Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Δημόσιοι υπάλληλοι,επιδόματα εορτών, αντισυνταγματικότητα.

Περίληψη. Δημόσιοι υπάλληλοι. Κατάργηση των επιδομάτων εορτών (Χριστούγεννα - Πάσχα) και αδείας. Η περικοπή αυτή δεν συνιστά απλό περιορισμό του ιδιοκτησιακού δικαιώματος αλλά στέρηση της ιδιοκτησίας. Η σχετική διάταξη κρίνεται αντισυνταγματική και αντίθετη με διατάξεις του ΠΠΠΕΣΔΑ και επομένως ανεφάρμοστη. Υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλει αναδρομικά τις περικοπείσες αποδοχές. Η σχετική αξίωση υπόκειται σε διετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από τη γένεση της αξίωσης. Η τοκογονία αρχίζει από την επίδοση της αγωγής και όχι από εξώδικη όχληση ή την παρέλευση της δήλης ημέρας για την καταβολή τους. Δικαιοδοσία Πολιτικών Δικαστηρίων για την εκδίκαση αγωγής υπαλλήλων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. 
 
Ειρηνοδικείο Καλαμάτας 7/ 2016.

 Συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη Αθανάσιο Μουτζούρη.

I. Με την αναθεώρηση του 2001 κατοχυρώθηκε ρητά στο Σύνταγμα (άρθρο 25) η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, η οποία λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς τα ρητώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, συνιστώντας ένα γενικό δικαίωμα για κοινωνική αλληλεγγύη, κατ’ αναλογία με τη λειτουργία την οποία επιτελεί το άρθρο 5 παρ. 1 ως προς τα ατομικά δικαιώματα. Η εν λόγω αρχή και τα κοινωνικά δικαιώματα συνιστούν δεσμευτικούς κανόνες για την κρατική εξουσία, ιδιαίτερα τη νομοθετική, προς την κατεύθυνση κατοχύρωσης της πληρέστερης δυνατής κοινωνικής προστασίας. Τα κοινωνικά δικαιώματα θεωρούνται μάλιστα ως «απαράγραπτα», ως δεσμεύοντα, δηλαδή, την άσκηση όλων των συντεταγμένων εξουσιών, τόσο του αναθεωρητικού όσο και του κοινού νομοθέτη. Εξάλλου, τα κοινωνικά δικαιώματα είναι θεμελιώδη, εξίσου με τα ατομικά και τα πολιτικά και παράγουν, κατά την επικρατούσα στη θεωρία άποψη, ένα «σχετικό κοινωνικό κεκτημένο», η αξία και η προστατευτική λειτουργία του οποίου πρέπει να αναδεικνύονται ακόμα περισσότερο σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, όταν οι πολίτες το έχουν περισσότερη ανάγκη. Στο άρθρο δε 106 παρ. 1 εδ. α του Συντάγματος ορίζεται ότι «Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας». Από τη διάταξη αυτή απορρέει η συνταγματική επιταγή για ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη με διασφάλιση των συνθηκών κοινωνικής ειρήνης, η οποία δεσμεύει όλα τα κρατικά όργανα και πρωτίστως τον νομοθέτη, περιορίζοντας το εύρος των επιτρεπτών επιλογών του. Η παραπάνω συνταγματική επιταγή θέτει ιδίως δύο όρια στον νομοθέτη. Πρώτον, δεν είναι επιτρεπτή η θέσπιση νομοθετικών μέτρων, τα οποία, ανεξαρτήτως του επιδιωκόμενου με αυτά σκοπού δημοσίου συμφέροντος, συνεπάγονται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης, δηλαδή καταλήγουν σε αποτέλεσμα ευθέως αντίθετο προς τον σκοπό της συνταγματικής διάταξης. Ως σοβαρή διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης πρέπει να νοηθεί εξίσου η δραματική επιδείνωση των συνθηκών κοινοτικής διαβίωσης (όπως αύξηση του αριθμού των ανέργων, αστέγων, όσων διαβιούν κάτω από το όριο της (φτώχειας κλπ.), όσο και η διατάραξη της δημόσιας τάξης και ασφάλειας (π.χ. βίαιες ενέργειες διαμαρτυρίας, αύξηση της εγκληματικότητας κλπ.), που απορρέει από την επιδείνωση των κοινωνικών συνθηκών. Δεύτερον, δεν είναι επιτρεπτή η θέσπιση νομοθετικών μέτρων, τα οποία συνεπάγονται δραματική συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος επιχειρήσεων των νοικοκυριών, προκειμένου να εξυπηρετηθεί μονομερώς ορισμένος, έστω και δημοσίου συμφέροντος, οικονομικός σκοπός. Αντιθέτως, όπως συνάγεται από την συνταγματική διάταξη, το γενικό συμφέρον δεν ταυτίζεται με το αμιγώς δημοσιονομικό. Περαιτέρω στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους», στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προ βλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από τον νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας» και στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου «Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης». Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι ο νομοθέτης δύναται καταρχήν να επιβάλει στους πολίτες, προς εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, επιβαρύνσεις για την αντιμετώπιση ορισμένης επείγουσας ανάγκης ή κατάστασης κρίσης, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι έχουν περιορισμένη διάρκεια, ότι είναι πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος και όχι δυσανάλογες σε σχέση προς αυτόν, ότι είναι επαρκώς αιτιολογημένες και ότι κατανέμονται ισότιμα μεταξύ όλων των πολιτών, των απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός. Επομένως, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση, από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας, να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, οι οποίοι, κατά κανόνα, είναι συνεπείς προς τις υποχρεώσεις τους και να ευνοούνται άλλες κατηγορίες από την ασυνέπεια των οποίων - κυρίως στο πεδίο της εκπλήρωσης των φορολογικών τους υποχρεώσεων - προκαλείται σε μεγάλο ποσοστό η δυσμενής αυτή συγκυρία (βλ. ΟλΣτΕ 1286/2012, ΤρΝομΠλ ΔΣΑ), ούτε, κατά μείζονα λόγο, η επισώρευση νέων επιβαρύνσεων σε βάρος των ίδιων κατηγοριών πολιτών (λ.χ. διαδοχικές μειώσεις αποδοχών ή συντάξεων), εάν τα προηγούμενα αποδείχθηκαν απρόσφορα και εφόσον με τα νέα μέτρα οι ίδιες κατηγορίες πολιτών υφίστανται υπέρμετρη απώλεια του προηγουμένως διαθέσιμου εισοδήματός τους. Τούτο μάλιστα, ιδίως, όταν οι εν λόγω μειώσεις επέρχονται αιφνιδιαστικά και κλονίζουν ριζικά την οικονομική κατάσταση των ατόμων ή ανατρέπουν καταστάσεις, στις οποίες αυτά είχαν καλόπιστα αποβλέψει (βλ. γνωμοδότηση Κ. Χρυσόγονου και Α. Καΐδατζή για τη συνταγματικότητα του σχεδίου νόμου «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016»). Εξάλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε, μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α` 256) και έχει ως εκ τούτου υπερνομοθετική ισχύ, κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α` του Συντάγματος, ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους..». Στην έννοια της περιουσίας, που εγγυάται το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., περιλαμβάνεται σειρά περιουσιακών δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων δικαιώματα μισθών, επιδομάτων και κάθε άλλης μορφής αποδοχών εργαζομένων, εφόσον είναι προσδιορισμένα με νόμο ή προσδιορίσιμα βάσει νόμου ή συνιστούν αντικειμενικώς νόμιμη προσδοκία, που θα μπορούσε να θεμελιωθεί στο ισχύον μέχρι την προσβολή δίκαιο. Επομένως περιουσία αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπόμενων από τη νομοθεσία του συμβαλλόμενου κράτους αποδοχών, εφ’ όσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α … κατά …., της 8.2.2006, σκέψεις 23 και 26, … και λοιποί κατά …. , της 19.04.2007, σκέψη 94). Τα περιουσιακά αυτά δικαιώματα ως κατεξοχήν μέσα βιοπορισμού προσλαμβάνουν και έντονο κοινωνικό περιεχόμενο. Αποτελούν δε αυτοτελή ιδιοκτησιακά δικαιώματα, για τον λόγο αυτό η εν όλω ή εν μέρει κατάργησή τους αποτελεί εν όλω ή εν μέρει στέρηση του αντικειμένου αυτοτελών ιδιοκτησιακών ή περιουσιακών δικαιωμάτων. Για τη στέρηση αυτή το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. προβλέπει ότι δύναται να χωρήσει δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους από τον νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους, δηλαδή «έναντι έγκαιρης και δίκαιης αποζημιώσεως για την απώλειά της». Επιπλέον, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει αφενός να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, καταρχήν και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών (πρβλ. ΕΔΔΑ, αποφάσεις… και λοιποί κατά …, της 21.2.1986, No 8793/79, σκέψη 46, .. .. .. και λοιποί κατά . , της 20.11.1995, …… , της 28.1.2003, … και λοιποί κατά .. , της 8.7.2004, σκέψη 25, ….. κατά …, της 18.2.2009, σκέψη 83), αφετέρου να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (βλ. …. και λοιποί κατά … , σκέψη 50). Την προστασία του δικαιώματος στην περιουσία, όπως αυτό έχει διαπλαστεί από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, παγίως αναγνωρίζουν τα ελληνικά δικαστήρια, ενώ κατά την πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας «...η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν....» (βλ. ΟλΣτΕ 668/2012, σκέψη 34, ΟλΣτΕ 1285 - 1286/2012, σκέψη 15, ΤρΝομΠλ ΔΣΑ). Στο δε άρθρο 2 παρ. 1 Συντ. ορίζεται ότι «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Από τη διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται η αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, απορρέει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελάχιστου εισοδήματος, το οποίο έχει ως φορέα τον «καθένα», ενεργοποιείται ως κανόνας προστασίας για κάθε άτομο που πλησιάζει τα όρια της εξαθλίωσης και αποτελεί το ακραίο όριο των νομοθετικών επιλογών. Το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελάχιστου εισοδήματος, ως ειδική έκφανση της υποχρέωσης του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αναγνωρίζεται πρόσφατα και από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων (βλ. ΟλΣτΕ 668/2012, σκέψη 35), αλλά και του Ε.Δ.Δ.Α. σε σχέση με τα περιουσιακά δικαιώματα, που προστατεύει κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Συγκεκριμένα στη με αρ. 7-5/2013 απόφαση, αν και το δικαστήριο τόνισε πολλές φορές ότι η κοινωνική πολιτική είναι υπόθεση των κυβερνώντων, φρόντισε να θέσει ουκ ολίγες φορές την επιταγή της μη εξαθλίωσης, θέτοντας το συγκεκριμένο ζήτημα ως απώτατο όριο της διακριτικής ευχέρειας των Κρατών Μελών. Πιο συγκεκριμένα, στη σκέψη 32 αναφέρεται σε υπερβολική επιβάρυνση, στη σκέψη 44 υιοθετεί τη θέση του ΣτΕ ότι η ύπαρξη των ατόμων δεν πρέπει να τίθεται σε κίνδυνο και τέλος, στη σκέψη 46 κάνει λόγο για «κακουχίες ασυμβίβαστες με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου». Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν αναγνωρίζει, όπως έχει επανειλημμένα τονίσει, δικαίωμα σε ένα συγκεκριμένο ποσό αποδοχών, από τα ως άνω, εμμέσως υπονοεί ότι ένα ελάχιστο ποσό ικανό να εξασφαλίσει στο άτομο το δικαίωμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης αποτελεί το έσχατο απαραβίαστο όριο των μειώσεων. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Συντ., «η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος». Εξάλλου, με το άρθρο 4 παρ. 1 του Μέρους II του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το Ν. 1426/1984 και σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 Συντ. υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, αναγνωρίζεται «το δικαίωμα των εργαζομένων για αμοιβή αρκετή να εξασφαλίζει σ’ αυτούς και τις οικογένειές τους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης». Ενόψει των ανωτέρω, η επιβολή μέτρων προς εξυπηρέτηση δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας δεν δικαιολογεί εν λευκώ και εκ προοιμίου οποιοδήποτε μέτρο με οποιοδήποτε κόστος. Η επιλογή των συγκεκριμένων μέτρων δεν ανήκει στην ανέλεγκτη διαπλαστική εξουσία του νομοθέτη, ο οποίος ελέγχεται ως προς την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη με διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης και δεσμεύεται από τα όρια, που θέτουν οι ως άνω απορρέουσες από τις συνταγματικές και τις υπερκείμενες νομοθετικά διεθνείς συμβάσεις διατάξεις αρχές, την υπέρβαση των οποίων με κριτήρια την ένταση, τη διάρκεια και τη σώρευση των μέτρων, τη δίκαιη κατανομή τους μεταξύ των πολιτών, καθώς και την αιτιολόγηση και τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και της αποτελεσματικότητάς τους, ελέγχουν τα δικαστήρια κατ’ άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος. Τα τελευταία, όταν διαπιστώσουν ότι οι εισαγόμενες ρυθμίσεις παραβιάζουν τις ως άνω συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές καλούνται να τις αποκαταστήσουν, επιδικάζοντας στους φορείς του σχετικού δικαιώματος, που απορρέει από αυτές, εις βάρος των οποίων εφαρμόσθηκαν οι αντισυνταγματικές διατάξεις, τις διαφορές που προκύπτουν από την εφαρμογή προς αυτούς των εν λόγω διατάξεων (βλ. Ειρ. Αλεξανδρούπολης 118/2016, Ειρ. Ιλίου 112/2016 Ειρ. Καλλιθέας 226/2014, Ειρ. Θεσ. 7779/2014, αδημ.).

II. Στις 15.3.2010 δημοσιεύθηκε ο Ν. 3833/2010 «Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» (Α` 40), με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 7 και 8 του οποίου περικόπηκαν κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%) και με αναδρομική ισχύ από 01.01.2010 τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) κλπ., ενώ μειώθηκαν κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας. Ακολούθως, στις 6.5.2010 δημοσιεύθηκε ο Ν. 3845/2010 (Α` 65) με τίτλο «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο». Με το άρθρο τρίτο του ανωτέρω νόμου μειώθηκαν περαιτέρω κατά ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%) οι αποδοχές των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στο στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας καθορίσθηκαν ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου τοιν τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους. Στη συνέχεια, με το άρθρο 16 του Ν. 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο) τα ανωτέρω επιδόματα επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ποσά με ισχύ από 01.11.2011. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 του Ν. 4024/2011 «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο,εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015»: «1. Το Επίδομα Εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2. Το Επίδομα Εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3. Το Επίδομα Αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30 Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5. Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3 καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους. Εν συνεχεία, με την υποπαραγραφ. Γ.1 «ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ» (περ. 1) του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016», που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του Ν. 4046/2012, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, καταργήθηκαν από 01.01.2013. Στην εισηγητική δε έκθεση του παραπάνω νόμου ουδεμία αιτιολογία αναφέρεται περί της αναγκαιότητας λήψης των εν λόγω μέτρων ενώ ουδόλως προκύπτει ότι τα λαμβανόμενα μέτρα ήταν αναγκαία, αλλά και τα μόνα ικανά και πρόσφορα για τον επιδιωκόμενο σκοπό τηρουμένων και των αρχών της ισότητας και αναλογικότητας. Εν τούτοις νομοθετήθηκε η εξ ολοκλήρου κατάργηση των ανωτέρω επιδομάτων, μολονότι είχαν ήδη περιοριστεί από τους προηγούμενους ανωτέρω αναφερόμενους νόμους και επομένως ο νομοθέτης δεν δικαιολογείτο πλέον να προχωρήσει στις σχετικές ρυθμίσεις, οι οποίες αναφέρονται στην σχετική ομάδα θιγόμενων πολιτών, χωρίς ειδική έρευνα του αντικειμένου αυτών, αλλά όφειλε να προβεί σε εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου να αναδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις, τις απορρέουσες, μεταξύ άλλων, από τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου. Επίσης, ακόμη και αν ήθελε κριθεί, πως τα επίδικα μέτρα ήταν πρόσφορα, ο νομοθέτης όφειλε περαιτέρω να μελετήσει και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την αναγκαιότητα τους, εξετάζοντας την ύπαρξη εναλλακτικών επιλογών και συγκρίνοντας τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της καθεμίας για την επίτευξη των επιδιωκόμενων δημοσίων σκοπών. Επομένως πριν από τη κατάργηση των δώρων και του επιδόματος αδείας, όφειλε προηγουμένως να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, αν οι επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου, οδηγούν σε επιτρεπτή μείωση του επιπέδου ζωής των μισθωτών (Ολ. ΣτΕ 2287/2015, σκέψη 24). Ως εκ τούτου για τη θέσπιση των ανωτέρω περικοπών δεν αρκεί η επίκληση, αορίστως του σπουδαίου δημοσίου συμφέροντος, αλλά η τεκμηρίωση με τη δέουσα σαφήνεια και παράθεση αναλυτικών στοιχείων του λόγου για τον οποίο η συγκεκριμένη δέσμη μέτρων είναι η μόνη πρόσφορη και αναγκαία λύση για την αποφυγή του κινδύνου χρεωκοπίας της χώρας, τηρουμένων των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας (βλ. σχετ. μελέτη Κ. Χρυσόγονου - Α. Καιδατζή, ΝοΒ 2012 τ. 60 σελ. 1682 επ.). Άλλωστε σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίζει μέτρα περιστολής δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, πλην η δυνατότητα αυτή έχει ως όριο την καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων εκάστου, καθώς και την αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 Σ. Όμως η περικοπή των δώρων και του επιδόματος αδείας, οι οποίες έχουν νομοθετηθεί σε συνέχεια των ανωτέρω αναφερόμενων νόμων με τους οποίους περικόπηκαν οι αποδοχές των μισθωτών, επιβαρύνουν σιορευτικά την ίδια ομάδα πολιτών (μισθωτών) και ως εκ τούτου η επιβάρυνση αυτή είναι εξόφθαλμα δυσανάλογη ιδίως για όσους υπηρετούν στο δημόσιο, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν υποστεί σοβαρές οικονομικές απώλειες (βλ. Ολ ΣτΕ 1972/2012 σκέψη 17 γνώμη μειοψηφίας). Επιπλέον, οι εν λόγοι ρυθμίσεις, αντίκεινται στο άρθρο 4 παρ. 5 Σ., καθόσον δεν πλήττουν, κατ’ αποτέλεσμα, στον ίδιο βαθμό τους υψηλόμισθους υπαλλήλους αφενός και τους χαμηλόμισθους υπαλλήλους αφετέρου, με αποτέλεσμα οι μεν υψηλόμισθοι να εξακολουθούν να διατηρούν ένα ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, οι χαμηλόμισθοι, όμως, οι οποίοι αποτελούν ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, οδηγούνται στην κοινωνική και οικονομική εξαθλίωση καλούμενοι να συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη κατά προφανή αναντιστοιχία με τις δυνάμεις τους. Επίσης, συντρέχει προσβολή του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., καθόσον με τις επίμαχες ρυθμίσεις του Ν. 4093/2012 πλήττονται γεγενημένα δικαιώματα, που αποτελούν περιουσιακά δικαιώματα εντασσόμενα στην προστασία του εδ. 1 του άρθρου 1 αυτού, δεδομένου ότι η χορήγηση και ο τρόπος υπολογισμού των περικοπτόμενων - καταργούμενων επιδομάτων (εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας), προβλέπονταν από τους νόμους 3205/2003 και 287/1976. Για τον λόγο αυτό η εν όλω αφαίρεσή τους, συνιστά την κατά το εδάφιο 2 του άρθρου 1 του εν λόγω Πρωτοκόλλου στέρηση της ιδιοκτησίας, η οποία δύναται μεν να χωρήσει για δημόσια ωφέλεια, αλλά πάντοτε «υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον νόμο και έναντι έγκαιρης και δίκαιης αποζημίωσης για την απώλειά της». Ενόψει αυτού η εν όλω περικοπή αποδοχών δεν συνιστά απλό περιορισμό ιδιοκτησιακού δικαιώματος, ο οποίος δύναται να χωρήσει προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος και να δικαιολογηθεί, εφόσον δεν θίγει τον πυρήνα του ιδιοκτησιακού δικαιώματος, καθόσον, εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτίθενται, ελλείπει η συνδρομή των προϋποθέσεων νομίμου περιορισμού των επίμαχων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων στα οποία είχαν καλόπιστα προβλέψει οι θιγόμενοι, ως προς το είδος, το ύψος και τη διάρκεια των επιβαλλόμενων περικοπών, χάριν του δημοσίου συμφέροντος και ως εκ τούτου αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αλλά και στη κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ` του Συντάγματος αρχή. Με το εν λόγω νομοθέτημα παραβιάζεται επιπλέον και το από 2 παρ. 1 του Συντάγματος και ως ειδική έκφανση της υποχρέωσης του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, απορρέον δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελαχίστου εισοδήματος, που σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναγνωρίζεται από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων και του Ε.Δ.Δ.Α., στον βαθμό που οι ρυθμίσεις του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 δεν συναρτούν την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων (Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, με τον προσδιορισμό ενός ελαχίστου ποσού αποδοχών, διασφαλίζοντας το ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να θεωρηθεί ότι συντρέχει ταυτόχρονα και προσβολή του δικαιώματος εργασίας κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματο προσβολή και του άρθρου 4 παρ. 1 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Η προσβολή του δικαιώματος επέρχεται ήδη σε αφηρημένο επίπεδο, καθότι στις επίμαχες ρυθμίσεις για περικοπές αποδοχών δεν προσδιορίζεται ένα ελάχιστο ποσό αποδοχών, που να εξασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, το οποίο να εξαιρείται των περικοπών.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 140 παρ. 3 ν. 4270/2014 και πριν την έναρξη ισχύος αυτής κατά το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους": Η απαίτηση οποιοσδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεσή της». Κατά το άρθρο 141 ν. 4270/2014 και πριν την έναρξη ισχύος αυτού, του άρθρου 91 εδ. α’ του ν. 2362/1995: «Η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού...». Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως. Η διάταξη του άρθρου 140 παρ. 3 και πριν την έναρξη ισχύος αυτής του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 141 ν. 4270/2014 και πριν την έναρξη ισχύος αυτού, του άρθρου 91 εδ. α’ του ν. 2362/1995 αντίστοιχα, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Αυτό συνάγεται σαφώς από τη ρητή επιφύλαξη, που διατυπώνεται στο άρθρο 141 ν. 4270/2014 -και πριν την έναρξη ισχύος αυτού, στο άρθρο 91 εδ. α` ν. 2362/1995- ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως αυτή του άρθρου 140 παρ, . 3 ν. 4270/2014 και 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 αντίστοιχα, η οποία, κατά συνέπεια, κατισχύει της γενικής διάταξης (ΑΠ 182/2014, ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 372/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 143 παρ β` ν. 4270/2014 -και πριν την έναρξη ισχύος αυτού, κατ` αρθρ. 93 περ. β` ν. 2362/1995- η παραγραφή διακόπτεται μεταξύ άλλων και με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως των κατά του δημοσίου αξιώσεων, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής. Αν η δημόσια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή. Επιπλέον η παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως κατ` αρθρ. 140 παρ. 3 ν. 4270/2014 -και πριν την έναρξη ισχύος αυτού, κατ` άρθρο 94 εδ. δ` ν. 2362/1995 (ΣτΕ 4024/2010, Ειρ. Καβάλας 212/2015 ΤΝΠ -ΝΟΜΟΣ). Η θεσπιζόμενη με τις προαναφερθείσες διατάξεις βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον των παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ, είναι συνταγματικώς επιτρεπτή και δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των ως άνω αξιώσεων και των σχετικών υποχρεώσεων του Δημοσίου (βλ. ΑΕΔ 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος (για το δικαίωμα ακρόασης από τα δικαστήρια). Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 α’ της Ε.Σ.Δ.Α. (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ..Α. (που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την ισχύ τους (βλ. ΑΕΔ 9/2009, ΟλΑΠ 38/2005, 22/2005, 31/2007). Εξάλλου, η ανωτέρω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 α’ (περί πρόσφορης προσφυγής του ατόμου επί παραβιάσεως των δικαιωμάτων του), 5 παρ. 1 (περί καταργήσεως δικαιωμάτων προσώπου ή περιορισμών τους), 22 παρ. 1, 26 (περί της ισότητας των προσώπων ενώπιον του νόμου και απαγόρευσης διακρίσεων), 14 παρ. 1 (περί δικαιώματος του προσώπου για δίκαιη δίκη) του με το Ν. 2462/1997 κυρωθέντος και έχοντος υπερνομοθετικής ισχύος, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (βλ. ΟλΑΠ 4/2015, ΤρΝομΠλ Νόμος). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Β.Δ. της 26.6/10.07.1944 «περί του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου», που είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 430/2015, ΑΠ 2/2014, ΑΠ 634/2013, ΑΠ 1917/2007, ΜΠρΛαμ 17/2016, ΤρΝομΠλ Νόμος), ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του δημοσίου οφειλής αρχίζει από την επίδοση της αγωγής (βλ. ΑΕΔ 25/2012, ΤρΝομΠλ Νόμος, ΟλΑΠ 1/2014, ΤρΝομΠλ Νόμος, ΣτΕ 3125/2015, ΤρΝομΠλ Νόμος, ΣτΕ 558/2015, ΤρΝομΠλ Νόμος). Η ρύθμιση αυτή, θεσπισθείσα για λόγους δημόσιου συμφέροντος, συνδεόμενους με την εκπλήρωση των σκοπών του Δημοσίου δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος, στο άρθρο 6 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4ης.11.1950, που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και στις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ίδιας Σύμβασης (πρβλ. ΑΠ 157/2011, ΑΠ 363/2006, ΕλλΔ/νη 2006.412, ΑΠ 501/1997, ΕλλΔ/νη 1998.130). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 340, 341 και 346 του ΑΚ προκύπτει ότι, επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, η έναρξη υπολογισμού του νόμιμου τόκου και του τόκου υπερημερίας αρχίζει από την επίδοση της αγωγής και όχι από την τυχόν εξώδικη όχλησή του (Δημοσίου) ή την παρέλευση της δήλης ημέρας εκπληρώσεως της χρηματικής οφειλής (βλ. ΑΠ 303/2016 Νόμος, ΟλΑΠ 10/2008, ΟλΑΠ 7/2000 και ΑΠ 157/2011, δημοσιευμένες στην ΤρΝομΠλ Νόμος, ΕφΑΘ 1481/2001, ΕπίσκΕμπΔ 2001.1087, ΕφΑΘ 8334/2000, ΕΔΠολ 2003.327, ΕφΠειρ 840/1996, ΕλλΔ/νη 1998.201, ΑΠ 779/1984, ΝοΒ 1985.608, ΑΠ 728/1980, ΝοΒ 1981.33).

Στην υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι είναι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου, συνδεόμενου μετ’ αυτού με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από τις 16.06.2011 ο πρώτος εξ αυτών εργαζόμενος στο .... και από 01.07.2013 οι λοιποί, ήτοι ο δεύτερος εργαζόμενος επίσης στο ... , ο τρίτος και τέταρτη στο ... και η πέμπτη στο .. . Ότι μισθοδοτούνταν από το εναγόμενο, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου (Ν. 3205/2003 και Ν. 4024/2011), που ρυθμίζουν τη μισθοδοσία των υπαλλήλων του Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και των ιδίων. Ότι το εναγόμενο προέβη, σε διαδοχικές περικοπές των επιδομάτων εορτών των Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας και τελικά στη πλήρη κατάργησή τους. Ότι ειδικότερα οι εν λόγω περικοπές είχαν ξεκινήσει με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010, με τις οποίες περικόπηκαν κατά ποσοστό 30% τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, με αναδρομική ισχύ από 01.01.2010. Ότι, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3 του Ν. 3845/2010, τα εν λόγω επιδόματα περικόττηκαν περαιτέρω και καθορίσθηκαν στα ποσά των 500, 250 και 250 ευρώ αντίστοιχα, με αναδρομική ισχύ από 01.06.2010, ότι με το άρθρο 16 του Ν. 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο) επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ποσά με ισχύ από 01.11.2011 και ότι με την υποπαραγραφ. Ε.1 «ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΌΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ» (περ. 1) του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» επήλθε ολοσχερή κατάργησή τους από 01.01.2013. Ότι η διάταξη με την οποία καταργήθηκαν τα ανωτέρω επιδόματα ως αντικείμενη στα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., η οποία έχει κυρωθεί με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, στις διεθνείς συμβάσεις εργασίας 87, 98, 150 και 151 και στο άρθρο 8 του Διεθνούς Συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα, είναι αντισυνταγματική και ανίσχυρη. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζητούν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στο πρώτο εξ’ αυτών το συνολικό ποσό των 2.250 ευρώ, ήτοι 750 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα για τα έτη 2013, 2014 και 2015 (250 X 3) αντίστοιχα, 1.000 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων για τα έτη 2013 και 2014 αντίστοιχα (500 X 2) και 500 ευρώ για επίδομα αδείας για τα έτη 2013 και 2014 (250 X 2) αντίστοιχα και σε καθένα εκ των λοιπών εναγόντων το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ, ήτοι 500 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα για τα έτη 2014 και 2015 (250 X 2) αντίστοιχα 1.000 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων για τα έτη 2013 και 2014 αντίστοιχα (500 X 2) και 500 ευρώ για επίδομα αδείας για τα έτη 2013 και 2014 (250 X 2) αντίστοιχα, νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα που εκάστη από τις ανωτέρω παροχές έγινε απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση και να καταδικαστεί το εναγόμενο στη δικαστική τους δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου (άρθρο 71 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 17 του Ν. 2479/1997, σύμφωνα με το οποίο «στις εργατικές διαφορές δεν καταβάλλεται το κατά το νόμο ΓΠΟΗ/1912 (ΦΕΚ Α` 3), όπως ήδη ισχύει, δικαστικό ένσημο, για το μέχρι του ποσού της εκάστοτε και καθ’ ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου αίτημα της αγωγής»), αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να τη δικάσει (άρθρα 7, 9, 14 παρ. 1 περ. α και 664, 668 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν καταργηθούν σιωπηρώς με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), αφού αφορά σε σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, πρόκειται δηλαδή για ιδιωτική διαφορά, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (βλ. ΟλΑΠ 7/2001, ΕλλΔ/νη 42.381, ΟλΑΠ 1143/1983, ΝοΒ 32.673, ΑΠ 873/2002, Δ/νη 44.121, ΕφΛαρ 47/2002, Δ/νη 44.1408), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών των άρθρων 664 έως 676 ΚΠολΔ (άρθρο 663 του ίδιου Κώδικα). Περαιτέρω, η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις στις διατάξεις, που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη (υπό στοιχείο II) της παρούσας απόφασης και σ’ αυτές των άρθρων 340, 345, 346, 361, 648, 653 του ΑΚ, 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ, εκτός από το αίτημα περί καταβολής τόκων από τη δήλη ημέρα που εκάστη από τις ένδικες παροχές έγινε απαιτητή, που είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθώς επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, η έναρξη υπολογισμού του νόμιμου τόκου και του τόκου υπερημερίας αρχίζει από την επίδοση της αγωγής, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη (υπό στοιχείο III) της παρούσας απόφασης. Πρέπει, συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς και των όσων συνομολογούνται (άρθρα 261, 352 του ΚΠολΔ) από τους διαδίκους, όπως προκύπτει από το σύνολο των περιλαμβανομένων στις έγγραφες προτάσεις ισχυρισμών τους (βλ. ΑΠ 357/1999, Δ/νη 40.1567, ΑΠ 1537/1997, Δ/νη 39.1321, ΑΠ 180/1998, Δ/νη 39.851, ΑΠ 1114/1996, Δ/νη 38.1075) αποδεικνύονται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Οι ενάγοντες είναι υπάλληλοι, συνδεόμενοι με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ειδικότερα ο πρώτος εξ αυτών εργάζεται από τις 16.06.2011, οι δε λοιποί από 01.07.2013 σε δικαστικές υπηρεσίες της Καλαμάτας ήτοι στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας οι δύο πρώτοι εξ’ αυτών, στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας ο τρίτος και η τέταρτη και στο Πταισματοδικείο Καλαμάτας η πέμπτη εξ’ αυτών (βλ. σχετικές προσκομισθείσες βεβαιώσεις), οι δε πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές τους ήταν κάτω των 3.000 ευρώ και ήταν αμειβόμενοι σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου, που ρύθμιζαν τη μισθοδοσία των υπαλλήλων του Δημοσίου (Ν. 4024/2011). Κατ’ εφαρμογή της διάταξης της υποπαραγραφ. Γ.1 «ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ» (περ. 1) του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016», καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που λάμβαναν. Εντούτοις σύμφωνα με τα όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη (υπό στοιχεία I και II) της παρούσας, η ανωτέρω διάταξη τυγχάνει ανεφάρμοστη ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και στις έχουσες υπερνομοθετική ισχύ διατάξεις των διεθνών συνθηκών, καθόσον τους στερεί το δικαιούμενο, ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης χαμηλόμισθων ελλήνων μισθωτών. Ως εκ τούτου πρέπει το εναγόμενο να καταβάλει στο πρώτο ενάγοντα τα αιτούμενα από αυτόν ποσά πλην του ποσού των 250 ευρώ που αντιστοιχεί στο επίδομα Πάσχα του 2013 καθόσον η ανωτέρω αξίωση έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή του ν. 4270/2014 που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο τούτο και αυτεπαγγέλτως, δεδομένου ότι ο χρόνος παραγραφής της συγκεκριμένης αξίωσης άρχισε από τη γένεση αυτής, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη (υπό στοιχείο III) της παρούσας απόφασης ήτοι από τις 25.04.2013 (10 ημέρες πριν από το Πάσχα που ήταν στις 05.05.2013), η δε υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 17.06.2015 όταν δηλαδή η αξίωση είχε ήδη παραγραφεί (από τις 25.04.2015) χωρίς να προταθεί παραδεκτώς και νομίμως από τον πρώτο ενάγοντα διακοπτικό της παραγραφής της ανωτέρω αξίωσης του γεγονός. Σημειώνεται δε ότι ο ίδιος απευθύνθηκε στην αρμόδια αρχή για την πληρωμή των απαιτήσεων του, αφού είχε ήδη παραγραφεί η ανωτέρω αξίωση, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα υπ. αριθμ. πρωτ. ../10-09-2015 και ../18-09- 2015 έγγραφα του Υπουργείου Δικαιοσύνης προς απάντηση των υπ. αριθμ. πρωτ. …./679467/10.08.2015 και …/Φ.100042/08.09.2015 αντιστοίχων εγγράφων του πρώτου ενάγοντα. Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή ως προς το πρώτο ενάγοντα, και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ, ήτοι 500 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα για τα έτη 2014 και 2015 (250 X 2) αντίστοιχα, 1.000 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων για τα έτη 2013 και 2014 αντίστοιχα (500 X 2) και 500 ευρώ για επίδομα αδείας για τα έτη 2013 και 2014 (250 X 2) αντίστοιχα με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Περαιτέρω το εναγόμενο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει σε καθένα εκ των λοιπών εναγόντων το ποσό των 500 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα για τα έτη 2014 και 2015 (250 X 2) αντίστοιχα. Επίσης είναι υποχρεωμένο να τους καταβάλει το ποσό των 250 ευρώ που αφορά το επίδομα αδείας του 2014, ενώ δεν δικαιούνται τη χορήγηση του επιδόματος αδείας του 2013 καθόσον ξεκίνησαν να εργάζονται στο εναγόμενο στις 01.07.2013 (βλ. άρθρου 16 παρ. 3 Ν. 4024/2011). Περαιτέρω δικαιούνται το δώρο Χριστουγέννων 2014 ποσού 500 ευρώ καθώς και την αντίστοιχη αναλογία του δώρου Χριστουγέννων του 2013 καθόσον δεν μισθοδοτήθηκαν από το εναγόμενο ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου του 2013, αλλά από την 1η Ιουλίου 2013 (βλ. άρθρο 16 παρ. 1 και 5) και ως εκ τούτου το ποσό που θα λάβουν ως αναλογία του δώρου Χριστουγέννων ανέρχεται στα 350 ευρώ (ήτοι 168 ημέρες απασχόλησής τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα επί 500 ευρώ και το γινόμενο τους διαιρείται με 240 ημέρες, βλ. ερμηνευτική του ν. 4024/2011 εγκύκλιο). Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή ως προς τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτη και πέμπτη των εναγόντων και να υποχρειωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το συνολικό ποσό των 1.600 ευρώ, ήτοι 500 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα για τα έτη 2014 και 2015 (250 X 2) αντίστοιχα, 250 ευρώ για επίδομα αδείας για το έτος 2014, 350 ευρώ για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων για το έτος 2013 και 500 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων για το έτος 2014 και με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ και ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας καθόσον η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
πορρίπτει ό, τι κρίθηκε στο σκεπτικό πως πρέπει να απορριφθεί.
Δέχεται, εν μέρει, την αγωγή.
Υποχρεώνει το εναγόμενο να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφλησή του.
Υποχρεώνει το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο των λοιπών εναγόντων το συνολικό ποσό των χιλίων εξακοσίων (1.600) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφλησή τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis