Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Καταχραστές Δημοσίου, υπεξαγωγή εγγράφων, υπεξαίρεση

Περίληψη.  Καταχραστές Δημοσίου. Υπεξαγωγή στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση και υπεξαγωγή εγγράφου από υπάλληλο κατ’ εξακολούθηση εις βάρος Τοπικού Οργανισμού Εγγείων Βελτιώσεων. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Νόμος 1608/1950. Προβλέπει διακεκριμένες μορφές εγκλημάτων του ΠΚ. Κατ’ εξακολούθηση έγκλημα. Χρόνος τέλεσης των επιμέρους πράξεων. Αρχή της νομικής ενότητας. Διέπει όχι μόνο την επιμέτρηση της ποινής, αλλά και την υλική αρμοδιότητα. Αρχή της αυτοτέλειας. Διέπει τη συμμετοχή, την παραγραφή, την προθεσμία υποβολής της έγκλησης και το δεδικασμένο. Κατ’ εξακολούθηση έγκλημα βάσει του ν. 2576/1953 και βάσει του άρθ. 98 ΠΚ. Στους καταχραστές Δημοσίου εφαρμόζεται ο ν. 2576/1953 ως ειδικότερος.

 Ιδιαίτερα τεχνάσματα και έννοια αυτών. Δυσχέρανση του ελέγχου, σύγχυση στους λογαριασμούς, όπως π.χ. ψευδείς εγγραφές σε βιβλία, αλλοιώσεις αριθμών, έκδοση εικονικών εγγράφων, μη τήρηση ή άτακτη τήρηση βιβλίων ή καρτέλων κ.λπ. Πραγματικά περιστατικά. Υπεξαίρεση από τον κατηγορούμενο εισφορών που κατέβαλαν τα μέλη του για συγκεκριμένες χρήσεις ετών, διά της μη κατάθεσης στο ταμείο του Οργανισμού και της ενθυλάκωσης τους στην ατομική του περιουσία. Παραπομπή για τα ως άνω εγκλήματα. 

                                 Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας 21/ 2014.
Δικαστές Στεφανία Καρατζά, Πρόεδρος, Β. Πέττας, Ιφιγένεια Ματσούκα, Εισαγγελεύς Γ. Τσιρώνης

Με το ως άνω βούλευμα έγινε δεκτή η πρόταση του Αντεισαγγελέως Γ. Τσιρώνη, η οποία έχει ως εξής:

Εισάγονται, κατ` άρ. 32 παρ. 1 και 4,138 παρ. 2 και 308 παρ. 1 ΚΠΔ, οι με αριθμ. ΑΒΜ [...] και [...] συσχετισμένες ανακρι­τικές δικογραφίες (με αριθμ. [...] ανακριτική δικογραφία), που σχηματίστηκαν κατά του Β.Π. του Κ., κάτοικου Ευηνοχωρίου Αιτωλοακαρνανίας, σε βάρος του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για: α) υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ` εξακολούθηση σε βάρος οργανισμού που εξυπηρετεί με αποκλειστική εκμε­τάλλευση την παροχή νερού στο κοινό με επελθούσα ζημία και επιτευχθέν όφελος συνολικά ανώτερα των (50.000.000 δρχ.) 150.000 ευρώ και β) υπεξαγωγή εγγράφου από υπάλλη­λο κατ` εξακολούθηση σε βάρος οργανισμού που εξυπηρετεί με αποκλειστική εκμετάλλευση την παροχή νερού στο κοινό με επελθούσα ζημία και επιτευχθέν όφελος συνολικά ανώτερα των (50.000.000 δρχ.) 150.000 ευρώ (άρ. 1,14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 51, 52, 53, 76, 79, 98 παρ. 1, 242 παρ. 2, 222, 258-275 παρ. 1 α ΠΚ και άρ. 1 παρ. 1 α περ. στ και ζ Ν. 1608/1950, όπως αντικ. με άρ. 36 παρ. 1 Ν. 2172/1993, 23 παρ. 2 Ν. 2298/1995 και 4 παρ. 3 α Ν. 2408/1996 και άρ. 16 παρ. 2 ν.δ. 2576/1953), με αφορμή: α) δημοσίευμα με τίτλο «Άνοιγμα 300.000 ευρώ στον ΤΟΕΒ Ευνηχωρίου» του με αριθμ. 2592/2010 φύλλου της καθημερινής τοπικής εφημερίδας «Αιχμή Αιτωλοακαρνανίας» (ΑΒΜ [...]) και β) την από 22.2.2010 έγκληση του Τοπικού Ορ­γανισμού Εγγείων Βελτιώσεων (ΤΟΕΒ) Ευηνοχωρίου (ΑΒΜ [...]) και αφού περατώθηκε νόμιμα η κυρία ανάκριση (αρχική και συμπληρωματική) που διενεργήθηκε, όπως προκύπτει από τις από 5.8.2013 εκθέσεις γνωστοποίησης του Ανακριτή του Πλημ­μελειοδικείου Μεσολογγίου προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορούμενου, [...] καθώς και την [...], πληρεξούσιο δι­κηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος Τοπικού Οργανισμού Εγγείων Βελτιώσεων (ΤΟΕΒ) Ευηνοχωρίου, που εκπροσωπείται από τον πρόεδρο του Διοικητικού του Συμβουλίου, για την δικογραφία αυτή εκθέτουμε τα ακόλουθα.
Η περάτωση της κύριας ανάκρισης για τα εγκλήματα του άρ. 1 του Ν. 1608/1950, όπως ισχύει, σύμφωνα με το άρ. 308 παρ. 1 ΚΠΔ, κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκο­πό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρόταση του στο Συμ­βούλιο Εφετών, το οποίο αποφαίνεται αμετακλήτως, ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξαρτήτως της βαρύτητας των τε­λευταίων, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται δια­φορετικός τρόπος περάτωσης της κύριας ανάκρισης. Κατ` ακο­λουθία των όσων αναφέρθηκαν αρμοδίως εισάγεται η παρού­σα δικογραφία στο Συμβούλιο σας, προκειμένου να κριθεί στην ουσία της. 

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ. 1 παρ. Ια του Ν. 1608/1950 «Περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων διά τους καταχραστάς του Δημοσίου», όπως ισχύει: «Στον ένο­χο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216, 218, 235, 236, 237, 242, 258, 372, 375 και 386 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.), ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του Ποινικού Κώδικα και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δρά­στης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, που μετά το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν. 2408/1996 αυξήθηκε σε 50.000.000 δραχμές (ή 150.000 ευρώ κατ` εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 7 του Ν. 2943/2001) επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο νόμος αυτός δεν καθιερώνει αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μεταβάλλει τους όρους και τα στοιχεία των αναφερόμενων στο άρ. 1 αυτού εγκλημάτων του Ποινικού Κώδικα, αλλά επαυξάνει απλώς, υπό ορισμένες προϋ­ ποθέσεις, την ποινή (βλ. τον χαρακτηριστικό τίτλο του: «Περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων διά τους καταχραστάς του Δημοσίου») και καθιστά την πράξη κακούργημα. Δη­λαδή ο νόμος Ν. 1608/1950 δεν διαπλάσσει νέα εγκλήματα, α­φού η ποινική τους υπόσταση καθορίζεται από τον Ποινικό Κώδικα, αλλά προβλέπει διακεκριμένες μορφές των εγκλημά­των αυτών [ΑΠ 2443/2003 ΠοινΧρ ΝΔ, 906,1394/2006 ΠοινΧρ ΝΖ, 621, 3/2008 (Ολομ.) ΠοινΧρ ΝΗ, 404, 222/2008 ΠοινΧρ ΝΘ, 43,935/2010 ΠοινΧρ ΞΑ, 271,1369/2010 ΤΝΠ Νόμος, 609/2012 ΤΝΠ Νόμος, ΤριμΕφΘεσ (Συμβ.) 549/2011 ΠοινΧρ ΞΒ, 200, Η. Α­ναγνωστόπουλος, ΠοινΧρ ΜΕ, 883, και «Ζητήματα απιστίας», 1996, 129, Α. Παπαδαμάκης: «Τα περιουσιακά εγκλήματα», 2000,178]. 
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρ. 98 παρ. 1 ΠΚ, έγκλημα κατ` εξακολούθηση είναι το έγκλημα εκείνο, που τε­λείται από το ίδιο πρόσωπο με ταυτότητα απόφασης, και απο­τελείται από περισσότερες ομοειδείς και αυτοτελείς πράξεις, που πραγματοποιούνται σε διαφορετικούς χρόνους, αλλά προ­σβάλλουν το ίδιο, μη προσωποπαγές, έννομο αγαθό, και η ειδι­κότερη εξειδίκευση των μερικότερων πράξεων από απόψεως χρόνου τέλεσης τους είναι αναγκαία, μόνο εάν ασκεί αυτός -χρόνος τέλεσης- επιρροή στην ταυτότητα της πράξης ή την παραγραφή της, καθόσον οι μερικότερες αυτές πράξεις παρα­γράφονται αυτοτελώς, και το στοιχείο που προσδίδει στις μερι­κότερες πράξεις νομική ενότητα, είναι η εξ υπαρχής ταυτότητα της απόφασης του δράστη προς εκτέλεση τους. Η αρχή της νο­μικής ενότητας διέπει, εκτός από την επιμέτρηση της ποινής, και την υλική αρμοδιότητα -υλικά αρμόδιο, το αρμόδιο για τη βαρύτερη μερικότερη πράξη Δικαστήριο-, ενώ η αρχή της αυ­τοτέλειας διέπει τη συμμετοχή, την παραγραφή, την προθεσμία υποβολής της έγκλησης και το δεδικασμένο [ΑΠ 163/2000 ΠοινΧρ Ν, 498, 1049/2001 ΠοινΔικ 2001, 1189, 1310/2001 ΠοινΔικ 2001, 1228, 1057/2008 (Συμβ.) ΠοινΔικ 2009, 147, 1227/2009 Πραξ και ΛογΠΔ 2009,394, Κ. Σταμάτης: ΣυστΕρμΠΚ, άρθ. 83-89, 1993, 167-174]. Με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η οποία προστέθηκε με το άρ. 14 παρ. 1.1 Ν. 2721/1999 και είναι δυσμενέστερη της προηγούμενης διάταξης του άρ. 98 Π Κ [ΑΠ 1605/1999 (Συμβ.) Υπέρ., 546, 666/2000 ΠοινΧρ ΝΑ, 35, 765/2000 (Συμβ.) ΠοινΧρ ΝΑ, 113,765/2000 (Συμβ.) ΠοινΧρ ΝΑ, 113, 5/2002 (Ολομ.) ΠοινΔικ 2002, 836, 24/2011 ΤΝΠ Νόμος, 1517/2011 ΤΝΠ Νόμος], ως προς το στοιχείο είτε του ύψους της υλικής βλάβης ή οφέλους που, αντίστοιχα, προξενήθηκε ή σκοπήθηκε από τον δράστη του κατ` εξακολούθηση εγκλήματος, είτε του μεγέθους της οικονομικής αξίας του υλικού αντικειμέ­νου διαφόρων εγκλημάτων (ευτελούς, ιδιαιτέρως μεγάλης, α­νώτερης των 25.000.000 δρχ. κ.λπ.) ορίζεται, ότι η αξία του α­ντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιου­σιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ` εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, εάν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέ­λεσμα αυτό [ΑΠ 765/2000 (Συμβ.) ΠοινΧρ ΝΑ 113, 765/2000 (Συμβ.) ΠοινΧρ ΝΑ, 113,974/2001 ΠοινΔικ 2001,1090,230/2008 (Συμβ.) ΠοινΧρ ΝΗ, 45, 1227/2009 ΠραξΛογΠΔ 2009 394, 173/2010, 350/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 888/2011 (Συμβ.) ΠοινΧρ ΞΓ, 135]. Όμως με τη διάταξη του άρ. 16 παρ. 2 Ν. 2756/1953 ορίζεται ότι: «Οσάκις στις περιπτώσεις του άρ. 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950 το έγκλημα επράχθη κατ`εξακολούθηση με πολλές μερικότερες πράξεις, για τον προσδιορισμό του οφέ­λους που επιτεύχθηκε ή επιδιώχθηκε ή της ζημίας που επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, καθώς επίσης και για τον προσδιο­ρισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότε­ρων πράξεων), το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που ε­πιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε ή επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθη­κε και όχι το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη». Οι δύο αυτές διατάξεις διαφέρουν κατά το ότι ενώ η δεύτερη, α­ναφορικά με τα εγκλήματα του άρ. 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950, θε­σπίζει απευθείας τη δυνατότητα άθροισης των ποσών της συ­νολικής περιουσιακής βλάβης ή οφέλους ή συνολικής αξίας του αντικείμενου της προσβαλλόμενης ιδιοκτησίας, ώστε να καθοριστεί αν αυτό υπερβαίνει ή όχι το κατώφλι των 150.000 ευρώ, η πρώτη, δηλαδή εκείνη του άρ. 98 παρ. 2-1 ΠΚ, παρέχει τη δυνατότητα αυτή μόνο μετά τον Ιούνιο του 1999 (στοιχείο που εδώ είναι αδιάφορο) και μόνο εφόσον ο δράστης απέβλε­πε στο σύνολο του οφέλους ή της βλάβης της περιουσίας ή της αξίας του αντικειμένου. Απαιτεί, επομένως, η δεύτερη αυτή δι­άταξη μία περαιτέρω προϋπόθεση για την άθροιση των ποσών των πράξεων, που ενώ αυτοτελώς θα είχαν πλημμεληματικό χαρακτήρα, με την άθροιση αυτή αναβαθμίζονται σε πράξη κακουργηματικού χαρακτήρα, και επομένως είναι ευμενέστε­ρη εκείνης του άρ. 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950. Όμως λόγω της ειδι­κότητας της διάταξης του άρ. 16 παρ. 2 ν.δ. 2756/1953 επικρα­τεί εκείνης του άρ. 98 παρ. 2 ΠΚ [ΑΠ 466/2002 ΠοινΧρ ΝΓ, 15, 945/2006 ΠοινΧρ ΝΖ, 607, 1616/2007 ΠοινΔικ 2008, 499, 461/2011 ΠοινΧρ ΞΒ, 102, 1017/2011 ΠοινΧρ ΞΒ, 358, Εφθεσ 549/2011 (Συμβ.) ΠοινΧρ ΞΒ, 200, 210/2012 ΤΝΠ Νόμος]. 
Πε­ραιτέρω ως υπάλληλοι θεωρούνται τόσο εκείνοι του άρ. 13α ΠΚ, όσο και -μεταξύ άλλων- αυτοί του άρ. 263 στοιχ. α ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο για την εφαρμογή των άρ. 235, 236, 239, 241, 242, 243, 245, 246, 252, 253, 255, 256, 257, 258, 259, 261, 262 και 263 του Ποινικού Κώδικα, υπάλληλοι είναι και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που ανήκουν στο Κράτος, σε οργα­νισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε νομικά πρόσωπα δημοσί­ου ή ιδιωτικού δικαίου και που εξυπηρετούν με αποκλειστική ή προνομιακή εκμετάλλευση την προμήθεια ή την παροχή στο κοινό νερού, φωτισμού, θερμότητας, κινητήριας δύναμης ή μέ­σων συγκοινωνίας ή επικοινωνίας ή μαζικής ενημέρωσης. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται κατ` άρ. 375 παρ. 1 ΠΚ: α) κινητό πράγμα μερικά ή ολικά ξένο, δηλαδή υποκείμενο σε ξένη σε σχέση με τον δράστη κυριότη­τα, όπως αυτή διαπλάσσεται από το αστικό δίκαιο, β) κατοχή του πράγματος κατά την τέλεση της πράξης από τον δράστη, όπως αυτή -κατοχή- νοείται κατά το ποινικό δίκαιο, ως μία πραγματική σχέση του προσώπου προς το πράγμα που του ε­πιτρέπει να το εξουσιάζει κατά βούληση κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, γ) παράνομη ιδιοποίηση, που συνίσταται στην, με οποιαδήποτε ενέργεια και χωρίς νόμιμη δικαιολογητι­κή αιτία, οριστική ενσωμάτωση στην περιουσία του δράστη του ξένου κινητού, με τρόπο που αντικειμενικά εξωτερικεύει και καταδηλώνει την (ήδη προσχηματισμένη) βούληση του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να ήταν κύριος αυτού, δ) δόλια προαίρεση του δράστη που γνωρίζει και θέλει την πα­ραγωγή των παραπάνω κρίσιμων περιστατικών [ΑΠ 112, 1975/2007 ΠραξΛογΠΔ 2007, 682, 1654/2008 ΠραξΛογΠΔ 2008, 538, 1167/2008 (Συμβ.) ΠοινΔικ 2009, 24, 160/2011 ΠοινΧρ ΞΒ, 37,1059/2011 (Συμβ.) ΠοινΔικ 2012,572,1182/2011 ΠοινΧρ ΞΒ,Ί 92,475/2012 ΠοινΧρ ΞΓ, 126, 817/2012 ΠοινΧρ ΞΓ, 127,306/2013 ΤΝΠ Νόμος].
Εξάλλου για τη στοιχειοθέτηση του (μη γνήσιου περί την υπηρεσία) εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, κατ`άρ. 258 ΠΚ, που εμπεριέχει και την αντικει­μενική υπόσταση της κοινής υπεξαίρεσης του άρ. 375 παρ. 1 ΠΚ, απαιτείται: α) Παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέ­ρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται ε­κείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο, και δυνατόν να ανήκουν σε ιδιώτη ή οποιο­δήποτε τρίτο πρόσωπο φυσικό ή νομικό και πέραν του κρά­τους, β) Κατοχή, κατά την έννοια των προαναφερομένων δια­τάξεων, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσίασης του πράγ­ματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούληση του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δρά­στη κατά τη βούλησήτου. Αν πρόκειται για χρήματα, η απόκτη­ση της κατοχής τους, με την παραπάνω έννοια, δεν πραγματο­ποιείται μόνο με την παράδοση τους στο δράστη, αλλά και με τη λογιστική τους μεταφορά στον προσωπικό λογαριασμό του δράςττη ή -με υπόδειξη του τελευταίου- σε λογαριασμό τρίτου σε τράπεζα, οπότε γίνεται δικαιούχος αυτός (δράστης ή τρίτος) και αποκτά δικαίωμα αναλήψεως τους κατά τις διατάξεις που διέπουν το τραπεζικό σύστημα, γ) Ιδιότητα του δράστη ως υ­παλλήλου, κατά την έννοια του άρ. 13 στοιχ. α` του ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρ. 263α του ίδιου Κώδικα τόσο κατά τη λήψη και κατοχή, όσο και κατά την ιδιοποίηση του πράγματος, δ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα με την υπαλληλική του ιδιότητα, αδιάφορο αν ήταν υπηρεσιακά αρμόδιος ή όχι γι` αυτό, αρκεί μεταξύ της λήψης και της υπαλληλικής ιδιότητας του λήπτη να υπάρχει άμεση σχέση αιτιότητας, το πράγμα δηλαδή να δίνεται σ` αυτόν ως υ­πάλληλο, και όχι χάριν της προσωπικής εμπιστοσύνης που αυ­τός απολαμβάνει από τον δότη του πράγματος -οπότε πρόκει­ται κοινή υπεξαίρεση, ε) ιδιοποίηση του πράγματος, την οποία συνιστά κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, που καταδηλώνει τη θέληση του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος, στ) δόλος του δράστη, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα {ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει με την υπαλληλική του ιδιό­τητα, καθώς και τη βούληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δη­λαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Τέτοια βούληση υ­φίσταται και όταν εκμεταλλεύεται το πράγμα προς ίδιο όφελος χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή και αντίθετα με τις δο­θείσες οδηγίες του κυρίου του πράγματος [ΑΠ 1128/2005 ΠοινΧρ ΝΣΤ, 148, 105/2006 ΠοινΛογ 2006, 94, 1083/2007 ΠοινΛογ 2007,736, 778/2009 ΠοινΧρ ΞΒ, 200,2172/2008 Πραξ-ΛογΠΔ 2008, 756, 1386/2010 (Συμβ.) ΤΝΠ Νόμος, 265/2010 (Συμβ.) Απόφ. ΑΠ στο διαδίκτυο, 50/2011 ΠοινΧρ ΞΒ, 30, 513/2012 ΤΝΠ Νόμος, 976/2012 ΠοινΧρ ΞΓ, 611,101/2013 ΤΝΠ Νόμος, Χ.Δέδες, Εγκλήματα περί την υπηρεσίαν, 1983,138- 139, Α.Κονταξής, ΕρμΠΚ, 1991, Β, 1718-1725, Ν. Μπιτζιλέκης, Τα υπη­ρεσιακά εγκλήματα, 1993, 471- 476, Δ. Σπινέλης, Εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία, 1988,10, Τούσης/Γεωργίου, ΕρμΠΚ, Β, 1967,687-690].
Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, κατά τις διατάξεις του άρ. 222 ΠΚ, με τις ο­ποίες προστατεύεται η ύπαρξη και η εξ αυτής δυνατότητα χρη­σιμοποίησης του εγγράφου ως κυριοτέρου αποδεικτικού μέ­σου, απαιτείται: α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό, ανεξάρτητα αν αυτό είναι έγκυρο η άκυρο, γνήσιο ή πλαστό, αρκεί να είναι προορισμένο ή πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, έστω και ως δικαστικό τεκμήριο. Ακόμα και εικονικό μπορεί να είναι το έγ­γραφο ή να συντάχθηκε διά της βίας ή με απάτη διότι, εφόσον το κύρος του δεν προσβληθεί, παράγει νόμιμα αποτελέσματα (βλ. Κωστή-Μπουρόπουλου, ΕρμΠΝ, Γ, 263), β) το έγγραφο αυτό να έχει έννομη σημασία, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοί­ωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννο­μης σχέσης, γ) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου από τον δράστη, δ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του ΑΚ, προς παράδοση ή επί­δειξη σε άλλον, δ) σκοπός βλάβης άλλου, έστω και μη περιου­σιακής, ασχέτως της επέλευσης της, αρκεί να υπάρχει δυνατό­τητα βλάβης άλλου με την απόκρυψη ή τη μερική ή ολική-βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, καθόσον πρόκειται για έ­ γκλημα διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσια­κή είτε ηθική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο, και στ) δό­λος του δράστη, συνιστάμενος στη βούληση της απόκρυψης, βλάβης ή καταστροφής του εγγράφου, ενώ γνωρίζει ότι δεν είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος ή ότι είναι υπόχρεος προς παράδοση ή επίδειξη τούτου σε άλλον, και επιπρόσθετα σκο­πός βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγρά­φου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοση του (ΑΠ 429/2006 ΠραξΛογΠΔ 2006, 55, 562/2007 ΠοινΧρ ΝΗ, 138,718/2007 ΠοινΧρ ΝΗ, 223,646/2008ΤΝΠ Νόμος, 575/2009 ΠοινΧρ Ξ, 117, 978/2009 ΤΝΠ Νόμος, 414/2010 ΤΝΠ Νόμος, 614/2010 ΤΝΠ Νόμος, 1036/2010 ΤΝΠ Νόμος,869/2012 ΠοινΧρ ΞΓ, 126, 302/2013 ΤΝΠ Νόμος).
Εξίσου κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του άρ. 242 ΠΚ τιμωρείται με την ποινή της παρ. 1 του ί­διου άρθρου, δηλαδή με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, και ο υπάλληλος ο οποίος με πρόθεση υπεξάγει -μεταξύ άλλων-έγγραφο που του εμπιστεύθηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίαςτου. Ενεργητικό υποκείμενο του, μη γνήσιου υπηρε­σιακού, εγκλήματος αυτού είναι οιοσδήποτε υπάλληλος, κατ` άρ. 13α ή 263Α ΠΚ, και δεν απαιτείται υλική ή τοπική αρμοδιό­τητα αυτού για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου. Ως έγγρα­φο νοείται, κατ`άρ. 13γ ΠΚ, οιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο, έστω και προορισμένο για εσωτερική κυκλοφορία, ή ιδιωτικό. Ως υπεξαγωγή εγγράφου νοείται κάθε πράξη, πλην της καταστρο­φής ή βλάβης, με την οποία -χωρίς να συντρέχει σκοπός ιδιο­ποίησης- καθίσταται ανέφικτη ή δυσχερής η, από το δικαιού­μενο πρόσωπο, χρήση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, δηλαδή με την απόκρυψη ή την απομάκρυνση του, χωρίς να απαιτείται και μετακίνηση του εγγράφου σε άλλο χώρο ή τόπο και υποκειμενικά απαιτείται δόλος, έστω και ενδεχόμενος. Πε­ραιτέρω, απαιτείται το έγγραφο είτε να είναι εμπιστευμένο στον δράστη, δηλαδή να έχει περιέλθει σε αυτόν ως εκ της υπη­ρεσίας του, είτε να του είναι προσιτό, δηλαδή να μπορεί ο δρά­στης, ως εκ της υπηρεσίας του, και να έχει πρόσβαση σε αυτό, αλλά και να αποκτήσει την κατοχή του, με νόμιμο τρόπο, κατά την μάλλον κρατούσα στη θεωρία άποψη [ΑΠ 1423/2007 ΠοινΔικ 2007,2008,378,1591/2007 ΠοινΧρ ΝΗ, 523,1415/2008 ΠραξΛογΠΔ 2008, 556, 1227/2009 ΠραξΛογΠΔ 2009, 394, 1511/2009 ΤΝΠ Νόμος, 1860/2010 ΠραξΛογΠΔ 2011, 81, 1913/2010 (Συμβ.) ΠραξΛογΠΔ 2011, 5, 540/2011 ΠοινΧρ ΞΒ, 188,1650/2011 ΠοινΧρ ΞΒ, 510,414/2012ΤΝΠ Νόμος, Η. Γάφος ΕρμΠΚ, Ειδ. Μέρος, Γ, 16-49, Ν. Μπιτζιλέκης, Τα υπηρεσιακά εγκλήματα, 1993, 366, Λ. Μπουρόπουλος, ΕρμΠΚ, Β, 366, Τούσης/ Γεωργίου, ΕρμΠΚ, Β, 1967,655].Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος, προκειμένου να πετύχει τον εγκληματικό του σκοπό, μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, των οποίων στην προκείμενη περίπτωση η συν­δρομή δεν είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση του κακουργηματικού χαρακτήρα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία που τέλε­σε, αφού αρκεί το γεγονός, ότι το όφελος που ο ίδιος αποκόμι­σε και η αντίστοιχη βλάβη που προξένησε υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ, όπως στη συνέχεια θα αποδειχθεί. Ό­μως για την ορθή ποινική αξιολόγηση της πράξης, και ακόμα περισσότερο για την επιβολή της ποινικής κύρωσης, αξία έ­χουν -μεταξύ άλλων- και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία και τα χαρακτηριστικά που αυτή έχει. Μάλιστα για την ίδια αιτία σε περίπτωση φαινομενικής συρροής είναι ορθό­τερο τα πραγματικά στοιχεία που συγκροτούν την απορροφώμενη ποινική διάταξη να περιλαμβάνονται στην παραπεμπτική διαδικαστική πράξη. Για το λόγο αυτό θα αναφερθούμε και στο περιεχόμενο της έννοιας των ιδιαίτερων τεχνασμάτων. Ειδικό­τερα συνιστά χρήση ιδιαίτερων τεχνασμάτων, η οποία και προσδίδει στην πράξη κακουργηματικό χαρακτήρα, κάθε ε­νέργεια ή παράλειψη του δράστη προς συγκάλυψη της παρά­νομης δραστηριότητας, που τείνει στην εξαπάτηση της αρχής, ως προς την από αυτόν τέλεση του εγκλήματος, και που με αυ­τήν επιδιώκεται να δυσχερανθεί ο έλεγχος ή να επέλθει σύγχυ­ση στους λογαριασμούς, όπως π.χ. ψευδείς εγγραφές σε βιβλία, αλλοιώσεις αριθμών, έκδοση εικονικών εγγράφων, μη τήρηση ή άτακτη τήρηση βιβλίων ή καρτελών, καθώς και μη καταχώρι­ση πράξεων σε αυτά, και γενικότερα οτιδήποτε είναι πρόσφο­ρο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να συγκαλύψει την παράνομη ενέργεια του υπαλλήλου, ενώ η χρήση ιδιαίτερων τεχνασμάτων συνιστά και αυτοτελές αδίκημα, όπως πλαστο­γραφία, ψευδή βεβαίωση ή υπεξαγωγή εγγράφων, οπότε πρό­κειται αληθής κατ` ιδέα συρροή, εφόσον αυτό προσβάλλει διά­φορο έννομο αγαθό [ΑΠ 801/2003 ΠοινΔικ 2003,890,533/2003 (Συμβ.) ΠοινΔικ 2003, 1013, 2068/2003 (Συμβ.) ΠραξΛογΠΔ 2003, 561, 636/2005 ΠοινΛογ 2005, 580, 50/2011 ΤΝΠ Νόμος, 505/2012 ΠοινΧρ ΞΓ, 373]. [...]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...