Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Ψευδής καταμήνυση, κλητήριο θέσπισμα, πρακτικά δίκης, πραγματικός ισχυρισμός.

Περίληψη. Ψευδής καταμήνυση. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Κατάθεση ψευδούς μηνύσεως του κατηγορουμένου εις βάρος του νυν εγκαλούντος περί δήθεν τελέσεως από τον τελευταίο του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος κατά την εκδίκαση της εις βάρος του νυν κατηγορουμένου κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμιση. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Απόλυτη ακυρότητα. Εγγράφων ανάγνωση. Αιτίαση περί λήψεως υπ΄ όψιν μη αναγνωσθέντων εγγράφων. Το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών προκύπτει από αναγνωσθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ελλειψη αιτιολογίας. Ενσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και απόρριψη ενστάσεως από το πρωτοβάθμιο. Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα εφέσεως. Δεν επαναφέρθηκε με λόγο εφέσεως στο δευτεροβάθμιο. Εκ περισσού ως εκ τούτου, απορρίφθηκε η ένσταση από το δευτεροβάθμιο. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.   
Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα Ζ',  607/ 2016.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπομένη σ’ αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ’ αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο τη μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Πρέπει, όμως, το περιεχόμενο της καταγγελίας να είναι αντικειμενικά αξιόποινη πράξη ή πράξη πειθαρχικά κολάσιμη. 
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με τα διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου προσθέτου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο 229 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσον τη γνώση, όσον και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλομένη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει, πολύ δε μάλλον αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 1, 174 παρ.2, και 321 παρ. 1 στοιχ. δ’ και 4 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο, κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, τον προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται, τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδας και την ώρα που πρέπει να εμφανιστεί, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, του δημοσίου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα. Άλλα στοιχεία, για την εγκυρότητα αυτού, δεν απαιτούνται. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 330 και 343 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η κυρία διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιαφόρως αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάστηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 173 παρ. 1 και 174 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επιδόσεώς του, η οποία είναι σχετική και αφορά σε διαδικαστική πράξη που κατ’ ανάγκην επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδο της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένσταση του απορρίφθηκε, να την προτείνει επαναφέροντας την με ειδικό λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με ειδικό λόγο εφέσεως καλύπτεται, με επακόλουθο το κλητήριο θέσπισμα να θεωρείται πλέον έγκυρο, τυχόν δε επαναφορά της ενστάσεως αυτής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι απαράδεκτη. (ΑΠ 109/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη από 8 Σεπτεμβρίου 2015 (υπ’ αριθ. ...../11-9-2015) δήλωση αναιρέσεως του Χ. Τ. πλήττεται η υπ’ αριθ. 1195/2015 απόφαση του Γ’ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για ψευδή καταμήνυση σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, μετατραπείσα. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εκκαλουμένης 28942/2014 αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), ο κατηγορούμενος πρότεινε ενώπιον εκείνου του Δικαστηρίου, ως αυτοτελή ισχυρισμό, την ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ο οποίος απορρίφθηκε. Τον εν λόγω ισχυρισμό ο κατηγορούμενος πρότεινε και πάλι ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο της ουσίας τον απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: "Οι δε ισχυρισμοί του, όπως αναφέρθηκαν δεν τυγχάνουν αυτοτελείς αλλά αρνητικοί της κατηγορίας οι οποίοι συνέχονται με την κατ’ ουσίαν εξέταση της υπόθεσης και πρέπει να απορριφθούν". Εφόσον όμως η προταθείσα πρωτοδίκως ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος δεν επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με ειδικό λόγο εφέσεως, όπως τούτο προκύπτει από το δικόγραφο της από 25-6-2014 εκθέσεως εφέσεως του κατηγορουμένου, που παραδεκτώς επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναιρέσεως, (όπου ζήτησε μόνον "να γίνει δεκτή η έφεσή του να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη και να απαλλαγεί από την κατηγορία για όσους λόγους που θα εκθέσει στο Τριμελές Εφετείο"), το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει πολύ δε μάλλον να αιτιολογήσει την απόρριψη της ενστάσεως. Παρά ταύτα ως εκ περισσού απέρριψε την ένσταση με την άνω αιτιολογία. Κατά συνέπεια ο σχετικός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος με τον οποίο ο αναιρεσείων, πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απορριπτική της ενστάσεως απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχτηκαν, σχετικά με την αποδιδομένη στον αναιρεσείοντα κατηγορία τα εξής: "Με το από 10.7.1978 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης η ...Σχολή εκμίσθωσε στον κατηγορούμενο και στο Θ. Σ. ως συμμισθωτές ένα ισόγειο διαμέρισμα επί της οδού ... για να χρησιμοποιηθεί ως επαγγελματική στέγη. Στη συνέχεια, το έτος 1998, η ανωτέρω σχολή εκμίσθωσε όλο το κτίριο, συμπεριλαμβανομένου του μισθίου στην Εταιρεία ..., της οποίας εκπρόσωπος ήταν ο Ε. Χ. Ο κατηγορούμενος μετά την αποχώρηση του συμμισθωτή συνέχισε μόνος τη μίσθωση. Η μίσθωση αυτή έληγε με την πάροδο της 12ετίας, δηλ. στις 31.8.1997, παρατάθηκε όμως για τέσσερα επιπλέον έτη και έληγε στις 31.8.2001. Ο Ε. Χ. νομίμως άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 5.4.2001 αγωγή εξώσεως, η οποία έγινε δεκτή, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1659/2001 αποφάσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία υποχρέωνε τον κατηγορούμενο να αποδώσει το μίσθιο στις 1.9.2001. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος αποβλήθηκε βιαίως από το μίσθιο και στην υπ’ αριθμ. .../17.1.2002 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Λ. Σ., καταγράφηκαν όλα τα εκτός του μισθίου ευρισκόμενα αντικείμενα και ορίστηκε μεσεγγυούχος ο Ε. Χ. Περαιτέρω, ο ως άνω, ως εκπρόσωπος της εκμισθώτριας, επέτρεψε στον κατηγορούμενο με το από 24.1.2002 συμφωνητικό να εισέρχεται στο μίσθιο προκειμένου να παραλάβει τα εντός αυτού αντικείμενα ιδιοκτησίας του, μέχρι την 28.2.2002. Ωστόσο ο κατηγορούμενος, αντί να απομακρύνει τα εμπορεύματα παρέμενε στο μίσθιο και συνέχιζε να ασκεί την εμπορία του. Η εκμισθώτρια (...) τον όχλησε με το από 7.3.2001 εξώδικο, ωστόσο ο κατηγορούμενος παρέμενε στο μίσθιο. Ο Ε. Χ., ως μεσεγγυούχος, έκανε αίτηση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, για να δοθεί άδεια να εκθέσει σε πλειστηριασμό τα αντικείμενα που ο κατηγορούμενος δεν απομάκρυνε ως όφειλε από το μίσθιο. Επί της αιτήσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3395/2002 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου η οποία έκανε δεκτή την αίτηση και παρέσχε την άδεια πλειστηριασμού των κινητών εντός του μισθίου. Ημέρα του πλειστηριασμού ορίστηκε η 25.9.2002 και μετ’ αναβολή η 2.10.2002. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος εισερχόταν ελεύθερα στο μίσθιο προκειμένου να παραλάβει τα πράγματά του. Πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού και για να τον αποφύγει ο κατηγορούμενος ήλθε σε συμφωνία με τον Ε. Χ. και παρέλαβε στις 2.10.2002 τα κινητά εντός του μισθίου με έξοδα μεταφοράς της .... Την ίδια ημέρα υπόγραψε απόδειξη παραλαβής στην οποία ανέφερε ότι δεν έλειπε κάποιο αντικείμενο. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι έλειπαν τα αντικείμενα που ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται, ούτε αποδείχθηκε ότι πιέστηκε να υπογράψει την ανωτέρω δήλωση με δεδομένο ότι αποδείχθηκε ότι επί μακρόν παρέμεινε στο μίσθιο παρά την αποβολή του και ασκούσε εμπορία. Η συμπεριφορά δε του Ε. Χ. ήταν ιδιαίτερα ανεκτική και δεν συμφωνεί με την πίεση που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι δέχθηκε ώστε να υπογράψει έγγραφο ανεπιφύλακτης παραλαβής προκειμένου να παραλάβει τα εμπορεύματά του. Όσον αφορά την ένδικη υπόθεση, που αναφέρεται στα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, προέκυψε από τα άνω αποδεικτικά μέσα ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατ’ εξακολούθηση και μάλιστα στην Αθήνα στις 25.6.2008 κατεμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτήν και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την υπό στοιχεία ΑΒΜ: ... έγκληση του καταγγέλλοντας τον Ι. Κ. ότι είχε τελέσει την Αθήνα στις 10.4.2008 το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα και συγκεκριμένα ότι κατά την από 10.4.2008 ενώπιον του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορουμένου κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμηση του Ε. Χ., Προέδρου του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", της κατηγορίας της αφορώσας υπεξαίρεση αντικειμένων από το μίσθιο κατάστημα ιδιοκτησίας της ... σχολής κατά το χρόνο βίαιης αποβολής από αυτό του παρόντος κατηγορουμένου, όπου ο εγκαλών Ι. Κ., εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας κατέθεσε ότι όσα πράγματα είχε αφήσει ο κατηγορούμενος ήταν μηδαμινής αξίας, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος, καθότι ο ίδιος είχε υποδείξει στους μεταφορείς τα πράγματα που επιθυμούσε να μεταφερθούν... Με την υποβολή της εν γνώσει του ψευδούς υπό στοιχεία ΑΒΜ: ... εγκλήσεως σκοπούσε ο κατηγορούμενος να προκαλέσει την ποινική δίωξη του ήδη εγκαλούντος Ι. Κ. για ψευδορκία μάρτυρος". Με βάση τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο του ότι: "Στην Αθήνα την 25-6-2008 εν γνώσει τον κατεμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του για αυτήν και συγκεκριμένα στον ως άνω χρόνο και τόπο κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών την υπό στοιχεία ABM ... έγκληση του καταγγέλλοντας εν γνώσει του ψεύδους ότι ο Ι. Κ. είχε τελέσει στην Αθήνα την 10-4-2008 το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρος και συγκεκριμένα ότι κατά την από 10-4-2008 ενώπιον του Α Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εκδίκαση της εις βάρος του Χ. Τ. κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμηση τον Ε. Χ. προέδρου του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "..." της κατηγορίας συνισταμένης στην ενώπιον τρίτων προβολή από τον Χ. Τ. εν γνώσει ψευδούς ισχυρισμού ότι μετά την βίαιη αποβολή του Χ. Τ. από το κείμενο επί της οδού ... ισόγειο μίσθιο κατάστημα ιδιοκτησίας της ... Σχολής και σύναψης νέας μίσθωσης που περιελάμβανε και το εν λόγω κατάστημα με νέο μισθωτή το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", ο πρόεδρος του τελευταίου Ε. Χ. είχε υπεξαιρέσει από το ως άνω μίσθιο κατάστημα αξιόλογα αντικείμενα ιδιοκτησίας του Χ. Τ., εξεταζόμενος ο Κ. Ι. ενόρκως ως μάρτυρας είχε καταθέσει εν γνώσει του ψευδώς ότι "όσα πράγματα είχε αφήσει ο Χ. Τ. στο επί της οδού ... κατάστημα ήταν πράγματα για πέταμα, μάλλον άφησε σκουπίδια δεν υπήρχαν πράγματα αξίας, αφού ο ίδιος ο Τ. Χ. είχε προηγουμένως υποδείξει στον ίδιο τον Ι. Κ. και σε δυο μεταφορείς ποια πράγματα ήθελε να μεταφερθούν με το φορτηγό μεταφορών του Ι. Κ. ενώ για όσα πράγματα έμειναν ο Χ. Τ. δεν τους είχε πει τίποτα". Με την υποβολή της εν γνώσει του ψευδούς υπό στοιχεία ABM ... εγκλήσεως σκοπούσε ο κατηγορούμενος να προκαλέσει την ποινική δίωξη του ήδη εγκαλούντος Ι. Κ. για ψευδορκία μάρτυρος".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1 α, 27 και 229 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα και ως προς τον απαιτούμενο υπερχειλή δόλο, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του την, κατά τις άνω διατάξεις απαιτουμένη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθ’ όσον, από το σύνολο των παραδοχών του, λόγω της παραδοχής γεγονότων θεμελιουμένων σε, εκ της αμέσου συμμετοχής του στα γεγονότα, προσωπική γνώση του κατηγορουμένου και της συμμετοχής του σε αυτά, δέχτηκε με επαρκή αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων, έχοντας ιδία αντίληψη των αληθών, εν γνώσει του ψεύδους κατεμήνυσε τον πολιτικώς ενάγοντα για να προκαλέσει την ποινική του δίωξη για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Κατά συνέπεια ο σχετικός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, και κατά το σκέλος με τον οποίο ο αναιρεσείων, πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την καταδικαστική απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ιδίου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον σχετικό πρώτο, λόγο αναιρέσεως αιτιάται ότι αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως τα εξής έγγραφα: α) το από 10-7-1978 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ της ατά του κατηγορουμένου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, γ) η υπ’ αριθμ. 1659/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δ) η υπ’ αριθμ. .../17-1-2001 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Λ. Σ., ε) το από 24-1-2002 συμφωνητικό και στ) το από 7-3-2001 εξώδικο της εκμισθώτριας (...) προς τον κατηγορούμενο, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα αναγνωσθέντα έγγραφα, και έτσι δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Όμως το περιεχόμενο τους προκύπτει από την υπ’ αριθ. 3295/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία αναφέρονται και η οποία αναγνώσθηκε, περιλαμβάνεται δε αυτή μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων υπ’ αρ. 26 και επομένως ήσαν γνωστά έγγραφα και γνωστό το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, που μπορούσε να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ απορρέοντα δικαιώματά του, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε δηλώσεις και παρατηρήσεις επί του περιεχομένου τους και ως εκ τούτου, δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα υπερασπίσεώς του και, επομένως, δεν στερήθηκε κανένα υπερασπιστικό του δικαίωμα. Συνεπώς και ο, εκ του άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ, σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθία τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντα που παραστάθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Σεπτεμβρίου 2015 (υπ’ αριθ. .../11-9-2015) δήλωση του Χ. Τ. του Α., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 1195/2015 αποφάσεως του Γ’ Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντα, που ανέρχεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) Ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis