Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Σεισμός, αστική ευθύνη δημοσίου, παραγραφή, τοκοδοσία κατά δημοσίου,

Περίληψη.  Ευθύνη των νπδδ σε αποζημίωση. Απαιτείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αναιρετικός έλεγχος της σχετικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας. Παραλείψεις των πολεοδομικών υπηρεσιών κατά τη διενέργεια ελέγχων στο στάδιο της ανεγέρσεως ή μετά την αποπεράτωση οικοδομής, που αφορούν τη στατική επάρκεια του οικοδομήματος, συνιστούν πρόσφορη αιτία για την πρόκληση του ζημιογόνου αποτελέσματος της καταρρεύσεως από σεισμική δόνηση του μη ελεγχθέντος επαρκώς κτηρίου. Τα αρμόδια όργανα της ΝΑ άσκησαν πλημμελώς τον προληπτικό έλεγχο και επετράπη η ανέγερση κτηρίου με επιφάνεια πολύ μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη βάσει των πραγματικών διαστάσεων του οικοπέδου, το οποίο πλησίαζε στο έντονο πρανές του ρέματος, ενώ δεν προέβησαν σε κατασταλτικό έλεγχο.
Ο αιτιώδης σύνδεσμος δεν διακόπηκε από το σεισμό. Αιτιολογημένα επιδικάστηκε στους αναιρεσίβλητους χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του συγγενούς τους κατά την κατάρρευση του κτιρίου μετά το σεισμό. Παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης και έναρξη αυτής. Οι επίδικες αξιώσεις δεν είχαν παραγραφεί. Επί περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι υπερημερίας. Μη νόμιμα κρίθηκε ότι ο τόκος πρέπει να υπολογισθεί με βάση το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες επιτόκιο υπερημερίας και όχι με 6%, αφού το άρθρο 21 του ΚΝΔΔ δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και σε διεθνείς συμβάσεις. Εφόσον είχε εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση μέχρι 31.12.2010, υπόχρεη για την καταβολή της αποζημίωσης παραμένει η περιφέρεια (οιονεί καθολική διάδοχος της ΝΑ), η οποία καθίσταται αναγκαστική ομόδικος του δήμου στην αναιρετική δίκη. Μερικά δεκτή η αναίρεση (αναιρεί εν μέρει την αριθμ. 4367/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών).

                                       Συμβούλιο της Επικρατείας, Τμήμα Α',  4409/ 2015.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Δ. Μαρινάκης, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και του Προεδρεύοντος Αντιπροέδρου, που είχαν κώλυμα, Π. Χαμάκος, Σ. Βιτάλη, Σύμβουλοι, Δ. Εμμανουηλίδης, Κ. Κονιδιτσιώτου, Πάρεδροι.

2. Eπειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισάγεται προς συζήτηση μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1091/2012 αναβλητικής αποφάσεως του Δικαστηρίου, ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4367/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απορρίφθηκε η έφεση της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Ανατολικής Αττικής και ήδη Περιφέρειας Αττικής, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση των ... , μεταρρυθμίστηκε η υπ’ αριθμ. 12265/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Ανατολικής Αττικής και ήδη Περιφέρειας Αττικής (αναιρεσείουσας) να καταβάλει στον... το ποσό των 200.000 ευρώ, στην ... το ποσό των 200.000 ευρώ και στον ... το ποσό των 120.000 ευρώ νομιμοτόκως, με βάση τον εκάστοτε ισχύοντα νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση αυτών για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν λόγω του θανάτου του συγγενούς τους ... , υιού του ... και της ... και αδελφού του ..., που προκλήθηκε από την κατάρρευση του εργοστασίου της ..... στο Δήμο ... , κατά το σεισμό της 7.9.1999.

3. Επειδή με την 1091/2012 προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου εκρίθη ότι εν όψει των οριζομένων στο άρθρο 283 παρ. 2 του ν. 3852/2010 «Νέα αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης» (Α΄87), νομίμως συνεχίζει τη δίκη ως αναιρεσείουσα η Περιφέρεια Αττικής στη θέση της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Ανατολικής Αττικής (ΣτΕ 2872/2011, 1800/2013). Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση εκρίθη ότι επειδή η ... , μητέρα του αποβιώσαντος .. κατά το σεισμό της 7.9.1999, που ήταν διάδικος στη δίκη ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απεβίωσε στις 11.12.2007, μετά δηλαδή από τη δημοσίευση της ανωτέρω αποφάσεως, τη δίκη συνεχίζουν ως αναιρεσίβλητοι, οι ... και ... , σύζυγος εν ζωή και υιός αντιστοίχως της ανωτέρω αποβιωσάσης, οι οποίοι ήταν ήδη διάδικοι στη δίκη ενώπιον του εφετείου και η νύφη της ... , κατόπιν της από 24.11.2011 σχετικής δηλώσεως προς το Δικαστήριο, χήρα του υιού της αποβιωσάσης ... , ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου υιού της, ... , εγγονού της αποβιωσάσης ... . Ο τελευταίος ως εγγονός της αποβιωσάσης ... και οι ... και ... , σύζυγος και υιός αυτής, αντιστοίχως, αποτελούν τους μοναδικούς εν ζωή εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτής.

4. Επειδή, μετά την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως (8.7.2008) δημοσιεύθηκε ο ν. 3852/2010 (Α΄ 87), ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1.1.2011 (άρθρο 286) και με τον οποίο συνεστήθησαν οι περιφέρειες ως αυτοδιοικούμενα κατά τόπο νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, αποτελούντα τον δεύτερο βαθμό τοπικής αυτοδιοικήσεως (άρθρο 3 παρ. 1), καταργήθηκαν δε οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις από την έναρξη λειτουργίας των περιφερειών, δηλαδή, σύμφωνα με το άρθρο 114 παρ. 4, από 1.1.2011. Από τις αρμοδιότητες των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων οι οποίες περιήλθαν στις περιφέρειες εξαιρέθηκαν, μεταξύ άλλων, οι αρμοδιότητες των πολεοδομικών υπηρεσιών, οι οποίες απονεμήθηκαν με το άρθρο 94 παρ. 1 στους συσταθέντες με το άρθρο 1 δήμους, ασκούμενες, σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α, από 1.1.2011. Εξ άλλου, στην παράγραφο 2 του άρθρου 283, όπως αυτή ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 49 παρ. 4 του ν. 3943/2011 (Α΄ 66) και πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 6 παρ. 13 του ν. 4071/2012 (Α΄ 85/11.4.2012), ορίσθηκαν τα εξής: «Από την έναρξη λειτουργίας των περιφερειών καταργούνται οι ενιαίες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και τα νομαρχιακά διαμερίσματα. Οι περιφέρειες υπεισέρχονται, αυτοδικαίως, μετά την έναρξη ασκήσεως των αρμοδιοτήτων τους, σε όλα τα δικαιώματα, περιλαμβανομένων και των εμπραγμάτων, καθώς και στις υποχρεώσεις, των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. Οι εκκρεμείς, κατά την έναρξη ασκήσεως των αρμοδιοτήτων τους, δίκες των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, συνεχίζονται, αυτοδικαίως, από τις ιδρυόμενες περιφέρειες, χωρίς να διακόπτονται και χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης για την κάθε μία από αυτές. Οι δήμοι και οι περιφέρειες υπεισέρχονται αυτοδικαίως σε πάσης φύσεως υποχρεώσεις και δικαιώματα, εξαιρουμένων των εμπραγμάτων, που βάσει διατάξεων νόμων και κανονιστικών πράξεων συνδέονται με αρμοδιότητες που μεταφέρονται σε αυτούς. Oταν οι υποχρεώσεις, που προέρχονται από τη μεταφορά αρμοδιοτήτων αφορούν στην πληρωμή δαπανών, οι δήμοι και οι περιφέρειες είναι υπόχρεοι για την καταβολή τους στην περίπτωση που δεν έχει εκδοθεί το προβλεπόμενο από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων σχετικό παραστατικό από τους δικαιούχους ή δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση μέχρι 31.12.2010 για τους δήμους ή 30.6.2011 για τις περιφέρειες. Ομοίως οι δήμοι και οι περιφέρειες είναι δικαιούχοι απαιτήσεων που συνδέονται με τις μεταφερόμενες αρμοδιότητες, για τις οποίες δεν έχουν αποσταλεί οι χρηματικοί κατάλογοι προς ταμειακή βεβαίωση μέχρι τις ανωτέρω προθεσμίες. Στις περιπτώσεις αυτές, οι σχετικές εκκρεμείς δίκες της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ή της πρώην κρατικής περιφέρειας συνεχίζονται, αυτοδικαίως, από το δήμο ή την περιφέρεια που αφορά το αντικείμενο της δίκης, χωρίς να διακόπτονται και χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης τους. …». Τέλος, με το άρθρο 6 παρ. 13 του ως άνω ν. 4071/2012 το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 283 του ν. 3852/2010 αντικαταστάθηκε ως εξής: «Οι εκκρεμείς δίκες των πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, εκτός από αυτές που αφορούν πράξεις ή παραλείψεις των πολεοδομικών γραφείων που συνεχίζονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες για τα θέματα αυτά, συνεχίζονται, αυτοδικαίως, από τις ιδρυόμενες περιφέρειες, χωρίς να διακόπτονται και χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης για την καθεμία από αυτές». Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι από τις 11.4.2012, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του ν. 4071/2012, η δίκη, στην οποία μετείχε νομαρχιακή αυτοδιοίκηση και η οποία αφορά σε άσκηση αρμοδιότητας πολεοδομικής υπηρεσίας, συνεχίζεται ex lege από τον οικείο δήμο, στον οποίο έχει περιέλθει από 1.1.2011 η αρμοδιότητα αυτή. Σε περίπτωση όμως κατά την οποία έχει ήδη εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση μέχρι 31.12.2010 για τους δήμους, ειδικώς και μόνον στην περίπτωση αυτή, υπόχρεη για την καταβολή της σχετικής με την άσκηση της πιο πάνω αρμοδιότητας δαπάνης παραμένει, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 49 παρ. 4 του ν. 3943/2011, η οικεία περιφέρεια (οιονεί καθολική διάδοχος κατά τις ανωτέρω διατάξεις της -αρχικής διαδίκου- οικείας νομαρχιακής αυτοδιοικήσεως), και, ως εκ τούτου, εκτείνεται και στην τελευταία η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί επί της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της προαναφερόμενης τελεσίδικης αποφάσεως. Ενόψει αυτού, στην ως άνω περίπτωση, η εν λόγω περιφέρεια καθίσταται και αυτή, εκτός από τον οικείο δήμο, διάδικος και, συγκεκριμένα, αναγκαστική ομόδικος του τελευταίου στη σχετική αναιρετική δίκη, η οποία, επομένως, συνεχίζεται και από αυτή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 75 παρ. 2, 76 παρ. 1 και 4, 110 παρ. 2, 558 και 576 παρ. 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ.), δυνάμει του άρθρου 40 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), αλλά και του διασφαλίζοντος το δικαίωμα δικαστικής προστασίας άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος που έχει, κατ’ αρχήν, εφαρμογή και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΣτΕ 1396-7/2014 7μ., 2506-8/2014, 2675/2015).


5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, την δίκη επί της κρινομένης αιτήσεως, η οποία ασκήθηκε από την μεταγενεστέρως καταργηθείσα Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ανατολικής Αττικής (την οποία διαδέχθηκε ήδη ως Ο.Τ.Α.. β’ βαθμού η Περιφέρεια Αττικής) και αφορά ευθύνη της τελευταίας από πλημμελή άσκηση αρμοδιότητας πολεοδομικής υπηρεσίας, συνεχίζει ex lege, αφενός μεν ως αναιρεσείων διάδικος, ο κατά το άρθρο 1 παρ. 2 περ. 5.3.Α5 του ν. 3852/2010 Δήμος Αχαρνών, συσταθείς από τους καταργηθέντες Δήμους Αχαρνών και Θρακομακεδόνων, εντός των ορίων του οποίου βρισκόταν, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, το εργοστάσιο της εταιρείας ... που κατέρρευσε, αφετέρου δε ως αναγκαστική ομόδικος αυτού και επίσης αναιρεσείουσα διάδικος η Περιφέρεια Αττικής, η οποία είναι, εν προκειμένω, υπόχρεη προς πληρωμή δαπανών στους ανεραισιβλήτους εφόσον η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση 4367/2007 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών δημοσιεύθηκε στις 7.12.2007, δηλαδή πριν από τις 31.12.2010. (ΣτΕ 1396-1397/2014 7μ., 2675/2015 ).

6. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος…» στο άρθρο 106 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Εξ άλλου, στο άρθρο 52 παρ. 1 και 2 του ν.δ. της 17.7/16.8.1923 «Περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών» (Α΄ 228) ορίζεται ότι: «1. Πάσα οικοδομή και εκτέλεσις οιασδήποτε εργασίας δομήσεως .… εντός ή εκτός των πόλεων, κωμών κ.λπ. υπόκειται ως προς την μελέτην, την εκτέλεσιν και την χρησιμοποίησιν αυτής από απόψεως υγιεινής, ασφαλείας, αισθητικής και εν γένει τηρήσεως των διατάξεων του παρόντος διατάγματος και οιωνδήποτε ετέρων (καθ’ όλα τα στάδια της κατασκευής και μετά ταύτην) εις τον έλεγχον του Κράτους, ασκούμενον υπό της κατά το παρόν διάταγμα αρμοδίας υπηρεσίας κατά τα ειδικώτερον δια διατάγματος κανονισθησόμενα. 2. Προς ανέγερσιν, επισκευήν ή κατεδάφισιν οιασδήποτε οικοδομής και προς εκτέλεσιν οιωνδήποτε εργασιών δομήσεως … υπό οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, απαιτείται η προηγουμένη έγγραφος άδεια της αρμοδίας υπηρεσίας …». Περαιτέρω, στην παρ. 1 του πρώτου μέρους του β.δ. της 10/31.12.1945 «Περί κανονισμού φορτίσεων δομικών έργων» (Α΄ 325, αναδημοσίευση Α΄ 171/1946) ορίζεται ότι: «1. Τα φορτία των οικοδομικών έργων υπολογίζονται βάσει του παρόντος κανονισμού, λαμβανόμενα κατά την δυσμενεστέραν πραγματοποίησιν από απόψεως αντοχής ή ευσταθείας του οικοδομικού στοιχείου διάταξιν, πλην αν άλλως εξ ειδικής διατάξεως ως προς τον στατικόν υπολογισμόν ορίζεται. 2. …». Επίσης, στο άρθρο 2 του β.δ. της 18.2/26.7.1954 «Περί Κανονισμών δια την μελέτην και εκτέλεσιν οικοδομικών έργων εξ ωπλισμένου σκυροδέματος» (Α΄ 160) ορίζεται ότι: «1. Εκάστη μελέτη εξ ωπλισμένου σκυροδέματος υποβαλλομένη προς την αρμοδίαν Κρατικήν Υπηρεσίαν Ελέγχου δι’ έκδοσιν αδείας δέον να περιλαμβάνη τα κάτωθι στοιχεία: Α) Στατικόν υπολογισμόν περιέχοντα: α) Τας γενομένας παραδοχάς ως προς τα φορτία και τας επιτρεπομένας τάσεις των υλικών. β) Διάταξιν και υπολογισμούς ενός εκάστου μέλους της κατασκευής εξ ων να εμφαίνωνται το στατικόν σύστημα του φορέως και η ενεργούσα επ’ αυτού φόρτισις, αι αναπτυσσόμεναι αντιδράσεις, ροπαί κάμψεως, τέμνουσαι και αξονικαί δυνάμεις και να διαπιστούται η επάρκεια των διατομών. Οι υπολογισμοί δέον να συνοδεύωνται απαραιτήτως υπό του διαγράμματος φορτίσεως, επίσης δε και υπό του διαγράμματος τεμνουσών δυνάμεων, όπερ παραλείπεται μεν προκειμένου περί πλακών, επιτρέπεται δε να συντάσσεται εν σκαριφήματι εις τας απλουστέρας των μορφών και φορτίσεων. Επί φορέων συνθετωτέρων διατάξεων φορτίσεως και σημαντικώτερον επιβαρυνομένων θα συντάσσεται και διάγραμμα ροπών κάμψεως … γ) Προκειμένου περί κατασκευής σοβαρών έργων υποβάλλονται και στατικοί υπολογισμοί των ικριωμάτων. Β) Σχέδια γενικής διατάξεως ανά όροφον και δια την θεμελίωσιν … εφ’ ων να εμφαίνωνται: α) Αι θέσεις και συμβολισμοί των διαφόρων μελών μεθ’ απασών των αναγκαιουσών διαστάσεων, ήτοι αποστάσεων δοκών και υποστυλωμάτων, … β) Εφ’ όσον πρόκειται περί συνήθων κατασκευών, εν κατακλίσει αι διατομαί πλακών, δοκών, υποστυλωμάτων, ενισχύσεων δοκών, προβόλων, πεδίλων, εδράνων κ.λπ. μετά των διαστάσεων αυτών, καθώς και των οπλισμών, περιλαμβανομένων και των συνδετήρων. Γ) Σχέδια οπλισμών και δη: Εφ’ όσον προβλέπονται κατασκευαί πλαισίων, δοκών ανοίγματος μεγαλυτέρου των 8,00 m και γενικώς φορέων άλλου τύπου πλην των απλών ή συνεχών δοκών μικροτέρων ανοιγμάτων, δέον όπως δι’ έκαστον τοιούτον φορέα συντάσσηται επιπροσθέτως σχέδιον … εις ο να εμφαίνωνται λεπτομερώς η διάταξις, τα αναπτύγματα και μήκη των οπλισμών αυτού και αι θέσεις των ενώσεων, ως επίσης και διαγράμματα τομών εις τας χαρακτηριστικάς θέσεις. Επί των διατομών τούτων δέον να εμφαίνωνται οι συνδετήρες και η διάταξις των οπλισμών. … Δ) Προκειμένου περί φορέων, ως εν εδαφ. 1Α, γ΄ του παρόντος άρθρου, θα υποβάλλεται και σχέδιον ικριωμάτων. 2. Επί εκάστου των υποβαλλομένων σχεδίων θα αναγράφωνται σαφώς: α) Τα ληφθέντα υπ’ όψιν δια τον υπολογισμόν φορτία. β) Η προβλεπομένη ποιότης σκυροδέματος. γ) Το προβλεπόμενον είδος οπλισμού». Περαιτέρω, στο άρθρο 3 του ίδιου διατάγματος ορίζεται ότι: «1. Η σύνταξις μελέτης έργων ωπλισμένου σκυροδέματος δέον απαραιτήτως να πληρή τα ακόλουθα: α) Να είναι σύμφωνος προς τους παρόντας Κανονισμούς και να ανταποκρίνεται προς τους ανεγνωρισμένους κανόνας της Τεχνικής. β) Οι υπολογισμοί να διαπραγματεύωνται εξαντλητικώς και επιτυχώς πάντα τα ουσιώδη δια την ασφάλειαν του έργου στοιχεία, να είναι απηλλαγμένοι λογιστικών σφαλμάτων και απολύτως ακριβείς. 2. … 3. Ο έλεγχος της κατά τα ανωτέρω μελέτης, εφ’ όσον αύτη έχει συνταχθή υπό διπλωματούχου Μηχανικού Ανωτάτης Σχολής, περιορίζεται εις την διαπίστωσιν του γεγονότος ότι αι βασικαί προϋποθέσεις των υπολογισμών και αι εφαρμοσθείσαι μέθοδοι υπολογισμού είναι ορθαί. … Μετά τον κατά τα ανωτέρω γενόμενον έλεγχον ακολουθεί η έγκρισις της μελέτης ήτις χορηγείται κατόπιν της διαπιστώσεως ότι έχει πραγματοποιηθή ο κατά την παρ. 3 του παρόντος άρθρου έλεγχος» στο άρθρο 10 παρ. 1 του εν λόγω διατάγματος ορίζεται ότι: «Η εποπτεία της εφαρμογής των παρόντων Κανονισμών ασκείται παρά των εκασταχού Πολεοδομικών Γραφείων ή λοιπών αρμοδίων δια τον έλεγχον Κρατικών Υπηρεσιών» και στο άρθρο 59 του ίδιου διατάγματος ορίζεται ότι: «1. Ως μυκητοειδείς πλάκες χαρακτηρίζονται αι σταυροειδώς ωπλισμέναι πλάκες, εδραζόμεναι άνευ μεσολαβήσεως δοκών απ’ ευθείας επί υποστυλωμάτων, μεθ’ ων αύται συνδέονται ακάμπτως. 2. … Δια την άκαμπτον σύνδεσιν του υποστυλώματος μετά της πλακός αλλά και δια την κανονικήν μετάδοσιν των φορτίων της πλακός επί του υποστυλώματος η κεφαλή του υποστυλώματος διαπλατύνεται …». Εξ άλλου, το β.δ. της 19/26.2.1959 «Περί αντισεισμικού κανονισμού οικοδομικών έργων» (Α΄ 36) ορίζει στο άρθρο 1 ότι: «Απαντα τα οικοδομικά έργα της Χώρας θα μελετώνται και κατασκευάζωνται συμφώνως προς τα εν τοις επομένοις καθοριζόμενα και κατά τρόπον ώστε να καθίστανται ικανά να αναλάβωσιν εκτός των προβλεπομένων συνήθων φορτίσεων και τας εκ των σεισμικών ενεργειών προκαλουμένας επιβαρύνσεις» στο άρθρο 2 ορίζει ότι: «1. Επί τη βάσει των μέχρι τούδε δεδομένων και των αποτελεσμάτων των δονήσεων αι περιοχαί της Χώρας κατατάσσονται από απόψεως σεισμικότητος εις τρεις κατηγορίας: Ι. Ασθενώς σεισμόπληκτοι περιοχαί. ΙΙ. Μετρίως σεισμόπληκτοι περιοχαί. ΙΙΙ. Ισχυρώς σεισμόπληκτοι περιοχαί. 2. Οικισμοί της Χώρας αντιστοιχούντες χαρακτηριστικώς εις τας κατηγορίας ταύτας εμφαίνονται εις τον ακόλουθον πίνακα Ι. … Αθήναι Ι…» στο άρθρο 3 παρ. 1 ορίζει ότι: «Από της απόψεως της σεισμικής επικινδυνότητος τα εδάφη κατατάσσονται εις τέσσαρας κατηγορίας: α) Εδάφη μικράς σεισμικής επικινδυνότητος. β) Εδάφη μετρίας σεισμικής επικινδυνότητος. γ) Εδάφη μεγάλης σεισμικής επικινδυνότητος. δ) Εδάφη εξαιρετικής σεισμικής επικινδυνότητος. …» στο άρθρο 4 ορίζει ότι: «1. Προς έλεγχον της εκ σεισμού καταπονήσεως του κτηρίου θα εισάγωνται εις τον υπολογισμόν, εκτός των υπό των οικείων Κανονισμών προβλεπομένων φορτίσεων, και σεισμικαί δυνάμεις. Επιτρέπεται όπως εισάγωνται εις τον υπολογισμόν μόναι αι οριζόντιαι συνιστώσαι των σεισμικών δυνάμεων, λαμβανόμεναι με φοράν εναλλασσομένην. Εις ειδικάς περιπτώσεις όπου τούτο κατωτέρω καθορίζεται, θα λαμβάνονται υποχρεωτικώς και αι κατακόρυφοι συνιστώσαι. … 2. … 3. Καθορισμός των επί του κτιρίου ή των στοιχείων αυτού ενεργουσών σεισμικών δυνάμεων κατά τρόπον διάφορον των εν τω παρόντι άρθρω αναφερομένων δύναται να γίνει δεκτός κατόπιν ειδικού δυναμικού υπολογισμού και εγκρίσεως της θεωρούσης την μελέτην αρχής. 4. Δια τον υπολογισμόν των σεισμικών δυνάμεων θα λαμβάνωνται υπ’ όψιν τα σύνολα των μονίμων και κινητών κατακορύφων φορτίων. 5. … 6. …» στο άρθρο 5 ορίζει ότι: «1. Κατά την σύνταξιν των αρχιτεκτονικών σχεδίων θα απαιτήται διάταξις επιτρέπουσα την διαμόρφωσιν ενός κατά το δυνατόν σαφούς σταθερού εν τω χώρω στατικού οργανισμού. Κατά την μεταξύ των κατακορύφων οριζοντίων ή κεκλιμένων μερών του στατικού οργανισμού σύνδεσιν πρέπει να εξασφαλίζεται ο υπό του στατικού υπολογισμού προβλεπόμενος τρόπος λειτουργίας των συνδέσεων. 2. Τα στοιχεία του οργανισμού συμπληρώσεως και διαχωριστικά τοιχώματα θα κατασκευάζωνται και εν ανάγκη θα υπολογίζωνται ώστε να δύναται να κατέχωσι εις τας επ’ αυτών δυναμένας να ενεργήσωσι οριζοντίας δυνάμεις και να μεταφέρωσιν ταύτας επί του οργανισμού αντοχής, συνδεόμενα καταλλήλως μετ’ αυτού. 3. … 4. … 5. … 6. … 7. Συνιστάται όπως αποφεύγηται η διάταξις φυτευτών υποστηλωμάτων ή τοιχωμάτων. Οσάκις τούτο δεν είναι δυνατόν θα απαιτείται ειδικός υπολογισμός κατά τα εν άρθρω 6 καθοριζόμενα» στο άρθρο 13 παρ. 2 ορίζει ότι: «Αι υποβαλλόμεναι στατικαί μελέται θα περιλαμβάνουν και αντισεισμικόν στατικόν υπολογισμόν, ενσωματούμενον εις τον γενικόν τοιούτον» τέλος, στο άρθρο 16 παρ. 1 ορίζει ότι: «Η εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος ασκείται υπό των αρμοδίων δια τον έλεγχον Κρατικών Υπηρεσιών».

