Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Αγωγόσημο σε αναγνωριστικές αγωγές, ΟΤΑ, αδικοπραξία, αποζημίωση, οικοδομικά έργα.

Περίληψη. Δικαστικό ένσημο. Σε αυτό υπόκεινται οι καταψηφιστικές και όχι και οι αναγνωριστικές αγωγές, μη εφαρμοζομένων όσων ισχύουν στην πολιτική δίκη. Ευθύνη των ΟΤΑ σε αποζημίωση. Προϋποθέσεις. Απαιτείται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Ευθύνη περισσοτέρων για τη ζημία κατά τα άρθρα 926-927 ΑΚ. Ζημία που αποκαθίσταται επί αδικοπραξίας. Ενσταση των εναγομένων για συμψηφισμό της ωφέλειας του ζημιωθέντος. Δυνατή η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Πενταετής η παραγραφή των σχετικών αξιώσεων. Εναρξη αυτής κατά το άρθρο 90 του ν. 2362/1995. Ακύρωση οικοδομικής άδειας από το δικαστήριο και ευθύνη των οργάνων του Δήμου που εξέδωσαν μη νόμιμη άδεια να αποζημιώσουν τον αγοραστή διαμερίσματος στην οικοδομή. Η ένδικη αξίωση γεννήθηκε από την ημερομηνία δημοσίευσης της ακυρωτικής απόφασης και δεν είχε παραγραφεί. Αγωγικά κονδύλια. Ποια αποκαθίστανται και ποια όχι. Επιμερισμός των δικαστικών εξόδων. 
  
                                            Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσ/κης 3280/ 2013

Πρόεδρος: Ολγα Ζήκου. Εισηγήτρια: Αικατερίνη Μωυσιάδου, Πρωτοδίκης. 

2. Στο άρθρο 274 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ, ν. 2717/1999, ΦΕΚ Α 97) ορίζεται ότι: «Για το παραδεκτό της καταψηφιστικής αγωγής, είτε αυτή ασκείται αυτοτελώς, είτε σωρευτικώς με προσφυγή, ... καταβάλλεται το τέλος δικαστικού ενσήμου που προβλέπεται από το Ν. Γ^ΟΗ/1912, όπως εκάστοτε ισχύει». Το τελευταίο αυτό νομοθέτημα (Ν. Γ^ΟΗ/1912, ΦΕΚ Α 3) όριζε αρχικώς στο άρθρο 2 ότι: «1. Οσάκις η αξία του αντικειμένου της αγωγής είναι ανωτέρα των δραχμών 10.000 επιβάλλεται τέλος, καταβαλλόμενον κατά τον ανωτέρω και εν άρθρω 7 οριζόμενον τρόπον και οριζόμενον εις δραχμάς μεν δέκα, οσάκις η αξία αύτη δεν είναι ανωτέρα των δραχμών εικοσιπέντε χιλιάδων, εις δραχμάς δε είκοσι πέντε οσάκις δεν είναι ανωτέρα των δραχμών πεντήκοντα χιλιάδων. Αι δε ποσότητες αι υπερβαίνουσι τας 50.000 δραχμών υποβάλλονται εις τέλος δραχμών πεντήκοντα κατά πάσαν προσθήκην από κλάσματος δραχμής μέχρις εικοσιπέντε δραχμών. Εξαιρούνται της διατάξεως ταύτης αι κατά τον Ν. ΓΨΗΖ` (3797) του 1911 ενασκούμενοι αγωγαί περί προσωρινών μέτρων». Τα ποσά του ως άνω τέλους διπλασιάσθηκαν με το άρθρο 2 § 5 του ν.δ. της 29.12.1922 (ΦΕΚ Α 290), ακολούθως δε με το άρθρο 11 του ν.δ. 4189/1961 (ΦΕΚ Α 149) ορίσθηκε ότι: «Το επί τη βάσει του άρθρου 2 του Νόμου Γ^ΟΗ/1911 [εκ προφανούς παραδρομής, αντί του 1912] περί δικαστικού ενσήμου ως ούτος ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, προβλεπόμενον επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής τέλος (αγωγόσημον), επιβάλλεται οσάκις η αξία του αντικειμένου της αγωγής είναι ανωτέρα των δραχμών δέκα πέντε χιλιάδων (15.000)». Εν συνεχεία, με το άρθρο 7 § 3 του ν.δ. 1544/1942 (ΦΕΚ Α 189) ορίσθηκε ότι: «Η ορθή έννοια του άρθρου 2 του νόμου Γ^ΟΗ είναι ότι εις το δι` αυτού επιβαλλόμενον τέλος δεν υπόκεινται αί απλώς αναγνωριστικαί αγωγαί ώς και αί περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεις και αι περί ακυρώσεως πλειστηριασμού». Η διάταξη αυτή του άρθρου 7 § 3 του ν.δ. 1544/1942 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 § 3 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α 165) ως εξής: «Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. Γ^ΟΗ/1912 δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως, καθώς και περί ακυρώσεως πλειστηριασμού», ενώ με το άρθρο 72 § 14 ορίσθηκε ότι: «Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του νομοθετικού διατάγματος 1544/1942 εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου», σύμφωνα δε με το άρθρο 77 αυτού ο ν. 3994/2011 αρχίζει να ισχύει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 25.7.2011. Τέλος, με το άρθρο 21 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α 51), που άρχισε να ισχύει από 2.4.2012 σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, ορίσθηκε ότι: «1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 (Α 189) που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 (Α 165) αντικαθίσταται ως εξής: «3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. Γ^|ΟΗ /1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663, 677, 681Α και 681Β, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού». 2. Η διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 72 του ν. 3994/2011 (Α 165) δεν εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από την έναρξη ισχύος του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος αυτού».

3. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας εξαρτά με το άρθρο 274 το παραδεκτό της καταψηφιστικής αγωγής από την καταβολή δικαστικού ενσήμου, παραπέμποντας στον ν. Γ^ΟΗ/1912, όπως εκάστοτε ισχύει, για τον προσδιορισμό του ύψους του. Αντιθέτως, η αναγνωριστική αγωγή του άρθρου 73 § 2 περ. β` του ΚΔΔ δεν υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο, καθώς για αυτήν δεν γίνεται σχετική παραπομπή στον ν. Γ^ΟΗ/1912. Οι σχετικές δε διατάξεις των νόμων 3994/2011 και 4055/2012 δεν δύναται να θεωρηθεί ότι τροποποίησαν το άρθρο 274 ΚΔΔ, αφού αυτές αφορούν αποκλειστικά στις διαφορές που υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθ` όσον εξαιρούν από το τέλος δικαστικού ενσήμου τις αναγνωριστικές αγωγές για διαφορές των άρθρων 663, 677, 681Α και 681Β ΚΠολΔ (αντιστοίχως εργατικές διαφορές, διαφορές από αμοιβές για παροχή εργασίας, διαφορές από αυτοκίνητα και διατροφή) καθώς και τις αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημειώσεως και εκείνες που αφορούν στην ακύρωση πλειστηριασμού, δηλαδή σε διαφορές που, λόγω της φύσεως τους ως ιδιωτικών, δεν εκδικάζονται από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Συνεπώς, πρόθεση του νομοθέτη ήταν να ρυθμίσει εκ νέου το θέμα της καταβολής δικαστικού ενσήμου μόνο για τις διαφορές της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και όχι να επιβάλει για το σύνολο (πλην των ως άνω εξαιρέσεων) των αναγνωριστικών αγωγών, και των δύο δικαιοδοσιών, την υποχρέωση καταβολής του. Ως εκ τούτου, η υπό κρίση αγωγή, της οποίας το αίτημα ετράπη σε αναγνωριστικό, δεν υπόκειται σε δικαστικό ένσημο, όπως προβάλλει και η ενάγουσα με την από 19.03.2013 προσθήκη-αντίκρουση, έστω και υπό διαφορετική νομική θεμελίωση, ενώ τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τον εναγόμενο Δήμο κατ` επίκληση των διατάξεων των νόμων 3994/2011 και 4055/2012 είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμα. Κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αγωγή έχει ασκηθεί εν γένει παραδεκτώς, ως εκ τούτου πρέπει να γίνει τυπικώς δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσία.

4. Στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται προς αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος...», και στο άρθρο 106 ότι: «Οι διατάξεις των δυο προηγουμένων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων ... από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη προς αποζημίωση των ΝΠΔΔ λόγω πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων τους κατά την άσκηση της ανατιθέμενης σε αυτά δημόσιας εξουσίας απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή η παράλειψη να είναι παράνομη, δηλαδή πρέπει με αυτή να παραβιάζεται κανόνας δικαίου με τον οποίο να προστατεύεται, πέραν του γενικού συμφέροντος, και ορισμένο ατομικό δικαίωμα. Περαιτέρω, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημιώσεως σε βάρος του ΝΠΔΔ είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξεως, παραλείψεως ή υλικής ενέργειας ή παραλείψεως υλικής ενέργειας του οργάνου τους και της επελθούσας ζημίας, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου (ΣτΕ 1183,1185/2013, 809/2012,1413/2006 επταμ.). Υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη), κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία (ΣτΕ 1185/2013, 843/2012, 750/2011,1702/2010, 322/2009 επταμ., ΑΠ 1403/2010, 425/2006). Εξ άλλου, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανομίας και της ζημίας υφίσταται και στην περίπτωση που παράνομη διοικητική πράξη έχει εφαρμοσθεί για ορισμένο χρονικό διάστημα, παράγοντας το ζημιογόνο της αποτέλεσμα (πρβλ. ΣτΕ 843, 847/2012).

5. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 926 του ΑΚ ορίζεται ότι: «Αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία» και στο άρθρο 927 ότι: «Εκείνος που κατά την προηγούμενη διάταξη κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Το δικαστήριο προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος καθενός. Αν δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο βαθμός αυτός, η ζημία κατανέμεται μεταξύ όλων σε ίσα μέρη». Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Αστικού Κώδικα συνάγεται ότι, αν ευθύνονται πολλοί για αποζημίωση από αδικοπραξία, έναντι του δικαιούχου της αποζημιώσεως ενέχονται όλοι εις ολόκληρον ανεξαρτήτως του βαθμού του πταίσματος του κάθε υπόχρεου. Ο προσδιορισμός του βαθμού και του μέτρου της μεταξύ των υπόχρεων ευθύνης μπορεί να γίνει στη δίκη επί της αναγωγής κατά των λοιπών υπόχρεων, αυτού που κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση. Πλην, όμως, ο προσδιορισμός αυτός δεν έχει σημασία για την απαίτηση του δικαιούχου της αποζημιώσεως, ο οποίος μπορεί να ζητήσει το σύνολο της αποζημιώσεως από οποιονδήποτε από τους υπόχρεους και ανεξαρτήτως του βαθμού υπαιτιότητας του, ενώ ο προσδιορισμός του βαθμού αυτού δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης επί της αποζημιώσεως (βλ. ΣτΕ 1183/1985, βλ. ΑΠ 1417/1987, ΕφΠατρ 730/2006, ΕφΘεσ 2409/1996, πρβλ. ΑΠ 33/1979).

6. Το άρθρο 298 ΑΚ ορίζει ότι: «Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. ...». Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες στην προηγούμενη σκέψη, συνάγεται ότι επί αδικοπραξίας η αποζημίωση περιλαμβάνει την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας του ζημιωθέντος. Αποκαθίσταται, δηλαδή, τόσο η ζημία την οποία υπέστη η περιουσία του ζημιωθέντος που προϋπήρχε της παράνομης πράξεως ή παραλείψεως των οργάνων του ΝΠΔΔ, όσο και η ζημία που αυτός υπέστη με τη στέρηση, συνεπεία της παρανόμου πράξεως ή παραλείψεως, παροχών, τις οποίες μετά πιθανότητας, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, θα αποκόμιζε, εάν δεν είχε χωρήσει η παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του ΝΠΔΔ (βλ. ΣτΕ 3606/2012). Η γενική αρχή, επομένως, που διέπει την αποζημίωση ως διαφέρον, είναι η αποκατάσταση του ζημιωθέντος εις την προ του ζημιογόνου γεγονότος περιουσιακή του κατάσταση (βλ. ΑΠ 839/2012, 1006/1977). Περαιτέρω, όταν από το επιζήμιο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας (ΣτΕ 3732/2012). Ο τυχόν δε προσδιορισμός της ωφέλειας του ζημιωθέντος αποτελεί λόγο μειώσεως ή εκμηδενισμού της αποζημιώσεως κατόπιν προβολής εκ μέρους του εναγόμενου σχετικής ενστάσεως (βλ. ΣτΕ 3713/2010, 3606/2009, 520/2007, 3214/2004), της οποίας φέρει το βάρος αποδείξεως (πρβλ. ΑΠ 1433/1979). Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, τα δικαστήρια της ουσίας μπορούν, επιπλέον, να επιδικάσουν σε βάρος του ΝΠΔΔ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ, που ορίζει ότι: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης....» (βλ. ΣτΕ 809, 988, 1573/2012, κ.ά.). Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η εξουσία, αφού εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό αυτής, αν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη (ΣτΕ 4100/2012).

7. Εξ άλλου, με τις εν γένει διατάξεις της νομοθεσίας περί εκτελέσεως οικοδομικών έργων, περί τρόπου και διαδικασίας εκδόσεως οικοδομικών αδειών, περί καθορισμού των οικιστικών ζωνών και περί εκτιμήσεως των κινδύνων από τυχόν γειτνιάζουσες τεχνολογικές εγκαταστάσεις, πέραν της προστασίας του γενικού συμφέροντος, προστατεύονται και ατομικά δικαιώματα και ιδίως το δικαίωμα σε ανέγερση οικοδομής που πληροί τις προϋποθέσεις ασφαλούς διαβιώσεως έναντι κινδύνων από φυσικά φαινόμενα ή τεχνολογικά ατυχήματα (πρβλ. ΣτΕ 1702/2010, ΑΠ 900/2003).

8. Περαιτέρω, το άρθρο 12 της οδηγίας 96/82/ΕΚ του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζόμενων με επικίνδυνες ουσίες (ΕΕ 1997, L 10, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2003/105/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2003 (ΕΕ L 345, σ. 97) με τίτλο «Σχεδιασμός χρήσεων γης», ορίζει στην παράγραφο 1 ότι: «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι στόχοι της πρόληψης μεγάλων ατυχημάτων και του περιορισμού των συνεπειών τους να λαμβάνονται υπόψη στις πολιτικές χρήσης γης ή/και τις άλλες σχετικές πολιτικές. Τα κράτη μέλη επιδιώκουν αυτούς τους στόχους ελέγχοντας: α) την εγκατάσταση νέων μονάδων- β) τις μετατροπές στις υπάρχουσες μονάδες, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 10- γ) τα νέα χωροταξικά έργα γύρω από τις υφιστάμενες μονάδες, όπως οδοί επικοινωνίας, χώροι όπου συχνάζει το κοινό, και ζώνες κατοικίας, όταν ο τόπος εγκατάστασης ή τα έργα ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο μεγάλου ατυχήματος ή να επιδεινώσουν τις συνέπειες του. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η πολιτική τους περί της χρήσεως γης ή/και οι άλλες σχετικές πολιτικές και διαδικασίες για την εφαρμογή των πολιτικών αυτών λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη να διατηρηθούν, μακροπρόθεσμα, κατάλληλες αποστάσεις μεταξύ των μονάδων που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία και των ζωνών κατοικίας, των κτιρίων και των ζωνών δημόσιας χρήσης, του κύριου οδικού δικτύου μεταφορών, στο μέτρο του δυνατού, των χώρων αναψυχής και των περιοχών με ιδιαίτερα ευαίσθητο φυσικό περιβάλλον ή με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, και, στην περίπτωση υφιστάμενων μονάδων, την ανάγκη για πρόσθετα τεχνικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 5, ώστε να μην αυξάνονται οι κίνδυνοι για το κοινό». Με την απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011 (υπόθεση C- 53/10) το Δικαστήριο έκρινε, σε απάντηση σχετικού προδικαστικού ερωτήματος, ότι η υποχρέωση των κρατών-μελών να λαμβάνουν υπ` όψιν την ανάγκη να διατηρηθούν, μακροπρόθεσμα, κατάλληλες αποστάσεις μεταξύ των μονάδων που καλύπτονται από την εν λόγω Οδηγία και των κτιρίων δημοσίας χρήσεως βαρύνει και τις δημόσιες αρχές (όπως οι δήμοι) στις οποίες έχει ανατεθεί η έκδοση των πολεοδομικών αδειών, ακόμη και αν δρουν δυνάμει δέσμιας αρμοδιότητας. Η ως άνω Οδηγία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με την, ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο, Οικ.5697/590/29.03.2000 Κ.Υ.Α. [ΦΕΚ Β` 405/5.4.2000]. 

9. Εξ άλλου, με τις 96629/22220/2002 (ΦΕΚ Β 1287/03.10.2002) και 96629/6295/2003 (ΦΕΚ Β 560/08.05.2003) κοινές υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση των διατάξεων του ν. 2790/2000 (ΦΕΚ Α 24) «Αποκατάσταση των παλιννοστούντων ομογενών από την τέως Σοβιετική Ενωση και άλλες διατάξεις» εγκρίθηκε η χορήγηση στεγαστικών δανείων για την αγορά, κατασκευή ή βελτίωση πρώτης κατοικίας με την εγγύηση κατά 100% του Ελληνικού Δημοσίου σε παλιννοστούντες ομογενείς από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως με ελληνική ιθαγένεια, οι οποίοι δεν είχαν πλήρες δικαίωμα κυριότητας ή ισόβια επικαρπία σε οικίες εμβαδού άνω των 70 τ.μ. στην Ελλάδα, προκειμένου αυτοί να αποκατασταθούν στεγαστικώς. Επιπλέον, ορίσθηκε ότι τα δάνεια χορηγούνται άπαξ από πιστωτικά ιδρύματα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, με επιτόκιο ίσο προς αυτό των εντόκων γραμματίων του Δημοσίου δωδεκάμηνης διάρκειας που επιδοτείται από το Ελληνικό Δημόσιο, έχουν διάρκεια έως 22 έτη και το ύψος τους φθάνει τα 60.000,00 ευρώ, ότι ο δανειολήπτης καταβάλλει στην τράπεζα ποσό 500,00 ευρώ για τον νομικό και τεχνικό έλεγχο, καθώς και ότι επιβαρύνεται με τα λοιπά έξοδα της συνάψεως του δανείου. Τέλος, ορίσθηκε ότι η βεβαίωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών γίνεται πάντα από την ΔΟΥ στην οποία υπάγεται η χρηματοδοτούμενη κατοικία, ότι η διακοπή της επιδοτήσεως είναι οριστική και γίνεται από τη δανειοδότρια Τράπεζα μετά από έγγραφη ειδοποίηση της αρμόδιας ΔΟΥ ότι οφείλονται και έχουν βεβαιωθεί σε αυτήν περισσότερες από πέντε ληξιπρόθεσμες εξαμηνιαίες δόσεις ή τρεις ληξιπρόθεσμες ετήσιες δόσεις, ενώ, κατά τα λοιπά, ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπουν οι κείμενες διατάξεις για τις περιπτώσεις ληξιπρόθεσμων οφειλών.

10. Περαιτέρω, με το άρθρο 29 § 5 του ν. 3202/2003 (ΦΕΚ Α 284) ορίσθηκε ότι για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή αξιώσεων κατά του Δημοσίου (βλ. ΣτΕ 3329/2012), καθώς και ότι ο νόμιμος τόκος και ο τόκος υπερημερίας κάθε οφειλής των ΟΤΑ ανέρχεται στο ποσοστό που ορίζεται για τις αντίστοιχες οφειλές του Δημοσίου. Η ρύθμιση αυτή επαναλήφθηκε στον ν. 3463/2006 «Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων» (ΦΕΚ Α 114 - έναρξη ισχύος από 1.1.2007 σύμφωνα με το άρθρο τέταρτο αυτού), το άρθρο 276 του οποίου ορίζει ότι: «2. Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ καταργείται. 3. Ο νόμιμος τόκος και ο τόκος υπερημερίας κάθε οφειλής των ΟΤΑ ανέρχεται στο ποσοστό που ορίζεται για τις αντίστοιχες οφειλές του Δημοσίου». Εξ άλλου, στο άρθρο 90 § 1 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού (ΚΔΛ, ν. 2362/1995, ΦΕΚ Α 247) ορίζεται ότι: «Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής», στο άρθρο 91 εδ. α ότι: «Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής» και στο άρθρο 93 περ. α` ότι: «Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο...». Στο δε άρθρο 937 ΑΚ ορίζεται ότι: «Η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση ...». Εξ άλλου, το άρθρο 75 του ΚΔΔ όριζε στην § 2, όπως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο, πριν την-αντικατάσταση της με το άρθρο 19 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α 213, έναρξη ισχύος από 1.1.2011 σύμφωνα με το άρθρο 70 αυτού), ότι: «Τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο έννομα αποτελέσματα της άσκησης της αγωγής, ως προς τον εναγόμενο, επέρχονται μόνο από την επίδοση της σε αυτόν, η οποία μπορεί να διενεργηθεί και από τον ενάγοντα. Κατ` εξαίρεση, η παραγραφή διακόπτεται σε κάθε περίπτωση με την κατάθεση της αγωγής και αρχίζει πάλι μόνο από την τελεσιδικία της απόφασης ή την κατάργηση της δίκης». 

11. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι κάθε αξίωση του ζημιωθέντος από παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια οργάνων των ΟΤΑ, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως για θετική ζημία του ή για ζημία του λόγω διαφυγόντος κέρδους είτε έχει ως αντικείμενο την ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 937 του Αστικού Κώδικα και 90 §1 του ΚΔΛ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 91 του ΚΔΛ, αρχίζει, για όλες τις ανωτέρω επιμέρους αξιώσεις, από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε κάθε μια από αυτές και κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη, δηλαδή, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 937 ΑΚ, από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου ο ζημιωθείς έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, καθ` όσον όλες οι μερικότερες αυτές αξιώσεις έχουν, κατ` αρχήν, ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία των οργάνων των ΟΤΑ (βλ. ΣτΕ 2412/2009, πρβλ. ΣτΕ 1702/2010). Εξ άλλου, όπως έχει κριθεί, τόκοι οφείλονται και επί περιορισμού του αρχικώς καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό (ΑΕΔ 7/2011, ΣτΕ 461, 952/2012, ΑΠ 248,1460/2012).

12. Ο ν. 702/ 1977 (ΦΕΚ Α 268) ορίζει στο άρθρο 4 § 1 ότι για την εκδίκαση των ακυρωτικών διαφορών ενώπιον των Διοικητικών Εφετείων εφαρμόζονται οι διατάξεις περί του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως κάθε φορά ισχύουν, περαιτέρω, στο άρθρο 5 ότι οι οριστικές αποφάσεις των Διοικητικών Εφετείων επί ακυρωτικών διαφορών υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (§ 1), καθώς και ότι η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως και η άσκηση αυτής δεν επάγονται αναστολή της πρωτόδικης αποφάσεως (§ 6). Ακολούθως, το άρθρο 50 του π.δ. 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το συμβούλιο της Επικρατείας» (ΦΕΚ Α 8) ορίζει στην παράγραφο 1 ότι: «Η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακυρώσεως απαγγέλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και συνεπάγεται νόμιμη κατάργηση της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική είτε πρόκειται για ατομική πράξη....».

13. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα, ομογενής από την τέως Σοβιετική Ενωση, εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα με το σύζυγο της και απέκτησε την ελληνική ιθαγένεια μετά από σχετική αίτηση της κατόπιν ορκοδοσίας από 3.9.2009. Δυνάμει του 9732/6.12.2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π.Γ, που μεταγράφηκε νομίμως στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης στις 24.12.2004, η ενάγουσα κατέστη κυρία του με στοιχείο Δ2 διαμερίσματος εμβαδού 70,10 τ.μ. μεικτών και 54,90 τ.μ. καθαρών του τρίτου ορόφου της οικοδομής Ζ`, η οποία βρίσκεται σε οικόπεδο με αριθμό κτηματογράφησης 020701 στο 197 οικοδομικό τετράγωνο (Ο.Τ.) του Δήμου Ελευθερίου-Κορδελιού, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 11,30/1000 εξ αδιαιρέτου, έναντι τιμήματος 73.000 ευρώ. Το οικόπεδο αυτό, εμβαδού 5.471,64 τ.μ., ανήκε στην πωλήτρια Δε.Κ., και, όπως αναγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο, σύμφωνα με τη βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού Π.Ι., ήταν εντός σχεδίου πόλεως, άρτιο, αλλά οικοδομήσιμο μόνον κατόπιν εγκρίσεως με βάση την εγκύκλιο 106 του ΥΠΕΧΩΔΕ, υπαγόμενο στον ν. 1337/1983, δεν είχε κυρωθεί για αυτό πράξη εφαρμογής ούτε είχαν βεβαιωθεί οι εισφορές σε γη και χρήμα. Ως ημέρα παραδόσεως του ως άνω διαμερίσματος, το οποίο κατά το χρόνο υπογραφής του συμβολαίου βρίσκονταν στο στάδιο της κατασκευής, ορίσθηκε η 18.11.2006, ενώ η εξόφληση του τιμήματος συμφωνήθηκε να γίνει ως εξής: Α) Ποσό ύψους 60.000 ευρώ συμφωνήθηκε να εξοφληθεί από την ενάγουσα κατόπιν συνάψεως συμβάσεως ισόποσου στεγαστικού δανείου με την «...............», σύμφωνα με τις αναφερόμενες στην ένατη σκέψη κοινές υπουργικές αποφάσεις για τη στεγαστική αποκατάσταση παλιννοστούντων ομογενών. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη δανειακή σύμβαση, το δάνειο έχει διάρκεια 22 έτη και εξοφλείται σε 40 συνεχείς εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, η πρώτη εκ των οποίων στις 10.4.2007 και η τελευταία στις 10.10.2026, το επιτόκιο επιδοτείται από το Ελληνικό Δημόσιο κατά ποσοστό 60%, ενώ η εξαμηνιαία δόση που βαρύνει την ενάγουσα είναι μειωμένη κατά το ποσό των επιδοτούμενων τόκων. Σε περίπτωση καθυστερήσεως εξοφλήσεως οποιασδήποτε οφειλής εκ του δανείου, προβλέπεται ότι η ενάγουσα θα χρεώνεται αυτοδικαίως για τα καθυστερούμενα ποσά με τόκους υπερημερίας, υπολογιζόμενους με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο του δανείου, προσαυξημένο κατά 2,5%, ότι οι καθυστερούμενες δόσεις θα βεβαιώνονται στην αρμόδια ΔΟΥ μετά παρελεύσεως 3 μηνών από τη λήξη καθεμιάς, ότι εφ` όσον οφείλονται περισσότερες από 5 βεβαιωμένες ληξιπρόθεσμες δόσεις θα διακόπτεται η επιδότηση και η ενάγουσα θα βαρύνεται με ολόκληρο το επιτόκιο του δανείου, τέλος δε στην περίπτωση αυτή η Τράπεζα δικαιούται είτε να επιδιώξει την είσπραξη των ποσών αυτών, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση και να αξιώσει την εξόφληση ολόκληρου του ανεξόφλητου ποσού του κεφαλαίου με τους τόκους και τις λοιπές επιβαρύνσεις (βλ. την από 16.2.2005 και με αριθμό ................σύμβαση δανείου). Β) Ποσό 13.000 ευρώ συμφωνήθηκε να εξοφληθεί σε 22 άτοκες δόσεις ύψους 590,90 ευρώ η καθεμιά, αρχής γενομένης από τις 6.1.2005 έως τις 6.10.2006, για την καταβολή των οποίων η ενάγουσα αποδέχθηκε 22 ισόποσες συναλλαγματικές, εκδοθείσες από την πωλήτρια. Η εν λόγω οικοδομή Ζ` ανεγέρθηκε δυνάμει της 117/18.11.2004 οικοδομικής άδειας που εκδόθηκε από το Τμήμα Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διευθύνσεως Πολεοδομίας του εναγόμενου Δήμου κατόπιν της από 14.07.2004 αιτήσεως του εργολάβου Ηλ.Κ. για λογαριασμό της ιδιοκτήτριας Δε.Κ. Της εκδόσεως της άδειας προηγήθηκε: α) η 14.09.1999 πράξη του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα κατόπιν αιτήσεως του προηγούμενου ιδιοκτήτη του οικοπέδου, με την οποία ορίσθηκε ότι είναι δυνατή η έκδοση οικοδομικής άδειας προ της πράξεως εφαρμογής του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως σύμφωνα με την Εγκύκλιο 106/1986 του ΥΠΕΧΩΔΕ, εφ` όσον τεθεί σε κοινή χρήση το ρυμοτομούμενο τμήμα του με συμβολαιογραφική πράξη, υπό την προϋπόθεση υπάρξεως προσώπου σε διανοιγμένο εγκεκριμένο κοινόχρηστο χώρο, και β) η 10315/1596/10.2.1999 πράξη της ίδιας υπηρεσίας, με την οποία τέθηκε ο όρος της προκαταβολής του 20% της εισφοράς σε χρήμα. Κατά της οικοδομικής αυτής άδειας και του εναγόμενου Δήμου κατέθεσε στις 10.03.2005 αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «..............», η οποία διαθέτει στη Θεσσαλονίκη και στα όρια του Δήμου Ελευθερίου-Κορδελιού εγκατάσταση διυλιστηρίου, με δεξαμενές υγραερίου, προπανίου, βουτανίου και αργού πετρελαίου, πετρελαίου ντίζελ, καυσίμων αεροπορίας, βενζίνης, νάφθας, white spirit, καθώς και εγκαταστάσεις χημικής βιομηχανίας που περιλαμβάνουν μονάδα πολυπροπυλενίου, δεξαμενή βυνιλοχλωριδίου κ.ά. Η αίτηση έγινε δεκτή με την 3002/2005 απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις 29.12.2005, οπότε ακυρώθηκε η εν λόγω οικοδομική άδεια. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι το 197 Ο.Τ., επί του οποίου ανεγέρθηκε η ως άνω οικοδομή, βρίσκεται πλησίον των εγκαταστάσεων της εταιρείας «.................» και συγκεκριμένα 160 μέτρα από την ΤΚ-805 δεξαμενή αργού πετρελαίου, 232 μέτρα από την ΤΚ-806 δεξαμενή αργού πετρελαίου και 697 μέτρα από την ΤΚ-4401 δεξαμενή βινυλοχλωριδίου, επομένως εντός των ζωνών επιπτώσεων από τους ενδεχόμενους κινδύνους μεγάλου τεχνολογικού ατυχήματος στις εγκαταστάσεις αυτές, όπως οι εν λόγω κίνδυνοι περιγράφησαν στην οικεία μελέτη ασφαλείας που συντάχθηκε βάσει της Οικ.5697/590/29.03.2000 ΚΥΑ και περιλαμβάνονται στο Ειδικό Σχέδιο Αντιμετωπίσεως Τεχνολογικών Ατυχημάτων Μεγάλης Εκτάσεως που συντάχθηκε τον Δεκέμβριο του έτους 2004 (και περιλαμβάνονται αμφότερα στη δικογραφία). Κρίθηκε δε ότι η πολεοδομική υπηρεσία του ήδη εναγόμενου Δήμου όφειλε, προ της εκδόσεως της 117/18.11.2004 οικοδομικής άδειας, να σταθμίσει με αιτιολογημένη πράξη της τους κινδύνους για το υπό ανέγερση συγκρότημα οικοδομών, που θα χρησιμοποιείτο ως κατοικία σημαντικού αριθμού προσώπων, πράγμα που δεν έγινε, και επομένως η ως άνω άδεια εκδόθηκε κατά παράβαση οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η από 14.9.1999 έγκριση του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, βάσει της οποίας εκδόθηκε η 117/18.11.2004 άδεια, ήταν ανίσχυρη λόγω αλλαγής του ιδιοκτήτη του οικοπέδου σε αντίθεση με τα οριζόμενα στην Εγκύκλιο 106/1986, και λόγω της εκκρεμότητας του ανακαθορισμού των χρήσεων γης στην περιοχή κατόπιν της εκδόσεως της ως άνω ΚΥΑ, τέλος δε ότι η 117/18.11.2004 άδεια ήταν ανίσχυρη επιπροσθέτως, ως εκδοθείσα κατά παράβαση των τεθέντων όρων της προηγούμενης θέσεως σε κοινή χρήση του ρυμοτομούμενου τμήματος του οικοπέδου με συμβολαιογραφική πράξη και της προηγούμενης καταβολής του 20% της εισφοράς σε χρήμα.

14. Με την υπό κρίση αγωγή, όπως αυτή αναπτύσσεται παραδεκτώς με το από 13.3.2013 υπόμνημα και την από 19.3.2013 προσθήκη-αντίκρουση, η ενάγουσα ζητεί να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου Δήμου να καταβάλει σε αυτήν ως αποζημίωση κατ` άρθρον 105 και 106 ΕισΝΑΚ το ποσό των 213.127,31 ευρώ συνολικώς για τη ζημία που κατά τους ισχυρισμούς της υπέστη από την έκδοση της, ήδη ακυρωθείσας, 117/18.11.2004 οικοδομικής άδειας, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, που έλαβε χώρα στις 31.12.2009 κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της ενάγουσας έως την πλήρη εξόφληση. Ειδικότερα, η ενάγουσα προβάλλει ότι εξ αιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των οργάνων του εναγόμενου Δήμου υπέστη περιουσιακή ζημία συνολικού ύψους 113.127,31 ευρώ, η οποία αναλύεται ως εξής: α) ποσό 60.000 ευρώ που έλαβε ως στεγαστικό δάνειο από την «...» για την αγορά του εν λόγω ακινήτου, β) ποσό 5.428,07 ευρώ που κατέβαλε ως τόκους του αναληφθέντος στεγαστικού δανείου ως την ημέρα ασκήσεως της αγωγής, γ) ποσό 17.852,24 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ύψος των τόκων που θα καταβάλει έως τη λήξη του δανείου στις 10.10.2026, δ)ποσό 550 ευρώ που κατέβαλε ως έξοδα δανείου στην ως άνω Τράπεζα, ε) ποσό 13.000 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 22 συναλλαγματικές τις οποίες αποδέχθηκε εις διαταγήν της πωλήτριας Δε.Κ., προκειμένου να αποπληρώσει το τίμημα αγοράς του ως άνω ακινήτου, πληρωτέες κατά το χρονικό διάστημα από 6.1.2005 έως 6.10.2006, επιβαρύνοντας την περιουσία της, στ) ποσό 1.000 ευρώ που κατέβαλε ως αμοιβή στη συμβολαιογράφο για τη σύνταξη του συμβολαίου αγοραπωλησίας και 520,00 ευρώ που κατέβαλε στον δικηγόρο που παραστάθηκε κατά την υπογραφή του, ζ) ποσό 350 που δαπάνησε για τη μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου, η) ποσό 500 ευρώ που κατέβαλε ως μεσιτική αμοιβή για την εν λόγω αγοραπωλησία, θ) ποσό 12.950 ευρώ, που κατέβαλε σε μισθώματα από 18.11.2006, ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε να της παραδοθεί το ως άνω διαμέρισμα, έως το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (37 μήνες επί 350,00 ευρώ) και ι) ποσό 977 ευρώ που δαπάνησε για την εν γένει επένδυση του ένδικου διαμερίσματος (θωρακισμένη πόρτα, πλακίδια, φωτιστικά). Περαιτέρω, προβάλλει ότι εξ αιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των οργάνων του εναγομένου υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας ζητεί το ποσό των 100.000 ευρώ, συνολικώς δε 213.127,31 ευρώ. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της η ενάγουσα προσκομίζει σε επικυρωμένα φωτοαντίγραφα και επικαλείται, μεταξύ άλλων: 1) το 9732/06.12.2004 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, από το οποίο προκύπτει ότι καταβλήθηκαν από την ενάγουσα 1.003,60 ευρώ για τέλη και δικαιώματα της συμβολαιογράφου, ενώ αναφέρεται ότι δεν μεσολάβησε μεσίτης για την κατάρτιση της συμβάσεως, 2) την από 16.2.2005 και με αριθμό ...σύμβαση δανείου με την «...», 3) τις από 16.2.2005 και 5.5.2005 αποδείξεις εισπράξεως προϊόντος δανείου που υπογράφει η ενάγουσα, από τα οποία προκύπτει ότι εισέπραξε 60.000 ευρώ βάσει της ως άνω δανειακής συμβάσεως με δύο εντάλματα πληρωμής, 4) τα από 5.5.2005 και 16.2.2005 γραμμάτια εισπράξεως, από τα οποία προκύπτει ότι κατέβαλε στην ως άνω τράπεζα συνολικώς 550 ευρώ για τα έξοδα του δανείου, καθώς και το από 5.9.2008 όμοιο για την καταβολή 35 ευρώ για έξοδα κτηματολογίου, 5) την 122253/6.12.2004 απόδειξη του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης για την καταβολή 585,10 ευρώ, 320,36 εκ των οποίων αποδόθηκαν στον δικηγόρο Ν.Χ. για τη σύνταξη του σχεδίου του ως άνω συμβολαίου, 6) την από 8.6.2004 εντολή της ενάγουσας προς τον μεσίτη Σπ.Δ. προκειμένου να της υποδείξει ένα διαμέρισμα που φέρεται να είναι το ένδικο, με τον όρο ότι σε περίπτωση καταρτίσεως συμβάσεως αγοραπωλησίας αυτή υποχρεούται σε καταβολή αμοιβής 500,00 ευρώ, ενώ δεν προσκομίζεται απόδειξη καταβολής του ποσού αυτού, 7) 12 συναλλαγματικές λήξεως στις 6.1.2005, 6.2.2005, 6.3.2005, 6.4.2005, 6.5.2005, 6.6.2005, 6.7.2005, 6.8.2005, 6.9.2005, 6.10.2005, 6.11.2005 και 6.12.2005, αντιστοίχως, εκδοθείσες εις διαταγήν Δε.Κ., τις οποίες αποδέχθηκε και εξόφλησε η ενάγουσα, αξίας 590,90 ευρώ έκαστη, 8) κατάσταση ληξιπρόθεσμων οφειλών της εκ του αναληφθέντος δανείου, σύμφωνα με την οποία οι τόκοι με τους οποίους αυτό επιβαρύνεται έως την αποπληρωμή του ανέρχονται στο ποσό των 23.280,31 ευρώ, 9) τις 82/15.4.2005 και 89/30.5.2005 αποδείξεις ποσών 450,00 και 547,00 ευρώ που εξέδωσε η ..., εταιρεία παραγωγής και εμπορίας κουφωμάτων και συναφών ειδών, για την είσπραξη των ανωτέρω ποσών από την «...», 10) εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2012, σύμφωνα με το οποίο το εισόδημα της ενάγουσας προήλθε από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά και ανήλθε σε 3.756 ευρώ, ενώ ο σύζυγος της Αλ.Π. δεν απέκτησε εισόδημα, 11) κάρτα ανεργίας της έτους 2013, και 12) το από 17.7.2006 ψήφισμα του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, με το οποίο δηλώνεται η συμπαράσταση του στο πρόβλημα που δημιουργήθηκε για τους αγοραστές των διαμερισμάτων λόγω της ακυρώσεως της ως άνω οικοδομικής άδειας και η πρόθεση του να προβεί σε διαβήματα προκειμένου να συμβάλει στην αντιμετώπιση του.

15. Εξ άλλου, ο εναγόμενος Δήμος κατέθεσε στο Δικαστήριο στις 7.3.2013 ως μόνο στοιχείο του κατ` άρθρο 129 ΚΔΔ διοικητικού φακέλου, πέραν του από 13.3.2013 υπομνήματος, τη με αριθμό καταθέσεως 12396/2010 αγωγή αποζημιώσεως που άσκησαν οι Ηλ.Κ. και Δε.Κ. κατά, μεταξύ άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, του εναγόμενου Δήμου. Στη 15η σελίδα της αγωγής αυτής αναφέρεται ότι μετά την ακύρωση της 117/18.11.2004 οικοδομικής άδειας οι ανωτέρω, εργολάβος και κυρία, αντιστοίχως, του με αριθμό κτηματογράφησης 020701 οικοπέδου, επέστρεψαν στους αγοραστές, τμηματικώς εντός του έτους 2007, το τίμημα από τα συμβόλαια αγοραπωλησίας των ακινήτων που ανεγέρθηκαν επί αυτού, καθώς και ότι εκκρεμεί η σύνταξη σχετικής συμβολαιογραφικής πράξεως. Με το υπόμνημα του, ο εναγόμενος Δήμος αρνείται την ένδικη αξίωση ως παραγεγραμμένη, επικουρικώς δε ως αβάσιμη, λόγω ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου. Ειδικότερα, ως προς το τίμημα αγοράς του ως άνω ακινήτου, ο εναγόμενος Δήμος επικαλείται την ως άνω αγωγή των Ηλ.Κ. και Δε.Κ. ισχυριζόμενος ότι εκ του περιεχομένου της προκύπτει ότι οι ανωτέρω επέστρεψαν το τίμημα αυτό στην ενάγουσα και αγοράστρια, με αποτέλεσμα ως προς το σχετικό κονδύλιο η υπό κρίση αγωγή να είναι ουσία αβάσιμη. Περαιτέρω, προβάλλει ότι το κονδύλιο που αφορά στους τόκους που η ενάγουσα δεσμεύεται να καταβάλει στην «...» για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα βάσει της συναφθείσας μεταξύ τους δανειακής συμβάσεως αφορά ζημία μελλοντική η οποία δεν δύναται να αποκατασταθεί, ενώ, τέλος, υποστηρίζει ότι το αιτούμενο ποσό των 100.000 ευρώ ως ηθική βλάβη είναι υπερβολικό, διότι τελεί σε προφανή αναντιστοιχία προς την προκληθείσα ηθική βλάβη.

16. Από τα στοιχεία της δικογραφίας, και σύμφωνα με τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν, προκύπτει ότι η ιδιοκτήτρια του οικοπέδου και πωλήτρια του ένδικου ακινήτου Δε.Κ. και ο εναγόμενος Δήμος δια των αρμοδίων οργάνων του, τα οποία ενήργησαν εντός του κύκλου των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, συντέλεσαν στην έκδοση της 117/18.11.2004 οικοδομικής άδειας κατά παράβαση διατάξεων που προστατεύουν και ατομικά δικαιώματα (βλ. έβδομη σκέψη), η ακυρότητα της οποίας απαγγέλθηκε από το αρμόδιο δικαστήριο με απόφαση που ισχύει έναντι όλων. Ειδικότερα, η Δε.Κ. δια του εργολάβου Ηλ.Κ. αιτήθηκε στην αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου την έκδοση άδειας ανεγέρσεως οικοδομής στο 197 Ο.Τ., μη έχοντας εκπληρώσει τους τεθέντες με τις από 10.2.1999 και 14.09.1999 πράξεις όρους της προηγούμενης θέσεως σε κοινή χρήση του ρυμοτομούμενου τμήματος του οικοπέδου με συμβολαιογραφική πράξη και της προηγούμενης καταβολής του 20% της εισφοράς σε χρήμα. Ο δε εναγόμενος Δήμος δια των οργάνων του εξέδωσε την άδεια, παραλείποντας αφ` ενός να ελέγξει εάν έχουν πληρωθεί οι όροι αυτοί και εάν, στο μεταξύ, είχε αλλάξει το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου, πράγμα που είχε συμβεί και καθιστούσε την από 14.9.1999 έγκριση άκυρη, αφ` ετέρου να λάβει υπ` όψιν και να αξιολογήσει την απόσταση του εν λόγω Ο.Τ. από τις εγκαταστάσεις της «...» σε σχέση με την αντιμετώπιση των κινδύνων από μεγάλο τεχνολογικό ατύχημα, σύμφωνα με την εκπονηθείσα μελέτη ασφαλείας, όπως όφειλε βάσει της Οικ.5697/590/29.03.2000 ΚΥΑ ως αρχή αρμόδια για την έκδοση οικοδομικών αδειών. Τούτο, τη στιγμή που η απόσταση του ένδικου οικοπέδου από τις προμνησθείσες εγκαταστάσεις είναι τόσο μικρή (βλ. ιστορικό), που θα απέκλειε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τη χορήγηση άδειας για ανέγερση κτιρίου με χρήση κατοικίας. Συνέπεια της εν λόγω παρανομίας, η οποία απαγγέλθηκε με την 3002/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, ήταν να ζημιωθεί η ενάγουσα που κατέστη στο μεταξύ κυρία του ανεγερθέντος ακινήτου. Η ζημία της συνίσταται στην αδυναμία οποιασδήποτε χρήσεως και αξιοποιήσεως του, ήδη καταστάντος αυθαίρετου, ακινήτου και στην με τον τρόπο αυτό ματαίωση του προορισμού του, τελεί δε σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη οικοδομική άδεια, που ως διοικητική πράξη ανέπτυξε το ζημιογόνο της αποτέλεσμα, καθώς το εν λόγω κτίσμα ανεγέρθηκε δυνάμει αυτής. Επομένως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, δηλαδή θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη του εναγόμενου Δήμου, ο οποίος πρέπει να ανορθώσει την προκληθείσα βλάβη της αιτούσας. Τούτο, ανεξαρτήτως της υπάρξεως παράλληλης ευθύνης της πωλήτριας και ιδιοκτήτριας του οικοπέδου για την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, η οποία ευθύνη, εφ` όσον έλαβαν χώρα παράνομες παραλείψεις των οργάνων του εναγόμενου Δήμου συνδεόμενες αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, δεν αναιρεί τη δική του ευθύνη προς αποζημίωση (πρβλ. ΑΠ 486/2001), ενώ τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τον εναγόμενο είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμα. Ο προσδιορισμός δε του βαθμού και του μέτρου της μεταξύ των υπόχρεων ευθύνης δεν έχει σημασία για την υπό κρίση απαίτηση της ενάγουσας, η οποία νομίμως στρέφεται κατά του συνυπαιτίου εναγόμενου Δήμου, ευθυνόμενου εις ολόκληρον σύμφωνα με το άρθρο 926 ΑΚ, καθώς ο προσδιορισμός αυτός αποτελεί αντικείμενο της δίκης της αναγωγής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 927 ΑΚ (πρβλ. ΣτΕ 1183/2013).

17. Η ένδικη αξίωση γεννήθηκε και κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη στις 29.12.2005, ημερομηνία δημοσιεύσεως της ακυρωτικής αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, διότι έως τον χρόνο εκείνον η ακυρωθείσα διοικητική πράξη περιβαλλόταν με το τεκμήριο της νομιμότητας, ενώ προ του χρόνου αυτού η ενάγουσα δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να γνωρίζει την ύπαρξη παρανομίας και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, ενώ δεν δύναται να θεωρηθεί ότι γνώριζε από μόνη την ιδιότητα της ως παρεμβαίνουσας στην ανοιγείσα ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης δίκη. Δοθέντος δε ότι η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε στις 30.12.2009, ήτοι σε κάθε περίπτωση εντός πενταετίας από την έναρξη της παραγραφής, η ένδικη αξίωση δεν έχει παραγραφεί, σύμφωνα με όσα προβάλλει η ενάγουσα με την από 19.3.2013 προσθήκη-αντίκρουση, έστω και υπό διαφορετική νομική θεμελίωση, ενώ τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τον εναγόμενο Δήμο είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

18. Ειδικότερα, η περιουσιακή βλάβη της αιτούσας περιλαμβάνει το συνολικό ποσό κατά το οποίο μειώθηκε η περιουσία της από την παράνομη ενέργεια του εναγομένου, είτε με μείωση του ενεργητικού της είτε με αύξηση του παθητικού της, δια της επιδικαζόμενης δε αποζημιώσεως πρέπει αυτή να αποκατασταθεί στην προ του ζημιογόνου γεγονότος περιουσιακή της κατάσταση (πρβλ. ΣτΕ 866/2011 επταμ.). Σύμφωνα με τα επιμέρους αγωγικά κονδύλια, η αποζημίωση αυτή αναλύεται σε ποσό: α) 60.000 ευρώ (κεφάλαιο) της συναφθείσας δανειακής συμβάσεως, διότι εξ αυτής η ενάγουσα ανέλαβε ενοχική υποχρέωση αποπληρωμής του δανείου, β) 23.280,31 ευρώ, που αντιστοιχεί στο σύνολο των τόκων (των ήδη καταβληθέντων και των καταβλητέων έως την αποπληρωμή του δανείου), διότι κατά το ποσό αυτό αυξήθηκε το παθητικό της με την ανάληψη εκ της συμβάσεως ενοχικής υποχρεώσεως αποπληρωμής του δανείου, δηλαδή απαιτήσεως βέβαιης και εκκαθαρισμένης, γεγονός που καθιστά τη ζημία της γεγενημένη και ενεστώσα, ενώ όσα ο εναγόμενος προβάλλει περί του ότι το κονδύλιο που αφορά στους μη έτι καταβληθέντες τόκους αφορά σε ζημία μέλλουσα και άρα δεν αποκαθίσταται είναι απορριπτέα προεχόντως ως ερειδόμενα επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γ) 7.090,80 ευρώ, που αντιστοιχεί στις 12 συναλλαγματικές που αποδέχθηκε εις διαταγήν της πωλήτριας Δε.Κ. και εξόφλησε (590,90 Χ 12), δ) 550 ευρώ, που κατέβαλε ως έξοδα δανείου, ε) 1003,60 ευρώ, που κατέβαλε ως αμοιβή της συμβολαιογράφου για τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου, περιοριζόμενο στο αιτηθέν ποσό των 1.000 ευρώ, ζ) 585,10 ευρώ, που κατέβαλε ως έξοδα παραστάσεως του δικηγόρου Ν.Χ., περιοριζόμενο στο αιτηθέν ποσό των 520 ευρώ, η) 35 ευρώ, που δαπάνησε για έξοδα υποθηκοφυλακείου, και όχι 350 ευρώ, όπως ισχυρίζεται. Εξ άλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέβαλε 977 ευρώ για την εν γένει επένδυση του ένδικου διαμερίσματος, καθώς οι προσκομιζόμενες 82/15.4.2005 και 89/30.5.2005 αποδείξεις εισπράξεως ποσών 450 και 547 ευρώ, αντιστοίχως, έχουν εκδοθεί στο όνομα αγνώστων προσώπων, ενώ επιπλέον δεν προκύπτει σε ποιο ακίνητο αφορούν. Η ενάγουσα δεν απέδειξε, περαιτέρω, ότι καταβλήθηκε μεσιτική αμοιβή, καθώς, και πέραν της σχετικής αναφοράς στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας περί μη μεσολαβήσεως μεσίτη, δεν προσκομίσθηκε νόμιμο παραστατικό για την καταβολή του ποσού αυτού. Επίσης, το αγωγικό κονδύλιο που αφορά στα μισθώματα δεν δύναται να αποκατασταθεί, καθ` όσον τυχόν επιδίκαση του αιτούμενου ποσού θα οδηγούσε σε πλουτισμό της ενάγουσας, της οποίας η περιουσιακή ζημία αποκαθίσταται πλήρως με την επιδίκαση των συνολικών εξόδων αγοράς του ένδικου ακινήτου. Τέλος, δεν δύναται να αποκατασταθεί το ανεξόφλητο μέρος του τιμήματος αγοράς ύψους (13.000 - 7.090,80 =) 5.909,20 ευρώ, διότι δεν αποτελεί βέβαιη απαίτηση εις βάρος της ενάγουσας και υπό την έννοια αυτή δεν έχει αυξήσει το παθητικό της, δοθέντος ότι δύναται έτι αυτή να προβάλει εναντίον της πωλήτριας ουσιαστικές ενστάσεις από την ενοχική σχέση της πωλήσεως. Επομένως, η περιουσιακή ζημία της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των (60.000 + 23.280,31 + 7.090,80 + 550 + 1.000 + 520 + 35=) 92.476,11 ευρώ. Η εναπομείνασα δε σε αυτήν ωφέλεια από το ποσοστό συνιδιοκτησίας του ένδικου διαμερίσματος στο ακίνητο δεν δύναται να συνυπολογισθεί, δοθέντος ότι ο εναγόμενος Δήμος δεν έχει υποβάλει σχετική ένσταση, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη. Αν και κατά τη γνώμη της Πρωτοδίκη ΔΔ Ελένης Χρυσαφή*, εφ` όσον η ενάγουσα καταβάλλοντος το προαναφερόμενο τίμημα απέκτησε δικαίωμα πλήρους κυριότητας επί των προ- περιγραφόμενων ακινήτων (διαμέρισμα και ποσοστό επί του οικοπέδου, θέση στάθμευσης), το οποίο δικαίωμα δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ούτε η ίδια επικαλείται ότι έχει κατ` οιονδήποτε τρόπο απωλέσει, δεν τεκμηριώνεται η επικαλούμενη ζημία της αντιστοιχούσα στο σύνολο του κεφαλαίου, των τόκων της δανειακής σύμβασης και των σχετικών με τη σύνταξη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και τη μεταγραφή του εξόδων, ενώ, εξάλλου, δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύει, συγκεκριμένη απομείωση των χρηματικώς αποτιμώμενων ως άνω εμπράγματων δικαιωμάτων της λόγω της ακύρωσης της προαναφερθείσας οικοδομικής άδειας. Επίσης, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύει ότι λόγω της ακύρωσης της οικοδομικής αυτής άδειας δεν ολοκληρώθηκαν οι εργασίες ανέγερσης της οικοδομής και συναφώς του διαμερίσματος της (τουναντίον ισχυρίζεται ότι αγόρασε και κεραία τηλεόρασης γι` αυτό, γεγονός που υποδεικνύει ολοκλήρωση τους), ούτε επικαλείται απώλεια της νομής και της κατοχής του και αδυναμία χρήσης του εξ οιουδήποτε άλλου λόγου (όπως λ.χ., λόγω του ότι κατέστη αυθαίρετο, απαγόρευση εισόδου σε αυτό, επικείμενη κατεδάφιση του), πλην της γειτνίασης του και μόνο με τις δεξαμενές καυσίμων, γεγονός γνωστό σε αυτήν εξαρχής, απορριπτέο τυγχάνει και το αγωγικό κονδύλιο που αφορά σε καταβληθέντα μισθώματα.

19. Περαιτέρω, εκ της παρανόμου συμπεριφοράς των οργάνων του εναγομένου η ενάγουσα υπέστη κατά την κρίση του Δικαστηρίου ηθική βλάβη, η οποία συνίσταται στην ψυχική της ταλαιπωρία τόσο από τη διάψευση της προσδοκίας αποκτήσεως κατοικίας, όσο και από την αύξηση των οικονομικών της υποχρεώσεων από την αγορά ενός αυθαίρετου, ακατάλληλου προς χρήση ακινήτου. Συνεκτιμώντας τις συνθήκες της υπό κρίση περιπτώσεως, ειδικότερα δε την προσωπική και οικονομική της κατάσταση ως ομογενούς που ήρθε στην Ελλάδα, προκειμένου να αναζητήσει καλύτερες συνθήκες ζωής, και το γεγονός ότι για τη στεγαστική της αποκατάσταση ως μέλους μιας ευπαθούς κοινωνικής ομάδας τής χορηγήθηκε δάνειο με ευνοϊκούς όρους, πλην όμως, δεν απέκτησε στέγη, το Δικαστήριο κρίνει ότι προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης πρέπει να της επιδικασθεί ποσό ύψους 5.000 ευρώ.

20. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου Δήμου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 92.476,11 ευρώ για την περιουσιακή της ζημία και αυτό των 5.000,00 ευρώ για την ηθική της βλάβη, συνολικώς δε το ποσό των 97.476,11 ευρώ, σύμφωνα με το αιτιολογικό, νομιμοτόκως από την ημερομηνία επιδόσεως της αγωγής, ήτοι από 31.12.2009 έως την πλήρη εξόφληση.

21. Τέλος, το άρθρο 275 ΚΔΔ ορίζει ότι: «1. Τα δικαστικά έξοδα καταλογίζονται σε βάρος του διαδίκου που ηττάται.... Σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας, τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται ανάμεσα στους διαδίκους. Στην περίπτωση αυτή, τα τέλη που προκαταβλήθηκαν βαρύνουν όλους τους διαδίκους εξίσου, καταλογιζόμενα αναλόγως...... Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μερική είναι η νίκη και η ήττα των διαδίκων όταν αυτή έχει ίση έκταση (πρβλ. ΑΠ 1541/1985) και όχι όταν έχει διαφορετική, όπως συμβαίνει όταν επιδικάζεται ποσό μικρότερο του αιτηθέντος (πρβλ. ΑΠ 270/1968). Στην περίπτωση επομένως αυτή, κατ` ορθή ερμηνεία της διατάξεως και σύμφωνα με την αρχή της ήττας (πρβλ. ΑΠ 1401/2008, πρβλ. επίσης τη ρύθμιση του άρθρου 178 § 1 ΚΠολΔ και του άρθρου 92 του γερμανικού ΚΠολΔ, που αποτέλεσε τη βάση του), πρέπει τα δικαστικά έξοδα να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας των διαδίκων. Ως εκ τούτου, καίτοι δεν έχει επισυναφθεί στη δικογραφία κατάλογος των εξόδων (πρβλ. ΑΠ 196/1974, 1401/2008), πρέπει αυτά, ανερχόμενα κατά πιθανολόγηση σε 320 ευρώ για την ενάγουσα και 85 ευρώ για τον εναγόμενο, να καταμερισθούν αναλόγως της νίκης και ήττας τους, καταλογιζόμενου εις βάρους του τελευταίου του ποσού των 200 ευρώ.

Addthis