Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Ψευδής καταμήνυση, δικηγόροι, ηθική αυτουργία, δόλος άμεσος.

Περίληψη. Ηθική αυτουργία σε ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμιση και ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Κατάθεση ψευδούς μηνύσεως εις βάρος του νυν εγκαλούντος - πραγματογνώμονος, κατόπιν προτροπής του αναιρεσείοντος - δικηγόρου, από τη σύζυγό του και αυτουργό στο πλαίσιο αντιδικίας της τελευταίας με έτερα πρόσωπα για την πλαστότητα ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιωσάσης αδελφής της. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. 
  
Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα ΣΤ', 241/ 2015. 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου και Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι’ αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ’ αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Εξάλλου, κατά το άρθρο 224 παρ. 2 ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως, ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου τη θέληση αυτού να ισχυριστεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α’ του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητάς του και της θέσεώς του ή και της σχέσεως του με το φυσικό αυτουργό, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών

Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ’ αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ’ αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της συκοφαντικής δυσφημήσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας στις ανωτέρω πράξεις, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή η τέλεση της πράξεως με τον "σκοπό" προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της καταμηνύσεως κ.λ.π ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν, στην αληθή έννοιά του αλλά και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 321/2013 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, πρακτικά πρωτοβαθμίου δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η, ήδη αποβιώσασα, σύζυγος του κατηγορουμένου Κ., εξαιτίας της από 19 Νοεμβρίου 2006 έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο εγκαλών Φ. Γ., δικαστικός γραφολόγος της Δ.Ε.Ε. της "Ελληνικής Αστυνομίας", ο οποίος διορίσθηκε με την υπ’ αριθμ. 1916/2006 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε επί της από 18 Μαΐου 2004 αγωγής της ιδίας κατά της αδελφής της Α. Λ. με αντικείμενο την πλαστότητα ή μη της από 10 Μαρτίου 2002 ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιώσασας άλλης αδελφής αυτών Μ. χήρας Α. Β., την ακύρωση της οποίας επιδίωκε εκείνη (σύζυγος του κατηγορουμένου), που κατέληγε (η έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης) στο συμπέρασμα της εγκυρότητας της διαθήκης, υπέβαλε κατά του εγκαλούντος (αλλά και κατά του Δικηγόρου Αθηνών Α. Γ. που εμπλέκεται στη γενικότερη αντιδικία), στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά στις 27 Νοεμβρίου 2006 την από 20 Νοεμβρίου 2006 έγκλησή της, όπου, μεταξύ άλλων, διαλαμβάνονταν τα ακόλουθα: " ... Τα αδικήματα που διέπραξε ο μηνυόμενος είναι: 1) της ψευδούς βεβαίωσης, αδίκημα το οποίο διέπραξε εκ προθέσεως κατά τη διεξαγωγή της άνω πραγματογνωμοσύνης, εμφανίζων δι’ αυτής την φερόμενη από 10.3.2002 πλαστή ιδιόγραφο διαθήκη, ως γνήσια. Ενώ εκ των κατωτέρω εγγράφων αποδεικτικών στοιχείων και των μαρτυρικών καταθέσεων (ενόρκων βεβαιώσεων και μαρτυρικών καταθέσεων κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου) αποδεικνύεται ότι η φερόμενη ως διαθέτιδα Μ. Β., κατά το χρόνο που φέρεται ότι έγραφε, χρονολογούσε, και υπέγραφε τη "διαθήκη", δηλαδή την 10.3.2002, ήταν τελείως διανοητικά και σωματική ανίκανη, δεν μπορούσε να σκέπτεται, να γράφει, να χρονολογεί και να υπογράφει έγγραφα (παράβαση άρθρων 242 και 226 Π.Κ.). Στο ανωτέρω κείμενο της πραγματογνωμοσύνης βρίσκεται το γραφολογικό "πραξικόπημα" του μηνυομένου, το ψεύδος, η αλχημεία του και οι σοφιστικοί του συλλογισμοί, για να βγάλει τη "διαθήκη" και την "εξουσιοδότηση" δήθεν γνήσια έγγραφα. Εδώ παραβιάζονται ακόμη και αυτοί οι φυσικοί νόμοι, οι οποίοι λένε ότι ένα διανοητικά τελείως ανάπηρο άτομο, δεν μπορεί, όχι μόνο να σκέπτεται, αλλά ούτε να γράφει και να υπογράφει έγγραφα ... Κατόπιν όλων αυτών, αποδεικνύεται αβιάστως, ότι η Μ. Β., δεν είχε την ικανότητα ούτε να σκέπτεται, όχι μόνο να γράφει και να υπογράφει κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ... Αυτό αποδεικνύεται περαιτέρω και από τις πέντε (5) υπογραφές της Μ. Β. αποτυπωμένες σε λευκό χαρτί, τις οποίες προσάγω και τις οποίες έθεσα υπόψη του μηνυομένου (δια του συζύγου μου), χωρίς όμως να τις αξιοποιήσει, οι οποίες εντάσσονται στην περίοδο Δεκεμβρίου 2001 και Ιανουαρίου 2002 (διότι από 5.2.2002 και μετά, με το δεύτερο εγκεφαλικό που υπέστη αχρηστεύτηκε) ... Άλλα περίεργα επιχειρήματα που αναφέρει στην πραγματογνωμοσύνη ο μηνυόμενος "γραφολόγος" είναι ότι, δήθεν, την έρευνα έκαμε με τη συνεργασία των τεχνικών συμβούλων από κάθε πλευρά. Δηλαδή της γραφολόγου χαρακτηρολόγου κ. Ι. Δ. από την πλευρά μου και της κ. Τ. από την πλευρά του SOS. Απαντώ ότι από την πλευρά μου δεν είχε καμία συνεργασία με την τεχνική μου σύμβουλο κ. Δ., παρέμεινε μαζί του μία φορά για 3/4 της ώρας και ζήτησε μόνο ενημέρωση για τις θέσεις του, τις οποίες κρατούσε μυστικές, μέχρι καταθέσεως της πραγματογνωμοσύνης. Της είπε μόνο, ότι θα περιλάβει στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως σχετικά 290 σελίδες εγγράφων που του προσκόμισα (μέσω του συζύγου μου) (γι’ αυτά θα μιλήσω κατωτέρω), τα οποία όμως δεν θα χρησιμοποιήσει. Η κ. Δ. τότε του παρατήρησε, ότι αφού δεν θα τα χρησιμοποιήσει δεν πρέπει και να τα συμπεριλάβει στη έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως σχετικά. Της απάντησε ότι δεν μπορεί να το πράξει αυτό γιατί παρέδωσε αντίγραφα στην κ. Τ. (του SOS) με πρακτικό παραδόσεως !!!. Όταν αργότερα ζήτησα το πρακτικό, μου απάντησε, ότι δεν είπε κάτι τέτοιο στην κ. Δ. ... Ισχυρίζεται, με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ο μηνυόμενος, ότι για την αξιολόγηση της γνησιότητας των άνω εγγράφων μου, θα χρησιμοποιήσει ως "πιλότο" την υπογραφή της προσβαλλομένης πλαστής "διαθήκης", την οποία θεωρεί γνήσια γιατί τη συνέκρινε με την υπογραφή της ταυτότητος της Μ. Β. και τη βρήκε ότι δεν έχει την ίδια σταθερότητα γραφής με αυτήν. Εδώ αντιστρέφει τα πράγματα: Αντί να συγκρίνει τα έγγραφα προς τη "διαθήκη" προς απόδειξη της γνησιότητας ή μη αυτής, συγκρίνει τη "διαθήκη" προς τα έγγραφα προς απόδειξη της γνησιότητας ή μη αυτών, ως να είναι αυτό το ζητούμενο !!! Εδώ υπάρχει κατάργηση της λογικής ... Σε άλλο σημείο αναφέρει ότι "βρίσκει" την αυτή ταχύτητα και τις αυτές αποστάσεις των γραμμάτων των υπό κρίση εγγράφων, της "διαθήκης" και της "εξουσιοδοτήσεως", ως και την κλίση και ροπή αυτών (και άλλες τινές ομοιότητες) και στα δύο έγγραφα. Δεν μας λέει όμως με ποια μέθοδο τα βρήκε αυτά. Με το "μάτι"; ... Κάτι τέτοιο είπε στην τεχνική μου σύμβουλο κ. Δ. !!! Αν αληθεύει αυτό, επιβεβαιώνει, άλλη μια φορά, ότι και τα δύο αυτά έγγραφα, πλαστογράφησε το ίδιο πρόσωπο. Και πολλά άλλα παράξενα, και εξωγήινα αναφέρει η υπό κρίση πραγματογνωμοσύνη, αλλά δεν χρειάζεται περαιτέρω έρευνα, διότι η πλαστογραφία των προσβαλλόμενων εγγράφων ("διαθήκης" και "εξουσιοδοτήσεως") και η μεροληψία του πραγματογνώμονας εναντίον μου και υπέρ των αντιδίκων μου, με τα μέχρι τούδε αναφερόμενα και επικαλούμενα, αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύονται πλήρως ... Άλλα αδικήματα που διέπραξε ο άνω μηνυόμενος είναι: 2) Υπεξαγωγή εγγράφων (παράβαση άρθρου 222 και 242 Π.Κ.), διότι ενώ παρέδωσα (δια του συζύγου μου) σε αυτόν, όπως ανέφερα, έγγραφα 290 σελίδων προς μελέτη και μόνο, όπως μου ζήτησε και ιδία για την παρατήρηση ότι πουθενά σε αυτά δεν υπάρχει η γραφή με μαρκαδοράκι (τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που του τα παρέδωσα, γιατί δεν ξέρω μετά τι έγινε) ώστε να αναζητηθεί η γραφή με τον τρόπο αυτό της Μ. Β., ως και ότι πουθενά σε αυτά δεν υπάρχει υπογραφή με τρεις λέξεις της Μ. Β., όπως είναι στην υπό κρίση "διαθήκη" και "εξουσιοδότηση" ...... ουδέν ανέφερε περί των παρατηρήσεων αυτών και παρά ταύτα τα συμπεριέλαβε στα σχετικά της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και ούτω τα κυκλοφόρησε σε τρίτους, παρανόμως, παρά το ότι περιέχουν πληροφορίες που αφορούν προσωπικά δεδομένα, των αδελφών μου και εμού ... 3) Ψευδούς βεβαίωσης πραγματογνώμονας, διότι ενώ είχε διορισθεί και ορκισθεί να διεξαγάγει πραγματογνωμοσύνη επί πλαστού εγγράφου φερομένου με ημερομηνία 23.5.2002 και υπό τον τίτλο "εξουσιοδότηση", διεξήγαγε πραγματογνωμοσύνη και επ’ αυτού, δια πλαγίου και πονηρού τρόπου, δια να εξυπηρετήσει τους εντολείς του, ενώ γνώριζε ότι, το έγγραφο αυτό είναι πλαστό (το είδε, τι γραφολόγος είναι; ...) και είχε προσβληθεί από μένα για το λόγο αυτό και έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για χρήση πλαστού εγγράφου, κατά του άνω δικηγόρου και συνεργάτου του Α. Γ.. Στη συνέχεια προέβη στην ψευδή βεβαίωση αυθαιρέτως ότι δήθεν η άνω φερόμενη ως "εξουσιοδότηση" είναι γνήσια, ενώ τούτο δεν αληθεύει και το γνωρίζει, διότι η ημερομηνία που εφέρετο ότι συνετάγη 23/5/2002 υπό της φερόμενης ως εντολέως, αποδείχθηκε κατά τα ανωτέρω ότι η "εντολέας" ήταν διανοητικά και σωματικά τελείως ανάπηρη, δηλαδή "φυτό" ... 4) Υπόθαλψης εγκληματιών, διότι με τις άνω πράξεις του ο μηνυόμενος, δηλαδή με την ψευδή βεβαίωση εκ προθέσεως, ότι τα άνω έγγραφα είναι γνήσια, ενώ εξ ορισμού (αφού η φερόμενη ως συγγραφέας τους- δεν είχε καμία επαφή με τον έξω κόσμο λόγω της σοβαρής ασθένειας της) κατά τα ανωτέρω, είναι πλαστά, και το γνώριζε, συγκαλύπτει εν γνώσει του και προσπαθεί να "ματαιώσει την επί κακουργήματα ή πλημμελήματα" δίωξη των ενόχων, Α. Γ., Τ., Λ., Β. και άλλων, διωκομένων για πράξεις συναφείς με την υπόθεση αυτή, που συνιστούν τα αδικήματα της χρήσεως πλαστών εγγράφων, ψευδομαρτυρίας, ψευδούς καταμήνυσης και άλλων (αρ. 331 Π.Κ.) ... 5) Απάτης, διότι με τις άνω ψευδείς βεβαιώσεις στην υπό κρίση πραγματογνωμοσύνη, προσπαθεί να εξαπατήσει το Δικαστήριο, τις ανακριτικές και εισαγγελικές Αρχές και να προκαλέσει βλάβη σε μένα ηθική, αλλά και υλική ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας-άνω των 2.000.000 ευρώ, με αντίστοιχη ωφέλεια τρίτων που φέρονται ως "κληρονόμοι" με τις άνω πλαστές διαθήκες, Α. Γ. και Ά. Λ. (αρ. 386 Π.Κ.), 6) Απάτης σε βάρος μου (αρ. 386 Π.Κ.), διότι με παραπλάνησε ο μηνυόμενος ότι θέλει πλούσιο γραφικό υλικό των αδελφών μου και των γονέων μου, για να το μελετήσει προς γραφολογική χρήση και να επιλέξει το κατάλληλο, ενώ αυτός δεν είχε το σκοπό αυτό ως απεδείχθη, αλλά παραπλανητικώς μου ζήτησε τα έγγραφα αυτά, για να διοχετεύσει όπως και τα διοχέτευσε στους αντιδίκους μου, προς χρήση αυτών κατά το δοκούν εναντίον μου ... 7) Εκβίασης, διότι απαίτησε για να ορκισθεί και να διεξάγει την "πραγματογνωμοσύνη" και έλαβε προκαταβολικά από μένα, αισχροκερδή αμοιβή 5.000 ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 3.000 ευρώ το έλαβε την 20.9.2006 (προ της όρκισης- την ημέρα που ορκίσθηκε) και το υπόλοιπο 2.000 ευρώ το έλαβε την 5.10.2006 την ημέρα που πήγα στο γραφείο του (στην Υπηρεσία του) την δικογραφία της υποθέσεως. Προσάγω και τις αποδείξεις πληρωμής του. Μου είπε πως δεν συμβιβάζεται με τη νόμιμο αμοιβή του η οποία δεν τον ικανοποιεί, και την οποία άλλωστε θα λάβει πολύ αργά, μετά την έκδοση και τη τελεσιδικία της σχετικής δικαστικής απόφασης και τα χρήματα τα θέλει τώρα. Μου είπε χαρακτηριστικά "Ζήσε Μ. μου να φας τριφύλλι" ..., 8) Ψευδούς καταμήνυσης (αρ. 229 Π.Κ.), διότι αναγράφοντας στην επίδικο πραγματογνωμοσύνη του ψευδώς και εν γνώσει του ότι τα έγγραφα της από 10.3.2002 διαθήκης και της από 23.5.2002 εξουσιοδοτήσεως αποδεικνύονται γραφολογικώς με το κύρος μάλιστα της Υπηρεσίας της Αστυνομίας που υπηρετεί, ότι είναι γνήσια ενώ είναι πλαστά, εκθέτει εμένα στον κίνδυνο αδίκου ποινικής δίωξης, διότι εμφανίζομαι με τον τρόπο αυτό ότι ως αδελφή της Μ. Β., γνώριζα την αλήθεια και την απέκρυπτα με αποτέλεσμα να διώκονται άλλοι αδίκως ... 9) Συκοφαντικής δυσφήμισης (αρ. 363 Π.Κ.), διότι ο μηνυόμενος Φ. Γ. με την άνω ψευδή πραγματογνωμοσύνη του, εμφανίζοντας ως γνήσια και άνω έγγραφα, ενώ εγώ τα παρουσίασα ως πλαστά, όπως και είναι, προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη μου ενώπιον των δικαστών, των δικηγόρων, των δικαστικών επιμελητών, των πραγματογνωμόνων, των γραμματέων των δικαστηρίων, των εισαγγελέων και παντός άλλου που θα λάβει γνώση αυτών, διότι ο καθένας θα σκεφθεί ότι αφού είμαι αδελφή της θανούσας Μ. Β. και μέναμε στην ίδια πολυκατοικία, ασφαλώς γνώριζα την αλήθεια για την υγεία της και την απέκρυβα ... Τη γνησιότητα ολόκληρου του εγγράφου υλικού που συμπεριέλαβε παρανόμως ο μηνυόμενος στην έκθεση της πραγματογνωμοσύνης του ως σχετικά το οποίο αποτελείται από 390 σελίδες (κατά δήλωση του μηνυομένου) αρνούμαι διότι δεν ξέρω τις επεμβάσεις και τις νοθείες που επέφεραν οι αντίδικοι μου σε αυτό, καθώς παρατηρώ πολλές διορθώσεις πρόσφατες επί διαφόρων στοιχείων των εγγράφων και δεν γνωρίζω, ούτε και αν ακόμη έχουν αντικατασταθεί φύλλα, διά πλαστών ή νοθευμένων, μετά την εξέλιξη των πραγμάτων και τη συμπεριφορά του μηνυομένου, ο οποίος είναι και υψηλόβαθμο στέλεχος της Αστυνομίας. Εκτός τούτου δεν γνωρίζω ποιοι εκ των μελών της οικογένειας των γονέων μου έχουν γράψει τα έγγραφα αυτά γιατί όπως ανέφερα είναι 60 ετών γι’ αυτό και τα πήγα προς έλεγχο καλοπίστως στον μηνυόμενο να τα ελέγξει και να μου πει αν κατά κάποιο τρόπο μπορούν να χρησιμοποιηθούν (ΤΩΡΑ ΤΟ ΜΕΤΑΝΙΩΣΑ) και ποια εξ αυτών ώστε να του τα παραδώσω προς γραφολογική σύγκριση. Κατάπληκτη διαπίστωσα, μετά την επιστροφή σε μένα της δικογραφίας ότι σε αυτήν υπήρχαν ελάχιστα έγγραφα πλην των πραγματογνωμοσυνών Δ. και των αρχικών Μ. και Θ.. Στη θέση των υπήρχαν αντίγραφα από τις ογκώδεις προτάσεις του Γ., γι’ αυτό και δεν αντελήφθην αμέσως την έλλειψη. Εκτός των άλλων, και αυτή η ιδία η πραγματογνωμοσύνη, είναι γραμμένη με τόση ακαταστασία, προχειρότητα και σπουδή, ώστε μαρτυρεί κατά κοινή λογική, όχι μόνο γραφολογικώς, την αναξιοπιστία και ακυρότητα αυτής ... Η διάπραξη των άδικων πράξεων υπό του μηνυομένου αποδεικνύεται εκτός των άνω αποδεικτικών στοιχείων και εκ των υγιών γραφολογικών εκθέσεων των προσαγομένων και επικαλουμένων υπ’ εμού, των άνω γραφολόγων, επτά τον αριθμό Μ., Θ., Δ., από τις οποίες αποδεικνύεται εκτός των άλλων ότι δεν τηρήθηκε κατά τη διενέργεια της υπό κρίση πραγματογνωμοσύνης ως και κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης της κ. Τ., που επικαλούνται οι αντίδικοι κανένας γραφολογικός κανόνας ... Πώς συμβαίνει η υπογραφή της πλαστής διαθήκης συγκρινόμενη με την υπογραφή της ταυτότητας της Μ. Β., η οποία υπογραφή έχει τεθεί προ της σοβαράς ασθενείας της, να είναι της αυτής σταθερότητας γραφής καθ’ ομολογίαν όλων, όταν αποδείχθηκε ότι η Μ. Β. όταν φέρεται ότι έθετε την υπογραφή της στην επίμαχο διαθήκη ... ευρισκόταν όχι μόνο στην αυτήν παθολογική κατάσταση που ήταν προηγουμένως ... αλλά η κατάσταση της είχε επιδεινωθεί ... Πώς συμβαίνει να έχει γραφεί η άνω εξουσιοδότηση, που φέρεται ότι έγινε την 23.5.2002 καθώς και ολόκληρο το κείμενο αυτής, με σταθερή γραφή και υπογραφή, όταν 12 ημέρες μετά ... τίθεται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση ... Μόνο, με τα δύο αυτά τελευταία ερωτήματα αποδεικνύεται ότι η καταγγελλόμενη πραγματογνωμοσύνη του μηνυομένου γραφολόγου Φ. Γ. είναι ένα σκόπιμο, ψευδές και παράλογο μόρφωμα. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΜΕΡΟΛΗΠΤΗ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ... Η όλη συμπεριφορά και ενέργεια του άνω μηνυομένου αποπνέει σκεπτικό, μεθοδολογία και τακτική του δευτέρου μηνυομένου Α. Γ. από όσο τον γνωρίζω. Γιατί έχει τη συνήθεια να κρύβεται πάντα πίσω από τους άλλους ... Όταν παρέδωσα προς μελέτη στον πρώτο μηνυόμενο τα έγγραφα, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου μου - συζύγου μου (δικογραφίας και τα άλλα σχετικά που περιλαμβάνει η έκθεση του) και ζήτησε ο σύζυγος μου, να συνταχθεί πρακτικό παραδόσεως του είπε: "Δεν έχεις εμπιστοσύνη στην Αστυνομία" ... Τον έφερε σε δύσκολη θέση και του τα παρέδωσε χωρίς πρακτικό. Να τώρα τι συνέβη! ... Κατά τη διάρκεια της ... "μελέτης" της υποθέσεως από τον πρώτο μηνυόμενο συνεχώς ρωτούσε τηλεφωνικώς το σύζυγο μου "τι θα έλεγε αν έβγαζε μεν γνήσια τη διαθήκη αλλά την τοποθετούσε χρονολογικώς ότι είχε γίνει από την αδελφή του Μ. Β.-προ της ασθενείας της κατόπιν επηρεασμού της από τους αντιδίκους! Του απάντησε επί λέξει: "Αυτό θα γίνει αν τρελαθούν τα μηχανήματα σου! Αυτά μου τα είπε ο σύζυγος μου την ίδια ημέρα. Αφού είδε ο μηνυόμενος ότι η παράλογη αυτή προσπάθεια του δεν ευδοκίμησε, επινόησε την ανάσταση του Λαζάρου: Είπε διά της εκθέσεως του πραγματογνωμοσύνης: Ηταν μεν ανίκανη να γράψει και να υπογράψει η αδελφή μου ... αιφνιδίως έγινε καλά και μπορούσε να γράφει άριστα όπως ήταν νέα-!!! Δηλαδή την ανέστησε όπως ο Χριστός τον Λάζαρο!!! Δεν μας είπε όμως πώς. Με νεύμα (δεύρο Λάζαρε); ... Ο πρώτος μηνυόμενος από την αρχή προσπαθούσε να βρει φόρμουλα να βγάλει πάση θυσία γνήσια την διαθήκη προτού ακόμη ορκισθεί. Γιατί στην πρώτη συνάντηση του με το σύζυγο μου, για το θέμα της ορκίσεώς του, στο γραφείο του στην Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών και συνέχεια μετά και τις συναντήσεις τους στο γραφείο του και κατά τις τηλεφωνικές επικοινωνίες μαζί του, τον ρωτούσε "απέξω- απέξω" αν έχει συναντήσει στην καριέρα του περίπτωση που ο διαθέτης να είναι "φυτό" (δηλαδή τελείως διανοητικά ανάπηρος) και να βγαίνει η διαθήκη του μέσα στην αρρώστια του γνήσια! Του απάντησε ποτέ! Γιατί πώς μπορεί να γίνει αυτό; ... Του ανταπάντησε ότι του έχει τύχει με το SOS σε άλλη περίπτωση, που η διαθήκη είχε γίνει από τον ίδιο το διαθέτη και μεταχρονολογηθεί, προτού αρρωστήσει!!! Ακατανόητα πράγματα! Τον "ψάρευε" ή τον προετοίμαζε για το χτύπημα ... Επειδή από την αρχή είδα τις κακές διαθέσεις του μηνυομένου ότι ήταν προαποφασισμένος και συνέχιζε να τις εκδηλώνει μέχρι τέλους, του ζήτησα (μέσω του συζύγου μου) να παραιτηθεί για να μην μου ανοίξει άλλες ιστορίες. Δύο φορές το ζήτησα. Του είπα αρκετά τώρα επί πέντε χρόνια δεινοπαθώ αδίκως. Ούτε να ακούσει δεν ήθελε. Είχε κολλήσει σαν στρείδι πάνω στην υπόθεση ...". Με βάση την έγκληση αυτή της συζύγου του κατηγορουμένου, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του τότε κατηγορουμένου και ήδη εγκαλούντος Φ. Γ. για ψευδορκία πραγματογνώμονος κι εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. 595/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, το οποίο ήδη κατέστη αμετάκλητο (βλ. το από 7 Σεπτεμβρίου 2011 σχετικό πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά) και το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του ήδη εγκαλούντος για την πιο πάνω αποδοθείσα σ’ αυτόν αξιόποινη πράξη, με την αιτιολογία ότι δεν υπάρχουν κατ’ αυτού επαρκείς ενδείξεις ενοχής. Επομένως, ο ισχυρισμός ότι ο εγκαλών, με την από μέρους του διενεργηθείσα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι η φερόμενη από 10 Μαρτίου 2002 ιδιόγραφη διαθήκη της Μ. Β. έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί απ’ την ίδια τη διαθέτιδα, ο οποίος (ισχυρισμός) περιέχεται στην παραπάνω από 20 Νοεμβρίου 2006 έγκληση της συζύγου του κατηγορουμένου, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση ο Πταισματοδίκης Πειραιά, οι Γραμματείς, ο Εισαγγελέας που χειρίστηκε την υπόθεση και οι Δικηγόροι των διαδίκων, θεωρείται, κατά το αμάχητο τεκμήριο του άρθρου 366§2 του ΠΚ, στο μέρος που αφορά την κατηγορία για τη συκοφαντική δυσφήμηση, αποδεδειγμένο ότι είναι αναληθής (ΑΠ 210/2010 ΠοινΧρ 2011.100). Αλλά, τόσο αυτός ο ισχυρισμός, στο μέρος που αφορά τις δυο άλλες κατηγορίες (της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας), ως προς τις οποίες το παραπάνω απαλλακτικό βούλευμα δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, αλλ’ εκτιμάται ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις, όσο κι όλοι οι υπόλοιποι εκτιθέμενοι στην παραπάνω από 20 Νοεμβρίου 2006 έγκληση ισχυρισμοί, όπως αναλυτικά, μέσα σε εισαγωγικά, αναγράφονται αμέσως παραπάνω, (για τους οποίους δεν περιλαμβάνεται κρίση στο διατακτικό ή στο σκεπτικό του πιο πάνω απαλλακτικού βουλεύματος), απ’ όλα τα παραπάνω αναφερθέντα στοιχεία και, ιδίως, απ’ τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κι απ’ τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, αποδείχτηκε ότι είναι επίσης αναληθείς. Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση η αλήθεια, την οποία τόσο η ίδια (η σύζυγος του κατηγορουμένου), όσο κι ο κατηγορούμενος γνώριζαν, ήταν ότι: Όλα τα έγγραφα που αφορούσαν την πορεία της υγείας της διαθέτιδας Μ. Β. τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου συζητήθηκε η υπόθεση, και ύστερα απ’ αυτό το Δικαστήριο διέταξε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, ότι το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε ο εγκαλών, προήλθε μετά από μελέτη του γραφολογικού χαρακτήρα, τόσο της διαθέτιδας Μ. Β., όσο και της Α. Λ. από το πλούσιο γραφολογικό υλικό που είχε στη διάθεσή του, ότι η παρατήρηση που διατύπωσε στη σελίδα 26 της πραγματογνωμοσύνης του αφορά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και της εξουσιοδότησης, ο οποίος δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς με καμιά επιστημονική μέθοδο, κι όχι τη γνησιότητα της γραφής και υπογραφής, ότι η ψυχιατρική δικαστική πραγματογνωμοσύνη Π. σχετικά με την υγεία της Μ. Β. δεν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Μ. Β. ήταν ‘φυτό’, αλλ’ ότι η ασθενής μετά την 5η Φεβρουαρίου 2002 ανέκτησε μέρος των δυνάμεων της και ότι η υγεία της επιδεινώθηκε απ’ το καλοκαίρι του ιδίου χρόνου, ότι ουδέποτε τέθηκαν υπόψη του εγκαλούντος οι αναφερόμενες πέντε υπογραφές της Μ. Β. σε λευκό χαρτί, ότι ο εγκαλών δεν συνεργάστηκε με την τεχνική σύμβουλο των αντιδίκων της συζύγου του κατηγορουμένου, αλλ’ απλώς συναντήθηκε με τις τεχνικές συμβούλους και των δυο πλευρών, σύμφωνα με όσα ορίζει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ότι ουδέποτε χορήγησε στην τεχνική σύμβουλο των αντιδίκων της συζύγου του κατηγορουμένου αντίγραφο οποιουδήποτε εγγράφου, ότι ο εγκαλών δεν έχει μεροληπτήσει σε βάρος κανενός απ’ τα διάδικα μέρη της υπόθεσης αυτής, ότι κατέληξε στο συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης του, διακρίνοντας τα ιδιαίτερα γραφολογικά χαρακτηριστικά που εξατομικεύουν το γραφικό χαρακτήρα της Μ. Β., ότι στην πραγματογνωμοσύνη του συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα που του παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο και τη σύζυγό του και ότι τους τα παρέδωσε στα χέρια τους, αφού τα χρησιμοποίησε, ότι η από 23 Μαΐου 2002 εξουσιοδότηση είναι γνήσιο έγγραφο, ότι η πραγματογνωμοσύνη πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τους κανόνες και τις τεχνικές της γραφολογικής επιστήμης, ότι ο εγκαλών δεν γνωρίζει ούτε συναντήθηκε με κανένα από τους διαδίκους, ότι η αμοιβή του καταβλήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 173 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και ο εγκαλών δεν εκβίασε τον κατηγορούμενο και τη σύζυγό του για την καταβολή της, ότι το δειγματικό υλικό που παρέδωσε ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του στους πραγματογνώμονες Μ., Θ. και Δ. ήταν ελλιπές, σε αντίθεση με το πλούσιο δειγματικό υλικό που προσκόμισαν στον εγκαλούντα, ότι ο εγκαλών ουδέποτε συναντήθηκε ή συνομίλησε με το δικηγόρο Α. Γ., ότι ο λόγος που δεν συντάχθηκε έγγραφο παραλαβής των 290 εγγράφων ήταν ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε στον εγκαλούντα ότι έχει εμπιστοσύνη στην Ελληνική Αστυνομία, ότι ο εγκαλών ουδέποτε διαπραγματεύτηκε το αποτέλεσμα της πραγματογνωμοσύνης του και δεν συνομίλησε με κανένα για το αποτέλεσμα και, τελικά, ότι η πραγματογνωμοσύνη του δεν είναι ψευδής και μεροληπτική, αλλ’ αληθής και σύμφωνη με τους κανόνες της γραφολογικής επιστήμης. Πρέπει, άλλωστε, να τονισθεί ότι, ακόμη και η γραφολόγος, που η σύζυγος του κατηγορουμένου είχε διορίσει ως τεχνική σύμβουλο στη σχετική πολιτική δίκη, Ι. Δ., κατά την ένορκη κατάθεσή της στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, ανέφερε ότι είναι βέβαιη για τη γνησιότητα των κρισίμων εγγράφων, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της έρευνας του εγκαλούντος πραγματογνώμονα, συμφωνώντας, δηλαδή, με τον τελευταίο. Ολα τα παραπάνω αναληθή περιστατικά, λόγω της φύσης τους, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ως ατόμου κι ως επαγγελματία (επιστήμονος γραφολόγου). Εξάλλου, η σύζυγος του κατηγορουμένου τελούσε σε γνώση του ψεύδους αυτών, όπως σαφώς προέκυψε, τόσο απ’ την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, όσο κι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο. Παράλληλα, απ’ τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η ένδικη έγκληση της συζύγου του κατηγορουμένου, με την οποία αυτή καταμήνυσε τον εγκαλούντα, ήταν ψευδής κι εκείνη τελούσε σε πλήρη γνώση της αναλήθειας των καταγγελλομένων κι είχε σκοπό την καταδίωξή του για όλες τις προαναφερθείσες δήθεν αξιόποινες πράξεις του, ενώ, τέλος, την ίδια ψευδή έγκλησή της επιβεβαίωσε αυτή ενόρκως, γνωρίζοντας την αναλήθειά της. Παραπέρα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ως σύζυγος της υποβαλούσας την ένδικη έγκληση και νομικός παραστάτης της στην όλη αντιδικία της, ενεργώντας με πρόθεση και χρησιμοποιώντας πειθώ, παροχή συμβουλών και, γενικότερα, επίμονες παραινέσεις, προκάλεσε σ’ αυτή τη βούληση να εκτελέσει τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, έχοντας γνώση κι ο ίδιος, ως καλός γνώστης όλων των παραμέτρων που αφορούσαν τις βιοτικές και τις οικονομικές συνθήκες της οικογενείας του, του αναληθούς των καταγγελλόμενων περιστατικών και του ότι αυτά, λόγω της φύσης τους, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του μηνυόμενου εγκαλούντος, ως ατόμου κι ως επαγγελματία κι έχοντας, επίσης, ως σκοπό, την καταδίωξή του για όλες τις προαναφερθείσες δήθεν αξιόποινες πράξεις του. Τα παραπάνω αποδείχτηκαν κυρίως, τόσο απ’ την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, όσο κι απ’ τις ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων Β. Α. και Η. Α., συναδέλφων του εγκαλούντος, οι οποίοι ήταν αυτόπτες μάρτυρες κατά τη συζήτηση αυτού με τον κατηγορούμενο, που έγινε πριν τη σύνταξη της επίμαχης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, στη Γ.Α.Δ.Α., στο γραφείο του εγκαλούντος, όπου ο κατηγορούμενος είχε προσέλθει με πρωτοβουλία του, κατά την οποία κατέθεσαν ότι ο τελευταίος προέτρεπε συνεχώς τον ήδη εγκαλούντα να παραιτηθεί, αν το αποτέλεσμα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δεν θα ήταν αυτό που θα ήθελε, τονίζοντάς του ότι, σε περίπτωση τέτοιου πορίσματος, θα τον κυνηγούσε και θα του δημιουργούσε πρόβλημα με την Υπηρεσία του. Άλλο επιπλέον στοιχείο, που δείχνει ότι ο κατηγορούμενος (ο οποίος, άλλωστε, είναι διακεκριμένος νομικός και καταξιωμένος στο χώρο της δικηγορίας) προκάλεσε στη σύζυγό του τη βούληση να εκτελέσει τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, έχοντας γνώση κι ο ίδιος του αναληθούς των καταγγελλόμενων περιστατικών, με σκοπό την καταδίωξη του ήδη εγκαλούντος για όλες τις προαναφερθείσες δήθεν αξιόποινες πράξεις του, είναι ότι στο κείμενο της ένδικης, αναληθούς κατά περιεχόμενο, έγκλησης έχουν περιληφθεί περιστατικά, τα οποία μόνο ο ίδιος ο κατηγορούμενος, κι όχι η σύζυγός του, μπορούσε να γνωρίζει, αφού φέρονται ότι συνέβησαν μόνο ενώπιόν του. Πρέπει να σημειωθεί ότι η κρινόμενη έγκληση του ήδη εγκαλούντος κατά του κατηγορουμένου και της συζύγου του ασκήθηκε εμπρόθεσμα, αφού κατατέθηκε στις 7 Μαρτίου 2007, μέσα στην τρίμηνη προθεσμία απ’ την 7η Δεκεμβρίου 2006, κατά την οποία κι έλαβε γνώση της κατ’ αυτού έγκλησης της τελευταίας, με την επίδοση σ’ αυτόν της υπ’ αριθμ. κατάθεσης 10086/29-11-2006 αγωγής, που περιλάμβανε αυτούσια και την έγκληση. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται και ν’ απορριφθούν 1) ως απαράδεκτος (κατ’ άρθρο 173§2 του ΚΠΔ) ο ισχυρισμός του ότι δεν του επιτράπηκε να παραστεί στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά πριν εκδοθεί το υπ’ αριθμ. 891/2011 βούλευμά του, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο και το υπ’ αριθμ. 595/2011, απαλλακτικό για τον ήδη εγκαλούντα, βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου, εφόσον αυτά έχουν ήδη καταστεί αμετάκλητα (πέρα απ’ το ότι δεν ήταν υποχρεωτικό κατ’ άρθρο 245 του ΚΠΔ, αφού δεν κρίθηκε απ’ το πιο πάνω Συμβούλιο ότι ήταν αναγκαίο), 2) ως αναρμοδίως εισαχθείς στο Δικαστήριο αυτό ο ισχυρισμός - αίτημα του ιδίου για επανάληψη της διαδικασίας κατ’ άρθρα 526 και 527 του ΚΠΔ, σε σχέση με το υπ’ αριθμ. 595/2011 απαλλακτικό ως προς τον ήδη εγκαλούντα βούλευμα του πιο πάνω Συμβουλίου και, τέλος, 3) ως αβάσιμος ο ισχυρισμός περί ύπαρξης δεδικασμένου περί μη ύπαρξης δόλου (γνώσης του αναληθούς των καταγγελλόμενων), παραγόμενου από το παραπάνω υπ’ αριθμ. 595/2011, απαλλακτικό ως προς τον ήδη εγκαλούντα, βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, δεδομένου ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από την κρίση του Συμβουλίου για τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων επιβολής σε βάρος του μηνυτή των δικαστικών εξόδων, κατ’ άρθρο 585§1 του ΚΠΔ".

Ακολούθως το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδορκία μάρτυρα, συνιστάμενες στο ότι: "Στον Πειραιά, με περισσότερες πράξεις, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις που διέπραξε. Ειδικότερα, κατά τον πιο κάτω χρόνο, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του εγκαλούντος για το έγκλημα της ψευδορκίας πραγματογνώμονα, με πειθώ, φορτικότητα, συμβουλές και παραινέσεις, με την ιδιότητα του δικηγόρου και συζύγου της, συνέταξε ο ίδιος την από 20 Νοεμβρίου 2006 έγκληση σε βάρος του εγκαλούντος και, με τον τρόπο αυτό, την 27η Νοεμβρίου 2006, προκάλεσε στη σύζυγό του Κ. την απόφαση να τελέσει τις ακόλουθες άδικες πράξεις:
1) Να καταθέσει την εν γνώσει της ψευδή αυτή έγκλησή της, με την οποία καταμήνυσε ψευδώς ενώπιον της Αρχής άλλον ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτές και, ειδικότερα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, προκάλεσε στη σύζυγό του Κ. την απόφαση, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του εγκαλούντος Φ. Γ. για το έγκλημα της ψευδορκίας πραγματογνώμονα, να υποβάλει ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά την από 20 Νοεμβρίου 2006 έγκλησή της, μεταξύ άλλων και κατ’ αυτού, στην οποία εν γνώσει της κατήγγειλε ψευδώς για τον εγκαλούντα τα εξής: "..... Τα αδικήματα που διέπραξε ο μηνυόμενος είναι: 1) της ψευδούς βεβαίωσης, αδίκημα το οποίο διέπραξε εκ προθέσεως κατά τη διεξαγωγή της άνω πραγματογνωμοσύνης, εμφανίζων δι’ αυτής την φερόμενη από 10.3.2002 πλαστή ιδιόγραφο διαθήκη, ως γνήσια. Ενώ εκ των κατωτέρω εγγράφων αποδεικτικών στοιχείων και των μαρτυρικών καταθέσεων (ενόρκων βεβαιώσεων και μαρτυρικών καταθέσεων κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου) αποδεικνύεται ότι η φερόμενη ως διαθέτιδα Μ. Β., κατά το χρόνο που φέρεται ότι έγραφε, χρονολογούσε, και υπέγραφε τη "διαθήκη", δηλαδή την 10.3.2002, ήταν τελείως διανοητικά και σωματική ανίκανη, δεν μπορούσε να σκέπτεται, να γράφει, να χρονολογεί και να υπογράφει έγγραφα (παράβαση άρθρων 242 και 226 Π.Κ.) ... Στο ανωτέρω κείμενο της πραγματογνωμοσύνης βρίσκεται το γραφολογικό "πραξικόπημα" του μηνυομένου, το ψεύδος, η αλχημεία του και οι σοφιστικοί του συλλογισμοί, για να βγάλει τη "διαθήκη" και την "εξουσιοδότηση" δήθεν, γνήσια έγγραφα. Εδώ παραβιάζονται ακόμη και αυτοί οι φυσικοί νόμοι, οι οποίοι λένε ότι ένα διανοητικά τελείως ανάπηρο άτομο, δεν μπορεί, όχι μόνο να σκέπτεται, αλλά ούτε να γράφει και να υπογράφει έγγραφα ... Κατόπιν όλων αυτών, αποδεικνύεται αβιάστως, ότι η Μ. Β., δεν είχε την ικανότητα ούτε να σκέπτεται, όχι μόνο να γράφει και να υπογράφει κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ... Αυτό αποδεικνύεται περαιτέρω και από τις πέντε (5) υπογραφές της Μ. Β. αποτυπωμένες σε λευκό χαρτί, τις οποίες προσάγω και τις οποίες έθεσα υπόψη του μηνυομένου (δια του συζύγου μου), χωρίς όμως να τις αξιοποιήσει, οι οποίες εντάσσονται στην περίοδο Δεκεμβρίου 2001 και Ιανουαρίου 2002 (διότι από 5.2.2002 και μετά, με το δεύτερο εγκεφαλικό που υπέστη αχρηστεύτηκε) ... Άλλα περίεργα επιχειρήματα που αναφέρει στην πραγματογνωμοσύνη ο μηνυόμενος "γραφολόγος" είναι ότι, δήθεν, την έρευνα έκαμε με τη συνεργασία των τεχνικών συμβούλων από κάθε πλευρά. Δηλαδή της γραφολόγου χαρακτηρολόγου κ. Ι. Δ. από την πλευρά μου και της κ. Τ. από την πλευρά του SOS. Απαντώ ότι από την πλευρά μου δεν είχε καμία συνεργασία με την τεχνική μου σύμβουλο κ. Δ., παρέμεινε μαζί του μία φορά για 3/4 της ώρας και ζήτησε μόνο ενημέρωση για τις θέσεις του, τις οποίες κρατούσε μυστικές, μέχρι καταθέσεως της πραγματογνωμοσύνης. Της είπε μόνο, ότι θα περιλάβει στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως σχετικά 290 σελίδες εγγράφων που του προσκόμισα (μέσω του συζύγου μου) (γι’ αυτά θα μιλήσω κατωτέρω), τα οποία όμως δεν θα χρησιμοποιήσει. Η κ. Δ. τότε του παρατήρησε, ότι αφού δεν θα τα χρησιμοποιήσει δεν πρέπει και να τα συμπεριλάβει στη έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως σχετικά. Της απάντησε ότι δεν μπορεί να το πράξει αυτό γιατί παρέδωσε αντίγραφα στην κ. Τ. (του SOS) με πρακτικό παραδόσεως!!!. Όταν αργότερα ζήτησα το πρακτικό, μου απάντησε, ότι δεν είπε κάτι τέτοιο στην κ. Δ. ... Ισχυρίζεται, με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ο μηνυόμενος, ότι για την αξιολόγηση της γνησιότητας των άνω εγγράφων μου, θα χρησιμοποιήσει ως "πιλότο" την υπογραφή της προσβαλλομένης πλαστής "διαθήκης", την οποία θεωρεί γνήσια γιατί τη συνέκρινε με την υπογραφή της ταυτότητος της Μ. Β. και τη βρήκε ότι δεν έχει την ίδια σταθερότητα γραφής με αυτήν. Εδώ αντιστρέφει τα πράγματα: Αντί να συγκρίνει τα έγγραφα προς τη "διαθήκη" προς απόδειξη της γνησιότητας ή μη αυτής, συγκρίνει τη "διαθήκη" προς τα έγγραφα προς απόδειξη της γνησιότητας ή μη αυτών, ως να είναι αυτό το ζητούμενο!!! Εδώ υπάρχει κατάργηση της λογικής ... Σε άλλο σημείο αναφέρει ότι "βρίσκει" την αυτή ταχύτητα και τις αυτές αποστάσεις των γραμμάτων των υπό κρίση εγγράφων, της "διαθήκης" και της "εξουσιοδοτήσεως", ως και την κλίση και ροπή αυτών (και άλλες τινές ομοιότητες) και στα δύο έγγραφα. Δεν μας λέει όμως με ποια μέθοδο τα βρήκε αυτά. Με το "μάτι"; ... Κάτι τέτοιο είπε στην τεχνική μου σύμβουλο κ. Δ.!!! Αν αληθεύει αυτό, επιβεβαιώνει, άλλη μια φορά, ότι και τα δύο αυτά έγγραφα, πλαστογράφησε το ίδιο πρόσωπο. Και πολλά άλλα παράξενα, και εξωγήινα αναφέρει η υπό κρίση πραγματογνωμοσύνη, αλλά δεν χρειάζεται περαιτέρω έρευνα, διότι η πλαστογραφία των προσβαλλόμενων εγγράφων ("διαθήκης" και "εξουσιοδοτήσεως") και η μεροληψία του πραγματογνώμονας εναντίον μου και υπέρ των αντιδίκων μου, με τα μέχρι τούδε αναφερόμενα και επικαλούμενα, αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύονται πλήρως ... Άλλα αδικήματα που διέπραξε ο άνω μηνυόμενος είναι: 2) Υπεξαγωγή εγγράφων (παράβαση άρθρου 222 και 242 Π.Κ.), διότι ενώ παρέδωσα (δια του συζύγου μου σε αυτόν, όπως ανέφερα, έγγραφα 290 σελίδων προς μελέτη και μόνο, όπως μου ζήτησε και ιδία για την παρατήρηση ότι πουθενά σε αυτά δεν υπάρχει η γραφή με μαρκαδοράκι (τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που του τα παρέδωσα, γιατί δεν ξέρω μετά τι έγινε) ώστε να αναζητηθεί η γραφή με τον τρόπο αυτό της Μ. Β., ως και ότι πουθενά σε αυτά δεν υπάρχει υπογραφή με τρεις λέξεις της Μ. Β., όπως είναι στην υπό κρίση "διαθήκη" και "εξουσιοδότηση" ... ουδέν ανέφερε περί των παρατηρήσεων αυτών και παρά ταύτα τα συμπεριέλαβε στα σχετικά της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και ούτω τα κυκλοφόρησε σε τρίτους, παρανόμως, παρά το ότι περιέχουν πληροφορίες που αφορούν προσωπικά δεδομένα, των αδελφών μου και εμού ... 3) Ψευδούς βεβαίωσης πραγματογνώμονος, διότι ενώ είχε διορισθεί και ορκισθεί να διεξαγάγει πραγματογνωμοσύνη επί πλαστού εγγράφου φερομένου με ημερομηνία 23.5.2002 και υπό τον τίτλο "εξουσιοδότηση", διεξήγαγε πραγματογνωμοσύνη και επ’ αυτού, δια πλαγίου και πονηρού τρόπου, δια να εξυπηρετήσει τους εντολείς του, ενώ γνώριζε ότι το έγγραφο αυτό είναι πλαστό (το είδε, τι γραφολόγος είναι; ...) και είχε προσβληθεί από μένα για το λόγο αυτό και έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για χρήση πλαστού εγγράφου, κατά του άνω δικηγόρου και συνεργάτου του Α. Γ.. Στη συνέχεια προέβη στην ψευδή βεβαίωση αυθαιρέτως ότι δήθεν η άνω φερόμενη ως "εξουσιοδότηση" είναι γνήσια, ενώ τούτο δεν αληθεύει και το γνωρίζει, διότι η ημερομηνία που εφέρετο ότι συνετάγη 23/5/2002 υπό της φερόμενης ως εντολέως, αποδείχθηκε κατά τα ανωτέρω ότι η "εντολέας" ήταν διανοητικά και σωματικά τελείως ανάπηρη, δηλαδή "φυτό"; ... 4) Υπόθαλψης εγκληματιών, διότι με τις άνω πράξεις του ο μηνυόμενος, δηλαδή με την ψευδή βεβαίωση εκ προθέσεως, ότι τα άνω έγγραφα είναι γνήσια, ενώ εξ ορισμού (αφού η φερόμενη ως συγγραφέας τους- δεν είχε καμία επαφή με τον έξω κόσμο λόγω της σοβαρής ασθένειας της) κατά τα ανωτέρω, είναι πλαστά, και το γνώριζε, συγκαλύπτει εν γνώσει του και προσπαθεί να "ματαιώσει την επί κακουργήματα ή πλημμελήματα" δίωξη των ενόχων, Α. Γ., Τ., Λ., Β. και άλλων, διωκομένων για πράξεις συναφείς με την υπόθεση αυτή, που συνιστούν τα αδικήματα της χρήσεως πλαστών εγγράφων, ψευδομαρτυρίας, ψευδούς καταμήνυσης και άλλων (αρ. 331 Π.Κ.) ... 5) Απάτης, διότι με τις άνω ψευδείς βεβαιώσεις στην υπό κρίση πραγματογνωμοσύνη, προσπαθεί να εξαπατήσει το Δικαστήριο, τις ανακριτικές και εισαγγελικές Αρχές και να προκαλέσει βλάβη σε μένα ηθική, αλλά και υλική ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας-άνω των 2.000.000 ευρώ, με αντίστοιχη ωφέλεια τρίτων που φέρονται ως "κληρονόμοι" με τις άνω πλαστές διαθήκες, Α. Γ. και Ά. Λ. (αρ. 386 Π.Κ.), 6) Απάτης σε βάρος μου (αρ. 386 Π.Κ.), διότι με παραπλάνησε ο μηνυόμενος ότι θέλει πλούσιο γραφικό υλικό των αδελφών μου και των γονέων μου, για να το μελετήσει προς γραφολογική χρήση και να επιλέξει το κατάλληλο, ενώ αυτός δεν είχε το σκοπό αυτό ως απεδείχθη, αλλά παραπλανητικώς μου ζήτησε τα έγγραφα αυτά, για να διοχετεύσει όπως και τα διοχέτευσε στους αντιδίκους μου, προς χρήση αυτών κατά το δοκούν εναντίον μου ... 7) Εκβίασης, διότι απαίτησε για να ορκισθεί και να διεξάγει την "πραγματογνωμοσύνη" και έλαβε προκαταβολικά από μένα, αισχροκερδή αμοιβή 5.000 ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 3.000 ευρώ το έλαβε την 20.9.2006 (προ της όρκισης- την ημέρα που ορκίσθηκε) και το υπόλοιπο 2.000 ευρώ το έλαβε την 5.10.2006 την ημέρα που πήγα στο γραφείο του (στην Υπηρεσία του) την δικογραφία της υποθέσεως. Προσάγω και τις αποδείξεις πληρωμής του. Μου είπε πως δεν συμβιβάζεται με τη νόμιμο αμοιβή του η οποία δεν τον ικανοποιεί, και την οποία άλλωστε θα λάβει πολύ αργά, μετά την έκδοση και τη τελεσιδικία της σχετικής δικαστικής απόφασης και τα χρήματα τα θέλει τώρα. Μου είπε χαρακτηριστικά "Ζήσε Μ. μου να φας τριφύλλι" .., 8) Ψευδούς καταμήνυσης (αρ. 229 Π.Κ.), διότι αναγράφοντας στην επίδικο πραγματογνωμοσύνη του ψευδώς και εν γνώσει του ότι τα έγγραφα της από 10.3.2002 διαθήκης και της από 23.5.2002 εξουσιοδοτήσεως αποδεικνύονται γραφολογικώς με το κύρος μάλιστα της Υπηρεσίας της Αστυνομίας που υπηρετεί, ότι είναι γνήσια ενώ είναι πλαστά, εκθέτει εμένα στον κίνδυνο αδίκου ποινικής δίωξης, διότι εμφανίζομαι με τον τρόπο αυτό ότι ως αδελφή της Μ. Β., γνώριζα την αλήθεια και την απέκρυπτα με αποτέλεσμα να διώκονται άλλοι αδίκως ... 9) Συκοφαντικής δυσφήμισης (αρ. 363 Π.Κ.), διότι ο μηνυόμενος Φ. Γ. με την άνω ψευδή πραγματογνωμοσύνη του, εμφανίζοντας ως γνήσια και άνω έγγραφα, ενώ εγώ τα παρουσίασα ως πλαστά, όπως και είναι, προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη μου ενώπιον των δικαστών, των δικηγόρων, των δικαστικών επιμελητών, των πραγματογνωμόνων, των γραμματέων των δικαστηρίων, των εισαγγελέων και παντός άλλου που θα λάβει γνώση αυτών, διότι ο καθένας θα σκεφθεί ότι αφού είμαι αδελφή της θανούσας Μ. Β. και μέναμε στην ίδια πολυκατοικία, ασφαλώς γνώριζα την αλήθεια για την υγεία της και την απέκρυβα ... Τη γνησιότητα ολόκληρου του εγγράφου υλικού που συμπεριέλαβε παρανόμως ο μηνυόμενος στην έκθεση της πραγματογνωμοσύνης του ως σχετικά το οποίο αποτελείται από 390 σελίδες (κατά δήλωση του μηνυομένου) αρνούμαι διότι δεν ξέρω τις επεμβάσεις και τις νοθείες που επέφεραν οι αντίδικοι μου σε αυτό, καθώς παρατηρώ πολλές διορθώσεις πρόσφατες επί διαφόρων στοιχείων των εγγράφων και δεν γνωρίζω, ούτε και αν ακόμη έχουν αντικατασταθεί φύλλα, διά πλαστών ή νοθευμένων, μετά την εξέλιξη των πραγμάτων και τη συμπεριφορά του μηνυομένου, ο οποίος είναι και υψηλόβαθμο στέλεχος της Αστυνομίας. Εκτός τούτου δεν γνωρίζω ποιοι εκ των μελών της οικογένειας των γονέων μου έχουν γράψει τα έγγραφα αυτά γιατί όπως ανέφερα είναι 60 ετών γι’ αυτό και τα πήγα προς έλεγχο καλοπίστως στον μηνυόμενο να τα ελέγξει και να μου πει αν κατά κάποιο τρόπο μπορούν να χρησιμοποιηθούν (ΤΩΡΑ ΤΟ ΜΕΤΑΝΙΩΣΑ) και ποια εξ αυτών ώστε να του τα παραδώσω προς γραφολογική σύγκριση. Κατάπληκτη διαπίστωσα, μετά την επιστροφή σε μένα της δικογραφίας ότι σε αυτήν υπήρχαν ελάχιστα έγγραφα πλην των πραγματογνωμοσυνών Δ. και των αρχικών Μ. και Θ.. Στη θέση των υπήρχαν αντίγραφα από τις ογκώδεις προτάσεις του Γ., γι’ αυτό και δεν αντελήφθην αμέσως την έλλειψη. Εκτός των άλλων, και αυτή η ιδία η πραγματογνωμοσύνη, είναι γραμμένη με τόση ακαταστασία, προχειρότητα και σπουδή, ώστε μαρτυρεί κατά κοινή λογική, όχι μόνο γραφολογικώς, την αναξιοπιστία και ακυρότητα αυτής ... Η διάπραξη των άδικων πράξεων υπό του μηνυομένου αποδεικνύεται εκτός των άνω αποδεικτικών στοιχείων και εκ των υγιών γραφολογικών εκθέσεων των προσαγομένων και επικαλουμένων υπ’ εμού, των άνω γραφολόγων, επτά τον αριθμό Μ., Θ., Δ., από τις οποίες αποδεικνύεται εκτός των άλλων ότι δεν τηρήθηκε κατά τη διενέργεια της υπό κρίση πραγματογνωμοσύνης ως και κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης της κ. Τ., που επικαλούνται οι αντίδικοι κανένας γραφολογικός κανόνας ... Πώς συμβαίνει η υπογραφή της πλαστής διαθήκης συγκρινόμενη με την υπογραφή της ταυτότητας της Μ. Β., η οποία υπογραφή έχει τεθεί προ της σοβαρός ασθενείας της, να είναι της αυτής σταθερότητας γραφής καθ’ ομολογίαν όλων, όταν αποδείχθηκε ότι η Μ. Β. όταν φέρεται ότι έθετε την υπογραφή της στην επίμαχο διαθήκη ... ευρισκόταν όχι μόνο στην αυτήν παθολογική κατάσταση που ήταν προηγουμένως ... αλλά η κατάσταση της είχε επιδεινωθεί ... Πώς συμβαίνει να έχει γραφεί η άνω εξουσιοδότηση, που φέρεται ότι έγινε την 23.5.2002 καθώς και ολόκληρο το κείμενο αυτής, με σταθερή γραφή και υπογραφή, όταν 12 ημέρες μετά ... τίθεται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση ... Μόνο, με τα δύο αυτά τελευταία ερωτήματα αποδεικνύεται ότι η καταγγελλόμενη πραγματογνωμοσύνη του μηνυομένου γραφολόγου Φ. Γ. είναι ένα σκόπιμο, ψευδές και παράλογο μόρφωμα. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΜΕΡΟΛΗΠΤΗ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ... Η όλη συμπεριφορά και ενέργεια του άνω μηνυομένου αποπνέει σκεπτικό, μεθοδολογία και τακτική του δευτέρου μηνυομένου Α. Γ. από όσο τον γνωρίζω. Γιατί έχει τη συνήθεια να κρύβεται πάντα πίσω από τους άλλους ... Όταν παρέδωσα προς μελέτη στον πρώτο μηνυόμενο τα έγγραφα, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου μου - συζύγου μου (δικογραφίας και τα άλλα σχετικά που περιλαμβάνει η έκθεση του) και ζήτησε ο σύζυγος μου, να συνταχθεί πρακτικό παραδόσεως του είπε: "Δεν έχεις εμπιστοσύνη στην Αστυνομία" ... Τον έφερε σε δύσκολη θέση και του τα παρέδωσε χωρίς πρακτικό. Να τώρα τι συνέβη! ... Κατά τη διάρκεια της ... "μελέτης" της υποθέσεως από τον πρώτο μηνυόμενο συνεχώς ρωτούσε τηλεφωνικώς το σύζυγο μου "τι θα έλεγε αν έβγαζε μεν γνήσια τη διαθήκη αλλά την τοποθετούσε χρονολογικώς ότι είχε γίνει από την αδελφή του Μ. Β.-προ της ασθενείας της κατόπιν επηρεασμού της από τους αντιδίκους! Του απάντησε επί λέξει: "Αυτό θα γίνει αν τρελαθούν τα μηχανήματα σου! Αυτά μου τα είπε ο σύζυγος μου την ίδια ημέρα. Αφού είδε ο μηνυόμενος ότι η παράλογη αυτή προσπάθεια του δεν ευδοκίμησε, επινόησε την ανάσταση του Λαζάρου: Είπε διά της εκθέσεως του πραγματογνωμοσύνης: Ήταν μεν ανίκανη να γράψει και να υπογράψει η αδελφή μου ... αιφνιδίως έγινε καλά και μπορούσε να γράφει άριστα όπως ήταν νέα-!!! Δηλαδή την ανέστησε όπως ο Χριστός τον Λάζαρο!!! Δεν μας είπε όμως πώς. Με νεύμα (δεύρο Λάζαρε); ... Ο πρώτος μηνυόμενος από την αρχή προσπαθούσε να βρει φόρμουλα να βγάλει πάση θυσία γνήσια την διαθήκη προτού ακόμη ορκισθεί. Γιατί στην πρώτη συνάντηση του με το σύζυγο μου, για το θέμα της ορκίσεώς του, στο γραφείο του στην Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών και συνέχεια μετά και τις συναντήσεις τους στο γραφείο του και κατά τις τηλεφωνικές επικοινωνίες μαζί του, τον ρωτούσε "απέξω- απέξω" αν έχει συναντήσει στην καριέρα του περίπτωση που ο διαθέτης να είναι "φυτό" (δηλαδή τελείως διανοητικά ανάπηρος) και να βγαίνει η διαθήκη του μέσα στην αρρώστια του γνήσια! Του απάντησε ποτέ! Γιατί πώς μπορεί να γίνει αυτό; ... Του ανταπάντησε ότι του έχει τύχει με το SOS σε άλλη περίπτωση, που η διαθήκη είχε γίνει από τον ίδιο το διαθέτη και μεταχρονολογηθεί, προτού αρρωστήσει!!! Ακατανόητα πράγματα! Τον "ψάρευε" ή τον προετοίμαζε για το χτύπημα ... Επειδή από την αρχή είδα τις κακές διαθέσεις του μηνυομένου ότι ήταν προαποφασισμένος και συνέχιζε να τις εκδηλώνει μέχρι τέλους, του ζήτησα (μέσω του συζύγου μου) να παραιτηθεί για να μην μου ανοίξει άλλες ιστορίες. Δύο φορές το ζήτησα. Του είπα αρκετά τώρα επί πέντε χρόνια δεινοπαθώ αδίκως. Ούτε να ακούσει δεν ήθελε. Είχε κολλήσει σαν στρείδι πάνω στην υπόθεση ...". Ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε η ίδια κι ο κατηγορούμενος σύζυγός της, ήταν: Όλα τα έγγραφα που αφορούσαν την πορεία της υγείας της διαθέτιδας Μ. Β. τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου συζητήθηκε η υπόθεση και μετά απ’ αυτό το Δικαστήριο διέταξε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, ότι το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε ο εγκαλών, προήλθε μετά από μελέτη του γραφολογικού χαρακτήρα, τόσο της διαθέτιδας Μ. Β., όσο και της Α. Λ. από το πλούσιο γραφολογικό υλικό που είχε στη διάθεσή του, ότι η παρατήρηση που διατύπωσε στη σελίδα 26 της πραγματογνωμοσύνης του αφορά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και της εξουσιοδότησης, ο οποίος δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς με καμιά επιστημονική μέθοδο, ότι η ψυχιατρική δικαστική πραγματογνωμοσύνη Π. σχετικά με την υγεία της Μ. Β. δεν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Μ. Β. ήταν ‘φυτό’, αλλ’ ότι η ασθενής μετά την 5η Φεβρουαρίου 2002 ανέκτησε μέρος των δυνάμεων της και ότι η υγεία της επιδεινώθηκε από το καλοκαίρι του ιδίου χρόνου, ότι ουδέποτε τέθηκαν υπόψη του εγκαλούντος οι αναφερόμενες πέντε υπογραφές της Μ. Β. σε λευκό χαρτί, ότι ο εγκαλών δεν συνεργάστηκε με την τεχνική σύμβουλο των αντιδίκων της συζύγου του κατηγορουμένου, αλλ’ απλώς συναντήθηκε με τις τεχνικές συμβούλους και των δυο πλευρών, σύμφωνα με όσα ορίζει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ότι ουδέποτε χορήγησε στην τεχνική σύμβουλο της συζύγου του κατηγορουμένου αντίγραφο οποιουδήποτε εγγράφου, ότι ο εγκαλών δεν έχει μεροληπτήσει σε βάρος κανενός από τα διάδικα μέρη της υπόθεσης αυτής, ότι κατέληξε με απόλυτο τρόπο στο συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης του διακρίνοντας τα ιδιαίτερα γραφολογικά χαρακτηριστικά που εξατομικεύουν το γραφικό χαρακτήρα της Μ. Β., ότι στην πραγματογνωμοσύνη του συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα που του παραδόθηκαν απ’ τον κατηγορούμενο και τη σύζυγό του και ότι τους τα παρέδωσε στα χέρια τους, αφού τα χρησιμοποίησε, ότι η από 23 Μαΐου 2002 εξουσιοδότηση είναι γνήσιο έγγραφο, ότι η πραγματογνωμοσύνη πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τους κανόνες, και τις τεχνικές της γραφολογικής επιστήμης, ότι ο εγκαλών δεν γνωρίζει ούτε συναντήθηκε με κανέναν από τους διαδίκους, ότι η αμοιβή του καταβλήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του 173 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και ο εγκαλών δεν εκβίασε τον κατηγορούμενο και τη σύζυγό του για την καταβολή της, ότι το δειγματικό υλικό που παρέδωσαν ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του στους πραγματογνώμονες Μ., Θ. και Δ. ήταν ελλιπές, σε αντίθεση με το πλούσιο δειγματικό υλικό που προσκόμισαν στον εγκαλούντα, ότι ο εγκαλών ουδέποτε συναντήθηκε ή συνομίλησε με το δικηγόρο Α. Γ., ότι ο λόγος που δεν συντάχθηκε έγγραφο παραλαβής των 290 εγγράφων ήταν ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε στον εγκαλούντα ότι έχει εμπιστοσύνη στην Ελληνική Αστυνομία, ότι ο εγκαλών ουδέποτε διαπραγματεύθηκε το αποτέλεσμα της πραγματογνωμοσύνης του και δεν συνομίλησε με κανένα για το αποτέλεσμα και, τελικά, ότι η πραγματογνωμοσύνη του δεν είναι ψευδής και μεροληπτική, αλλ’ αληθής και σύμφωνη με τους κανόνες της γραφολογικής επιστήμης. Αποτέλεσμα των παραπάνω ψευδών καταγγελιών της ήταν ν’ ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του εγκαλούντος για την πράξη της ψευδορκίας πραγματογνώμονα, πλην όμως ο εγκαλών απηλλάγη με βάση το υπ’ αριθμ. 595/2011 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά. 2) Να ισχυριστεί ενώπιον τρίτων για άλλον ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, ενώ γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά δεν ήταν αληθινά. Ειδικότερα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, προκάλεσε στη σύζυγό του Κ. την απόφαση να υποβάλει την από 20 Νοεμβρίου 2006 έγκλησή της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά σε βάρος του εγκαλούντος, γνώση της οποίας έλαβε ο Πταισματοδίκης Πειραιά, οι γραμματείς, ο Εισαγγελέας που χειρίστηκε την υπόθεση, και οι δικηγόροι των αντιδίκων, στην οποία πρόβαλε τους εκτεθέντες αναλυτικά (υπό στοιχείο 1) στην περιγραφή της παραπάνω πράξης της ψευδούς καταμήνυσης ισχυρισμούς, ενώ γνώριζε ότι αυτοί είναι ψευδείς και μπορεί να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού τον παρουσιάζουν ως μεροληπτικό γραφολόγο που δεν εφαρμόζει τους κανόνες της γραφολογικής επιστήμης, ότι επηρεάζεται από τους διαδίκους και γι’ αυτό εξέδωσε ευνοϊκή πραγματογνωμοσύνη για τους αντιδίκους της (συζύγου του κατηγορουμένου), καταλήγοντας από δόλο στο λανθασμένο, κατά την άποψή της πόρισμα, ότι δήθεν η διαθήκη και η εξουσιοδότηση της Μ. Β. είναι γνήσιες.
3) Όταν εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, να καταθέσει εν γνώσει της ψέματα. Ειδικότερα, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, προκάλεσε στη σύζυγό του Κ. την απόφαση, κατά την ένορκη εξέτασή της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, για την οποία συντάχθηκε η από 27 Νοεμβρίου 2006 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα, να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο της παραπάνω (υπό στοιχείο 1) έγκλησής της και να καταθέσει σε βάρος του εγκαλούντος τους περιεχόμενους στην έγκληση αυτή (υπό στοιχείο 1) ισχυρισμούς της, ενώ γνώριζε ότι όσα αναφέρει στην έγκλησή της για τον εγκαλούντα είναι ψευδή και ότι αυτός δεν προέβη σε καμιά πράξη από αυτές, για τις οποίες τον καταμηνύει και ότι η αλήθεια είναι, όπως εκτίθεται παραπάνω (υπό στοιχείο 1) στην περιγραφή της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης".

Με αυτά που δέχτηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδορκία μάρτυρα, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 46 παρ. 1 α’ 224 παρ. 2-1, 229 παρ. 1 και 362-362 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, παρατίθενται στην απόφαση τα αναφερόμενα στην από 20-11-06 έγκληση της Κ. Μ. για τον πολιτικώς ενάγοντα ψευδή και συκοφαντικά γι’ αυτόν πραγματικά περιστατικά με παράλληλη αναφορά των αληθών, ο τρόπος και τα μέσα (πειθώ, παροχή συμβουλών, επίμονες παραινέσεις καθώς και άσκηση επιρροής ως συζύγου και ταυτόχρονα νομικού παραστάτη της εγκαλούσας), με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε στην ανωτέρω σύζυγό του την απόφαση να υποβάλλει την προαναφερθείσα έγκληση, χωρίς να είναι αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση η συνδρομή και άλλων στοιχείων για τη θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας καθώς και ο σκοπός αυτού, που ήταν να προκαλέσει αδίκως την ποινική καταδίωξη του Φ. Γ. για τις αναφερόμενες στην ανωτέρω έγκληση αξιόποινες πράξεις καθώς και να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου. Επίσης, αιτιολογείται πλήρως και ο άμεσος δόλος αυτού, ήτοι η γνώση της αναλήθειας των όσων έπεισε τη σύζυγό του να αναφέρει στην έγκλησή της επιβεβαιώνοντας ενόρκως το ψευδές περιεχόμενό της, θεμελιούμενη (η γνώση του), σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης σε προσωπική του πεποίθηση, ιδία αντίληψη και επί μέρους πράξεις του ιδίου, έτσι ώστε να μην απαιτείται παράθεση και άλλων σχετικά με τη γνώση αυτή περιστατικών. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος δεν ενήργησε στην προκειμένη υπόθεση ως απλός νομικός παραστάτης της συζύγου του, στην οποία, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρου, παρείχε μόνο δικηγορική γνώμη και νομικές συμβουλές, αλλά κυρίως με την ιδιότητα του συζύγου αυτής που είχε προσωπικά αναμειχθεί στην περιγραφόμενη αντιδικία της με τις αδελφές της και τον πολιτικώς ενάγοντα, χειριζόμενος αυτήν ως δική του υπόθεση και επομένως, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το Δικαστήριο ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν επρόκειτο περί απλής, στηριζομένης στο νόμο και δη τον Κώδικα Δικηγόρων, παροχής δικηγορικής γνώμης, ώστε να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ηθικός αυτουργός ως αβάσιμα ισχυρίζεται. Εξάλλου, από το σύνολο του παραπάνω σκεπτικού της προσβαλλομένης, προκύπτει με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όλες οι μαρτυρικές καταθέσεις και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, δεν ήταν δε υποχρεωμένο το Δικαστήριο να προβεί σε χωριστή αξιολόγηση αυτών και να αντικρούσει ειδικά το περιεχόμενό τους. Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες το Δικαστήριο δέχτηκε τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα που προέκυπταν από τα αναφερόμενα από αυτόν αποδεικτικά στοιχεία πρέπει ν’ απορριφθούν, προεχόντως, διότι προβάλλονται απαραδέκτως, αφού η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά λόγο αναίρεσης. Ωσαύτως, οι αιτιάσεις, σύμφωνα με τις οποίες κατά λέξη " στην παρούσα περίπτωση έχουν παραβιαστεί οι διατάξεις των παρ. Α,Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ του άρθρου 510 ΚΠΔ" είναι απαράδεκτες και απορριπτέες διότι προβάλλονται όλως ασαφώς και αορίστως. Επομένως, οι σχετικοί, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-7-2014 αίτηση του Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 321/2013 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis