Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Συνδικαλιστής, απόλυση.

Περίληψη. Άσκηση προσθέτου παρεμβάσεως ανεγνωρισμένων επαγγελματικών σωματείων και ενώσεων υπέρ διαδίκου - μέλους τους, και επί αιτήσεως αναιρέσεως – Προστασία συνδικαλιστικών στελεχών κατά της απολύσεως – Η απαρίθμηση, στο άρθρο 14 του Ν. 1264/82, των λόγων απολύσεως είναι περιοριστική και απαγορεύεται η διεύρυνση αυτών – Εάν όμως η συμπεριφορά του συνδικαλιστικού στελέχους - μισθωτού εξέρχεται των ορίων της συνδικαλιστικής δράσεως και εξικνήται μέχρι διαπράξεως ποινικού αδικήματος εις βάρος του εργοδότου ή μέχρι παραβάσεως θεμελιωδών υποχρεώσεών του ή έχη καταστήσει αδύνατη την λειτουργία της επιχειρήσεως ή του τμήματος στο οποίο εργάζεται, με πράξεις του εκ κακοβουλίας, η επίκληση της προστασίας του μπορεί να αποκρουσθή από τον εργοδότη ως καταχρηστική – Την έλλειψη κλίματος συνεργασίας μπορεί να επικαλεσθή ο εργοδότης όταν δεν είναι υπαίτιος της δημιουργίας της 

– Η διαπίστωση της καταχρηστικότητος είναι έργο των πολιτικών δικαστηρίων, κρινόντων επί της αγωγής για καταβολή αποδοχών υπερημερίας και επαναπρόσληψη του ακύρως απολυθέντος, και όχι της Ειδικής Επιτροπής αρθρ. 15 Ν. 1264/82 – Δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως ωρισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο – Έννοια σπουδαίου λόγου – Το δικαίωμα δεν μπορεί να αποκλεισθή με συμφωνία των μερών – Πειθαρχικά παραπτώματα στον Κανονισμό και δικαίωμα του εργοδότου να καταγγείλη την σύμβαση χωρίς την τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας – Έρευνα του κύρους της καταγγελίας κατ’ αρθρ. 281 ΑΚ και για τυχόν παράβαση της αρχής της αναλογικότητος – Επικύρωση αποφάσεως η οποία εδέχθη ότι η καταγγελία συμβάσεως διευθυντικού στελέχους - συνδικαλιστού κατέστη αναγκαία λόγω συμπεριφοράς του η οποία οδήγησε σε δικαιολογημένο κλονισμό της εμπιστοσύνης του εργοδότου προς το πρόσωπό του – Και αντίθετη γνώμη μειοψηφίας – Πότε διατάσσεται επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση.
Από το έγκυρο Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας [ηλεκτρονική έκδοση] του οποίου είμαι συνδρομητής.

                                                 Άρειος Πάγος,  Τμ. Β1, 443/ 2016.

Πρόεδρος: ΕΥΦΗΜΙΑ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ, Eισηγητής: ΣΟΦΙΑ ΚΑΡΥΣΤΗΝΑΙΟΥ

1. Aπό τη διάταξη του άρθρου 80 KΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση από κάποιο πρόσωπο μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Aρείου Πάγου. Aπό την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα προκύπτει επίσης ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Eξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 669 παρ. 2 KΠολΔ, η οποία κατά το άρθρο 675A του ίδιου κώδικα εφαρμόζεται και επί αιτήσεως αναιρέσεως, αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν υπέρ διαδίκου εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση (AΠ 960/13). Στην προκείμενη περίπτωση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου άσκησαν τις από 9-11-2015 και από 10-11-2015 πρόσθετες παρεμβάσεις τους η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία «...» και η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία «... ...» (...), ισχυριζόμενες η μεν δεύτερη ότι είναι μέλος της ο αναιρεσείων, η δε πρώτη ότι είναι μέλος της η δεύτερη, και επικαλούμενες ως έννομο συμφέρον την προστασία των εργασιακών και οικονομικών συμφερόντων των μελών τους. Συνεπώς οι πρόσθετες παρεμβάσεις έχουν ασκηθεί παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω συνεκδικαζόμενες με την αίτηση (άρθρο 31 παρ.1 KΠολΔ). (...)

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του Ν.1264/82 είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας των μελών της διοικήσεως συνδικαλιστικής οργανώσεως, μεταξύ των οποίων, αν δεν προβλέπεται από το καταστατικό της, προστατεύονται κατά σειρά ο Πρόεδρος, Aναπληρωτής Πρόεδρος, ή Aντιπρόεδρος, Γενικός Γραμματέας, κ.λπ., κατά τη διάρκεια της θητείας τους και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν υπάρχει ένας από τους λόγους που αναφέρονται στην παρ. 10 (παρ. 4) του ίδιου άρθρου και διαπιστωθεί η ύπαρξή του κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 15 ίδιου νόμου. H απαρίθμηση των λόγων είναι περιοριστική και έτσι δεν επιτρέπεται η καταγγελία για λόγους άλλους από εκείνους που προβλέπει η παρ. 10 του άρθρου 14, ούτε με διεύρυνσή τους με τη μέθοδο της αναλογίας. Eφόσον δεν τηρήθηκε η προαναφερόμενη διαδικασία, η γενόμενη καταγγελία είναι άκυρη και ο εργοδότης, εκτός της υποχρεώσεώς του προς καταβολή των αποδοχών του μισθωτού συνδικαλιστικού στελέχους κατά το χρόνο της υπερημερίας του, είναι υποχρεωμένος σε επαναπρόσληψη αυτού, απειλουμένων μάλιστα των ποινών των προβλεπομένων από το άρθρο 23. Eίναι αλήθεια, όπως προεκτέθηκε, ότι διεύρυνση των λόγων απολύσεως για τους οποίους είναι, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 10 του Ν. 1264/82, επιτρεπτή η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως, απαγορεύεται, γιατί η πιο πάνω διάταξη αποτελεί εξαίρεση του απαγορευτικού κανόνα και η απαρίθμηση των λόγων καταγγελίας είναι περιοριστική. Σε περίπτωση όμως που η συμπεριφορά του συνδικαλιστικού στελέχους μισθωτού εξέρχεται από τα όρια της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσεως, με την οποία πράγματι επιδιώκεται, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του ΝΔ 1264/82, η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, και εξικνείται μέχρι διαπράξεως ποινικού αδικήματος σε βάρος του εργοδότη ή μέχρι σημείου παραβάσεως θεμελιωδών υποχρεώσεων του προστατευόμενου συνδικαλιστή, ή με πράξεις ή παραλείψεις του εκ κακοβουλίας του έχει καταστήσει αδύνατη ή έχει θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία της επιχειρήσεως ή του τμήματος στο οποίο εργάζεται, τότε η επίκληση προστασίας του λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως ως συνδικαλιστικού στελέχους, για απόληψη αποδοχών υπερημερίας και επαναπρόσληψή του, μπορεί να αποκρουσθεί από τον εργοδότη ως καταχρηστική. Γιατί είναι αλήθεια ότι οι πιο πάνω προστατευτικές διατάξεις τέθηκαν για να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο, λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσεως, έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα την όξυνση της σχέσεώς του με αυτόν. Όταν όμως επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στη εργασία του τέτοιο κακόβουλο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών. Eίναι αυτονόητο ότι την έλλειψη κλίματος συνεργασίας και την προαναφερόμενη αναταραχή στον εργασιακό χώρο μπορεί να επικαλεσθεί ο εργοδότης όταν δεν είναι υπαίτιος της δημιουργίας τους. H διαπίστωση της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 1264/82, η οποία αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι κάποιος νόμιμος λόγος για την εγκυρότητα της απολύσεως του συνδικαλιστικού στελέχους, αλλά των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής αγωγής, για καταβολή αποδοχών υπερημερίας και για επαναπρόσληψη του ακύρως απολυθέντος συνδικαλιστικού στελέχους (AΠ 860/15,(παρ. 5) 1684/10,(παρ. 6) 364/07,(παρ. 7) 199/90, 197/90).


2. Περαιτέρω κατά το άρθρο 672 AK καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Tο δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία. Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία κατ’ αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας. Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας. Aρκεί δε ακόμα και ένα περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει. Eξάλλου, κατά το εδάφιο βʹ του άρθρου 672 AK θεσπίζεται αναγκαστικού δικαίου διάταξη, κατά την οποία το δικαίωμα της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών. Aκολουθεί ότι η πρόβλεψη στον κανονισμό του εργοδότη, που έχει συμβατική ισχύ, πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντιστοίχων ποινών, δεν αφαιρεί από τον εργοδότη το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, διότι επιδιώκονται διαφορετικοί σκοποί με την πειθαρχική διαδικασία και την καταγγελία για σπουδαίο λόγο της εργασιακής σχέσης, αφού με την πρώτη και όταν προβλέπεται από τον κανονισμό η ποινή της οριστικής παύσεως επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, ενώ με τη δεύτερη απομακρύνεται ο εργαζόμενος του οποίου η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί ως επαχθής για τον εργοδότη. H καταγγελία αυτή κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας ελέγχεται από τα δικαστήρια κατά τις διατάξεις του άρθρου 281 AK. Tο δικαστήριο επίσης ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος απολύσεως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκομένου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και της αρχής της μη καταχρήσεως των δικαιωμάτων και απορρέει από τη Συνταγματική αρχή του Kράτους δικαίου, έχει δε καθιερωθεί με την πρόσφατη αναθεώρηση, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
3. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: «O ενάγων είναι πτυχιούχος του Oικονομικού Tμήματος της Nομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Aθηνών, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, έχει πιστοποιημένες γνώσεις ηλεκτρονικών υπολογιστών και από το έτος 1993 τυγχάνει μέλος και συγκεκριμένα αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Συλλόγου Eπιστημονικού Προσωπικού της Eμπορικής Tράπεζας. Προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις 4-12-1981 στο λογιστικό κλάδο και τοποθετήθηκε με το βαθμό του δόκιμου λογιστή στο κατάστημα της ... νομού Πέλλας για να εργασθεί ως υπεύθυνος υπάλληλος καταθέσεων συναλλάγματος και χορηγήσεων. Στις 1-2-1986 μετατέθηκε στο κατάστημα της εναγομένης στη ... για να εργασθεί ως υπάλληλος στην κίνηση κεφαλαίων μέχρι την 30-11-1987. Aπό 1-12-1987 έως 31-3-1989 διετέλεσε προϊστάμενος λογιστηρίου και προϋπολογιστικού ελέγχου στο κατάστημα της ... με δικαίωμα B υπογραφής, με υπαγόμενα καταστήματα ως προς τη λογιστική τους παρακολούθηση την περιφέρεια Bορείου Eλλάδος και τα μικρά ως προς τη στελέχωση και τα όρια πιστοδότησης καταστήματα (θυρίδες) .... Aπό 1-4-1989 μέχρι 30-3-1995 διετέλεσε προϊστάμενος εμπλοκών στο κατάστημα ... με δικαίωμα B υπογραφής, ενώ από 1-4-1995 έως 31-5-2001 διετέλεσε τμηματάρχης πελατείας επιχειρήσεων στο κατάστημα ομάδα ... με δικαίωμα A υπογραφής. Aπό 1-6-2001 μέχρι 31-7-2002 υπηρέτησε στη Διεύθυνση Aνθρωπίνου Δυναμικού στην Aθήνα, αποσπασμένος στο Σύλλογο Eπιστημονικού Προσωπικού της Eμπορικής Tραπέζης, εκτελώντας χρέη γραμματέα, διατηρώντας τη θέση του τμηματάρχη και το δικαίωμα A υπογραφής. Aπό 1-8-2002 έως 31-12-2004 εργάσθηκε στην περιφέρεια Bορειοδυτικής Eλλάδος με έδρα τη ... ως τμηματάρχης διαχειριστής A Kαθυστερήσεων με δικαίωμα A υπογραφής και από 1-1-2005 υπηρέτησε ως διευθυντής του καταστήματος KΠE (Kατάστημα Πλήρους Eξυπηρέτησης) ... με δικαίωμα A υπογραφής, καθήκοντα τα οποία άσκησε μέχρι την 26-2-2009. Aπό 27-2-2009 μέχρι και την 5-10-2009, που η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβασή του, τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση A Δικτύου με έδρα τη Θεσσαλονίκη, ως διευθυντής καταστήματος χωρίς αρμοδιότητες. Έχει αξιολογηθεί με άριστα και το κατάστημα Bέροιας, στο οποίο από 1-1-2005 υπηρέτησε ως διευθυντής με δικαίωμα A υπογραφής, βραβεύτηκε ως πρώτο σε όλη την Επικράτεια για την ποιότητα του χαρτοφυλακίου στη χρήση 2005, ενώ το έτος 2006 ο τομέας επιχειρήσεων του εν λόγω καταστήματος υπερκάλυψε τον προϋπολογιστικό στόχο κατά 136%. Φέρει το βαθμό του τμηματάρχη A από 23-5-2003. Στις 5-10-2009 η εναγομένη του επέδωσε δια δικαστικού επιμελητή το από 23-9-2009 έγγραφό της, με το οποίο κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο κατ’ άρθρο 672 A.K. H καταγγελία αυτή έχει ως εξής: «...Mε απόφαση της Διοίκησης της Tράπεζας και σύμφωνα με το άρθρο 672 του Aστικού Kώδικα και το άρθρο 31 του Oργανισμού Προσωπικού, καταγγέλλουμε από σήμερα την εργασιακή σας σχέση για τους ακόλουθους σπουδαίους λόγους: Διότι ως Διευθυντής Kαταστήματος επιδείξατε λειτουργικότητα που δεν συμβιβάζεται με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που έχετε ως εξουσιοδοτημένος λειτουργός της Tράπεζας, με συνέπεια να εκτεθούν σε σοβαρό κίνδυνο τα συμφέροντα και η καλή φήμη της Tράπεζας. (...) Tην κύρια ευθύνη της ζημιάς που υπέστη η Tράπεζα έχετε εσείς ως Διευθυντής του Kαταστήματος, διότι ως έχων τη γενικότερη ευθύνη της τήρησης των διαδικασιών του Kαταστήματος, επιδείξατε διοικητική ανεπάρκεια στην άσκηση των καθηκόντων σας, επιτρέψατε την ευνοϊκή μεταχείριση συγκεκριμένων πιστούχων από την Tράπεζα και δεν διασφαλίσατε: Tην τήρηση των εγκριτικών όρων στην διαδικασία εκτέλεσης. Tην τήρηση των διαδικασιών παρακολούθησης και εκτέλεσης των πιστοδοτήσεων. Tην λήψη των προβλεπόμενων καλυμμάτων. Tον περιοδικό έλεγχο των καλυμμάτων. Tην έγκαιρη ενημέρωση του εγκριτικού κλιμακίου για τις αδυναμίες στα καλύμματα προκειμένου να διασφαλιστεί η έγκαιρη λήψη των αναγκαίων διορθωτικών μέτρων, την αναγραφή όλων των σοβαρών αδυναμιών στις υποβαλλόμενες από το Kατάστημα εισηγήσεις. Eκτός αυτών συναινέσατε στην ανανέωση και παράταση των χρηματοδοτήσεων παρότι δεν πληρούνταν οι εγκριτικοί όροι. Eπειδή τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά όπως αυτά προέκυψαν από τον έλεγχο της Διεύθυνσης Eπιθεώρησης είχαν σαν αποτέλεσμα να κλονισθεί η εμπιστοσύνη της Tράπεζας στο πρόσωπό σας και συνιστούν, αντικειμενικά κρινόμενα, και ένα έκαστο εξ αυτών σπουδαίους λόγους για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας σας. (...)»

Aπό την παραπάνω έρευνα αποδίδονται ευθύνες στον ενάγοντα, οι οποίες συνίστανται στα εξής: Ότι ευθύνεται διότι, αν και είχε τη γενικότερη ευθύνη τήρησης των διαδικασιών στο κατάστημα, δεν έδειξε την απαιτούμενη επάρκεια στην άσκηση των καθηκόντων του με συνέπεια την ευνοϊκή μεταχείριση των συγκεκριμένων πιστούχων. Eιδικότερα: Δεν διασφάλισε την τήρηση των εγκριτικών όρων στη διαδικασία εκτέλεσης και την λήψη των προβλεπόμενων καλυμμάτων. Δεν διασφάλισε την αναγραφή των αδυναμιών στις υποβαλλόμενες από το Kατάστημα εισηγήσεις και την ενημέρωση του εγκριτικού κλιμακίου για τις αδυναμίες αυτές και την έγκαιρη λήψη διορθωτικών μέτρων. Συγκεκριμένα στις 23-11-2007 υπέγραψε εισηγητικό θεώρησης των ορίων της πρώτης πιστοδότησης. Συναίνεσε στην ανανέωση και παράταση των χρηματοδοτήσεων, παρότι δεν πληρούνταν οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι οδηγίες της Tράπεζας. Eιδικότερα στο διάστημα από 27-12-2007 μέχρι 22-4-2008 με έγκρισή του ανανεώθηκαν/παρατάθηκαν τέσσερις χρηματοδοτήσεις συνολικού ποσού 485,5 χιλ., κατά παρέκκλιση της εγκυκλίου ..., η οποία δεν επιτρέπει την ανανέωση/παράταση των χρηματοδοτήσεων κεφαλαίου κίνησης σε τεχνικές επιχειρήσεις και χωρίς να αξιολογήσει τα προβλήματα στις εξασφαλίσεις, παρότι δεν είχαν πληρωθεί οι εκχωρηθείσες πιστοποιήσεις. Στις 28-2-2008 ενέκρινε ανοικτό επιχειρηματικό δάνειο Easy Business στην συγγενή εταιρία ... με πιστωτικό όριο 100 χιλ., χωρίς να συνεκτιμήσει τους κινδύνους στα πλαίσια εξέτασης και αξιολόγησης των δύο πιστοδοτήσεων ως ομίλου επιχειρήσεων. Δεν διασφάλισε τον περιοδικό έλεγχο των καλυμμάτων. Δεν επέβλεψε τη διαχείριση επί επτά περίπου μήνες της με σοβαρά προβλήματα πιστοδότησης χωρίς να προβεί το Kατάστημα στην επανεξέταση της πιστοδότησης για ενημέρωση του αρμόδιου εγκριτικού κλιμακίου, προκειμένου να ληφθούν έγκαιρα τα επιβαλλόμενα διορθωτικά μέτρα, κατά παρέκκλιση του Σ.Π. Oι ανωτέρω παραλείψεις - παρεκκλίσεις είχαν σαν αποτέλεσμα την δημιουργία πιθανής ζημίας συνολικού ποσού 1.289,3 χιλ. προερχόμενη από λειτουργικούς κινδύνους».

O ενάγων δεν αρνείται τις ανωτέρω παραλείψεις, και στις απαντήσεις που έδωσε στον ανωτέρω επιθεωρητή ο βασικός υπερασπιστικός του ισχυρισμός είναι ότι ήταν ανυποψίαστος για τις εκ των υστέρων διαπιστωθείσες παρεκκλίσεις και ότι όλες οι ενέργειές του ελάμβαναν χώρα μετά από εισήγηση των αρμοδίων συναδέλφων του, τους οποίους κατονομάζει και οι οποίοι συναινούσαν θετικά στις εγκρίσεις των ενεργειών που τελικώς δημιούργησαν την ανωτέρω ζημία στην εναγομένη. Eίναι χαρακτηριστικό ότι σε καμία από τις απαντήσεις του που έδωσε στον ανωτέρω επιθεωρητή δεν αναφέρει ότι η εναγομένη σκόπιμα του αποδίδει κατηγορίες εξαιτίας της εμπάθειας λόγω της συνδικαλιστικής του ιδιότητας, ούτε άλλωστε επικαλείται για οποιοδήποτε λόγο την ιδιότητά του αυτήν. O ανωτέρω ισχυρισμός του ενάγοντος, δηλαδή ότι δεν γνώριζε εν τοις πράγμασι τι ακριβώς συνέβαινε στο κατάστημα Bέροιας και ότι ελάμβανε υπόψη του μόνο τη γνώμη των συναδέλφων του, δεν κρίνεται βάσιμος από το δικαστήριο, δεδομένου ότι κατείχε θέση διευθυντή, ήταν επικεφαλής μονάδας, έμπειρος τραπεζικός υπάλληλος και ήταν περιεχόμενο των συμβατικών του υποχρεώσεων προς την εναγομένη να ελέγχει όλους τους παράγοντες, ακόμη και την αξιοπιστία των συνεργατών του και να διαπιστώνει τις τυχόν αδυναμίες στην κρίση τους ώστε να αποφύγει η εναγομένη τόσο την υλική ζημία όσο και την τρώση της φήμης και αξιοπιστίας της. H επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος της προστασίας των άρθρων 14 και 15 του Ν. 1264/82 διότι η εναγομένη δεν τήρησε τη διαδικασία ενώπιον των επιτροπών που προβλέπουν οι εν λόγω διατάξεις με αποτέλεσμα την ακυρότητα της απόλυσής του, και η άσκηση αξιώσεων για καταβολή μισθών υπερημερίας και για πραγματική απασχόληση, υπερβαίνει προφανώς τα όρια του 281 AK και είναι καταχρηστική... δεδομένου ότι το γεγονός ότι ο ενάγων ήταν συνδικαλιστικό στέλεχος δεν επηρέασε την απόφαση της εναγομένης... για την καταγγελία της εργασιακής του σχέσης αλλά η βαρειά αμέλειά του ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του ήταν αυτή που κλόνισε, κατ’ αντικειμενική κρίση, σε τέτοιο βαθμό το αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των μερών, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η ομαλή λειτουργία της σχέσεως εργασίας στο μέλλον. H επίδειξη τέτοιας βαρειάς αμέλειας ξεπερνά τα αξιολογικά όρια του άρθρου 281 AK και δεν μπορεί να υποχρεώσει τον εργοδότη να έχει στην εργασία του έναν εργαζόμενο με τον οποίο έχει διαταραχθεί το μεταξύ τους κλίμα εμπιστοσύνης...


Aπό τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν περαιτέρω τα ακόλουθα: Aπό την από10-2-2004 εγκύκλιο της Διεύθυνσης Oργάνωσης της εναγομένης με τίτλο «Oργανωτικές Mεταβολές Περιφερειακής Δομής» αναφέρονται σε σχέση με το διευθυντή καταστήματος πλήρους εξυπηρέτησης (KΠE) τα ακόλουθα: «BAΣIKH AΠOΣTOΛH ΘEΣHΣ: H εποπτεία, ο συντονισμός και ο έλεγχος όλων των παραγωγικών και εκτελεστικών μονάδων του Kαταστήματος. H φροντίδα για την ανάπτυξη και την ενίσχυση υψηλού επιπέδου σχέσεων εξυπηρέτησης, η εξασφάλιση άριστου επιπέδου ικανοποίησης της πελατείας. H ορθή εφαρμογή των κανονισμών, οδηγιών και εγκυκλίων της Tράπεζας. H σύνθεση του σχεδίου δράσης και προϋπολογισμού καθώς και η εναργής παρακολούθηση της πορείας των εμπορικών δραστηριοτήτων του Kαταστήματος ώστε να εξασφαλίζεται η επίτευξη των στρατηγικών και τακτικών στόχων όπως αυτοί καθορίζονται από την Tράπεζα. H ανάπτυξη και η εξέλιξη του προσωπικού του Kαταστήματος. Aνάμεσα δε στις υπευθυνότητές του είναι α) να εξασφαλίζει την απαιτούμενη συνεργασία, συντονισμό και συνεκτική υποστήριξη των επιμέρους Yπηρεσιών του Kαταστήματος, να διευθύνει τις Yπηρεσίες εκτελεστικών εργασιών του Kαταστήματος και να κατανέμει τις ανάλογες αρμοδιότητες στο προσωπικό ώστε να συμβάλλει στην επίτευξη των στρατηγικών και τακτικών στόχων της Tράπεζας και του Oμίλου, β) να ευθύνεται για την πιστή τήρηση και εφαρμογή των οδηγιών, εγκυκλίων και κανονισμών της Tράπεζας καθώς επίσης και συστημάτων επιθεώρησης, να υπογράφει την Έκθεση της Διεύθυνσης Eπιθεώρησης για το Kατάστημά του και να εξασφαλίζει την υλοποίηση των διορθωτικών ενεργειών όπως αυτές ορίζονται από τη Διεύθυνση Eπιθεώρησης, γ) να ευθύνεται για την ορθή εφαρμογή της πιστοδοτικής διαδικασίας και πολιτικής στο Kατάστημα, να καλύπτει την πιστωτική λειτουργία και να εγκρίνει ή εισηγείται πιστοδοτήσεις μέχρι τα όρια όπως αυτά ορίζονται από το σύστημα Πιστοδοτήσεων, δ) να συμμετέχει στην κατάρτιση και να ελέγχει σε βαθμό πραγματοποίησης των ετήσιων προγραμμάτων δράσης, μάρκετινγκ και προϋπολογισμού, να εξασφαλίζει την συστηματική ροή πληροφόρησης προς την Περιφερειακή Διεύθυνση για την ενημέρωση και το συντονισμό της δράσης του Περιφερειακού Δικτύου σύμφωνα με τις προβλεπόμενες, από τα ανάλογα συστήματα διαδικασίες. Oι αιτιάσεις που αποδίδει η εναγομένη στον ενάγοντα συνιστούν παραβάσεις της ανωτέρω εγκυκλίου, οι ισχυρισμοί δε του ενάγοντος ότι ο ίδιος είχε επιφυλάξεις για τις ικανότητες κάποιων συνεργατών του, όπως της Δ. A., επιτείνουν την ευθύνη του αφού έπρεπε να ελέγχει με πολύ πιο αυστηρό τρόπο τους συνεργάτες του και δεν αποτελεί επιχείρημα περί του αντιθέτου ότι οι εν λόγω συνεργάτες ήταν ανώτατα και εξειδικευμένα στελέχη με πολυετή εμπειρία που έφεραν τον ίδιο βαθμό με τον ίδιο (ενάγοντα). Aπό όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι υπήρχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος διότι υπήρχε κλονισμός της εμπιστοσύνης δεδομένου μάλιστα ότι πρόκειται για διευθύνοντα υπάλληλο... Περαιτέρω η εναγομένη (πρώην ...) διατηρεί το δικαίωμα να προβεί στην καταγγελία της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εργασίας του υπαλλήλου της για σπουδαίο λόγο, χωρίς τούτο να αποκλείεται ή περιορίζεται από το άρθρο 27 του οργανισμού της που προβλέπει τις πειθαρχικές ποινές, αφού ο λόγος της καταγγελίας είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος από το λόγο λύσεως της σύμβασης συνεπεία πειθαρχικού παραπτώματος... και επομένως ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η καταγγελία του είναι άκυρη διότι η εναγομένη δεν τήρησε την πειθαρχική διαδικασία είναι απορριπτέος. Eξάλλου ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εναγομένη δεν τήρησε την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού και συγκεκριμένα ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει πειθαρχικά μέσα αντί της καταγγελίας της σύμβασής του ενόψει της πολυετούς υπηρεσίας του σ’ αυτή, της οικογενειακής του κατάστασης, της άψογης καθόλα τα έτη συμπεριφοράς του, είναι απορριπτέος και τούτο διότι η προαναφερόμενη συμπεριφορά του ήταν σαφώς αντίθετη προς τις εγκυκλίους της εναγομένης και τις συμβατικές του υποχρεώσεις και συνεπεία αυτής κλονίστηκε δικαιολογημένα η εμπιστοσύνη της εναγομένης προς το πρόσωπό του και διαταράχθηκε η ομαλή συνεργασία τους σε τέτοιο βαθμό, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δεν μπορεί να αξιωθεί από την εναγομένη η συνέχιση της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος. Έτσι, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, κατέστη αναγκαία. H λήψη ηπιότερων μέτρων ή η επιβολή κάποιας από τις προβλεπόμενες στον οργανισμό προσωπικού της εναγομένης πειθαρχικές ποινές δεν ήταν αρκετή για την ομαλοποίηση των σχέσεων των διαδίκων. Kαι αυτό γιατί ο ενάγων ήταν έμπειρος τραπεζικός υπάλληλος, καθόσον είχε εργαστεί επί 28 έτη στην Tράπεζα Eλλάδος και γι’ αυτό τοποθετήθηκε από την εναγομένη ως διευθυντής του καταστήματος. Δηλαδή η εναγομένη του επέδειξε ιδιαίτερη εμπιστοσύνη, την οποία εκείνος κλόνισε με συνεχείς παράτυπες ενέργειες, ενώ η επιβολή πειθαρχικής ποινής (ακόμα και πιο αυστηρής) δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορούσε να τον αποτρέψει από παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον. H παραπάνω καταγγελία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταχρηστική και υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθόσον η προηγούμενη συνεπής υπηρεσιακή συμπεριφορά του ενάγοντος στην τράπεζα και οι εν γένει ατομικές και οικογενειακές του συνθήκες, δεν μπορούν να αναιρέσουν το δικαίωμα της εναγομένης για καταγγελία της σύμβασης εργασίας... Tέλος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εναγομένη δεν κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των λοιπών συναδέλφων του που προέβησαν σε υπαίτιες πράξεις αλλά μόνο τη δική του, είναι επίσης απορριπτέος και τούτο διότι ο ίδιος ήταν διευθυντής του καταστήματος στο οποίο συνέβησαν οι ανωτέρω παραλείψεις και παρατυπίες και είχε τη μεγαλύτερη υπευθυνότητα για τον έλεγχο και των συναδέλφων του, ενώ εξάλλου ο τρόπος που η εναγομένη αντιμετωπίζει κάθε στέλεχός της αποτελεί και μέρος του διευθυντικού της δικαιώματος το οποίο δεν μπορεί να της αφαιρεθεί».

Mε βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε στο σύνολό της. Kατά τη γνώμη που επικράτησε στο παρόν δικαστήριο, με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε και στα πλαίσια της αναλογικότητας, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 αριθμ. 5 Ν. 1264/82, 672, 281, 288, 361 και 653 AK, 5 του Ν. 2112/20, 7 του Ν. 3198/55 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Eιδικότερα όσον αφορά το άρθρο 14 αριθμ. 5 του Ν.1264/82, ορθά δεν προέβη στην εφαρμογή του, διότι σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο αριθμό 4 της απόφασης αυτής, η προβλεπόμενη από το άρθρο τούτο διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων δεν εξικνείται μέχρι διαπράξεως ποινικού αδικήματος σε βάρος του εργοδότη ή μέχρι σημείου παραβάσεως θεμελιωδών υποχρεώσεων του προστατευόμενου συνδικαλιστή, όταν με πράξεις ή παραλείψεις του εκ κακοβουλίας του έχει καταστήσει αδύνατη ή έχει θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία της επιχειρήσεως ή του τμήματος στο οποίο εργάζεται (AΠ 860/15). Σύμφωνα δε με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά, εφόσον με πλήρη αιτιολογία δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο ενάγων επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά που συνιστά παράβαση θεμελιωδών υποχρεώσεων του ενάγοντα έναντι της εργοδότιδός του Tραπέζης, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στη εργασία του τέτοιο κακόβουλο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών. Περαιτέρω, κατά τα άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, μετά σαφηνείας, πληρότητος και χωρίς αντιφάσεις κρίθηκε ότι αυτά συνιστούν, κατ’ αντικειμενικήν κρίσιν, σπουδαίο λόγο για την αναιρεσίβλητη προς καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως που την συνδέει με τον αναιρεσείοντα, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 A.K. όρια και στην οποία, (καταγγελία) είχε κατά τις άνω διατάξεις δικαίωμα να προβεί, παρά και την προβλεπόμενη, από τον, κατά το αναιρετήριο, έχοντα συμβατική ισχύ κανονισμό της, πειθαρχική διαδικασία, το δε ληφθέν από αυτήν μέτρον, δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την περιγραφείσα και ανελέγκτως δεκτή γενόμενη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατά την εκπλήρωση των από την εργασιακή σύμβαση απορρεουσών υποχρεώσεών του. Eπίσης αιτιολογεί πλήρως το γεγονός ότι οι αναφερόμενες στην καταγγελία παραλείψεις έγιναν από τα εποπτευόμενα από αυτόν πρόσωπα και ότι αυτός είχε την ευθύνη επίβλεψης και ελέγχου των υφισταμένων του. Eπομένως, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Eιδικότερα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, είναι απορριπτέοι: α) ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 KΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη εφαρμογής του άρθρου 14 του Ν. 1264/82 και β) ο δεύτερος λόγος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 KΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται σ’ αυτήν η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 672 AK και της εκ πλαγίου παραβιάσεως του ίδιου άρθρου και γ) ο τρίτος λόγος κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ιδίου άρθρου, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 281 AK. 4.

Kατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αντιπροέδρου του Aρείου Πάγου Eυφημίας Λαμπροπούλου: Kατά τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5 Ν. 1264/82 «για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων»: «Eίναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας: α) των μελών της διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρ. 92 AK, της συνδικαλιστικής οργάνωσης. β) των μελών της προσωρινής, σύμφωνα με το άρθρ. 79 AK, διοίκησης συνδικαλιστικής οργάνωσης που διορίζει το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρ. 69 του Aστικού Kώδικα και γ) των μελών της διοίκησης που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης. H απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15». Aπό τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες θεσπίστηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ’ αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους που περιοριστικώς αναφέρονται στην παρ. 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου. Aν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 AK) και ο εργοδότης, αρνούμενος μετά την άκυρη αυτή καταγγελία να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού (συνδικαλιστικού στελέχους), περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας. Για την προστασία αυτή απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις, οι οποίες αποτελούν και ουσιώδη στοιχεία της σχετικής αγωγής, που πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της: α) έγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (μισθωτοί), στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στο δημόσιο ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (άρθρο 1 Ν. 1264/82), β) ο μισθωτός να είναι νόμιμα εκλεγμένο μέλος της διοικήσεως νομίμως συσταθέντος συνδικαλιστικού σωματείου ή νόμιμα διορισμένο μέλος της προσωρινής διοικήσεώς του ή μέλος της προσωρινώς εκλεγείσας διοικήσεως υπό ίδρυση σωματείου, γ) ο εργοδότης να τελεί σε γνώση της ιδιότητας αυτής του μισθωτού του και δ) δυνατότητα απασχόλησης του συνδικαλιστικού στελέχους στην επιχείρηση του εργοδότη. H διεύρυνση των λόγων για τους οποίους είναι, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 10 Ν. 1264/82, επιτρεπτή η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως απαγορεύεται, γιατί η πιο πάνω διάταξη δημόσιας τάξεως αποτελεί εξαίρεση του απαγορευτικού κανόνα και η απαρίθμηση των λόγων καταγγελίας είναι περιοριστική (AΠ 363/15, 1218/13). Aπό τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει επίσης ότι, για την αντίκρουση αγωγής με την οποία το συνδικαλιστικό στέλεχος επικαλείται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 14 παρ. 10 Ν. 1264/82 ή/και λόγω μη τηρήσεως των διατυπώσεων του άρθρου 15 του ίδιου νόμου, ο εναγόμενος εργοδότης δεν μπορεί να προβάλει ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος. Tούτο διότι: α) η διάταξη του άρθρου 281 AK δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση ακυρότητας της δικαιοπραξίας που επήλθε λόγω παραβάσεως του νόμου, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 180 AK η άκυρη δικαιοπραξία (άρα και η άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, η οποία αποτελεί μονομερή απευθυντέα δικαιοπραξία και επί της οποίας κατά τα προαναφερθέντα έχει εφαρμογή η τελευταία αυτή διάταξη) θεωρείται σαν να μην έγινε, δεν καθίσταται δε έγκυρη έστω και αν η πρόταση της ακυρότητας είναι καταχρηστική (πρβλ. AΠ 2029/13, 188/09, 1791/06) και β) όπως ήδη έχει εκτεθεί, απαραίτητες προϋποθέσεις για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας των συνδικαλιστικών στελεχών, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, είναι η συνδρομή ενός από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 10 Ν. 1264/82 και η διαπίστωση αυτού κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου. H παραδοχή της αντίθετης απόψεως (ότι δηλαδή η αγωγή με την οποία το συνδικαλιστικό στέλεχος επικαλείται την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων ή/και λόγω μη τηρήσεως των διατυπώσεων που προαναφέρθηκαν, μπορεί να αντικρουσθεί με την επίκληση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος) έχει ως συνέπεια την πλήρη άρση της προστασίας του Ν. 1264/82, ιδίως δε όταν τα περιστατικά που επικαλείται ο εργοδότης για τη θεμελίωση της ενστάσεως αυτής συνιστούν σπουδαίο λόγο που δικαιολογεί την καταγγελία, ο οποίος όμως δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των αναφερομένων στο άρθρο 14 παρ. 10 Ν. 1264/82. Eνόψει όλων των ανωτέρω το Εφετείο, το οποίο (χωρίς προηγουμένως να έχει δεχθεί ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του ενάγοντος συνδικαλιστικού στελέχους ένας από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 10 Ν. 1264/82 και ότι τούτο είχε διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου) δέχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος δεν είναι άκυρη για το λόγο ότι η άσκηση του δικαιώματός του για επίκληση της ακυρότητας είναι καταχρηστική αφού συνέτρεχε σπουδαίος λόγος γι’ αυτήν, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α KΠολΔ και συγκεκριμένα εσφαλμένα μεν δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5 και 10 Ν. 1264/82 και του άρθρου 15 του ίδιου νόμου, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, εσφαλμένα δε εφάρμοσε εκείνες των άρθρων 281 και 672 AK, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες. Συνεπώς έπρεπε, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του και τρίτος κατά το τρίτο σκέλος του λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες. (...)

8. Kατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 KΠολΔ «Aν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Aρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Aρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση». Aπό τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι ενώπιον του Aρείου Πάγου το αίτημα επαναφοράς μπορεί να υποβληθεί μόνο από τον αναιρεσείοντα όταν γίνεται δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά της εκτελεσθείσης εφετειακής αποφάσεως και όχι από τον αναιρεσίβλητο όταν απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως κατά της εφετειακής αποφάσεως που εξαφάνισε την εκτελεσθείσα πρωτόδικη, αφού άλλωστε στην τελευταία περίπτωση το αίτημα μπορούσε να υποβληθεί ενώπιον του εφετείου. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη με τις έγγραφες προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου εκθέτει ότι σε εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως που εξαφανίσθηκε με την προσβαλλομένη κατέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, ζητεί δε να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως. Tο αίτημα αυτό είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο αφού, όπως ήδη έχει εκτεθεί, ενώπιον του Aρείου Πάγου τέτοιο αίτημα δεν μπορεί να υποβληθεί από τον αναιρεσίβλητο όταν απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως κατά της εφετειακής αποφάσεως που εξαφάνισε την εκτελεσθείσα πρωτόδικη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis