Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Βαρειά σκοπούμενη βλάβη, άμυνα, υπέρβαση ορίων της.

Περίληψη. Βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Επεισόδιο σε χώρο στάθμευσης νυκτερινού κέντρου. Αλλεπάλληλα χτυπήματα με ξύλο σχήματος ροπάλου στην κεφαλή και στο πρόσωπο του παθόντος, τα οποία κατάφερε εις βάρος του ο κατηγορούμενος, προκαλώντας στον παθόντα σοβαρή αναπηρία από την απώλεια της όρασης του αριστερού οφθαλμού του σε ποσοστό 100%. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Αμυνα. Υπέρβαση ορίων άμυνας. Δεν προέκυψε ότι βρισκόταν ουσιαστικά σε άμυνα. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση.  

                                           Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα ΣΤ', 213/ 2015.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη- Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια και Αρτεμισία Παναγιώτου, Αρεοπαγίτες.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 310 του Ποινικού Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 του ίδιου Κώδικα είχε ως επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών (παρ. 1). Βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του (παρ. 2). Αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα, που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών (παρ.3). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει και τιμωρεί την απλή σωματική βλάβη, προκύπτει ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης είναι έγκλημα ευθύνης από το αποτέλεσμα και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται α) ο υπαίτιος να προξένησε με πρόθεση σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, β) να είχε αυτή ως επακόλουθο βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του άλλου, όπως ενδεικτικώς προσδιορίζεται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, γ) να υπάρχει αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση και της βαριάς που επακολούθησε. Επί πλέον για την κακουργηματική μορφή της βαριάς σωματικής βλάβης απαιτείται ο δράστης να επεδίωκε το επακόλουθο αυτό, δηλαδή να είχε άμεσο δόλο ως προς την επέλευση του βαρύτερου αυτού αποτελέσματος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων και η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν, ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ` αρ. 245-252 απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο της αξιοποίνου πράξεως της βαριάς σκοπουμένης σωματικής βλάβης. Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, το ανωτέρω δικαστήριο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα, από τις ένορκες καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά - κατά πιστή μεταφορά: 
"Στις 24-2-2008 και ώρα 04.00 ο παθών Β. Β. μετέβη με το αυτοκίνητο του κέντρο διασκέδασης με τον διακριτικό τίτλο "Σ." που βρίσκεται επί της οδού … στη Λάρισα. Όταν επιχείρησε να σταθμεύσει στον εκεί χώρο στάθμευσης ο υπάλληλος του καταστήματος (παρκαδόρος) Λ. Ν. του ζήτησε να απομακρύνει αυτό γιατί εμπόδιζε, ο παθών όμως αρνήθηκε. Τότε έφθασε στο σημείο εκείνο ο κατηγορούμενος, ο οποίος άρχισε να χτυπά τον παθόντα με τα χέρια στο πρόσωπο και με κλωτσιές στο σώμα. Τότε ο τελευταίος, καίτοι ζαλισμένος άνοιξε το πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου και πήρε από εκεί ένα ξύλο σε σχήμα ροπάλου, προσπαθώντας με αυτό να αμυνθεί. Τότε ο κατηγορούμενος του το απέσπασε από τα χέρια, όταν δε ο παθών άρχισε να βαδίζει προς την είσοδο του καταστήματος για να ζητήσει βοήθεια, ο κατηγορούμενος τον πρόλαβε στα σκαλιά και την είσοδο και τον χτύπησε δυνατά αρκετές φορές στο κεφάλι και το πρόσωπο με αποτέλεσμα να του προκαλέσει κάκωση κεφαλής, υπαραχνοειδή αιμορραγία τραύμα του σκληρού χιτώνα του αριστερού οφθαλμού (ανοιχτός βολβός) με πρόπτωση των ενδοβολβίων ιστών και θλαστικά τραύματα βλεφάρων και απώλεια όρασης από τον άνω οφθαλμό σε ποσοστό 100%, λόγω της σύνθλιψης των ενδοβολβίων ιστών, ήτοι βαριά σωματική βλάβη την οποία αυτός κατηγορούμενος επιδίωκε να προκαλέσει. Τα πιο πάνω περιστατικά ενοχής του κατηγορουμένου αποδεικνύονται από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν τα οποία αποδεικτικά στοιχεία δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο ούτε βέβαια, από την απολογία του κατηγορουμένου ο οποίος λέγει ότι ο βαρύς τραυματισμός του παθόντα προήλθε από πτώση του στη σκάλα της εισόδου, πράγμα το οποίο όμως αντιβαίνει στους στοιχειώδεις κανόνες της πείρας και της λογικής. Προς απόκρουση της σε βάρος του κατηγορίας ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται α) ότι η πράξη που τέλεσε δεν είναι άδικη γιατί αυτός βρισκόταν σε άμυνα, β) ότι αλλιώς υπερέβη τα όρια αυτής, εξ αιτίας του φόβου και της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση του παθόντος γ) ότι η πράξη του δεν πρέπει να του καταλογισθεί λόγω νοσηράς διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξη της συνείδησης δ) ότι, αλλιώς ότι εξ αιτίας τέτοιας κατάστασης μειώθηκε σημαντικά η ικανότητα του για καταλογισμό, ε) ότι πρόκειται για επικίνδυνη σωματική βλάβη και στ) ότι πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου έντιμου βίου. Όλοι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, ο πρώτος γιατί η επίθεση του παθόντος δεν ήταν παρούσα (άρθρο 22ΠΚ), καθόσον ο κατηγορούμενος χτύπησε τον παθόντα αφού αυτός είχε ήδη ζαλισθεί από τα χτυπήματα με τα χέρια και τις κλωτσιές και αφού ο ίδιος τον είχε αφοπλίσει παίρνοντας του το ρόπαλο με τα χέρια, ο δεύτερος γιατί η εφαρμογή της επικαλούμενης διάταξης του άρθρου 23 περ. β’ ΠΚ (ως λόγος άρσεως του καταλογισμού) προϋποθέτει την αντικειμενικά δεδομένη κατάσταση άμυνας, που δεν υπάρχει εν προκειμένω, οι τρίτος και τέταρτος γιατί από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος όταν τέλεσε τη πράξη που του αποδίδεται βρισκόταν σε κατάσταση νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών του ή διατάραξης της συνειδήσεως, ο πέμπτος γιατί αφ` ενός μεν η σωματική βλάβη του παθόντος είναι βαριά κατά την έννοια του άρθρου 310 αρ. 2 ΠΚ αφ` ετέρου δε γιατί ο κατηγορούμενος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε, ως δάσκαλος του TAE KWON DO και άτομο πολύ μεγάλης σωματικής δύναμης, δεν ενδιαφέρει δε εν προκειμένω ο τρόπος τελέσεως της πράξεως, ο δε έκτος γιατί ναι μεν το ποινικό του μητρώο είναι οιονεί λευκό (μικρής απαξίας καταδίκη για παράβαση της 1011/22-19-ΙΒ/26-7-94 ΚΥΑ) πλην όμως δεν αποδείχθηκε επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ. Κατ` ακολουθία πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος βαριάς σκοπουμένης σωματικής βλάβης". Με το διατακτικό του δε, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται με το σκεπτικό και αποτελούν ενιαίο σύνολο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στη Λάρισα την 24-2-2008 και περί ώρα 04.00 περίπου προκάλεσε σε άλλον σωματική κάκωση που είχε ως επακόλουθο τη βαριά σωματική πάθηση του, αποτέλεσμα το οποίο επιδίωκε. Συγκεκριμένα ευρισκόμενος στον χώρο στάθμευσης του νυκτερινού κέντρου "Σ.", επιτέθηκε εναντίον του Β. Β. του Ε., τον οποίο κτύπησε επανειλημμένα με ξύλο σχήματος ρόπαλου στο κεφάλι και εν συνεχεία ενώ ο παθών προσπαθούσε να διαφύγει κτύπησε αυτόν εκ νέου επανειλημμένα στο κεφάλι με το ανωτέρω ξύλο με αποτέλεσμα με τις προαναφερόμενες ενέργειες του να προκαλέσει στον Β. Β. κάκωση της κεφαλής υπαραχνοειδή αιμορραγία, διατιτραίνον τραύμα του σκληρού χιτώνα του αριστερού οφθαλμού (ανοιχτός βολβός) με πρόπτωση των ενδοβολβίων ιστών και θλαστικά τραύματα βλεφάρων και απώλεια όρασης από τον ως άνω οφθαλμό σε ποσοστό 100% λόγω της σύνθλιψης των ενδοβολβίων ιστών, ήτοι βαριά σωματική βλάβη, την οποία επιδίωκε να προκαλέσει". Ακολούθως δε του επέβαλε την ποινή της καθείρξεως των πέντε (5) ετών. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, υποθετικές κρίσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε υπαγωγή των στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 310 παρ. 3 ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στο σκεπτικό της, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει τόσο τον αξιούμενο από την παραπάνω διάταξη για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, χαρακτηρισμό της βλάβης που προκλήθηκε στον παθόντα ως βαριάς, με την παραδοχή ότι από την ως άνω πράξη του κατηγορουμένου προξενήθηκε στον παθόντα σοβαρή αναπηρία από την απώλεια όρασης του αριστερού οφθαλμού του σε ποσοστό 100%, που επήλθε από τα δυνατά αλλεπάλληλα χτυπήματα με ξύλο σχήματος ροπάλου στην κεφαλή και στο πρόσωπο του. Οτι ο κατηγορούμενος σκόπευε άμεσα στην πρόκλησή της. Τούτο συνάγεται από τα στοιχεία πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος, ως αυτά εκτίθενται με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή από τον τρόπο επίθεσης που επέλεξε ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, χτυπώντας τον παθόντα με το ξύλο που είχε μορφή ροπάλου σε καίριο σημείο του σώματος του, που ήταν το κεφάλι και το πρόσωπο του με αλλεπάλληλα χτυπήματα, γνωρίζοντας μάλιστα ότι υπερείχε στην σωματική δύναμη έναντι αυτού, (παθόντος) λόγω της επαγγελματικής ιδιότητας του "ως δασκάλου του TΑE KWON DO και ως ατόμου πολύ μεγάλης δύναμης". Α) Η αιτίαση του ότι το δικαστήριο της ουσίας, την καταδικαστική του κρίση, στήριξε μόνο στις εκφράσεις της διατάξεως του άρθρου 310 παρ. 3 ΠΚ χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού αυτό διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την αντικειμενική υπόσταση της αξιοιποίνου πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αλλά και ως προς την υποκειμενική υπόσταση αυτής, δηλαδή τον σκοπό της προκλήσεως της βαριάς σωματικής βλάβης με συνέπεια την απώλεια οράσεως του αριστερού οφθαλμού του παθόντα. Η κρίση του για την θέληση και την πραγμάτωση του σκοπού αυτού αιτιολογείται με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών από τα οποία επήλθε το αποτέλεσμα τα οποία (πραγματικά περιστατικά), από μόνα τους στοιχειοθετούν τον άμεσο δόλο του δράστη της σε βαθμό κακουργήματος τιμωρουμένης αυτής εγκληματικής πράξεως (ΑΠ 1190/2010). Β) Οι αιτιάσεις του, ότι σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά του ατυχήματος αποδεικνύεται ότι δεν είχε πρόθεση να προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη στον παθόντα, αλλά οι αμυντικές του πράξεις έγιναν στα πλαίσια της απλής σωματικής βλάβης καθώς και ότι είναι αξιοπερίεργο ότι ο συγκατηγορούμενος του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Λ. Ν. καταδικάστηκε για απλή συνέργεια στην αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάσθηκε αυτός ως αυτουργός της, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ως προς το κεφάλαιο της ενοχής του, βάλλεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Από τη διάταξη του άρθρου 22 ΠΚ προκύπτει ότι η άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, προϋποθέτει επίθεση, δηλαδή ορισμένη ανθρώπινη ενέργεια με την οποία εκτίθεται σε κίνδυνο έννομο αγαθό ορισμένου προσώπου. Η επίθεση αυτή πρέπει να είναι άδικη, να αντιφάσκει δηλαδή αντικειμενικά προς το δίκαιο, να είναι παρούσα και ως τέτοια θεωρείται εκείνη που έχει αρχίσει να πραγματοποιείται και εξακολουθεί, ως και όταν άμεσα και ασφαλώς επίκειται η πραγμάτωσή της, όπως όταν βασίμως και δικαιολογημένα μπορεί κάποιος να φοβάται άμεση έναρξη επιθετικής ενέργειας και τέλος, η προσβολή του επιτιθεμένου να είναι αναγκαία για την υπεράσπιση του εκτιθεμένου στον κίνδυνο της επίθεσης. Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που απειλείται, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και τις λοιπές περιστάσεις. Η υπέρβαση των ορίων της άμυνας, αν έγινε με πρόθεση, τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ) και αν έγινε από αμέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με αυτήν. Μένει δε ατιμώρητη και δεν καταλογίζεται στον υπαίτιο αν ενήργησε εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση. Περαιτέρω ιδιαίτερη αιτιολόγηση επιβάλλεται επίσης, για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο ισχυρισμός ότι ο δράστης αξιόποινης πράξεως τελούσε σε κατάσταση άμυνας (άρθρου 22 ΠΚ). Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β, του Κ.Π.Δ. Ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να είναι ορισμένος, δηλαδή να περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τον προβλέπει.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης του ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος προσάπτει την πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι απέρριψε αναιτιολόγητα τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως του, διότι κατά την τέλεση αυτής τελούσε σε κατάσταση άμυνας, επικουρικά δε ότι η αξιόποινη αυτή πράξη δεν πρέπει να του καταλογισθεί διότι υπερέβη τα όρια της άμυνας από φόβο και ταραχή που του προκάλεσε η επίθεση που δέχθηκε από τον παθόντα.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο συνήγορος υπερασπίσεως του αναιρεσείοντος, προ πάσης ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας, πρόβαλλε παραδεκτά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του άρθρου 22και 23 ΠΚ, με το παρακάτω περιεχόμενο: "Ο παθών Β. δημιούργησε επεισόδιο με τον παρκαδόρο του καταστήματος στο οποίο εργαζόμουν και εγώ. Όταν προσέτρεξα εγώ για να λύσω το θέμα ο Β. με προσέβαλε βρίζοντας με και απειλώντας με και εγώ του έδωσα δύο χαστούκια για να τον προκαλέσω να φύγει από το χώρο του καταστήματος. Τότε αυτός πήγε στο αυτοκίνητο του, έβγαλε ένα ρόπαλο και όταν εγώ του είχα στρέψει την πλάτη μου, αυτός με χτύπησε με το ρόπαλο στο κεφάλι προκαλώντας μου οξύτατο πόνο και ζάλη. Εν συνεχεία και παρότι ευρισκόμενος σε κατάσταση ζάλης κατάφερα να τον αφοπλίσω και να αμυνθώ εμποδίζοντας με διάφορες λαβές, να με ξαναχτυπήσει ενώ παράλληλα και πάνω στη συμπλοκή κατάφερα να του φέρω με τις γροθιές μου χτυπήματα στο πρόσωπο, τα οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν του προκάλεσαν την απώλεια του ματιού του ούτε δε είχα και απολύτως καμία πρόθεση να του προκαλέσω. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι τέλεσα την πράξη που μου αποδίδεται ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας, ο παθών ήταν αυτός που αντιδρώντας την αρχική εμπλοκή μαζί μου, μου επιτέθηκε με ρόπαλο, καταφέροντας μου αρχικά με τρόπο παντελώς απρόσμενο και απροειδοποίητο, δυνατό χτύπημα στο κεφάλι. Ότι επακολούθησε αποτέλεσε αμυντική μου πράξη ως αντίδραση στην επίθεση του παθόντα, της οποίας ο άδικος χαρακτήρας αίρεται. Σε κάθε περίπτωση και εφόσον ήθελε απορριφθεί ο ισχυρισμός μου ζητώ να γίνει δεκτός ο κατωτέρω ισχυρισμός. Ως ανωτέρω εκθέτω στον υπό τοιχ. 1 αυτοτελή ισχυρισμό μου ο Β. ήταν αυτός που προέβη σε επίθεση σε βάρος μου με επιθετικό όπλο που υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις θα μπορούσε να αποβεί φονικό. Χτυπώντας με, με το ρόπαλο στο κεφάλι μου με έφερε σε κατάσταση φόβου και ταραχής, καθώς ζαλισμένος και σοκαρισμένος από το χτύπημα δεν ήμουν σε θέση να σκεφθώ και να αντιδράσω με τρόπο νηφάλιο και ψύχραιμο. Παρόλα αυτά σε όλη τη διάρκεια του περιστατικού ευρισκόμουν σε κατάσταση άμυνας. Ακόμα όμως και αν κρίνει το δικαστήριο σας ότι η πράξη μου τελέσθηκε καθ` υπέρβαση των νομίμων ορίων της άμυνας δεχόμενο ότι εγώ τελικά επέφερα με χτύπημα μου την απώλεια του ματιού του Β., θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι η πράξη μου τελέσθηκε υπό καθεστώς φόβου, ταραχής και διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών μου και για αυτόν τον λόγο να μείνω ατιμώρητος". Οι ισχυρισμοί αυτοί, που προβλήθηκαν παραδεκτά και νόμιμα, απορρίφθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, με την παρακάτω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία: "Η επίθεση του παθόντος δεν ήταν παρούσα (άρθρ. 22 ΠΚ) καθόσον ο κατηγορούμενος χτύπησε τον παθόντα αφού αυτός είχε ήδη ζαλισθεί από τα χτυπήματα με τα χέρια και με τις κλωτσιές και αφού ο ίδιος (κατηγορούμενος) τον είχε ήδη αφοπλίσει παίρνοντας του το ρόπαλο από τα χέρια, και ο δεύτερος γιατί η εφαρμογή της επικαλούμενης διάταξης του άρθρου 23 περ. β’ ΠΚ (ως λόγος άρσεως του καταλογισμού) προϋποθέτει την αντικειμενικά δεδομένη κατάσταση άμυνας που δεν υπάρχει εν προκειμένω". Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος σε σχέση με την απορριπτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας των ισχυρισμών αυτών, με τις οποίες παραπονείται ότι σύμφωνα με τα αποδεικτικά μέσα έπρεπε να γίνουν δεκτοί κατ` ουσία, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι άπτονται της αναιρετικά ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την απόρριψη των προβληθέντων από τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο, ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την υπ’ αρ. 4/2014 από 14-4-2014 αίτηση του Χ. Κ. του Δ. κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αρ. 245-252/2013 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...