρο 183 ΚΠολΔ), όπως, ορίζονται στο διατακτικό.

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί, την 550/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέµπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis