Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Υπεξαγωγή εγγράφων, βλάβη= και ηθική, νομική πλάνη.

Υπεξαγωγή εγγράφου, και δη καταστροφή (με σκίσιμο) μιας τραπεζικής επιταγής κυριότητας του εγκαλούντος. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Συγγνωστή νομική πλάνη, καθ΄όσον η κατηγορουμένη αγνοούσε τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της, αφού θεωρούσε τον εαυτό της κυρία της επιταγής. Αφ΄ενός το Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της και αφ΄ετέρου προβλήθηκε αόριστα, αφού δεν αναφέρθηκε η προσωπική της κατάσταση, και δη ότι αγνοούσε τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της καταστροφής και ότι δεν μπορούσε να τον γνωρίζει οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών της δυνατοτήτων. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση. 
                                             Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα Ε΄, 293/ 2015

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσούλα Παρασκευά (σύμφωνα με την υπ` αριθμό 48/2015 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Πάνου Πετρόπουλου και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.

Κατά την έννοια του άρθρου 222 του ΠΚ, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, με προστατευόμενο αντικείμενο το έγγραφο, ως μέσο αποδεικτικό, απαιτούνται: α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ` του ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο, να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης προς τον σκοπό της βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα αυτό είναι απλώς διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε ηθική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Απαιτείται δε υπερχειλής, άμεσος δόλος, που ενέχει τη γνώση του δράστη ότι δεν είναι κύριος ή αποκλειστικά κύριος του εγγράφου και τη θέληση απόκτησης κ.λπ. τούτου. Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, απόκρυψη λογίζεται κάθε πράξη ή παράλειψη από την οποία ο δικαιούχος στερείται διαρκώς ή πρόσκαιρα της δυνατότητας αποδεικτικής χρήσης του εγγράφου, ενώ ως καταστροφή νοείται η εξαφάνισή του, ώστε το έγγραφο να μην δύναται να παράσχει ούτε άμεση, ούτε έμμεση απόδειξη. Ενεργητικό υποκείμενο είναι κάθε τρίτο πρόσωπο, που δεν είναι κύριος του εγγράφου, ιδιώτης ή και υπάλληλος
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται ατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Aρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αρ. 377/2014 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, κήρυξε σε δεύτερο βαθμό, την αναιρεσείουσα, ένοχο υπεξαγωγής και δη καταστροφής μίας τραπεζικής επιταγής κυριότητας του εγκαλούντος και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στο αιτιολογικό της ανωτέρω προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, την χωρίς όρκο κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας- πολιτικώς ενάγοντα και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορούμενη, ενεργώντας με πρόθεση, στη Θεσσαλονίκη εντός του μηνός Οκτωβρίου 2007, με σκοπό να βλάψει άλλον και συγκεκριμένα τον πολιτικώς ενάγοντα, κατέστρεψε έγγραφο του οποίου δεν ήταν κυρία και που ο άλλος έχει δικαίωμα κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, δηλαδή ο πολιτικώς ενάγων. Συγκεκριμένα έσκισε την υπ` αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή του εγκαλούντος Θ. Λ. εκ του λογαριασμού του που τηρείται στην .......... (πληρώτρια τράπεζα) ποσού 105.227.154,00 ευρώ με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 17η Οκτωβρίου 2007. Η παραπάνω επιταγή ήταν έγγραφο του οποίου κύριος ήταν ο εγκαλών αφού είχε εκδοθεί από την κατηγορουμένη σε διαταγή δική του και της συζύγου του και είχε δικαίωμα επ` αυτής. Η κατηγορουμένη όμως έλαβε την επιταγή με την εντολή της είσπραξης και όχι ως κυρία αυτής. Η τελευταία την κατέστρεψε με σκοπό να βλάψει τον κύριο της επιταγής, αφού κατά τον τρόπο αυτόν θα τον παρεμπόδιζε στη χρήση της επιταγής ως αποδεικτικού μέσου. Ο αρνητικός ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι ήταν κυρία της επιταγής ουδόλως αποδείχθηκε, αφού από τη σαφή κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος αποδείχθηκε ότι αυτός παρέδωσε την επιταγή στην κατηγορούμενη με την εντολή να την εισπράξει και όχι για κάποιον άλλο λόγο ή χωρίς να υπάρχει κάποια συμφωνία για την κυριότητα του εγγράφου. Η κατηγορουμένη προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι βρίσκονταν σε νομική πλάνη, ότι δηλαδή κατά την τέλεση της πράξης της καταστροφής της άνω τραπεζικής επιταγής αγνοούσε τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της, αφού θεωρούσε τον εαυτό της κυρία της επιταγής. Όμως κάτι τέτοιο ουδόλως αποδείχθηκε. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης και να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδόμενης σ` αυτήν πράξης της υπεξαγωγής εγγράφου (222 ΠΚ), δεδομένου ότι πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος, κατά τα αναφερόμενα αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αρ. 377/2014 απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27 και 222 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως της αναιρεσείουσας: α) αναφέρονται στο αιτιολογικό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της υπεξαγωγής με καταστροφή(σχίσιμο) εκ μέρους της κατηγορουμένης τραπεζικής επιταγής, της οποίας κύριος ήταν ο εγκαλών Λ. Θ., β) από το σύνολο των παραδοχών του αιτιολογικού, σε συνδυασμό με το διατακτικό, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και συνιστούν ενιαίο σύνολο, δεν προκύπτει ότι έγινε μεταβίβαση της κυριότητας της επιταγής, ενώ επαρκώς αιτιολογείται ο δόλος της κατηγορουμένης και δη ότι με την υπεξαγωγή αποσκοπούσε στην βλάβη του εγκαλούντος, με αχρήστευση του εγγράφου της άνω επιταγής ως αποδεικτικού μέσου, αφού αναφέρεται ότι η κατηγορουμένη με τη λήψη στην κατοχή της επιταγής προς είσπραξη μόνο και με το σχίσιμο στη συνέχεια του πρωτοτύπου της άνω μεταχρονολογημένης επιταγής του εγκαλούντος, εκδοθείσα σε διαταγή αυτού και της συζύγου του, είχε σκοπό να βλάψει τον ανωτέρω εγκαλούντα κύριο του εγγράφου, αφού κατά τον τρόπο αυτό τον παρεμπόδισε στη χρήση της επιταγής αυτής ως αποδεικτικού μέσου γενικά, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται ενώπιον ποίας συγκεκριμένης αρχής θα χρησιμοποιούσε την επιταγή αυτή ο εγκαλών ως αποδεικτικό μέσο και γ) από την αναγραφή στον επιταγή ενός υπέρογκου ποσού 105.227.154 ευρώ, αυτό δεν μειώνει την όποια αποδεικτική δύναμη της επιταγής αυτής στα χέρια του κυρίου αυτής εγκαλούντος που διατηρούσε αστική αξίωση κατά της κατηγορουμένης πολύ μικρότερου ποσού. Ολες οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, με την προϋπόθεση, ότι οι ισχυρισμοί, είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας και προβάλλονται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί (αυτοτελείς), είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής.

Οταν προβάλλεται ενώπιον του δικαστηρίου, κατά τρόπο ορισμένο, ο αυτοτελής ισχυρισμός, το δικαστήριο οφείλει, εάν απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό, να αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του, διαλαμβάνοντας αρνητικά περιστατικά ειδικά και συγκεκριμένα, διαφορετικά ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ.1 περ. Δ` ΚΠΔ για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β` του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως. Οταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό
Σύμφωνα δε με το άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ, η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η πλάνη είναι συγγνωστή όταν ο δράστης όχι μόνο αγνοεί, αλλά και δεν μπορούσε να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, οποιαδήποτε επιμέλεια και προσπάθεια και αν κατέβαλλε, ενόψει των προσωπικών πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων και ικανοτήτων, και εφόσον πίστευε εύλογα ότι δικαιούται να προβεί στην πράξη που τέλεσε από δικαιολογημένη εσφαλμένη αντίληψη για την αληθή έννοια του νόμου, ή σε εσφαλμένη πληροφόρηση από ειδικούς (νομικούς παραστάτες ή άλλες έγκυρες πηγές). Ετσι, απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού αυτού είναι, εκτός από εκείνα που συνιστούν την ίδια την πλάνη, και η προσωπική κατάσταση του δράστη που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί για ισχύον δίκαιο, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός.  Στην προκείμενη περίπτωση από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη με αρ. 377/2014 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη, δια του συνηγόρου της πρόβαλε και ανέπτυξε προφορικά αυτοτελή ισχυρισμό συγγνωστής νομικής πλάνης με επίκληση των παρακάτω πραγματικών περιστατικών 
"Στην υπό εξέταση περίπτωση, δυνάμει της υπ` αριθμ. 9776/2013 απόφασης του Μονομελές Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κρίθηκα ένοχη της πράξης της υπεξαγωγής εγγράφου και ειδικότερα του ότι προέβην στην καταστροφή μεταχρονολογημένης επιταγής ενώ γνώριζα ότι δεν ήμουν κυρία αυτής με σκοπό να βλάψω τον εγκαλούντα Λ. Θ., ο οποίος ήταν κύριος της επίδικης επιταγής και είχε δικαίωμα κατά της διατάξεις του αστικού δικαίου. Ωστόσο, η πρωτοβάθμια απόφαση είναι εσφαλμένη, αφού ουδόλως μπορεί να γίνει λόγος για πραγμάτωση από μέρους μου του κατ` άρθρο 222 ΠΚ εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου. Ειδικότερα, φέρομαι, σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της ως άνω απόφασης, ότι εκδήλωσα την αξιόποινη συμπεριφορά που περιγράφεται στη νομοτυπική μορφή του άρθρου 222 ΠΚ υπό τη μορφή της καταστροφής της επίμαχης επιταγής. Εντούτοις η ενέργεια της καταστροφής του εγγράφου, υπό την έννοια της εξαφάνισης αυτού ολοκληρωτικά, προκειμένου να αποτελέσει πράξη υπεξαγωγής, θα πρέπει να αφορά έγγραφο, το οποίο δεν ανήκει στην κυριότητα ή την αποκλειστική κυριότητα του ενεργούντος την καταστροφή ή ανήκει μεν πλην όμως το πρόσωπο αυτό έχει υποχρέωση προ παράδοση η επίδειξη του εγγράφου σε άλλον. Εν προκειμένω ωστόσο, ο κ. Θ., όπως άλλωστε επιβεβαιώνει και ο ίδιος, προέβη στην παράδοση της επιταγής σε εμένα προσωπικά. Με βάση τον Ν. 5960/1933 αυτό σημαίνει ότι έλαβε χώρα νομότυπη μεταβίβαση της επιταγής. Σημειώνεται ότι η μεταβίβαση των επιταγών δεν συντελείται αποκλειστικά και μόνο με οπισθογράφηση κατ` επιταγήν των ειδικών ρυθμίσεων περί αξιόγραφων, αλλά και με Βάση τις κοινές διατάξεις του αστικού δικαίου. Αφού, λοιπόν, εν προκειμένω ο κ. Θ. μου παρέδωσε το στέλεχος της επιταγής (: όπως ο ίδιος παραδέχεται), το έγγραφο αυτό περιήλθε στην κυριότητα μου και, ως εκ τούτου, η ενέργεια της καταστροφής της επιταγής από μέρους μου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά πράξη προσβολής κατά το άρθρο 222 Π Κ, αφού τελέστηκε από τον αποκλειστικό κύριο αυτής. Επισημαίνεται ότι με την ίδια έγκληση (:συνεπεία της οποίας δικάστηκα για το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφου), ο εγκαλών με είχε καταγγείλει και για το αδίκημα της απάτης, ισχυριζόμενος ότι δήθεν μερικές ημέρες πριν από τη λήξη της επίδικης επιταγής, τον επισκέφτηκα στην οικία του και, παραπλανώντας τον ότι θα ρευστοποιούσα και θα του έδινα τα χρήματα κι έτσι τον έπεισα και μου την επέστρεψε. Ωστόσο, ύστερα από άσκηση προσφυγής μου κατά της απευθείας κλήσεως (: άρθρο 322 ΚΠΔ), εκδόθηκε το υπ` αριθμ. 1052/2012 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θεσσαλονίκης, που έκρινε ότι καμία απολύτως παράσταση ψευδών γεγονότων δεν έλαβε χώρα κατά την παράδοση της ανωτέρω επιταγής και αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε Βάρος μου για το παραπάνω αδίκημα της απάτης. Ενόψει, λοιπόν, του ότι ο παραπάνω ισχυρισμός του εγκαλούντος για τον τρόπο που περιήλθε στην κυριότητα μου η επίμαχη επιταγή κατέρρευσε πλήρως από το παραπάνω Βούλευμα, καθίσταται προφανές ότι η παραπάνω επιταγή παραδόθηκε νομίμως σ` εμένα από τον εγκαλούντα για τον λόγο που επανειλημμένως έχω εκθέσει: διότι αντιλήφθηκε και ο ίδιος ότι το δάνειο των 16,987.215 δρχ. το είχα προ πολλού εξοφλήσει, αφού του είχα καταβάλει 90.000 και πλέον ευρώ. Στο Βαθμό, λοιπόν, που νομίμως πλέον περιήλθε στην κυριότητα μου η παραπάνω επιταγή, δεν μπορεί επ` ουδενί να γίνεται λόγος για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, για το οποίο καταδικάστηκα πρωτοδίκως. Επιπλέον, δεν είναι δυνατόν να παροραθεί το παράδοξο να τιμωρούμαι για την προσβολή του εννόμου αγαθού που προστατεύεται δυνάμει της διάταξης του άρθρου 222 ΠΚ, το οποίο δεν είναι άλλο από την αποδεικτική λειτουργία του εγγράφου τη στιγμή που η επίμαχη επιταγή στερείται αποδεικτικής λειτουργίας. Η αδυναμία της να λειτουργήσει ως αποδεικτικό μέσο οφείλεται στο γεγονός ότι στο κείμενο αυτής αναγράφεται ποσό (: εκατόν πέντε εκατομμύρια ευρώ !!!), το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ως εκ τούτου τυγχάνει ανακριβές σε σχέση με το ύψος του ποσού που αποτέλεσε και το πραγματικό αντικείμενο του δανείου. Την αναλήθεια του αναγραφόμενου ποσού δέχονται εξάλλου, η υπ` αριθμ. 167/2009 διάταξη του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η υπ` αριθμ. 319/2009 διάταξη του κ. Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης και το υπ` αριθμ. 1052/2012 αμετάκλητο Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με Βάση τα οποία δεν είναι δυνατόν το χρηματικό ποσό των 16.987.215 δρχ. ή 49.852,42 ευρώ, το οποίο φέρεται να περιήλθε στην κατοχή μου ως δάνειο, να ανήλθε μετά την παρέλευση 10 ετών στο μυθικό ποσό των 105.227.154,00 ευρώ ύστερα από συνυπολογισμό των τόκων. Ενόψει δε του ότι η παραπάνω επιταγή δεν ενσωμάτωνε πραγματική απαίτηση (: και δεν θα μπορούσε ποτέ να ενσωματώνει πραγματική απαίτηση μία επιταγή 105 εκατομμυρίων ευρώ!), καθίσταται προφανές ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για αποδεικτική δύναμη αυτής και, ως εκ τούτου, ελλείπει το στοιχείο εκείνο της αντικειμενικής υπόστασης του άρθρου 222 ΠΚ, το οποίο συνιστά και το αντικείμενο της εγκληματικής ενέργειας.  Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα όσα είχαν διαμειφθεί με τον εγκαλούντα πριν την ενέργεια της καταστροφής της επιταγής από μέρους μου, και ειδικότερα η εξόφληση από μέρους μου του ποσού του δανείου που είχα λάβει από τον τελευταίο και η καταβολή περαιτέρω επιπλέον ποσού, το οποίο αντιστοιχούσε σε υπέρογκους τόκους, με οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ο εγκαλών δεν είχε άλλη αξίωση από εμένα και ότι η παράδοση σε εμένα του σώματος της επιταγής αποκάλυπτε τη βούληση του να μου μεταβιβάσει το αξιόγραφο. Ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι ο σύζυγος μου είχε μάθει για το δάνειο που έλαβα από τον εγκαλούντα και άρα δεν μπορούσε πλέον να αναμένει την παροχή οικονομικών ανταλλαγμάτων προκειμένου να μην το αποκαλύψει ο ίδιος σε εκείνον, θεώρησα ότι ο εγκαλών δεν ανέμενε πλέον άλλο οικονομικό όφελος και ότι η επιταγή δεν του χρειαζόταν. Συνακόλουθα, όταν προέβην στην καταστροφή της, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι ο εγκαλών θυμήθηκε να αναμοχλεύσει τη συγκεκριμένη υπόθεση δύο (2) ολόκληρα χρόνια μετά την παράδοση σ` εμένα της παραπάνω επιταγής, πίστευα ότι είχα δικαίωμα να ενεργήσω ως κυρία επί του αξιόγραφου, με άλλα λόγια ότι η καταστροφή της επιταγής συντελέστηκε μετά την νομότυπη παράδοση σ` εμένα της κυριότητας του εγγράφου. Με άλλα λόγια, ευρισκόμουν σε συγγνωστή νομική πλάνη κατ` άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ, λόγος για τον οποίο επίσης ζητώ να με κηρύξετε αθώα".

Ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός συγγνωστής νομικής πλάνης της κατηγορουμένης, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, προβλήθηκε απαραδέκτως κατά τρόπο αόριστο και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να συμπεριλάβει ειδική αιτιολογία απόρριψής του, αφού δεν εκτέθηκαν τα αναγκαία ως άνω στοιχεία που θα καθιστούσαν συγγνωστή την επικαλούμενη πλάνη, δεν αναφέρθηκε η προσωπική της κατάσταση και δη η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη δεν ισχυρίστηκε ότι αγνοούσε τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της καταστροφής της επιταγής και ότι δεν μπορούσε να τον γνωρίζει οιαδήποτε και αν κατέβαλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων της, τις οποίες ουδόλως παρέθεσε. Τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό, που τείνει στην άρση του καταλογισμού του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 222 ΠΚ, στην αναιρεσείοντα, που κηρύχθηκε ένοχος για το έγκλημα αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση, καίτοι κατά τα παραπάνω δεν είχε υποχρέωση να απορρίψει με ειδική εμπεριστατωμένη αιτιολογία, παρά ταύτα απέρριψε με την προπαρατεθείσα αιτιολογία ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη όταν προέβη σε καταστροφή της εν λόγω επιταγής του εγκαλούντος βρισκόταν σε νομική πλάνη καθόσον αγνοούσε τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της, αφού θεωρούσε τον εαυτό της κυρία της επιταγής. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι αβάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ σχετικός έτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως. Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 04-09-2014 αίτηση - δήλωση της Γ. Π. του Β., για αναίρεση της με αρ. 377/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Παρατήρηση. Πολύ φοβάμαι ότι τώρα και στο χώρο του ποινικού δικαίου ανακαλύπτεται ο θεσμός της αοριστίας κρίσιμου ισχυρισμού για την απόδειξη της αθωότητας. Μορφή συγκαλυμένης αρνισιδικίας. Και δεν συμβαίνει για πρώτη φορά αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...