7. Επειδή, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα το οποίο έχει ως αφετηρία το χρόνο εκδόσεως της πρώτης οικοδομικής άδειας για την καταρρεύσασα οικοδομή (......), εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν.δ. 194/1969 (Α΄ 103) τρεις αποφάσεις του τότε αρμόδιου Υπουργού Δημοσίων Εργων, οι οποίες διείπαν τις τρεις διαδοχικά εκδοθείσες οικοδομικές άδειες και ρύθμιζαν τα θέματα διαδικασίας εκδόσεως των οικοδομικών αδειών, τροποποιώντας κατά τούτο την κυρωθείσα με το άρθρο 2 του ίδιου ν.δ. Ε.39941/2287/1967 απόφαση του ίδιου Υπουργού (Β΄ 114/1968), όπως προέβλεπε ρητώς η παρ. 2 του ίδιου άρθρου 2. Έτσι, με την Ε.18241/1976 υπουργική απόφαση «Περί εκδόσεως οικοδομικών αδειών» (Δ΄ 147) οριζόταν ότι «1. Από της ισχύος της παρούσης αι οικοδομικαί άδειαι θα εκδίδωνται κατόπιν ελέγχου υπό των αρμοδίων Πολεοδομικών Υπηρεσιών της σχετικής μελέτης, εις ό,τι αφορά την επιτρεπομένην κάλυψιν εις επιφάνειαν, και τον επιτρεπόμενον όγκον των κτισμάτων … εις τα οποία αύτη αναφέρεται. 2. Αι Πολεοδομικαί Υπηρεσίαι υποχρεούνται όπως προ της χορηγήσεως της αδείας ελέγχουν: α) Την ακρίβειαν του υποβαλλομένου τοπογραφικού διαγράμματος, βάσει των επί τόπου μονίμων υλικών ορίων και των οικείων τίτλων ιδιοκτησίας. β) Το σύννομον της καλύψεως και του όγκου. γ) Το σύννομον των κατόψεων, τομών, προσόψεων. δ) Την καταβολήν φόρων, εισφορών, κρατήσεων, τελών κ.λπ. 3. Η Υπηρεσία θα ελέγχη κατά το εφικτόν και κατά την κρίσιν αυτής τους τίτλους ιδιοκτησίας του εφ’ ου τα εκτελεσθησόμενα έργα οικοπέδου, ως και παν έτερον στοιχείον αποσαφηνίζον τα όρια και την εν γένει κατάστασιν αυτού και την ταύτισιν αυτού με τας επί τόπου πραγματικάς και νομίμους συνθήκας, αίτινες συναρτώνται με τας αφορώσας αυτό Πολεοδομικάς διατάξεις και παροχάς. 4. Ο ανωτέρω έλεγχος των τίτλων θα περιορίζεται εις τα στοιχεία άτινα απαιτούνται προς διαπίστωσιν, κατ’ αρχήν, αυτής ταύτης της υπάρξεως του οικοπέδου και περαιτέρω των διαστάσεων, της επιφανείας, της αρτιότητας, της μορφής και της θέσεως αυτού και ουχί προς διαπίστωσιν της κυριότητας αυτού. … 4α. Ο έλεγχος των τίτλων καθίσταται υποχρεωτικός μερίμνη των υπογραφόντων την άδειαν υπαλλήλων, προκειμένου περί δομήσεως εκτός σχεδίου γενικώς … και τούτο προς εξακρίβωσιν των αναγραφομένων διαστάσεων και την διαπίστωσιν του χρόνου της τελευταίας κατατμήσεως του οικοπέδου. 4β. … 5. … 5α. Η ευθύνη δια την σύνταξιν της στατικής μελέτης, δια την ακρίβειαν των υπολογισμών, ως και δια την επίβλεψιν της εκτελέσεως ανήκει εξ ολοκλήρου εις τον μελετητήν και τον επιβλέποντα μηχανικόν ως και εις τον εκτελεστήν του έργου, της υπηρεσίας μη βαρυνομένης με ουδεμίαν σχετικήν ευθύνην. Οπωσδήποτε όμως η στατική μελέτη πρέπει να είναι πλήρης και ανταποκρινομένη απολύτως προς την αρχιτεκτονικήν μελέτην. … 8. Η διαδικασία της χορηγήσεως αυτής θα πραγματοποιείται εις δύο φάσεις: α) Πρώτη Φάσις: Εντός 15/νθημέρου από της υποβολής της μελέτης θα διενεργήται και αυτοψία και γενική θεώρησις απάντων των σχεδίων της μελέτης, αναγραφομένων των αποτελεσμάτων εις Φύλλον Ελέγχου, ευθύνη του ενεργούντος την αυτοψίαν και τον έλεγχον υπαλλήλου. Ολαι αι τυχόν ελλείψεις ή ατέλειαι θα ανακοινούνται εγγράφως, σαφώς και λεπτομερώς, εις τον συντάξαντα την μελέτην μηχανικόν και ιδιοκτήτην. … β) Δευτέρα Φάσις: Εντός 15/νθημέρου από της υποβολής των αιτηθέντων συμπληρωματικών στοιχείων ως και του διπλοτύπου καταβολής των φόρων, τελών και λοιπών επιβαρύνσεων, και εφόσον ταύτα είναι πλήρη και ακριβή, η υπηρεσία προβαίνει εις γενικήν θεώρησιν της μελέτης κατά τ’ ανωτέρω και χορηγεί την αιτηθείσαν οικοδομικήν άδειαν. … 9. Αι πολεοδομικαί άδειαι ισχύουν, εφόσον δι’ οιονδήποτε λόγο δεν ανακληθούν, ως κατωτέρω ορίζεται: α) Αι αφορώσαι μονορόφους οικοδομάς απλάς ή μεθ’ υπογείων επί εν έτος … β) … γ) … δ) … 10. … 11. … 12. Κατά την διάρκειαν της κατασκευής δέον όπως διενεργήται είς τουλάχιστον έλεγχος κατ’ έτος υπό των κατά τόπους αρμοδίων Πολεοδομικών Υπηρεσιών, μερίμνη του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Πολεοδομίας. Ο έλεγχος θα ασκήται ειδικώτερον εις ό,τι αφορά την ταύτισιν, την κάλυψιν, την εκμετάλλευσιν του οικοπέδου, εις το ύψος της οικοδομής, την διαμόρφωσιν του υπογείου και τας υπερκειμένας του δώματος κατασκευάς, εφαρμοζομένης της περί αυθαιρέτων διαδικασίας εν περιπτώσει διαπιστώσεως υπερβάσεως της αδείας ή των κειμένων διατάξεων ή μη συμμορφώσεως προς τας υποδείξεις των Επιτροπών Ενασκήσεως Αρχιτεκτονικού Ελέγχου». Επίσης, με την Ε.37608/1976 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων «Περί αντικαταστάσεως της υπ’ αριθ. Ε.18241/12.5.1976 αποφάσεως …» (Δ΄ 361) ορίζεται ότι: «1. Από της ισχύος της παρούσης αποφάσεως αι οικοδομικαί άδειαι θα εκδίδωνται ως κάτωθι: 1α. Οι ενδιαφερόμενοι θα υποβάλλουν μελέτην η οποία πρέπει να περιέχη πλήρη και ακριβή όλα τα τεύχη και στοιχεία τα οποία προβλέπονται. Εις τα ως άνω στοιχεία περιλαμβάνονται και οι τίτλοι του οικοπέδου, προκειμένου περί εκτός σχεδίου δομήσεως γενικώς, ως και δι’ οικόπεδα κατά παρέκκλισιν άρτια, κείμενα είτε εντός πόλεων εχουσών εγκεκριμένον σχέδιον, είτε οικισμών προϋφισταμένων του έτους 1923, προς εξακρίβωσιν των διαστάσεων και του χρόνου τελευταίας κατατμήσεως αυτών ή εις όσας περιπτώσεις κρίνεται υπό της υπηρεσίας ως απαραίτητον (ασάφειαι ορίων κ.λπ.). 1β. Βάσει των συνυποβαλλομένων πλήρων τοπογραφικών διαγραμμάτων και άνευ αρχικής αυτοψίας, η αρμοδία πολεοδομική υπηρεσία υποχρεούται εντός 10 ημερών από της υποβολής της μελέτης να προβή εις τον πλήρη έλεγχον του συννόμου αυτής από της απόψεως του να εντάσσεται, δια το δεδομένον οικόπεδον, η προβλεπόμενη κατασκευή εντός των επιτρεπομένων, βάσει των ισχυουσών γενικών και ειδικών πολεοδομικών διατάξεων, ορίων καλύψεως, ύψους, όγκου, κ.λπ. κατά θέσιν και μέγεθος. 1γ. Εφόσον μετά τον έλεγχον διαπιστωθή το σύννομον της υποβληθείσης μελέτης, η άδεια θα εκδίδηται εντός 10ημέρου από της προσκομίσεως αποδείξεων καταβολής των κατά νόμον απαιτουμένων τελών κρατήσεων, εισφορών κ.λπ. άνευ διενεργείας αυτοψίας κατά το στάδιον τούτο. … 1δ. … 1ε. Η ούτω άνευ αυτοψίας χορηγουμένη άδεια έχει προσωρινόν χαρακτήρα και ισχύει υπό την προϋπόθεσιν ακριβείας του τοπογραφικού διαγράμματος της υποβληθείσης μελέτης και ακριβούς και ορθής τοποθετήσεως της οικοδομής επί του οικοπέδου. Την ευθύνην των ως άνω προϋποθέσεων φέρει ακεραίαν ο ιδιώτης Μηχανικός, ο δε έλεγχος τούτων θα γίνη κατά την πρώτην αυτοψίαν, οπότε και ολοκληρώνεται η έκδοσις της αδείας ως κατά τα επόμενα αναφέρεται. 2. Η ως άνω χορηγουμένη άδεια ισχύει μόνον δια την κατασκευήν της πρώτης υπέρ το ισόγειον πλακός δια τας νέας οικοδομάς ή της πρώτης πλακός επικαλύψεως άνωθεν της υπαρχούσης κατασκευής, δια τας καθ’ ύψος προσθήκας και εν πάση περιπτώσει ουχί πέραν του τριμήνου, δεδομένου ότι προς ολοκλήρωσιν της διαδικασίας εκδόσεως αδείας είναι απαραίτητος η αυτοψία και η θεώρησις της αδείας. 2α. Η αυτοψία και η θεώρησις της αδείας προς ολοκλήρωσιν της διαδικασίας εκδόσεως αυτής δύναται να γίνη και προ της παρελεύσεως του τριμήνου, αρκεί να πληρούται η ετέρα προϋπόθεσις της διαστρώσεως της, κατά την παρ. 2, πλακός. Πάντως μετά την παρέλευσιν του τριμήνου διακόπτονται αι εργασίαι και αυτεπαγγέλτως γίνεται η αυτοψία και ο έλεγχος της οικοδομής εις οιονδήποτε στάδιον και εάν ευρίσκωνται αι εργασίαι. Οίκοθεν νοείται ότι δεν διακόπτονται αι εργασίαι εφόσον έχει υποβληθεί αίτησις περί αυτοψίας εντός του τριμήνου και η αυτοψία καθυστερεί υπαιτιότητι της υπηρεσίας. Εις την περίπτωσιν ταύτην αι εργασίαι μέχρι της αυτοψίας συνεχίζονται υπό την ευθύνην του ιδιώτου Μηχανικού όσον αφορά την ακρίβειαν του τοπογραφικού και ορθήν τοποθέτησιν της οικοδομής -βάσει της μελέτης-επί του οικοπέδου και την πιστήν εφαρμογήν της εγκεκριμένης μελέτης. 2β. Εάν κατά την αυτοψίαν προς θεώρησιν της ως άνω αδείας διαπιστωθή ασυμφωνία τοπογραφικού και πραγματικής καταστάσεως ή μη σύννομος εκτέλεσις των εργασιών, η άδεια παύει ισχύουσα, ο δε φάκελος διαβιβάζεται οίκοθεν εις το αρμόδιον επί των αυθαιρέτων τμήμα της υπηρεσίας δια τας περαιτέρω κατά νόμον ενεργείας. 3. Αι κατά τα ανωτέρω θεωρούμεναι άδειαι ισχύουν, εφόσον δεν ανακληθούν δι’ οιονδήποτε νόμιμον λόγον, επί διετίαν δια τας μέχρι 3 ορόφων οικοδομάς, επί τριετίαν δε δια τας άνω των 3 ορόφων τοιαύτας. 3α. Κατά το στάδιον της κατασκευής και μόλις αποπερατωθή ο φέρων οργανισμός και ο οργανισμός συμπληρώσεως (καραγιαπί), επιβάλλεται η διενέργεια ελέγχου εκ μέρους της υπηρεσίας κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, άλλως αι συνεχιζόμεναι εργασίαι πέραν του σταδίου αυτού θεωρούνται κατά παράβασιν της αδείας και καθίστανται αυθαίρετοι, νομιμοποιούμεναι μόνον κατόπιν του κατά τα ανωτέρω ελέγχου και θεωρήσεως. 3β. Η ως άνω εν παραγράφω 3α θεώρησις της αδείας δι’ ειδικής σφραγίδος αποτελεί απαραίτητον προϋπόθεσιν δια να γίνη δεκτή αίτησις προς οργανισμόν αποχετεύσεως και εταιρίαν υδάτων προς σύνδεσιν του κτηρίου εις τα δίκτυα των ως άνω οργανισμών. 3γ. … 4. … 5. … 12. …». Περαιτέρω, με την 27067/1978 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων «Περί της διαδικασίας και του τρόπου εκδόσεως οικοδομικών αδειών και του ελέγχου των ανεγειρομένων οικοδομών» (Δ΄ 585) ορίζεται ότι: «Ι. Έκδοσις αδείας οικοδομικών εργασιών: 1. Η άδεια οικοδομικών εργασιών χορηγείται υπό της αρμοδίας Υπηρεσίας κατόπιν εγγράφου αιτήσεως του ενδιαφερομένου, υποβάλλοντος την μελέτην του εκτελεσθησομένου έργου και τα ακόλουθα δικαιολογητικά: α) Τίτλον ακινήτου (οικοπέδου ή γηπέδου) προκειμένου περί δομήσεως: εκτός εγκεκριμένου σχεδίου γενικώς … β) Σχέδιον με το διάγραμμα καλύψεως του οικοπέδου και σχηματικήν τομήν του υπό ανέγερσιν ή επέκτασιν κτηρίου ή του συγκροτήματος κτηρίων … Εις το σχέδιον τούτο θα σημειούται η ακριβής μορφή και διαστάσεις του οικοπέδου και τα σχετικά με την αρτιότητά του στοιχεία, η χρήσις της οικοδομής, οι υπολογισμοί της καλύψεως και του συντελεστού δομήσεως του οικοπέδου, οι πλάγιες και οπίσθιες αποστάσεις της οικοδομής από τα όρια καθώς και το ύψος, ο πραγματοποιούμενος αριθμός ορόφων της οικοδομής, η κατασκευή και χρήσις υπογείων και το πλάτος των προεξοχών. … γ) Τοπογραφικόν διάγραμμα …, εις το οποίον θα σημειούται το ακριβές σχήμα και η θέσις του οικοπέδου εντός του οικοδομικού τετραγώνου. Εις το σχέδιον τούτο θα εμφαίνωνται η υπό ανέγερσιν οικοδομή και τα τυχόν υπάρχοντα κτίσματα και ως και τα κτίσματα των ομόρων ιδιοκτησιών, ώστε να δύναται να ελεγχθή η αρτιότης και το οικοδομήσιμον αυτών ή η ανάγκη τακτοποιήσεώς των, …δ) ... 2. Η στατική και μηχανολογική μελέτη του έργου δύνανται να υποβληθούν είτε με την αρχικήν αίτησιν, είτε μετά τον έλεγχον των ανωτέρω δικαιολογητικών και της αρχιτεκτονικής μελέτης. 3. … 4. Η αρμοδία Τεχνική Υπηρεσία υποχρεούται εντός 30 ημερών από της υποβολής της αιτήσεως να ελέγξη τα υποβληθέντα στοιχεία και να ενημερώση εγγράφως τον ενδιαφερόμενον σχετικώς με την δυνατότητα εκδόσεως της αιτουμένης αδείας ή σχετικώς με την έλλειψιν στοιχείων του φακέλου. 5. Μετά την υποβολήν υπό των ενδιαφερομένων εις την αρμοδίαν τεχνικήν υπηρεσίαν προς συμπλήρωσιν του φακέλου όλων των απαιτουμένων δικαιολογητικών και εφ’ όσον ταύτα είναι πλήρη και ακριβή, η Υπηρεσία υποχρεούται εντός 15 ημερών να προβή εις την έκδοσιν της αδείας ή να ενημερώση εγγράφως τον ενδιαφερόμενον όπως ορίζεται και ανωτέρω. 6. Η αρμόδια τεχνική Υπηρεσία δύναται να επιφέρη μικράς διορθώσεις της μελέτης δι’ ερυθράς μελάνης δια την προσαρμογήν της προς τας ισχουούσας διατάξεις. Η υπηρεσία δύναται να επιστρέψει την υποβληθείσα μελέτην εις τον ενδιαφερόμενον, όταν αύτη παρουσιάζει ασαφείας ή ελλείψεις, μετά τρίμηνον από την έγγραφη ενημέρωση του ενδιαφερομένου και την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής. Μετά πάροδον δε εξαμήνου υποχρεούται να επιστρέψει αυτήν. 7. … 8. Η στατική μελέτη με τον κατά περίπτωσιν αντισεισμικόν υπολογισμόν και τα συνοδεύοντα ταύτην διαγράμματα ξυλοτύπων θα υποβάλλωνται πλήρη εις την τεχνικήν Υπηρεσίαν, της ευθύνης δια την εφαρμοζομένην μέθοδον ως και δια τας πράξεις υπολογισμού ανηκούσης εις τον μελετητήν. 9. …10. … 11. Η άδεια οικοδομής πρέπει να θεωρείται εις το οικείον αστυνομικόν τμήμα της περιοχής 10 τουλάχιστον ημέρας προ της ενάρξεως των οικοδομικών εργασιών. Εάν παρέλθουν 20 ημέραι από της θεωρήσεως άνευ ενάρξεως των εργασιών, απαιτείται νέα θεώρησις της αδείας. ΙΙ. Ισχύς- Αναθεώρησις αδειών 1. Αι εκδιδόμεναι κατά τα ανωτέρω άδειαι ισχύουν επί τρία έτη, εφ’ όσον δεν ανακληθούν δι’ οιονδήποτε λόγον. Μετά την παρέλευσιν της τριετίας είναι δυνατή η αναθεώρησις της αδείας επί δύο ακόμη έτη. … 2. Αναθεώρησις της αδείας εντός του χρονικού διαστήματος ισχύος της τριετίας απαιτείται και επιβάλλεται εις τας κάτωθι περιπτώσεις: α) … β) Εις περίπτωσιν μερικής ή γενικής τροποποιήσεως της αρχιτεκτονικής ή στατικής μελέτης του έργου. … 3. … 4. Ι. … ΙΙ. … ΙΙΙ. Έλεγχος των ανεγειρομένων οικοδομών. 1. Ο ιδιοκτήτης του έργου και ο επιβλέπων μηχανικός οφείλουν να δηλώνουν εγγράφως και 10 ημέρας ενωρίτερον εις την αρμοδίαν τεχνικήν υπηρεσίαν: α) Την έναρξιν των οικοδομικών εργασιών, β) Την αποπεράτωσιν του φέροντος οργανισμού του έργου και πληρώσεως αυτού (καρα-γιαπί) και γ) Την περαίωσιν του έργου …, δ) Τυχόν διακοπή των οικοδομικών εργασιών δια διάστημα υπερβαίνον τας 30 ημέρας. 2. Κατά την έναρξιν των οικοδομικών εργασιών επιβάλλεται η τοποθέτησις πινακίδος εις το εργοτάξιον και εις εμφανή θέσιν, εις την οποίαν θα αναγράφεται ο αριθμός αδείας και η ημερομηνία εκδόσεώς της. Παράλειψις τοποθετήσεως της πινακίδος υποχρεώνει τα αστυνομικά όργανα καθώς και τας τεχνικάς υπηρεσίας όπως διακόψουν αμέσως τας εργασίας και εφαρμόσουν τας εκ του νόμου επιβαλλομένας κυρώσεις. 3. Ο έλεγχος των οικοδομών διενεργείται υπό της Υπηρεσίας εις οιονδήποτε στάδιον της κατασκευής. Εάν διαπιστωθεί ασυμφωνία μεταξύ των εκτελουμένων εργασιών και των σχεδίων της αδείας σε βαθμό αναθεωρήσεως, διακόπτονται αι οικοδομικαί εργασίαι και τίθεται εύλογος προθεσμία εις τον ενδιαφερόμενον δια την αναθεώρησιν της αδείας. … Εάν κατά την διενεργουμένην αυτοψίαν διαπιστωθεί ότι η οικοδομή ανεγείρεται κατά παράβασιν των ισχυουσών πολεοδομικών διατάξεων, διακόπτονται αι οικοδομικαί εργασίαι και εφαρμόζονται αι οικείαι περί αυθαιρέτων διατάξεις. 4. Κατά το στάδιον αποπερατώσεως του φέροντος οργανισμού του κτηρίου και συμπληρώσεως αυτού (καρά-γιαπί), γνωστοποιουμένου εις την Υπηρεσίαν κατά τα ανωτέρω, διενεργείται αυτοψία και εφ’ όσον αι οικοδομικαί εργασίαι είναι σύμφωνοι προς την εγκριθείσαν μελέτην, γίνεται θεώρησις της αδείας της οικοδομής. Η ως άνω θεώρησις αποτελεί απαραίτητον προϋπόθεσιν δια να γίνει δεκτή αίτησις του ενδιαφερομένου προς την ΔΕΗ δια την προεργασίαν παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, πλην της τελικής συνδέσεως με το δίκτυον. Εφ’ όσον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάκοντα (30) ημερών από της υποβολής της αιτήσεως προς διενέργειαν του ανωτέρω ελέγχου δεν πραγματοποιηθή υπό της Υπηρεσίας αυτοψία, η άδεια θεωρείται δι’ ειδικής σφραγίδος και υπογράφεται υπό του αρμοδίου υπαλλήλου (εις την σφραγίδα αναφέρεται ο αριθμός αιτήσεως και η άπρακτος παρέλευσις της ανατρεπτικής ως άνω προθεσμίας) και ούτω παρέχεται η δυνατότης υποβολής αιτήσεως προς την ΔΕΗ δια την παροχήν ηλεκτρικού ρεύματος. 5. Οταν περαιωθεί το έργον, γνωστοποιουμένου τούτου εις την Υπηρεσίαν κατά τα ανωτέρω, διενεργείται αυτοψία και εφ’ όσον αι οικοδομικαί εργασίαι είναι σύμφωναι προς την εγκριθείσαν μελέτην, γίνεται η τελική θεώρησις της αδείας. Η ως άνω θεώρησις αποτελεί απαραίτητον προϋπόθεσιν δια να γίνει δεκτή η αίτησις του ενδιαφερομένου προς την ΔΕΗ δια την τελικήν σύνδεσιν του κτηρίου μετά του δικτύου της ΔΕΗ. Η σύνδεσις του κτηρίου μετά του δικτύου της ΔΕΗ πραγματοποιείται και εις περίπτωσιν κατά την οποίαν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάκοντα (30) ημερών από της υποβολής αιτήσεως δι’ αυτοψίαν και θεώρησιν της αδείας δεν πραγματοποιηθή ο έλεγχος υπό της Υπηρεσίας και εις την περίπτωσιν αυτήν τίθεται επί του στελέχους της αδείας η εν τη προηγουμένη παραγράφω αναφερομένη ειδική σφραγίς. 6. Οι κατά το παρόν κεφάλαιον έλεγχοι γίνονται παρουσία του επιβλέποντος μηχανικού δια της συμπληρώσεως ειδικού εντύπου επί τόπου του εργοταξίου, του οποίου αντίγραφον λαμβάνει ούτος. 7. Ο έλεγχος δύναται να πραγματοποιείται και εις τμήμα της οικοδομής (π.χ. διαμέρισμα, όροφον κ.λπ.) προς τελικήν σύνδεσιν τούτου μετά του δικτύου της ΔΕΗ, εφ’ όσον ή οικοδομή είναι σύμφωνη ως προς το νόμιμον περιτύπωμα. … 8. Εις περίπτωσιν διαφωνίας ελέγχοντος και ελεγχομένου, αύτη λύεται υπό του Προϊσταμένου της αρμοδίας τεχνικής Υπηρεσίας μετά γνώμην των τμηματαρχών της ως άνω υπηρεσίας. 9. Οικοδομαί περατωθείσαι άνευ των κατά τα ανωτέρω γνωστοποιήσεων υπό των ενδιαφερομένων προς την Υπηρεσίαν, εις περίπτωσιν μεταβολής του νομικού καθεστώτος ελέγχονται βάσει των κατά τον χρόνον του ελέγχου ισχυουσών διατάξεων. 10. Δια λοιπάς εργασίας δια τας οποίας απαιτείται άδεια από τας αρμοδίας τεχνικάς υπηρεσίας, αύτη θα χορηγείται κατόπιν υποβολής των σχετικών δικαιολογητικών κατά περίπτωσιν. Η αρμοδία τεχνική υπηρεσία διενεργεί αυτόν εις οιονδήποτε στάδιον της εργασίας. IV. Oργάνωσις και αρμοδιότητες τεχνικών Υπηρεσιών. Οι Προϊστάμενοι των αρμοδίων τεχνικών υπηρεσιών εξουσιοδοτούνται όπως: α) Ρυθμίσουν πάσαν λεπτομέρειαν δια την εφαρμογήν της παρούσης. β) Μεριμνήσουν δια την εξουσιοδότησιν του αναγκαίου αριθμού τεχνικών υπαλλήλων … δια τον έλεγχον των υποβαλλομένων μελετών και υπογραφήν των αδειών … γ) Ελέγχουν είτε αυτοπροσώπως, είτε δι’ αναπληρωτών των την υπό των υπαλλήλων της Υπηρεσίας ακριβή άσκησιν ελέγχου εις τας ανεγειρομένας οικοδομάς. δ) Συστήσουν εις την Υπηρεσίαν αυτών Γραφείον παροχής πληροφοριών προς τους ιδιώτας μηχανικούς και το κοινόν σχετικώς με την εφαρμογήν των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων. ε) Εφαρμόζουν και παν έτερον μέτρον που θα συνέτεινε εις την περαιτέρω απλούστευσιν της διαδικασίας και μόνον τόσον της εκδόσεως αδειών όσον και τον έλεγχον των οικοδομών. V. Μεταβατικαί διατάξεις και έναρξις ισχύος της παρούσης αποφάσεως. 1. Οικοδομικαί άδειαι εκδοθείσαι μέχρι της ημέρας ενάρξεως ισχύος της παρούσης ισχύουν επί τριετίαν, μετρουμένην από της 25.5.76 (ημερομηνίας δημοσιεύσεως της υπ’ αριθ. Ε. 18241/12.5.76 αποφάσεως περί τρόπου εκδόσεως οικοδομικών αδειών) ή από της μεταγενεστέρας ημερομηνίας εκδόσεώς των, εφαρμοζομένων και δια ταύτας των διατάξεων της παρούσης. 2. Από της ισχύος της παρούσης αντικαθίσταται η υπ’ αριθ. Ε. 37608/5.11.1976 απόφασις. 3. Η ισχύς της παρούσης άρχεται από της δημοσιεύσεώς της εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

8. Επειδή, ακολούθως, στο άρθρο 22 του ν. 1577/1985 «Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός» (Α΄ 210), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: «1. Για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. … 2. … 3. Κάθε κατασκευή που εκτελείται α) χωρίς την άδεια της παρ. 1 ή β) καθ’ υπέρβαση της άδειας ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του ν. 1337/1983, όπως ισχύουν. Σε περίπτωση αυθαίρετης κατασκευής, η οποία όμως δεν παραβιάζει τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο του ελέγχου της από την πολεοδομική υπηρεσία, ειδοποιούνται εγγράφως οι υπόχρεοι για την καταβολή του προστίμου … να μεριμνήσουν ώστε να υποβληθούν τα απαραίτητα στοιχεία και δικαιολογητικά σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για να εκδοθεί ή να αναθεωρηθεί τυχόν υφισταμένη οικοδομική άδεια, μέσα σε δύο μήνες από τη λήψη της ειδοποίησης. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, η κατασκευή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 1337/1983 … Αν η άδεια εκδοθεί ή αναθεωρηθεί μέσα στην παραπάνω προθεσμία, επιβάλλονται μόνο τα πρόστιμα που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983 …». Εξ άλλου, στο άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 1337/1983 (Α΄ 33) ορίζεται ότι: «1. Τα αυθαίρετα κτίσματα … κατεδαφίζονται υποχρεωτικά από τους κυρίους ή συγκυρίους τους, έστω και αν έχει αποπερατωθεί η κατασκευή ή αν το κτίσμα κατοικείται ή χρησιμοποιείται με οποιονδήποτε τρόπο. … 2. … 3. … 7. Με π.δ/γμα … καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία διαπιστώσεως και ο χαρακτηρισμός του αυθαιρέτου…». Κατ’ επίκληση της τελευταίας εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε αρχικώς το από 5.7/12.7.1983 π.δ. «Διαδικασία χαρακτηρισμού και κατεδαφίσεως νέων αυθαιρέτων κατασκευών και ρύθμιση συναφών θεμάτων» (Δ΄ 291), στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι: «1. Η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου, όταν δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρ. 3 του παρόντος, γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση. Η έκθεση αφορά το αυθαίρετο και μόνο και όχι τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή του. … 2. Στην έκθεση αναφέρεται η θέση του αυθαιρέτου με οδοιπορικό σκαρίφημα, όπου απαιτείται, συνοπτική περιγραφή με σκαρίφημα και οι διαστάσεις του. Περιλαμβάνει επίσης σημείωση ότι κάθε ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα ημερών από την ημερομηνία τοιχοκόλλησης της έκθεσης να υποβάλει ένσταση στην κατά τόπο αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Αναφέρεται επίσης η ημερομηνία αυτοψίας και η ειδοποίηση ότι αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, το αυθαίρετο θα κατεδαφιστεί. 3. Η πιο πάνω έκθεση, που υπογράφεται από τον υπάλληλο που διενεργεί την αυτοψία, τοιχοκολλείται την ίδια μέρα στο αυθαίρετο. Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται πράξη κάτω από το πρωτότυπο της έκθεσης, σημειώνεται η ημερομηνία της τοιχοκόλλησης και υπογράφεται από τον υπάλληλο που έκανε την αυτοψία και από παριστάμενο τυχόν αστυνομικό όργανο ή δεύτερο υπάλληλο της πολεοδομικής υπηρεσίας. Αντίγραφο της έκθεσης στέλνεται με απόδειξη αμέσως στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα και την αρμόδια αστυνομική αρχή. Η αστυνομική αρχή διακόπτει αμέσως χωρίς άλλη ειδοποίηση τις οικοδομικές εργασίες και παρακολουθεί την τήρηση της διακοπής...». Στο άρθρο 4 παρ. 3 του ίδιου διατάγματος ορίζεται ότι: «Κατά την κατεδάφιση του αυθαιρέτου μπορεί να παρίστανται αστυνομικά όργανα για την πρόληψη και καταστολή τυχόν άδικων πράξεων. Στην περίπτωση που η προσπέλαση στο αυθαίρετο από οποιονδήποτε λόγο εμποδίζεται, δύναται να ζητείται η συνδρομή της Εισαγγελικής Αρχής. Στην περίπτωση που απαιτείται απομάκρυνση των ενοίκων, αυτή γίνεται από τα αστυνομικά όργανα, η δε εκκένωση του αυθαιρέτου γίνεται από το συνεργείο κατεδάφισης...». Ακολούθως, εκδόθηκε το π.δ. 267 της 6/21.8.1998 «Διαδικασία χαρακτηρισμού και κατεδάφισης νέων αυθαίρετων κατασκευών, τρόπος εκτίμησης της αξίας και καθορισμός του ύψους των προστίμων αυτών» (Α΄ 195), με το άρθρο 9 του οποίου καταργήθηκε το προηγούμενο. Στο άρθρο 1 του π.δ. αυτού ορίζεται ότι: «1. Η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου, με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 5 του παρόντος, γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση. Η έκθεση αυτή αφορά το αυθαίρετο και μόνο και όχι τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή του. … 2. Στην έκθεση αναφέρεται η θέση του αυθαιρέτου με οδοιπορικό σκαρίφημα, όπου απαιτείται, συνοπτική περιγραφή με σκαρίφημα, οι διαστάσεις του καθώς και οι πολεοδομικές διατάξεις που παραβιάσθηκαν. Η ίδια έκθεση περιλαμβάνει υπολογισμό της αξίας του αυθαιρέτου και επιβολή των προστίμων της παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 1337/83, όπως ισχύει. Περιλαμβάνεται επίσης σημείωση ότι κάθε ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία τοιχοκόλλησης της έκθεσης, να υποβάλλει ένσταση η αίτηση και δήλωση ότι αποδέχεται ανεπιφύλακτα την έκθεση και τις τυχόν διορθώσεις που θα επιφέρει η υπηρεσία στον υπολογισμό του ύψους των προστίμων κατά τις διατάξεις της παρ. 6α του άρθρου 23 του ν. 2300/90 στην κατά τόπο αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Αναφέρεται επίσης η ημερομηνία αυτοψίας και η ειδοποίηση ότι αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, το αυθαίρετο θα κατεδαφισθεί, τα δε επιβληθέντα πρόστιμα θα καταστούν οριστικά και θα βεβαιωθούν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος των υποχρέων, κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 4 του ν. 1337/83, όπως ισχύει. 3. Η πιο πάνω έκθεση, που υπογράφεται από τον υπάλληλο που διενεργεί την αυτοψία, τοιχοκολλείται την ίδια μέρα στο αυθαίρετο. Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται πράξη κάτω από το πρωτότυπο της έκθεσης, σημειώνεται η ημερομηνία και υπογράφεται από τον υπάλληλο που έκανε την αυτοψία και από παριστάμενο τυχόν αστυνομικό όργανο ή δεύτερο υπάλληλο της πολεοδομικής υπηρεσίας. Αντίγραφο της έκθεσης αποστέλλεται με αποδεικτικό αμέσως στον οικείο δήμο ή κοινότητα και την αρμόδια Αστυνομική Αρχή. Η Αστυνομική Αρχή διακόπτει αμέσως χωρίς άλλη ειδοποίηση τις οικοδομικές εργασίες και παρακολουθεί την τήρηση της διακοπής. …».
9. Επειδή, στο άρθρο 1 του π.δ. της 13.4/22.4.1929 και ήδη άρθρο 422 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Δ΄ 580/1999) ορίζεται ότι: «1. Διακρίνονται τέσσερις περιπτώσεις επικίνδυνων οικοδομών: Επικίνδυνες από άποψη στατικής και δομικής, από άποψη υγιεινής, από άποψη ασφάλειας κατά του πυρός και από άποψη κυκλοφορίας του κοινού στο εσωτερικό χώρων συνάθροισης. 2. Οικοδομή και εν γένει κατασκευή θεωρείται επικίνδυνη από άποψη στατική και δομική (κοινώς ετοιμόρροπη), όταν λόγω ανεπαρκούς ή κακής θεμελίωσης, κακής ποιότητας ή σύνθεσης των υλικών από τα οποία αποτελείται, κακότεχνης εργασίας δόμησης, υποσκαφής ή διάβρωσης από ύδατα ή άλλα υγρά, ακατάλληλης διάταξης ή σύνδεσης ή ανεπαρκών διαστάσεων των στοιχείων της, δεν παρουσιάζει εν όλω ή εν μέρει την απαιτούμενη για τα φορτία που θα βαστάζει και γενικά για τον προορισμό της ασφάλεια. Για όποιες περιπτώσεις δεν έχει εκδοθεί ειδικός κανονισμός ασφάλειας (δηλαδή όρια ασφάλειας υλικών, τηρητέοι κανόνες υπολογισμού, όροι ποιότητας, επεξεργασίας και εφαρμογής υλικών, κανόνες δόμησης και δοκιμές υλικών και κατασκευών), λαμβάνονται υπόψη τα γενικώς στην επιστήμη ισχύοντα σε σχέση προς την ειδική φύση και επεξεργασία των υλικών και τον τρόπο δόμησης της υπό έλεγχο κατασκευής. Όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις του κινδύνου που εκδηλώνονται με σημαντικές καθιζήσεις, παρεκκλίσεις, αποσύνθεση μαζών τοιχοποιίας, ρωγμές δηλωτικές στατικής ανεπάρκειας σε σημείο επικίνδυνο, ο κίνδυνος θεωρείται ως άμεσος και η κατασκευή χαρακτηρίζεται κοινώς ως επικινδύνως ετοιμόρροπη. Το ίδιο ισχύει και όταν δεν υπάρχουν οι παραπάνω εξωτερικές ενδείξεις, αλλά από τον υπολογισμό ή τον τρόπο δόμησης (για τα υπό εκτέλεση έργα) ή την επενέργεια ορισμένων γνωστών αιτίων προκύπτει αναμφισβήτητα η ύπαρξη του κινδύνου". Στο άρθρο 4 του ίδιου π.δ. (ήδη άρθρο 425 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας) ορίζεται ότι: 1. Η αρμόδια για τον έλεγχο του κινδύνου πολεοδομική υπηρεσία, ύστερα από καταγγελία ή αίτηση ή ειδοποίηση της αστυνομίας ή και αυτεπάγγελτα, προβαίνει σε αυτοψία για την εξακρίβωση του κινδύνου και συντάσσει σχετική έκθεση (πρωτόκολλο)... 2. Η παραπάνω έκθεση πρέπει να περιγράφει σαφώς το ακίνητο που εξετάστηκε και να καθορίζει το είδος και την έκταση του κινδύνου, καθώς επίσης και λεπτομερώς τα εφαρμοστέα για την άρση του μέτρα, το αναγκαίο ή όχι της εν όλω ή εν μέρει εκκένωσης των διαμερισμάτων για την πραγματοποίηση των μέτρων αυτών και την προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει αυτά να αρθούν (ανάλογα με τον κίνδυνο). Αν με την αυτοψία διαπιστωθεί ότι πρόκειται για κίνδυνο που ανάγεται στην ασφάλεια κατά του πυρός ή στην κυκλοφορία χώρων συνάθροισης του κοινού και τα μέτρα που πρέπει να επιβληθούν δεν προβλέπονται από ειδικό κανονισμό, τότε η έκθεση παραπέμπει την εξέταση του ζητήματος στην επιτροπή της παραγράφου 1 του άρθρου 429. Η έκθεση, εκτός των άλλων, πρέπει να μνημονεύει αν η κατεδάφιση επιβάλλεται επειδή αποκλείονται οι επισκευές (βλέπε επόμενη παράγραφο 3), καθώς επίσης να ορίζει σαφώς και λεπτομερώς τις συνέπειες των υποδεικνυόμενων από αυτή μέτρων (παράγραφος 4 του παρόντος άρθρου). 3. Για την αποτροπή του κινδύνου πρέπει να υποδεικνύονται κατά προτίμηση τα ηπιότερα μέτρα, όπως επισκευές, ενισχύσεις, μεταρρυθμίσεις, προσθήκες κλπ. και σε έσχατη περίπτωση οριστικές κατεδαφίσεις. Πάντως, οι υποδεικνυόμενες εργασίες πρέπει να επιτρέπονται από τις κείμενες διατάξεις (π.χ. περίπτωση μη επισκευής αλλά κατεδάφισης επισκευάσιμου μεν αλλά ρυμοτομούμενου επικίνδυνου τμήματος κτηρίου). Σε περίπτωση κατεδάφισης μεσότοιχου για ανοικοδόμηση ασφαλέστερου και για τις συνέπειες της κατεδάφισης αυτής πρέπει να επιβάλλεται μόνιμος τρόπος αποσόβησης του κινδύνου και όχι πρόχειρα μέτρα. Ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να εφαρμόζει ταχέως και εμπροθέσμως τα υποδεικνυόμενα στην έκθεση αυτοψίας μέτρα, δικαιούμενος να πραγματοποιεί και ριζικότερα … 4. Αν δεν πραγματοποιήσει ο ιδιοκτήτης εμπρόθεσμα την εφαρμογή των υποδεικνυόμενων από την έκθεση μέτρων, τότε η πολεοδομική υπηρεσία προβαίνει στην άρση του κινδύνου, με την αναγκαστική εκκένωση και αχρησία των επικίνδυνων διαμερισμάτων μέχρι την οριστική άρση του κινδύνου από τον ιδιοκτήτη, εφόσον πρόκειται για κίνδυνο από τους προβλεπόμενους από τις παραγράφους 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 422, και η αχρησία κρίνεται ως επαρκές μέτρο για την αποσόβηση του κινδύνου για κίνδυνο προβλεπόμενο από την παράγραφο 2 του άρθρου 422 ή και των υπόλοιπων παραγράφων του ίδιου άρθρου. Αν η κατά τα παραπάνω αχρησία δεν κρίνεται επαρκής για την αποσόβηση του κινδύνου, η πολεοδομική υπηρεσία προβαίνει στην κατεδάφιση των επικίνδυνων μερών της κατασκευής. Αν το επικίνδυνο της κατασκευής οφείλεται σε παράβαση ρητών διατάξεων των οικοδομικών κανονισμών, των οποίων η τήρηση είναι υποχρεωτική, τότε η παραπάνω αχρησία δεν είναι επαρκής και επιβάλλεται η κατεδάφιση του επικίνδυνου μέρους και η προσαρμογή προς τους κανονισμούς αυτούς. Για την παραπάνω αποσόβηση του κινδύνου από την αρμόδια υπηρεσία δεν απαιτείται ειδική διατύπωση, δικαιούται δε αυτή να αχρηστεύει ή και κατεδαφίζει και μη επικίνδυνα τμήματα της κατασκευής, εφόσον αυτό απαιτείται κατά την κρίση της για την αποσόβηση και άρση του κινδύνου από τα επικίνδυνα διαμερίσματα ή αποτελεί συνέπεια της κατεδάφισής τους. Η αρμόδια υπηρεσία δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση για την υποστύλωση, ενίσχυση και επισκευή της κατασκευής. Εφόσον πρόκειται για οικοδομή που κατασκευάζεται ή επισκευάζεται, η σύνταξη της παραπάνω έκθεσης συνεπάγεται εν γένει την αναστολή των εργασιών μέχρι την οριστική άρση του κινδύνου». Τέλος, στο άρθρο 17 του Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής (Απόφαση 229/1995, Β΄ 400) ορίζεται ότι: «1. Η Δ/νση Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος έχει ως αποστολή τη μέριμνα για τη μελέτη και ανάπτυξη της χωροταξικής κατανομής των δραστηριοτήτων, που αναπτύσσονται στα πλαίσια της Ν.Α. και τη λήψη μέτρων για τη προστασία και αναβάθμιση των περιβαλλοντικών συνθηκών στο Νομό, καθώς και στην οικιστική ανάπτυξη και πολεοδομική ανασυγκρότηση της περιοχής. 2. Η Δ/νση αυτή ασκεί και τις συναφείς αρμοδιότητες που μεταβιβάζονται στη Ν.Α. από τις Κεντρικές Υπηρεσίες. 3. Τη Δ/νση Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος, συγκροτούν τα πιο κάτω τμήματα: Τμήμα Χωροταξίας. Τμήμα Πολεοδομικών Σχεδίων και Κανονισμών. Τμήμα Χορήγησης Αδειών. Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών. Τμήμα Προστασίας Περιβάλλοντος. 4. Στη Δ/νση Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος λειτουργούν και το Γραφείο ΕΠΑ και Πράξεων Εφαρμογής, υπαγόμενο στο Τμήμα Πολεοδομίας. 5. Οι αρμοδιότητες της Δ/νσεως Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος, κατανέμονται ως εξής: … Γ. ΤΜΗΜΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΑΔΕΙΩΝ, στο οποίο ανήκουν οι πιο κάτω αρμοδιότητες: 1. Η έκδοση οικοδομικών αδειών ανεγέρσεως κτηρίων, σε εφαρμογή του εκάστοτε ισχύοντος Οικοδομικού Κανονισμού. 2. Η παροχή Οδηγιών και έλεγχος εφαρμογής του ισχύοντος Οικοδομικού Κανονισμού, στα πλαίσια των γεωλογικών χαρτογραφικών υπόβαθρων, εδαφοτεχνικών χαρτών και κανονισμών σεισμικής ή γεωλογικής επικινδυνότητας, σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς του Δημοσίου ή Ιδιωτικού τομέα και 3. Κάθε άλλο συναφές θέμα, σχετικό με την εφαρμογή της πολεοδομικής Νομοθεσίας, το οποίο δεν ανατίθεται ρητώς σε άλλο τμήμα ή Διεύθυνση. Δ. ΤΜΗΜΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ, στο οποίο ανήκουν οι πιο κάτω αρμοδιότητες: 1. Ο έλεγχος εφαρμογής των προτύπων, προδιαγραφών και κανονισμών ειδικών οικοδομικών εργασιών, όπως υγρομόνωση, θερμομόνωση, πυροπροστασία κ.λπ. 2. Ο έλεγχος ειδικών εργασιών κατασκευής κτηριακών έργων. 3. … 6. Κάθε άλλο συναφές θέμα που δεν ανατίθεται ρητώς σε άλλο όργανο ή Υπηρεσία. Ε. …».

10. Επειδή, στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 7 του π.δ. της 8/13.7.1993 «Τρόπος έκδοσης οικοδομικών αδειών και έλεγχος των ανεγειρομένων οικοδομών» (Δ΄ 795), οι οποίες κωδικοποιήθηκαν με το άρθρο 335 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, ορίζεται ότι: «1. Για την έναρξη των οικοδομικών εργασιών επιβάλλεται η θεώρηση της άδειας από το οικείο αστυνομικό τμήμα. 2. Με την έναρξη των οικοδομικών εργασιών τοποθετείται σε εμφανές σημείο του εργοταξίου πινακίδα διαστάσεων τουλάχιστον 30 εκ. Χ 40 εκ. με τον αριθμό και τη χρονολογία έκδοσης της οικοδομικής άδειας, σύμφωνα με την οποία εκτελούνται οι οικοδομικές εργασίες στο οικόπεδο. Επιβάλλεται επίσης να βρίσκεται στο εργοτάξιο φωτοαντίγραφο της άδειας της οικοδομής, που φέρει την υπογραφή και σφραγίδα του μηχανικού, όταν εκτελούνται οι οικοδομικές εργασίες. Αν έστω και ένα από τα παραπάνω στοιχεία παραλειφθεί, διακόπτονται αμέσως οι οικοδομικές εργασίες από την υπηρεσία που διαπιστώνει την παράβαση (αστυνομία, πολεοδομική υπηρεσία), η οποία τις επιτρέπει μετά τη συμπλήρωσή τους. Αν η παράβαση διαπιστώνεται από την αστυνομία, εκτός από την επιβολή της διακοπής των οικοδομικών εργασιών, ειδοποιείται αμέσως η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία».

11. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη προς αποζημίωση του Δημοσίου ή των ν.π.δ.δ. λόγω πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων τους κατά την άσκηση της ανατιθέμενης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή η παράλειψη να είναι παράνομη, δηλαδή πρέπει με αυτή να παραβιάζεται κανόνας δικαίου, με τον οποίο να προστατεύεται πέραν του γενικού συμφέροντος και ορισμένο ατομικό δικαίωμα. Εξ άλλου, η ευθύνη του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. στοιχειοθετείται και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες ή από παράνομες παραλείψεις υλικών ενεργειών των οργάνων τους, εφόσον αυτές συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Επίσης, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. και στην περίπτωση που με την πράξη ή παράλειψη παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης. Περαιτέρω, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημιώσεως σε βάρος του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξεως ή παραλείψεως ή υλικής ενέργειας ή παραλείψεως υλικής ενέργειας του οργάνου τους και της επελθούσας ζημίας. Υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη), κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία. Εξ άλλου, η κρίση περί του αν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι η πράξη ή η παράλειψη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια του αιτιώδους συνδέσμου. Ενώ, αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Σ.τ.Ε. 925/2012, 1800/2013, 2506-2508/2013, 1396-1397/2014 7μ).

12. Επειδή, ειδικότερα, από τις διατάξεις της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων, περί εκτελέσεως οικοδομικών έργων από οπλισμένο σκυρόδεμα, περί αντισεισμικού κανονισμού, περί του τρόπου και της διαδικασίας εκδόσεως οικοδομικών αδειών, περί αυθαιρέτων και περί επικινδύνων κατασκευών που παρατίθενται στις σκέψεις 6, 7, 8, 9 και 10, προκύπτει ότι με αυτές, πέραν της προστασίας του γενικού συμφέροντος, προστατεύονται και ατομικά δικαιώματα και ιδίως το δικαίωμα σε ανέγερση οικοδομής που πληροί τις προϋποθέσεις ασφαλούς διαβιώσεως έναντι κινδύνων από φυσικά ή γεωλογικά φαινόμενα. Εξ αιτίας δε του προστατευτικού σκοπού των διατάξεων αυτών, η τήρηση των κανόνων που τίθενται με αυτές δεν εναπόκειται μόνο στη βούληση και την τεχνική επάρκεια των ιδιωτών μελετητών, αλλά εντάσσεται στη σφαίρα ευθύνης και των αρμόδιων πολεοδομικών υπηρεσιών, που στελεχώνονται από προσωπικό που διαθέτει τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις για να ελέγξει την επακριβή τήρησή τους. Εξ άλλου, με τις τρεις υπουργικές αποφάσεις που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο ανεγέρσεως του καταρρεύσαντος εργοστασίου προβλέπεται ότι η οικοδομική άδεια εκδίδεται κατόπιν υποβολής συγκεκριμένων δικαιολογητικών και στοιχείων, στα οποία περιλαμβάνεται και η πλήρης κατά περιεχόμενο στατική μελέτη, ορίζεται δε ότι η ευθύνη για την εφαρμοζόμενη μέθοδο και την ορθότητα των σχετικών πράξεων υπολογισμού ανήκει στον ιδιώτη μελετητή. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ο διενεργούμενος από τις πολεοδομικές υπηρεσίες έλεγχος στις υποβαλλόμενες από τους ιδιώτες στατικές μελέτες, στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης οικοδομικής άδειας, περιορίζεται στη διαπίστωση της πληρότητας του περιεχομένου αυτών και όχι στην ακρίβεια των υπολογισμών ή στην επιλογή της μεθόδου, ζητήματα για τα οποία αποκλειστικώς υπεύθυνος είναι ο μελετητής. Στην περίπτωση δε κατά την οποία οι πολεοδομικές υπηρεσίες διαπιστώνουν ότι μία στατική μελέτη δεν είναι πλήρης, διότι δεν περιέχει όλους τους υπολογισμούς ή δεν πραγματεύεται όλα τα ζητήματα στατικής επάρκειας του κτηρίου, σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς, οφείλουν να αρνηθούν την έκδοση της οικοδομικής άδειας. Περαιτέρω, οι ίδιες διατάξεις, οι οποίες επιτρέπουν την έκδοση οικοδομικών αδειών μόνο κατόπιν ελέγχου της πληρότητας, χωρίς να απαιτείται και έλεγχος της ορθότητας των μελετών, δεν έχουν την έννοια ότι αφαιρούν από τις κατάλληλα στελεχωμένες πολεοδομικές υπηρεσίες την αρμοδιότητα να ελέγξουν και την ορθότητα αυτών, αν από άλλους ελέγχους, στο στάδιο της κατασκευής (αυτοψίες), υπάρξουν ενδείξεις στατικής ανεπάρκειας, δεδομένου ότι οι ίδιες υπηρεσίες είναι αρμόδιες, σε κάθε περίπτωση, να ελέγχουν την επικινδυνότητα από στατική άποψη των ανεγειρομένων ή των ανεγερθεισών σε οιονδήποτε χρόνο οικοδομών. Από τις ίδιες υπουργικές αποφάσεις προβλέπεται η διενέργεια αυτοψιών από τις πολεοδομικές υπηρεσίες σε διάφορα στάδια της κατασκευής και ειδικότερα στο στάδιο της ολοκλήρωσης του φέροντος οργανισμού και στο στάδιο αποπερατώσεώς της και πριν τη σύνδεσή της με τα δίκτυα αποχετεύσεως και υδρεύσεως, χωρίς να αποκλείεται η διενέργεια επιτόπιου ελέγχου της οικοδομής σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της κατασκευής. Αντικείμενο του ελέγχου, κατά τις διατάξεις των αποφάσεων αυτών, αποτελεί οποιαδήποτε ασυμφωνία μεταξύ των εκτελούμενων εργασιών και των εγκριθεισών μελετών, δηλαδή οποιαδήποτε παραβίαση των κανονισμών που εφαρμόστηκαν στην εγκριθείσα μελέτη. Επομένως, οι πολεοδομικές υπηρεσίες υποχρεούνται τουλάχιστον μια φορά, κατά το στάδιο της κατασκευής και αποπερατώσεως της οικοδομής, να διενεργούν αυτοψία και να επισημαίνουν οποιεσδήποτε παραλείψεις και σφάλματα τα οποία είναι εφικτό κατά τη διενέργεια του ελέγχου να διαπιστωθούν, και να διατάξουν τη λήψη των κατάλληλων μέτρων προς επανόρθωσή τους. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται εντονότερη αν κατά το στάδιο του ελέγχου της στατικής μελέτης που υποβάλλεται σε αυτές, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες υπουργικές αποφάσεις, διαπιστωθεί ότι αυτή δεν είναι πλήρης. Εξ άλλου, οι ρυθμίσεις των ως άνω κανονιστικών αποφάσεων, με τις οποίες επιτρέπεται η συνέχιση των εργασιών ή η σύνδεση με τα δίκτυα υδρεύσεως και αποχετεύσεως, ακόμα και στην περίπτωση που η πολεοδομική υπηρεσία δεν έχει διενεργήσει τις προβλεπόμενες αυτοψίες, δεν έχουν την έννοια ότι οι αυτοψίες αυτές είναι προαιρετικές ούτε ότι η πολεοδομική υπηρεσία δεν φέρει ευθύνη σε περίπτωση που παραλείψει να τις διενεργήσει και κατ’ επέκταση να επισημάνει σφάλματα κατά την κατασκευή, αλλά έχουν τεθεί προκειμένου να μην υφίσταται ο ιδιώτης που οικοδομεί τις αρνητικές συνέπειες από την ανεπάρκεια προσωπικού ή την ελλιπή οργάνωση της πολεοδομικής υπηρεσίας. Την υποχρέωση αυτή έχει η πολεοδομική υπηρεσία και κάθε φορά που διενεργεί αυτοψία σε οικοδομή είτε για να διαπιστώσει την ύπαρξη αυθαίρετων κατασκευών και προσθηκών μετά την ολοκλήρωση της οικοδομής, κατά το άρθρο 7 παρ. 3 του π.δ. της 8.7/13.7.1983 είτε για να διαπιστώσει το επικίνδυνο της οικοδομής κατά το άρθρο 1 του π.δ. της 13.4/22.4.1929, εφόσον πρόκειται για εμφανείς παραλείψεις και κακοτεχνίες, αφού στελεχώνεται από άτομα καταρτισμένα και κατέχοντα ειδικές γνώσεις στον τομέα των δομικών κατασκευών, τα οποία μπορούν να διαπιστώσουν τη στατική επάρκεια του κτηρίου. Ενόψει των ανωτέρω, τυχόν παραλείψεις των αρμόδιων πολεοδομικών υπηρεσιών κατά τη διενέργεια ελέγχων στο στάδιο της ανεγέρσεως ή μετά την αποπεράτωση οικοδομής, που αφορούν τη στατική επάρκεια του οικοδομήματος, συνιστούν, κατ’ αρχήν, πρόσφορη αιτία για την πρόκληση του ζημιογόνου αποτελέσματος της καταρρεύσεως από σεισμική δόνηση του μη ελεγχθέντος επαρκώς από στατική άποψη κτηρίου (ΣτΕ 3559, 2780/2010, 2872/2011, 925/2012, 1800/2013, 2507-2508/2014, 1396-1397/2014 7μ.).

13. Eπειδή, όπως δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση, στις 7.9.1999 και ώρα 14:57, ύστερα από σεισμό μεγέθους 5,9 βαθμών της κλίμακας Richter με επίκεντρο 18 χιλιόμετρα από την Αθήνα, στην περιοχή νοτιοδυτικά της Πάρνηθας, κατέρρευσε το εργοστάσιο «....», το οποίο βρισκόταν στο Δήμο ... , οδός ... , προκαλώντας το θάνατο σε 39 ανθρώπους μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και o ... . Με τις 6109, 6157 και 6720/1999 αποφάσεις του ΥΠΕΧΩΔΕ συστήθηκε επιτροπή για τον έλεγχο εφαρμογής της νομοθεσίας και τη διερεύνηση των αιτίων κατάρρευσης των κτηρίων κατά το σεισμό της 7.9.1999. Η επιτροπή συνέταξε το Μάρτιο του έτους 2001 έκθεση πορίσματος, με την οποία διαπιστώθηκαν τα εξής: Για την κατασκευή του εργοστασίου «.....» είχαν εκδοθεί τρεις οικοδομικές άδειες: 1) η ....../....... οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας του Διαμερίσματος Ανατολικής Αττικής της Νομαρχίας Αττικής, για την ανέγερση του ισογείου με τα δύο υπόγεια, ολικής επιφάνειας 2.537,64 τ.μ. και καλυπτόμενης επιφάνειας 845,88 τ.μ., 2) η ...../.... άδεια της ίδιας αρχής, για την προσθήκη καθ’ ύψος Α΄ ορόφου (πλήρους) και Β΄ ορόφου (σε εσοχή) και 3) η ...../.... άδεια της εν λόγω αρχής, για την επέκταση κατά 247 τ.μ. του δεύτερου υπογείου, στο σημείο του κτηρίου που είχε πρόσοψη στον Κηφισό ποταμό. Για την έκδοση των αδειών αυτών δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις οι προβλεπόμενες από τις ισχύουσες κατά το χρόνο εκδόσεώς τους πολεοδομικές διατάξεις, καθόσον: α) το εμβαδόν του οικοπέδου παρουσιάστηκε ως τριπλάσιο από το εμβαδό των τίτλων ιδιοκτησίας, σε βάρος του παρακείμενου ρέματος, β) η απόσταση του κτηρίου από την οδό ..... εμφανίστηκε 14 περίπου μέτρα στην πρώτη άδεια και 24 μέτρα στη δεύτερη, ενώ επιτόπου μετρήσεις παρουσιάζουν απόσταση 19 μέτρων, γ) οι ξυλότυποι του υπάρχοντος κτηρίου (ισογείου και δύο υπογείων), που συνόδευαν την αίτηση για τη δεύτερη άδεια, δεν συμφωνούσαν με εκείνους που κατατέθηκαν για να ληφθεί η αρχική άδεια, δ) στη στατική μελέτη του κτηρίου για τα φορτία (μόνιμα και ωφέλιμα), τα τελευταία ήταν αρκετά μειωμένα σε σχέση με αυτά που πραγματικά θα δρούσαν ε) η στατική μελέτη του συνόλου του κτηρίου και των επιμέρους στοιχείων του ήταν απλοποιητική, χωρίς λεπτομερή και ουσιαστικό σχεδιασμό, αναλόγως των φορέων και των φορτίων και χωρίς αναφορές ή λεπτομέρειες για την όπλιση κρίσιμων στοιχείων, όπως τα υποστυλώματα, στ) οι αντισεισμικές μελέτες ήταν ελλιπείς και πλημμελείς, καθόσον περιορίζονταν μόνο σε ειδικό αντισεισμικό υπολογισμό για τα περιμετρικά στοιχεία – υποστυλώματα (κατά τον αντισεισμικό κανονισμό που ίσχυε τότε) και δεν περιλάμβαναν κανονικό γενικό αντισεισμικό υπολογισμό του συνόλου του κτηρίου και των υποστυλωμάτων ούτε ειδικό αντισεισμικό υπολογισμό των γωνιακών υποστυλωμάτων και των περιμετρικών δοκών, παρότι η επικινδυνότητα ήταν ιδιαίτερα αυξημένη λόγω του αναγλύφου της περιοχής, δηλαδή του έντονου πρανούς προς το ρέμα, με υψομετρική διαφορά τριάντα μέτρων. Το σύνολο του κυρίως κτηρίου κατασκευάστηκε σε μία φάση, μετά την έκδοση της πρώτης και δεύτερης άδειας, κατά τη χρονική περίοδο 1976-1980, ενώ οι εγκαταστάσεις προς τον Κηφισό ποταμό, με βάση την τρίτη άδεια, κατασκευάστηκαν σε δεύτερη φάση, κατά τη δεκαετία του 1980 ή αργότερα. Σε δεύτερη φάση, μετά την ολοκλήρωση του σκελετού, κατασκευάστηκαν και τα στοιχεία των όψεων, καθώς και τα τοιχία των υπογείων, από ανεπίχριστο έγχυτο οπλισμένο σκυρόδεμα. Η πραγματική κατασκευή του σκελετού του κτηρίου, η οποία προέκυψε από τους ελέγχους και τις μετρήσεις, και για την οποία δεν βρέθηκε μελέτη ή σχέδια ξυλοτύπων - οπλίσεως, παρουσίαζε πολλές παραβάσεις των διατάξεων του Κανονισμού Φορτίσεως Δομικών Έργων (β.δ. της 10/31.12.1945), του Κανονισμού Οικοδομικών Έργων εξ Ωπλισμένου Σκυροδέματος (β.δ. της 18.2/26.7.1954) και του Αντισεισμικού Κανονισμού Οικοδομικών Έργων (β.δ. της 19/26.2.1959) και ήταν τελείως διαφορετική από τις μελέτες-οικοδομικές άδειες. Συγκεκριμένα: α) κατά τις άδειες και μελέτες ο σκελετός του κτηρίου έπρεπε να είχε τέσσερις στοίχους υποστυλωμάτων σε διάταξη οκτώ σειρών, δηλαδή συνολικώς τριάντα δύο υποστυλώματα. Αντιθέτως, βρέθηκαν τέσσερις στοίχοι υποστυλωμάτων σε διάταξη έξι σειρών, δηλαδή συνολικώς είκοσι τέσσερα υποστυλώματα, β) κατά τις άδειες και μελέτες οι πλάκες του κτηρίου ήταν δοκιδωτές μιας κατεύθυνσης-κατά πλάτος, πάχους 25 ή 30 εκατοστών, με ικανές δοκούς κατά μήκος, διατομής 35/65 εκατοστών ή 30/50 εκατοστών. Περαιτέρω, οι πλάκες που βρέθηκαν ήταν μυκητοειδείς (συμπαγείς), πάχους 25 έως 35 εκατοστών, χωρίς δοκούς προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, είτε στην περίμετρο είτε στο εσωτερικό του κτηρίου, δηλαδή εδράζονταν κατευθείαν στα υποστυλώματα και μάλιστα χωρίς καμιά διαπλάτυνση στις κεφαλές τους, η οποία είναι απαραίτητη στην περίπτωση μυκητοειδών πλακών (άρθρο 59 παρ. 1 και 2 β.δ. της 18.2/26.7.1954). Και τούτο, παρά το ότι η κατασκευή με μυκητοειδείς πλάκες αποτελούσε δομικό σύστημα ιδιαιτέρως επικίνδυνο και έναντι σεισμού, το οποίο ουσιαστικά απαγορευόταν από τους ισχύοντες κανονισμούς ή, αν επιτρεπόταν, προϋπέθετε πλήθος ειδικών ελέγχων, μεταξύ των οποίων και έλεγχο διάτρησης των πλακών? γ) κατά τις άδειες και μελέτες το κτήριο είχε δύο πλήρη υπόγεια με πλήρη περιμετρικά τοιχία, πάχους 25 εκατοστών ενώ τα υπόγεια βρέθηκαν ανοιχτά (χωρίς τοιχία) κατά 50% περίπου του μήκους της περιμέτρου τους, και συγκεκριμένα σε ολόκληρη τη ΝΑ και μερικώς στη ΝΔ πλευρά του κτηρίου προς το ρέμα ώστε το κτήριο στις όψεις των πλευρών αυτών παρουσίαζε πρακτικώς έξι ορόφους, δηλαδή, δεν ήταν υπόγεια στην πραγματικότητα ούτε από πολεοδομική ούτε από δομητική (και αντισεισμική) άποψη. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι, και όπου υπήρχαν τοιχία, αυτά ήταν ασύνδετα με το σκελετό και χωρίς καμία θεμελίωση. Δηλαδή εδράζονταν χωρίς κανενός είδους πέδιλο κατ’ ευθείαν πάνω στο δάπεδο του δεύτερου υπογείου. Επίσης, ενώ ο Β΄ όροφος προβλεπόταν, σύμφωνα με τις άδειες, σε εσοχή κατά περίπου 3.5-4,0 μέτρα, αυτός κάλυπτε το 100% του εμβαδού της κάτοψης του κτηρίου. Τέλος, κατασκευάστηκε, χωρίς να προβλέπεται από τις άδειες, ημιώροφος-πατάρι, στο ισόγειο με κάλυψη του 50% περίπου του εμβαδού της κάτοψης, δ) κατά τις άδειες και μελέτες το κτήριο δεν διέθετε τοιχώματα ακαμψίας και αντοχής, κυρίως έναντι σεισμού. Αντιθέτως, βρέθηκαν αρκετά τοιχώματα με ελλιπή και πλημμελή όμως όπλιση και σύνδεση με τις πλάκες, γύρω και από τους δύο ανελκυστήρες (τον μικρότερο για το προσωπικό και τον μεγάλο για τα φορτία) και από το κύριο κλιμακοστάσιο. Επίσης, πιθανολογείται και η ύπαρξη μη προβλεπόμενου από τις άδειες φυτευτού τοιχώματος πάνω από το στέγαστρο και την είσοδο του κτηρίου, στη Β γωνία του. Ολα αυτά τα τοιχώματα ήταν κακώς και έκκεντρα διατεταγμένα στην κάτοψη του κτηρίου, με προβληματική συμπεριφορά και επιβαρυντικά έναντι σεισμού, ε) κατά την αρχιτεκτονική μελέτη, που όμως δεν είχε ληφθεί υπόψη στη στατική μελέτη, η περίμετρος και οι όψεις του κτηρίου διαμορφώνονταν με βαριά στοιχεία από έγχυτο ελαφρά οπλισμένο σκυρόδεμα. Στην πραγματικότητα, όλα τα στοιχεία των όψεων του κτηρίου, καθώς και τα όποια τοιχία των δύο υπογείων (που είχαν κατασκευαστεί σε δεύτερη φάση μετά το σκελετό) δεν βρίσκονταν σε ουσιαστική σύνδεση με το σκελετό, δημιουργώντας προβλήματα συμπεριφοράς υπό σεισμό και στ) κατά τις άδειες και μελέτες στους δύο επάνω ορόφους του κτηρίου (προσθήκη) προβλεπόταν ωφέλιμο φορτίο της τάξεως των 350 kg/m2 και αντίστοιχες πλάκες-δοκοί. Αντιθέτως, υπάρχουν ενδείξεις ότι και σε αυτές τις στάθμες λειτουργούσαν μηχανήματα (ή υπήρχαν και αποθήκες) και ως εκ τούτου θα έπρεπε να έχει ληφθεί υπόψη φορτίο της τάξεως των 500 kg/m2 (όπως είχε γίνει για τα υπόγεια) ή και βαρύτερο ή και προσαυξημένο λόγω κραδασμών/δονήσεων. Αργότερα, μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής του κυρίως κτηρίου του εργοστασίου, πραγματοποιήθηκαν και οι παρακάτω αυθαίρετες (χωρίς έκδοση σχετικής οικοδομικής άδειας) εργασίες: α) κατά το έτος 1992 πιθανολογείται (με αρκετή βεβαιότητα) ότι ο ημιώροφος – πατάρι επεκτάθηκε σε πλήρη όροφο, μάλλον για χρήση γραφείων, έτσι ώστε καλύφθηκε κατά 100% το εμβαδόν της κάτοψης, β) κατά το ίδιο έτος 1992 κατασκευάστηκαν αυθαίρετες αποθήκες και υπόστεγα έκτασης 1.150 τ.μ. σε ακάλυπτα τμήματα του οικοπέδου, τα οποία δεν συνδέονταν με το κύριο κτήριο (που κατέρρευσε) και για τα οποία επιβλήθηκε πρόστιμο με την ...../............ (.../...) έκθεση αυτοψίας και επιβολής προστίμου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, αλλά δεν διατάχθηκε η κατεδάφισή τους, γ) κατά το χρονικό διάστημα από 1992-1999 κατασκευάστηκε (χωρίς άδειες και μελέτες) τρίτο υπόγειο από οπλισμένο σκυρόδεμα (ουσιαστικά υποεκσκαφή και επιφόρτιση του πρανούς) αλλά και πρόσθετα υπόστεγα στο επίπεδο του 2ου υπογείου προς το ρέμα της Χελιδονούς, στο πρανές του. Η κατασκευή των αυθαίρετων αυτών κτισμάτων ήταν, κατά την Επιτροπή, «και επικίνδυνη καθ’ εαυτή και επιβαρυντική για το κυρίως κτήριο, ιδίως έναντι σεισμού». Εξ άλλου, μετά την παράδοση του κτηρίου σε χρήση, εκδηλώθηκε πυρκαγιά στον ημιώροφο (σύμφωνα με το ../6.10.1993 έγγραφο του ανακριτικού γραφείου της Διοίκησης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Αθήνας), η οποία επιβάρυνε τον φέροντα οργανισμό του ισογείου και του ημιώροφου (και ίσως και του Α΄ ορόφου) και την οποία δεν ακολούθησε μελέτη-άδεια και αποκατάσταση. Κατόπιν των ανωτέρω διαπιστώσεων, η Επιτροπή κατέληξε στα εξής σχετικά με τη φέρουσα ικανότητα του κτηρίου: α) αναφορικά με τα κατακόρυφα φορτία, η ασφάλεια ήταν οριακή και πολλά κρίσιμα υποστυλώματα (και εσωτερικά και περιμετρικά και γωνιακά) μπορούσαν να θεωρηθούν ως άοπλα, με ιδιαίτερα δυσμενή και ψαθυρή συμπεριφορά, ακόμα και μόνον έναντι κατακόρυφων φορτίων και β) αναφορικά με τα οριζόντια φορτία, τα ποσοστά οπλισμών ήταν πολύ μικρότερα από τα απαιτούμενα σε μία κατασκευή με βαριές μυκητοειδείς πλάκες χωρίς δοκούς και χωρίς διαπλατύνσεις στις κεφαλές των υποστυλωμάτων. Χαρακτηριστικά, η Επιτροπή σημείωσε στις παρατηρήσεις κάτω από τον Πίνακα ΙΙ του πορίσματός της, ο οποίος αναφέρεται στα ποσοστά διαμήκους οπλισμού του συνόλου των υποστυλωμάτων του πρώτου και δεύτερου υπογείου του κτηρίου, τόσο σύμφωνα με την άδεια-μελέτη, όσο και σύμφωνα με την πραγματική κατάσταση, ότι «Τα ποσοστά οπλισμού και για τις δύο περιπτώσεις είναι απαράδεκτα χαμηλά». Επίσης, η Επιτροπή, ύστερα από υπολογισμούς, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «… αν είχε γίνει οποιοσδήποτε στοιχειώδης (έστω) αντισεισμικός υπολογισμός, παρά το ότι ουσιαστικώς δεν επιτρεπόταν η δόμηση με τέτοιο σύστημα (μυκητοειδείς πλάκες), θα προέκυπταν σημαντικά ποσοστά οπλισμών υποστυλωμάτων, πολλαπλάσια αυτών με βάση της άδειες-μελέτες (που δεν τηρήθηκαν) ή τις αποτυπώσεις (πραγματική κατάσταση)…». Με βάση όλα τα πιο πάνω στοιχεία, η Επιτροπή επισήμανε ότι η συμπεριφορά του κτηρίου σε περίπτωση σεισμού καθοριζόταν από ένα μηχανισμό αστοχίας (μέχρι κατάρρευσης) που είχε σχέση με τα κρίσιμα υποστυλώματα (στους πάνω ορόφους) και κυρίως από ένα ψαθυρό μηχανισμό διάτρησης των μυκητοειδών πλακών των υπογείων και (ίσως του ισογείου). Συγκεκριμένα, ο μηχανισμός αστοχίας εντοπίστηκε: α) στον κίνδυνο ψαθυρής και απότομης θλιπτοδιατμητικής αστοχίας του συνόλου των υποστυλωμάτων, λόγω υψηλής θλιπτικής καταπόνησης και ανεπάρκειας του εγκάρσιου οπλισμού (αλλά και του διαμήκους), β) στον κίνδυνο ψαθυρής και απότομης αστοχίας των περιμετρικών υποστυλωμάτων, υπερκαταπόνηση αλλά και υποαντοχή λόγω μικρού λόγου διατμήσεως (κοντά περιμετρικά υποστυλώματα) και γ) στην ύπαρξη γυμνού σκελετού λυγηρών υποστυλωμάτων (με πλημμελείς «κόμβους») και στην ανυπαρξία ανακουφιστικών τοιχοπληρώσεων ή τοιχωμάτων οπλισμένου σκυροδέματος (με ανεκτή όπλιση αλλά και καλή σύνδεση με τα διαφράγματα). Συναφώς, ο μηχανισμός διάτρησης των πλακών αποδόθηκε: α) στα μεγάλα κατακόρυφα φορτία, την τοπική υπερκαταπόνηση λόγω ροπών κάμψεως (μονοαξονικών ή και διαξονικών) λόγω φορτίων λειτουργίας και λόγω μικρών (έστω) φορτίων σεισμού, και μάλιστα υπό την επιρροή της ιδιαίτερα επιβαρυντικής κατακόρυφης συνιστώσας του ισχυρού κραδασμού και β) στην πλήρη ανεπάρκεια διατομών σκυροδέματος αλλά και οπλισμών των μυκητοειδών πλακών στις κρίσιμες (για λόγους διατρήσεως) περιοχές γύρω και πάνω από τις κεφαλές των υποστυλωμάτων, τόσο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών, σε όλους τους ορόφους του κτηρίου και κυρίως στους κρίσιμους των «υπογείων». Όσον αφορά τη λειτουργία των παραπάνω μηχανισμών κατά το σεισμό της 7.9.1999, η Επιτροπή κατέληξε ότι αυτοί είχαν ως αποτέλεσμα την άμεση, απότομη και καθολική αστοχία των κρίσιμων περιοχών των πλακών γύρω από τα υποστυλώματα (ίσως καταρχήν στα εσωτερικά) και την κατάρρευση και των υποστυλωμάτων προς το εσωτερικό του κτηρίου και το πρανές (προς τη διεύθυνση του σεισμού) χωρίς δυνατότητες ανακατανομής της έντασης. Ταυτοχρόνως, στην περίμετρο των υπογείων συνέβη και αστοχία των αγκυρώσεων των πλακών στα περιμετρικά τοιχία ή και απόσχιση από τα τοιχώματα του κλιμακοστασίου/ανελκυστήρα, δηλαδή πλήρης εξόλκευση ή και θραύση του οπλισμού υπό τη μεμβρανική δράση των καταρρεουσών πλακών. Συμπληρωματικά, η Επιτροπή τόνισε ότι οι πιο πάνω μηχανισμοί ήταν οι κύριοι λόγοι της ιδιαιτέρως δυσμενούς απόκρισης του κτηρίου στο σεισμό, ενόψει και του ότι το έδαφος ήταν φυσικό και όχι τεχνικές αποθέσεις (μπάζα) και δεν παρατηρήθηκε πρόβλημα ή αστοχία του, ενώ δυσμενή επιρροή άσκησε το ανάγλυφο της περιοχής του κτηρίου, καθώς και η ύπαρξη της πρόσθετης εκσκαφής του ρέματος λόγω του τρίτου υπογείου και των πρόσθετων υποστέγων στο επίπεδο του δεύτερου υπογείου. Τελικώς, η Επιτροπή σημείωσε ότι οι κατακόρυφες επιταχύνσεις του σεισμού της ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικές (έως καθοριστικές) για την καθολική κατάρρευση του υπόψη κτηρίου αλλά και μόνο οι οριζόντιες επιταχύνσεις (και μάλιστα πολύ μικρότερες από εκείνες που παρατηρήθηκαν) θα ήταν ικανές να οδηγήσουν σε καθολική αστοχία – κατάρρευση. Ο ... , η .... και ο... άσκησαν αγωγή με την οποία προέβαλαν ότι η κατάρρευση του κτηρίου της ... και ο θάνατος του ... , υιού των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφού του τρίτου, επήλθε συνεπεία παρανόμων πράξεων και παραλείψεων των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Ανατολικής Αττικής κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που της είχε ανατεθεί για την εφαρμογή της πολεοδομικής νομοθεσίας καθώς και των οργάνων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Ειδικότερα προέβαλαν ότι τα όργανα της Πολεοδομικής Αρχής χορήγησαν τις οικοδομικές άδειες για την ανέγερση του κτιρίου του εργοστασίου παρά τις παρατυπίες των αναγκαίων για την έκδοσή τους στοιχείων, παρέλειψαν να διενεργήσουν έλεγχο κατά τη διάρκειά της, κατ’ απόκλιση των μελετών και των ισχυόντων κανονισμών, ανεγέρσεως του κτιρίου και, τέλος, δεν προέβησαν σε καταγραφή και κατεδάφιση των αυθαιρέτων κατασκευών που προστέθηκαν στο κτίριο από την ανέγερση μέχρι την κατάρρευσή του, μολονότι ήταν εγγράφως ενημερωμένες για την ύπαρξή τους. Οι ως άνω πράξεις και παραλείψεις της αναιρεσείουσας, είχαν ως αποτέλεσμα την κατασκευή και λειτουργία κτηρίου με ανεπαρκή στατική και αντισεισμική θωράκιση, το οποίο για το λόγο αυτό κατέρρευσε κατά το σεισμό της 7.9.1999. Mε την πρωτόδικη απόφαση απερρίφθη η αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την αιτιολογία ότι η Πυροσβεστική Υπηρεσία, που ανήκει στο Δημόσιο, άσκησε επαρκώς στην προκειμένη περίπτωση την αρμοδιότητά της και επομένως, ως προς τα όργανα της Υπηρεσίας αυτής δεν προέκυψε ότι προέβησαν σε κάποια παράνομη πράξη ή παράλειψη που σχετιζόταν με την έκδοση των οικοδομικών αδειών ή την ανέγερση του κτηρίου ή τις αυθαίρετες κατασκευές του εργοστασίου της ... ενώ έγινε εν μέρει δεκτή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Ανατολικής Αττικής. Ειδικότερα, το Διοικητικό Πρωτοδικείο αναγνώρισε την υποχρέωση της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως να καταβάλει στους ενάγοντες (... και ..) τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή ποσά «χωρίς νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής» διότι είχαν μετατρέψει το αίτημα της αγωγής τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του υιού και αδελφού τους, αντίστοιχα, ο οποίος έγινε δεκτό ότι προκλήθηκε από την κατάρρευση του εργοστασίου της .......... και οφείλετο, αφενός στην πλημμελή άσκηση από τα όργανα της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως του προβλεπομένου από τις σχετικές πολεοδομικές διατάξεις προληπτικού ελέγχου, αφετέρου στην παράλειψη των ιδίων οργάνων να ασκήσουν τον οφειλόμενο κατασταλτικό έλεγχο, καθόσον δεν διενήργησαν, παρά τη σχετική νόμιμη υποχρέωσή τους, αυτοψία στο παραπάνω εργοστάσιο και καταγραφή και κατεδάφιση των αυθαιρέτων κατασκευών που είχαν προστεθεί σ’αυτό, καθόλο το διάστημα από την αποπεράτωση ως την κατάρρευσή του. Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τους διαδίκους. Με την προσβαλλομένη απόφαση απερρίφθη η έφεση της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Ανατολικής Αττικής ενώ έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση των .. και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Ανατολικής Αττικής να καταβάλει σ’ αυτούς λόγω ψυχικής οδύνης τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή ποσά (200.000 ευρώ στου δύο πρώτους και 120.000 ευρώ στον τρίτο), «με τον εκάστοτε ισχύοντα νόμιμο τόκο υπερημερίας». Στην κρίση αυτή κατέληξε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη τα εξής: 1) τα αρμόδια όργανα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης είχαν υποχρέωση να ασκήσουν προληπτικό και κατασταλτικό έλεγχο κατά την κατασκευή του εργοστασίου της «...», από την παράλειψη διενέργειας του οποίου ή την πλημμελή άσκησή του γεννήθηκε αυτοτελής ευθύνη της, αφού από τις εφαρμοστέες πολεοδομικές διατάξεις δεν θεσπίζεται αποκλειστική ευθύνη των ιδιωτών μηχανικών μελετητών που υποβάλλουν τη μελέτη στην Πολεοδομία, 2) τα όργανα αυτά άσκησαν πλημμελώς τον οφειλόμενο προληπτικό έλεγχο, αφού εξέδωσαν τις σχετικές οικοδομικές άδειες παρά τις ελλείψεις και ανακρίβειες που υπήρχαν στα υποβληθέντα από την εταιρεία στοιχεία, ενώ παρέλειψαν να ασκήσουν και τον προβλεπόμενο κατασταλτικό έλεγχο, αφού δεν διενήργησαν τους προβλεπόμενους ελέγχους κατά την κατασκευή του εργοστασίου, όπως άλλωστε προέκυψε από την έλλειψη υπογραφών των αρμόδιων οργάνων στις θέσεις των οικοδομικών αδειών που αφορούσαν τη θεώρησή τους. Ειδικότερα, η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία εξέδωσε την πρώτη οικοδομική άδεια ασκώντας πλημμελώς τον επιβαλλόμενο έλεγχο της στατικής μελέτης που είχε υποβληθεί για την έκδοσή της, εφόσον αυτή, σύμφωνα με το πόρισμα της ανωτέρω Επιτροπής, ήταν ελλιπής, αφού δεν περιελάμβανε αναφορές ή λεπτομέρειες για την όπλιση κρίσιμων στοιχείων, όπως τα υποστυλώματα, και δεν περιελάμβανε πλήρη αντισεισμικό στατικό υπολογισμό, όπως επέβαλε το άρθρο 13 παρ. 2 του τότε ισχύοντος αντισεισμικού κανονισμού, αφού περιοριζόταν μόνο σε ειδικό αντισεισμικό υπολογισμό για τα περιμετρικά στοιχεία – υποστυλώματα και δεν περιελάμβανε τους απαιτούμενους από το άρθρο 6 του ίδιου κανονισμού γενικό αντισεισμικό υπολογισμό του συνόλου του κτηρίου και των υποστυλωμάτων ούτε ειδικό αντισεισμικό υπολογισμό των γωνιακών υποστυλωμάτων και των περιμετρικών δοκών, παρά το ότι η επικινδυνότητα ήταν ιδιαίτερα αυξημένη λόγω του αναγλύφου της περιοχής, δηλαδή του έντονου πρανούς προς το ρέμα. Τον ίδιο πλημμελή έλεγχο άσκησε η πολεοδομική υπηρεσία και στις στατικές μελέτες που είχαν υποβληθεί για την έκδοση της δεύτερης και της τρίτης οικοδομικής άδειας, εφόσον και οι εν λόγω μελέτες παρουσίαζαν τις ίδιες ελλείψεις και πλημμέλειες με τη στατική μελέτη της πρώτης άδειας, αφού, όπως διαπίστωσε η Επιτροπή, κατά την υποβολή της αίτησης για τη χορήγηση της δεύτερης άδειας (προσθήκης Α΄ και Β΄ ορόφου), οι ξυλότυποι του υπάρχοντος κτηρίου που συνόδευαν τη σχετική μελέτη, δεν συμφωνούσαν με αυτούς της αρχικής άδειας. Συνέπεια των παραλείψεων αυτών ήταν, μεταξύ άλλων, να προκύψουν σημαντικά μειωμένα ποσοστά οπλισμών των υποστυλωμάτων σε σχέση με τα απαιτούμενα από τις σχετικές πολεοδομικές διατάξεις, εφόσον, όπως δέχτηκε και η Επιτροπή, αν γινόταν στοιχειώδης αντισεισμικός υπολογισμός, θα είχαν προκύψει σημαντικά ποσοστά οπλισμών υποστυλωμάτων, πολλαπλάσια αυτών με βάση τις άδειες ή τις αποτυπώσεις, 3) η πολεοδομική υπηρεσία, κατά παράβαση των διατάξεων της Ε.37608/1976 υπουργικής αποφάσεως, που ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της δεύτερης οικοδομικής άδειας, δεν διενήργησε την απαιτούμενη αυτοψία προς ολοκλήρωση της διαδικασίας εκδόσεως της άδειας αυτής, προκειμένου να διαπιστώσει, όπως είχε υποχρέωση, τη συμφωνία ή μη του τοπογραφικού διαγράμματος του οικοπέδου που συνόδευε τη μελέτη με τις πραγματικές διαστάσεις του οικοπέδου και το σύννομο ή μη της μελέτης, η οποία είχε συνταχθεί με βάση το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα, σχετικώς με το αν η επιφάνεια της προβλεπόμενης κατασκευής ήταν σύμφωνη με το επιτρεπόμενο για το συγκεκριμένο οικόπεδο όριο καλύψεως και σχετικώς με την ακριβή και ορθή τοποθέτηση της οικοδομής στο οικόπεδο. Εξ’ αιτίας της παραλείψεως αυτής, δεν διαπιστώθηκε ότι με το εν λόγω διάγραμμα, αλλά και με το διάγραμμα που συνόδευε τη μελέτη για την πρώτη άδεια, η έκταση του οικοπέδου εμφανίστηκε μεγαλύτερη -ως τριπλάσια- από αυτήν των τίτλων ιδιοκτησίας, σε βάρος του παρακειμένου ρέματος, δηλαδή δεν διαπιστώθηκε η ασυμφωνία που υπήρχε μεταξύ των τοπογραφικών και της πραγματικής κατάστασης, γεγονός που θα είχε ως συνέπεια τη διακοπή των εργασιών και την κίνηση της διαδικασίας περί αυθαιρέτων. Το ίδιο θα ίσχυε και για τις εργασίες που έγιναν με βάση την πρώτη άδεια. Κατ’ αυτό τον τρόπο, λόγω των ανωτέρω παρανόμων παραλείψεων επετράπη η ανέγερση κτηρίου με επιφάνεια πολύ μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη βάσει των πραγματικών διαστάσεων του οικοπέδου, το οποίο πλησίαζε στο έντονο πρανές του ρέματος, λόγω του οποίου η επικινδυνότητα ήταν ιδιαίτερα αυξημένη και επηρεάστηκε δυσμενώς το κτήριο για την απόκρισή του στο σεισμό της 7.9.1999, 4) η παράλειψη διενεργείας των προβλεπομένων και επιβαλλομένων ελέγχων και αυτοψιών είχε ως συνέπεια να μη διαπιστωθεί από τα πολεοδομικά όργανα ότι α) είχαν κατασκευαστεί λιγότερα υποστυλώματα (24 αντί των 32) και σε μεγαλύτερες αποστάσεις μεταξύ τους από τα προβλεπόμενα στις άδειες, β) οι πλάκες δεν είχαν κατασκευαστεί με δοκούς, όπως προβλεπόταν στις άδειες, αλλά ήταν μυκητοειδείς, που στηρίζονταν απευθείας στα υποστυλώματα, και χωρίς διαπλατύνσεις στις κεφαλές των τελευταίων, οι οποίες είναι απαραίτητες στην περίπτωση μυκητοειδών πλακών, δομητικό σύστημα ιδιαιτέρως επικίνδυνο και έναντι σεισμού, γ) στα υπόγεια δεν είχαν κατασκευαστεί τοιχία από οπλισμένο σκυρόδεμα στο 100% της περιμέτρου τους, όπως προβλεπόταν στις άδειες, αλλά μόνο στο 50% αυτής, δ) και τα τοιχία που υπήρχαν είχαν κατασκευαστεί σε δεύτερη φάση, μετά την ολοκλήρωση του σκελετού, χωρίς καμία θεμελίωση, κατευθείαν στο έδαφος και ήταν ουσιαστικά ασύνδετα με το σκελετό του κτηρίου, όπως και τα στοιχεία των όψεων, ε) υπήρχαν φυτευτά τοιχώματα ακαμψίας και αντοχής με ελλιπή και πλημμελή σύνδεση με τις πλάκες και, γενικά, με το σκελετό του κτηρίου γύρω και από τους δύο ανελκυστήρες και το κλιμακοστάσιο, καθώς και φυτευτό τοίχωμα πάνω από το στέγαστρο της εισόδου, κακώς και έκκεντρα διατεταγμένα, με προβληματική συμπεριφορά και επιβάρυνση έναντι σεισμού, η κατασκευή των οποίων, κατά τον αντισεισμικό κανονισμό, συνιστάται να αποφεύγεται και στ) τα φέροντα στοιχεία ήταν πλημμελώς οπλισμένα και είχαν παραβιαστεί οι διατάξεις περί συνδετήρων εγκάρσιου οπλισμού. Η παράλειψη διενέργειας των ανωτέρω αυτοψιών και ελέγχων (κατασταλτικός έλεγχος) είχε ως συνέπεια να μην απαιτηθεί από τα πολεοδομικά όργανα η έγκαιρη διακοπή των σχετικών εργασιών και η προσαρμογή τους εφόσον, σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις, ύστερα από τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας (αναθεώρηση των αδειών) ή η κατεδάφιση των κατασκευών που είχαν διενεργηθεί κατά παράβαση των ουσιαστικών πολεοδομικών διατάξεων, εφόσον αυτές ήταν επικίνδυνες για τη στασιμότητα του κτηρίου, 5) κατά το πόρισμα της Επιτροπής Καταρρεύσεων κύριος λόγος καταρρεύσεως του κτηρίου αποτέλεσε ο μηχανισμός αστοχίας υπό σεισμό που είχε σχέση με τα κρίσιμα υποστυλώματα (των κοντών περιμετρικών υποστυλωμάτων στους πάνω ορόφους και του συνόλου των εσωτερικών) και κυρίως ο ψαθυρότερος μηχανισμός διατρήσεως των μυκητοειδών πλακών των υπογείων και ίσως του ισογείου, οι οποίοι οδήγησαν στην άμεση, απότομη και καθολική αστοχία των κρίσιμων περιοχών των πλακών γύρω από τα υποστυλώματα και την κατάρρευση των υποστυλωμάτων προς το εσωτερικό του κτηρίου και το πρανές, χωρίς δυνατότητες ανακατανομής της εντάσεως, ενώ ταυτόχρονα, στην περίμετρο των υπογείων συνέβη και αστοχία των αγκυρώσεων των πλακών στα περιμετρικά τοιχία ή και απόσχιση από τα τοιχώματα του κλιμακοστασίου - ανελκυστήρα. Ως επιβαρυντικός παράγοντας στο παραπάνω αποτέλεσμα λειτούργησε το ανάγλυφο της περιοχής του κτηρίου, καθώς και η πρόσθετη εκσκαφή του ρέματος λόγω των αυθαίρετων κατασκευών του τρίτου υπογείου και των πρόσθετων υποστέγων στο επίπεδο του δεύτερου υπογείου, ενώ στην καθολική αστοχία-κατάρρευση του κτηρίου θα μπορούσε να οδηγήσει και σεισμική δόνηση πολύ μικρότερη εκείνης της 7.9.1999. Με την προσβαλλόμενη απόφαση εκρίθη ότι το κτίριο της ... κατέρρευσε λόγω των ανωτέρω πράξεων και παραλείψεων των οργάνων της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Ανατολικής Αττικής και ήδη Περιφέρειας Αττικής, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να ανεγερθεί κτίριο στατικά και αντισεισμικά επισφαλές και συνεπώς ο θάνατος του... , που προκλήθηκε από την κατάρρευση του εν λόγω κτιρίου, τελούσε σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις προαναφερόμενες παράνομες πράξεις και παραλείψεις των αρμοδίων οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως. Με την ίδια απόφαση εκρίθη περαιτέρω ότι ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος δεν διακόπηκε από συμβάν ανωτέρας βίας, διότι το φυσικό γεγονός του σεισμού της 7.9.1999 δεν συνεπαγόταν αναπότρεπτη ζημία εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν η ένταση του σεισμού που συνετέλεσε στην κατάρρευση του κτιρίου, αφού αυτή ήταν δυνατή και με πολύ μικρότερη σεισμική δόνηση, αλλά η μη σύννομη κατασκευή του. Με τις σκέψεις αυτές, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση ευθύνη της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Ανατολικής Αττικής και ήδη Περιφέρειας Αττικής προς αποζημίωση των ... και ... , σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και 932 του Α.Κ., λόγω της ψυχικής οδύνης, την οποία αυτοί υπέστησαν από το θάνατο του συγγενούς τους ... Στη συνέχεια, το ίδιο δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος (κατάρρευση του εργοστασίου κατά την ώρα της εργασίας, αγωνία για ανεύρεση επιζώντων), την ηλικία του θανόντος (34 ετών), τη βαρύτητα των παραβάσεων των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής (ειδική πολύχρονη αδράνεια αναφορικά με τον έλεγχο σε χώρο που χρησιμοποιούνταν ως εργοστάσιο και υποδεχόταν πολλούς εργαζομένους και τρίτους για συναλλαγές), έκρινε, κατ’ επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, ότι οι ως άνω συγγενείς του θανόντος δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης ως αντιστάθισμα για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν, η οποία, εν όψει της σχέσης τους και του βαθμού συγγενείας τους με αυτόν, της κοινωνικής θέσης τους και της κατάστασης των διαδίκων μερών, έπρεπε να προσδιοριστεί στο «εύλογο και δίκαιο ποσό» των 200.000 ευρώ για κάθε έναν από τους ... και ... και 120.000 ευρώ για τον ... Τέλος, το ίδιο δικαστήριο έκρινε, μεταρρυθμίζοντας κατά το μέρος αυτό την πρωτόδικη απόφαση, ότι η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση έπρεπε να καταβάλει σε καθέναν από τους ως άνω διαδίκους τα ως άνω επιδικασθέντα ποσά «με τον εκάστοτε ισχύοντα, από την επίδοση της αγωγής και μετά, νόμιμο τόκο υπερημερίας».

14. Eπειδή, η κρίση του δικάσαντος εφετείου, με την οποία έγινε δεκτό ότι κατά την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας, τα αρμόδια όργανα είχαν την υποχρέωση να ασκήσουν προληπτικό και κατασταλτικό έλεγχο κατά την κατασκευή του εργοστασίου της ... , να ελέγξουν την πληρότητα των στατικών μελετών που είχαν υποβληθεί και να διενεργήσουν αυτοψία κατά το στάδιο ανεγέρσεως και αποπερατώσεως του κτιρίου, είναι ορθή γιατί, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη σκέψη 12, από τις διατάξεις αυτές προβλέπεται η διενέργεια αυτοψιών από τις πολεοδομικές υπηρεσίες σε διάφορα στάδια της κατασκευής και ειδικότερα στο στάδιο της ολοκλήρωσης του φέροντος οργανισμού και στο στάδιο αποπερατώσεώς της, χωρίς να αποκλείεται και η διενέργεια επιτόπιου ελέγχου της οικοδομής σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της κατασκευής με αντικείμενο οποιαδήποτε τυχόν ασυμφωνία μεταξύ των εκτελούμενων εργασιών και των εγκριθεισών μελετών, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξ άλλου, αβασίμως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα Περιφέρεια Αττικής ότι σύμφωνα με την Ε. 39941/2287/1967 υπουργική απόφαση, στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται αποκλειστική ευθύνη του ιδιώτη μελετητή για τη στατική μελέτη του κτηρίου και την ακρίβεια των υπολογισμών της, διότι, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 7, η απόφαση αυτή δεν εφαρμοζόταν στην επίδικη περίπτωση, ως εκ του χρόνου εκδόσεως των οικοδομικών αδειών, αλλά και διότι, βάσει του άρθρου 2 παρ. 2 του ν.δ. 194/1969, η απόφαση αυτή νομίμως τροποποιήθηκε από τις προεκτεθείσες στη σκέψη 7 τρεις υπουργικές αποφάσεις, βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι άδειες για το καταρρεύσαν κτήριο. Τέλος, τέτοια αποκλειστική ευθύνη του μελετητή δεν προκύπτει ούτε από τις ως άνω διατάξεις των υπουργικών αποφάσεων που παρατίθενται στη σκέψη 7, διότι σύμφωνα με αυτές, η τήρηση των πολεοδομικών κανόνων, λόγω του προστατευτικού τους σκοπού, δεν εναπόκειται μόνο στη βούληση και την τεχνική επάρκεια των ιδιωτών μελετητών, ως αβασίμως προβάλλεται, αλλά εντάσσεται στη σφαίρα ευθύνης και των αρμοδίων πολεοδομικών υπηρεσιών, που στελεχώνονται από προσωπικό που διαθέτει τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις για να ελέγξει την επακριβή τήρησή τους. Περαιτέρω, και οι λόγοι με τους οποίους προβάλλεται ότι διεκόπη η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των καταλογιζομένων από το δικάσαν εφετείο παραλείψεων της πολεοδομικής υπηρεσίας και του ζημιογόνου αποτελέσματος της καταρρεύσεως του κτηρίου, διότι στο αποτέλεσμα αυτό συντέλεσαν, πέραν των προαναφερομένων παραλείψεων της πολεοδομικής υπηρεσίας και άλλοι παράγοντες, όπως η υπέρβαση των ορίων του ωφέλιμου φορτίου λόγω της τοποθετήσεως μηχανημάτων με ευθύνη των ιδιοκτητών του εργοστασίου, η πυρκαγιά του έτους 1993, η αυθαίρετη κατασκευή υπογείου προς το ρέμα και οι αυθαίρετες προσθήκες και επεκτάσεις στους ορόφους, γεγονότα τα οποία προέκυπταν από την έκθεση της ανωτέρω Επιτροπής και τα οποία η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι το δικάσαν δικαστήριο εκτίμησε την έκθεση της Επιτροπής και κατέληξε στην ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση ότι οι παραλείψεις της πολεοδομικής υπηρεσίας αποτέλεσαν την κύρια αιτία της καταρρεύσεως. Επιπλέον, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο και το συναφώς προβαλλόμενο ότι η ένταση του σεισμού της 7.9.1999 ήταν πολύ μεγαλύτερη από την ένταση του σεισμού που είχε υπόψη του ο νομοθέτης του αντισεισμικού κανονισμού του 1956, εφόσον η απόφαση υιοθετεί στο σημείο αυτό το πόρισμα της Επιτροπής, ότι εξ αιτίας των παραλείψεων της πολεοδομικής υπηρεσίας που αφορούν στις ελλείψεις των στατικών μελετών η κατάρρευση του κτηρίου θα προκαλείτο και από σεισμό πολύ μικρότερης εντάσεως (ΣτΕ 1396-7/2014 7 μ., 2506/2014, 1800/2013).

15. Επειδή, εξ άλλου, τα περαιτέρω προβαλλόμενα από την πρώην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση και ήδη Περιφέρεια Αττικής ότι οι τυχόν διαπιστούμενες από τις πολεοδομικές υπηρεσίες αυθαίρετες προσθήκες και κατασκευές δεν συνιστούν πρόσφορη αιτία καταρρεύσεως του κτηρίου στο οποίο διαπιστώνονται, προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι το δικάσαν εφετείο δεν στήριξε την κρίση του περί αιτιώδους συνάφειας στο ότι οι αυθαίρετες προσθήκες ήταν το αίτιο της καταρρεύσεως. Περαιτέρω, με την κρινομένη αίτηση προβάλλεται ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο μη νομίμως απέρριψε λόγο εφέσεως ο οποίος ήταν ουσιώδης και κατά τον οποίον η πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένως έκρινε ότι η πολεοδομική υπηρεσία όφειλε να διενεργήσει αυτοψίες και κατά τα έτη 1994-1999 και να καταγράψει τις ως άνω αυθαίρετες κατασκευές, εν όψει καταγγελιών από τον τύπο μετά το 1993, οπότε συντάχθηκε η ..../.... έκθεση αυτοψίας, αφού ουδεμία καταγγελία προς τα πολεοδομικά όργανα περί υπάρξεως αυτών είχε λάβει χώρα. Ο λόγος όμως αυτός και αληθής υποτιθέμενος δεν καθιστά αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι ο ίδιος λόγος, ως λόγος εφέσεως, απορρίφθηκε ως αλυσιτελής από το δικάσαν εφετείο και, επομένως, η κρίση του, η οποία στηρίχθηκε αποκλειστικά στην σκέψη ότι οι υπόλοιπες παρατιθέμενες παραλείψεις των οργάνων της πολεοδομικής υπηρεσίας, οι αναφερόμενες στην έλλειψη διενέργειας ή πλημμελή διενέργεια προληπτικού ελέγχου κατά το στάδιο πριν από την έκδοση των πολεοδομικών αδειών καθώς και στην έλλειψη διενέργειας κατασταλτικού ελέγχου, κατά το στάδιο κατασκευής του κτηρίου, που είχαν ως συνέπεια να ανεγερθεί κτήριο στατικά και αντισεισμικά επισφαλές, αρκούσε για να στοιχειοθετήσει ευθύνη της αναιρεσείουσας (ΣτΕ 1396-7/2014 7μελ.)

16. Επειδή, περαιτέρω, το ν.δ. 496/1974 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» (Α΄ 204), που εφαρμόζεται και στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις σύμφωνα με το άρθρο 95 του π.δ. 30/1996, ορίζει στο άρθρο 48 παρ. 1 ότι: «Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.δ.δ. είναι πέντε ετών, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος», στο άρθρο 49 ότι: «Η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους καθ’ ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις» και στο άρθρο 51 ότι: «Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π. διακόπτεται μόνον: α) Δια της υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιον δικαστήριον …». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., η αξίωση αποζημιώσεως από παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη τέτοιας ενέργειας οργάνων των ν.π.δ.δ. υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Στην περίπτωση δε που οι επιζήμιες συνέπειες δεν επέρχονται αμέσως μετά τη διάπραξη της παράνομης πράξεως ή της παραλείψεως, η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου η πράξη ή η παράλειψη προκάλεσε τις επιζήμιες συνέπειες (ΣτΕ 1396/2014 7μελ., 2506/2014, 1800/2013).

17. Επειδή, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας ότι οι αξιώσεις των ... και ... είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 του ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού, εφόσον από τα έτη 1976, 1978 και 1979, οπότε εκδόθηκαν οι οικοδομικές άδειες για το κτήριο, μέχρι την άσκηση της αγωγής το έτος 2004 έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, με τη σκέψη ότι σε περίπτωση πρόκλησης θανάτου προσώπου από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων ν.π.δ.δ., εφόσον για τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις εφαρμόζονται, κατ’ άρθρο 95 του π.δ. 30/1996, τα άρθρα 48 παρ. 1, 49 και 51 περ. α΄ του ν.δ. 476/1974, η αξίωση των μελών της οικογενείας του θανόντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης γεννάται και είναι δικαστικώς επιδιώξιμη με το θάνατο του προσώπου, η παραγραφή δε της αξιώσεως αυτής αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο επήλθε ο θάνατος. Με τα δεδομένα αυτά, το δικάσαν δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον ο θάνατος του ... επήλθε στις 7.9.1999, οι ένδικες αξιώσεις γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες κατά το χρόνο εκείνο και ότι από το τέλος του έτους 1999 έως την άσκηση της αγωγής στις 6.9.2004 δεν είχε παρέλθει πενταετία, άρα οι ένδικες αξιώσεις των .... και ... δεν είχαν υποκύψει σε παραγραφή. Η κρίση αυτή του δικάσαντος διοικητικού εφετείου στηρίζεται σε ορθή ερμηνεία των σχετικών διατάξεων και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως (ΣτΕ 1396/2014).

18. Επειδή, με το άρθρο 21 του κανονιστικού (κωδικοποιητικού) διατάγματος της 26.6/10.7.1944 «περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου» (Α΄ 139), το οποίο είναι εφαρμοστέο εν προκειμένω δυνάμει του άρθρου 99 παρ. 2 του π.δ. 30/1996 και το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ορίζονται τα ακόλουθα: «Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής». Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβητήσεως. Εφόσον όμως ο νόμος, (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ. της 26.6./10.7.1994), δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής αλλά μόνον προς την γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοουμένης και της αγωγής της οποίας το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό), δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως με δύναμη δεδικασμένου. Εξάλλου, αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό. Έννομη εντεύθεν συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι στην περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι (ΑΕΔ 7/2011, ΣτΕ 2872/2011, 925/2012, 1397/2014, 21/2015). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται ότι έσφαλε το δικάσαν διοικητικό εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει τόκους και επί αγωγής με αναγνωριστικό αίτημα, διότι ως αγωγή, από την επίδοση της οποίας οφείλονται τόκοι, νοείται μόνο η καταψηφιστική και όχι η αναγνωριστική, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

19. Επειδή, περαιτέρω, όπως κρίθηκε με την ΑΕΔ 25/2012, η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται επί όλων των οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες και η διαφοροποίηση που εισάγει σε σχέση με το υψηλότερο, γενικώς ισχύον για τις οφειλές των ιδιωτών, επιτόκιο υπερημερίας, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου προνομιακή μεταχείριση διότι αποβλέπει στον περιορισμό των οφειλών του Δημοσίου από τόκους και την αποτροπή αυξήσεως του κρατικού χρέους, εν τέλει δε στην ορθή άσκηση της δημοσίας εξουσίας μέσω της διαφυλάξεως της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, προς το σκοπό εκπληρώσεως των κατά το Σύνταγμα και τους νόμους υποχρεώσεων του Κράτους έναντι των πολιτών, και, ως εκ τούτου, δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, λαμβανομένων δε υπόψη και των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών που ίσχυσαν καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της διατάξεως και εξακολουθούν να ισχύουν, δεν αντίκειται ούτε προς την κατοχυρωμένη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Περαιτέρω, όπως κρίθηκε και με τις αποφάσεις της Ολομέλειας ΣτΕ 378/2014 και 2214/2014, η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν αποτελεί δικονομική, αλλά ουσιαστική διάταξη και, ως εκ τούτου, από τη διαφοροποίηση του οριζόμενου με αυτήν επιτοκίου, σε σχέση με το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο για τις οφειλές των ιδιωτών, δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 14 της ΕΣΔΑ, και 2 παρ. 3 περ. α΄, β΄ και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης, δεδομένου ότι με την ανωτέρω διάταξη το Δημόσιο δεν εξοπλίζεται, έναντι των ιδιωτών, με προνόμια δικονομικού περιεχομένου. Εξάλλου, όπως κρίθηκε ειδικότερα με την απόφαση της Ολομέλειας ΣτΕ 2114/2014, από την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου δεν προκαλείται παραβίαση ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι η ρύθμιση αυτή αποβλέπει, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, στην εξυπηρέτηση του προαναφερόμενου σκοπού επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, η ζημία δε που υφίστανται οι ιδιώτες από την καταβολή των οφειλών του Δημοσίου με επιτόκιο 6%, αντί του γενικώς ισχύοντος μεγαλύτερου επιτοκίου, δεν είναι τέτοιας εκτάσεως ώστε να θίγει τον πυρήνα της αξιώσεως.

20. Επειδή, η κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου ότι ο τόκος πρέπει να υπολογισθεί με βάση το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες επιτόκιο υπερημερίας και όχι με το προβλεπόμενο από το άρθρο 21 εδ. α΄ του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, δηλαδή επιτόκιο 6%, δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη. Συνεπώς, για τον λόγο αυτόν ο οποίος προβάλλεται βασίμως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό. Εξάλλου, ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται κατά τούτο διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, το Δικαστήριο διακρατεί την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της, δικάζει την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων και την απορρίπτει κατά το μέρος που με αυτήν προβάλλεται ότι ως εφαρμοστέο επιτόκιο πρέπει εν προκειμένω να ορισθεί το υψηλότερο εκάστοτε ισχύον και για τους ιδιώτες επιτόκιο υπερημερίας, και όχι το επιτόκιο 6% που ορίζεται από το άρθρο 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, ενώ την κάνει δεκτή κατά το μέρος που με αυτήν προβάλλεται ότι επί μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι, εξαφανίζει κατά το μέρος αυτό την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που έκρινε αντιθέτως, δικάζει κατά το αντίστοιχο μέρος την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και την κάνει εν μέρει δεκτή, υποχρεώνει δε την αναιρεσείουσα Περιφέρεια Αττικής να καταβάλει τα ως άνω επιδικασθέντα χρηματικά ποσά εντόκως, από την επίδοση της αγωγής με επιτόκιο 6% (ΣτΕ 3339/2014, 2179/2015).

21. Επειδή, ενόψει της εν μέρει νίκης και εν μέρει ήττας των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ τους η δικαστική δαπάνη για την κατ’ αναίρεση δίκη. Περαιτέρω, δε, συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα των ουσιαστικών δικών.

Δ ι α τ α ύ τ α

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.
Αναιρεί εν μέρει την 4367/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό.
Απορρίπτει την αίτηση κατά τα λοιπά.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη για την κατ’ αναίρεση δίκη.
Διακρατεί την υπόθεση, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό.
Δικάζει κατά το αναιρεθέν μέρος την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων την οποία δέχεται εν μέρει και εξαφανίζει εν μέρει την υπ’ αριθμ. 12265/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δικάζει κατά το μέρος που έγινε δεκτή η έφεση, την αγωγή, την οποία δέχεται εν μέρει και υποχρεώνει την αναιρεσείουσα Περιφέρεια Αττικής να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους τα επιδικασθέντα ποσά με επιτόκιο 6% από της επιδόσεως της αγωγής και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα των ουσιαστικών δικών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis