Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

ΔΕΗ, κατάσχεση απαίτησης.

Περίληψη. Κατάσχεση απαίτησης στα χέρια της Δ.Ε.Η. ως τρίτης. Η προθεσμία για να προβεί αυτή σε δήλωση όπως και σε καταβολή στον κατάσχοντα ή σε δημόσια κατάθεση της απαίτησης μετά την τυχόν καταφατική δήλωσή της είναι εκείνη των οκτώ (8) ημερών. Οι διατάξεις με τις οποίες η ΔΕΗ απολάμβανε των δικαστικών προνομίων του Δημοσίου, έρχονται σε αντίθεση με τις ισχύουσες με τις οποίες αυτή μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία και λειτουργεί πλέον κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Αντίστοιχη προθεσμία της δήλωσης από το Δημόσιο. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 770/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
  
Άρειος Πάγος,ΠολΤμήμα Α2, 1764/ 2014.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΙΙ) Με το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώραν ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να είναι δικονομική. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 983 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου, που πρέπει να περιέχει τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή στοιχεία. Κατά το άρθρο 984 παρ.1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ του κατασχόντος η διάθεση του κατασχεμένου από εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, αφότου του επιδοθεί το κατά το άρθρο 983 έγγραφο, έστω και αν το έγγραφο αυτό δεν έχει ακόμη επιδοθεί στον τρίτο. Κατά το άρθρο 985 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και συνάμα να αναφέρει ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό. Κατά δε το άρθρο 988 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. αν ο τρίτος δηλώσει πως η απαίτηση που κατασχέθηκε υπάρχει και είναι επαρκής για να ικανοποιηθούν εκείνος ή εκείνοι που επέβαλαν την κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει, αφού περάσουν οκτώ ημέρες, αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, και αφού περάσουν τριάντα ημέρες, αν κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του, να καταβάλει στον καθέναν από εκείνους που επέβαλαν κατάσχεση το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση. Αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση και η διανομή γίνεται από συμβολαιογράφο που ορίζεται, αφού το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, από τον ειρηνοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Η διανομή σε εκείνους που έκαναν την κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. και η προθεσμία του άρθρου 974 παρ. 1 αρχίζει αφότου γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο η απόφαση του ειρηνοδίκη που τον διορίζει. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναγκαστική κατάσχεση χρηματικής απαίτησης στα χέρια τρίτου έχει μεν ως έννομη συνέπεια την αποστέρηση του δικαιούχου της κατασχεθείσας απαίτησης από την εξουσία της ελεύθερης διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου του που κατασχέθηκε, δεν συνεπάγεται όμως και την αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρηση της απαίτησης σε εκείνον που προβαίνει στην κατάσχεση. Τέτοια εκχώρηση επέρχεται μετά την τυχόν καταφατική δήλωση του τρίτου, που προϋποθέτει τήρηση της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 985 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. και την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 3/1993, Α.Π. 688/2010). Εξάλλου, εφόσον ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας δεν τοποθετείται με σαφήνεια σχετικά με το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο πρέπει να επιβληθούν οι περισσότερες κατασχέσεις ώστε να συνυπολογισθούν προκειμένου να εξακριβωθεί η επάρκεια ή όχι του κατασχεθέντος ποσού, ως χρόνος συμπλήρωσης του διαστήματος αυτού θα ληφθεί εκείνος της συμπλήρωσης της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., οπότε και γεννάται η υποχρέωση του τρίτου προς καταβολή, δηλαδή η πάροδος οκτώ ημερών, αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, και η πάροδος τριάντα ημερών, αν κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του.
Συνεπώς οι μεν κατασχέσεις που επιβλήθηκαν μέσα στην πιο πάνω προθεσμία συνυπολογίζονται, εκείνες δε που επιβλήθηκαν μετά τη συμπλήρωση της προθεσμίας αυτής δεν λαμβάνονται υπόψη, ως επιβληθείσες σε αντικείμενο που δεν ανήκει πλέον στον καθ` ου η κατάσχεση. Η κατάσχεση στα χέρια του Δημοσίου ως τρίτου ρυθμίζεται επίσης από τα άρθρα 982 επ. Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 95 ν. 2362/1995 "περί του κώδικα δημοσίου λογιστικού". Η προθεσμία της δήλωσης εκ μέρους του Δημοσίου ως τρίτου είναι τριάντα ημερών (άρθρο 10 του διατάγματος της 26-6/10-7- 1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου"), για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου η ίδια προθεσμία ισχύει για την καταβολή στον κατασχόντα ή για τη δημόσια κατάθεση μετά την τυχόν καταφατική δήλωση του Δημοσίου. Με το άρθρο 1 ν. 1468/ 1950 ιδρύθηκε η "Δημοσία Επιχείρησις Ηλεκτρισμού" (Δ.Ε.Η.), η οποία είχε ως σκοπό την παραγωγή και διάθεση ηλεκτρικής ενέργειας, αποτελούσε δημόσια επιχείρηση που ανήκε εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργούσε χάριν του δημοσίου συμφέροντος αλλά κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και απολάμβανε διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελούσε όμως υπό την ανώτατη εποπτεία και τον έλεγχο του κράτους. Με το άρθρο 4 παρ.1 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι η Δ.Ε.Η. απολαμβάνει ειδικών φορολογικών ατελειών καθώς και των δικαστικών προνομίων του Δημοσίου, ενώ με το άρθρο 36 παρ.1 του β.δ. της 28/28-1-1951, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του πιο πάνω νόμου, ορίσθηκε ότι "Η Δ.Ε.Η. απολαύει απάντων των δικαστικών προνομίων, ως εάν είναι το Δημόσιον". Στη συνέχεια με το άρθρο 1 παρ.1 του π.δ. 333/2000, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 43 παρ.1 ν. 2773/1999, η Δ.Ε.Η. μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία και ορίστηκε ότι αυτή διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του καταστατικού της, που περιελήφθη στην παρ.2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου του ως άνω Π.Δ/τος, και συμπληρωματικά από το ν. 2190/1920, όπως εκάστοτε αυτός ισχύει. Κατά το άρθρο 3 του Καταστατικού της, σκοπός αυτής είναι: α) η άσκηση εμπορικής και βιομηχανικής δραστηριότητας στον τομέα της ενέργειας, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, β) η άσκηση εμπορικής και βιομηχανικής δραστηριότητας στον τομέα των τηλεπικοινωνιών και η παροχή υπηρεσιών οργάνωσης και πληροφορικής προς τρίτες επιχειρήσεις, καθώς και η εκμετάλλευση κάθε είδους περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, γ) Η ίδρυση εταιρειών, η συμμετοχή σε κοινοπραξίες καθώς και η απόκτηση μετοχών άλλων εταιρειών, ελληνικών ή ξένων και εν γένει η συμμετοχή σε επιχειρήσεις που έχουν σκοπό παρεμφερή με αυτούς που περιγράφονται στα στοιχεία α και β της παρούσας παραγράφου, ή των οποίων η δραστηριότητα συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με τους σκοπούς της εταιρείας ή που έχουν ως σκοπό την αξιοποίηση της περιουσίας, κινητής ή ακίνητης, της εταιρείας και την εκμετάλλευση των πόρων της. Για δε την πραγμάτωση των σκοπών, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, η Δ.Ε.Η. Α.Ε. μπορεί ιδίως (α) να συνάπτει κάθε είδους συμβάσεις ή συμφωνίες με ημεδαπά ή αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα και διακρατικούς οργανισμούς, (β) να συμμετέχει στο κεφάλαιο υφιστάμενων ή ιδρυόμενων εταιρειών, να δανειοδοτεί τις εταιρείες αυτές και να εγγυάται υπέρ αυτών, (γ) να εκδίδει ομολογιακά δάνεια κάθε φύσεως και να συμμετέχει στο κεφάλαιο εταιρειών που δανειοδοτούνται από αυτή με μετατροπή ή μη σε Μετοχές των ομολογιών των δανείων αυτών. 3. Η εταιρεία δύναται να προβαίνει σε κάθε άλλη ενέργεια και πράξη προς επιδίωξη των σκοπών της εντός των ορίων του παρόντος Καταστατικού και των κειμένων διατάξεων, στην ανάληψη κάθε εμπορικής ή άλλης δραστηριότητας και στη διενέργεια κάθε υλικής πράξεως ή δικαιοπραξίας άμεσα ή έμμεσα συνδεόμενης με τους σκοπούς της εταιρείας. Κατά το άρθρο 5 του καταστατικού Το σύνολο των μετοχών ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ κατά το άρθρο 8 του καταστατικού, σε οποιαδήποτε περίπτωση η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο εκάστοτε Μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας δεν μπορεί να είναι κατώτερη του πενήντα ένα τοις εκατό (51%) των μετά ψήφου μετοχών της εταιρείας μετά από κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.10 ν. 2941/2001 "Κάθε διάταξη νόμου, γενική ή ειδική, που αφορά τη Δ.Ε.Η., προ της μετατροπής της σε ανώνυμη εταιρεία με το π.δ. 333/2000, εξακολουθεί να ισχύει εφόσον δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του ν. 2773/1999, του π.δ. 333/2000 και του άρθρου αυτού". Ενόψει τούτων, οι προαναφερόμενες διατάξεις, με τις οποίες η ΔΕΗ απολάμβανε των δικαστικών προνομίων του Δημοσίου, έρχονται σε αντίθεση με τις τελευταίες, με τις οποίες αυτή μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία και λειτουργεί πλέον κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, αναπτύσσοντας και επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού έχει ως σκοπό την άσκηση εμπορικής και βιομηχανικής δραστηριότητας στον τομέα της ενέργειας, δυναμένη για την επίτευξη του σκοπού της να προβαίνει, μεταξύ άλλων σε ανάληψη κάθε εμπορικής ή άλλης δραστηριότητας και στη διενέργεια κάθε υλικής πράξης ή δικαιοπραξίας άμεσα ή έμμεσα συνδεόμενης με τους σκοπούς της εταιρείας, όπως και να συνάπτει κάθε είδους συμβάσεις ή συμφωνίες με ημεδαπά ή αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα και διακρατικούς οργανισμούς και να συμμετέχει στο κεφάλαιο υφιστάμενων ή ιδρυόμενων εταιρειών, να δανειοδοτεί τις εταιρείες αυτές και να εγγυάται υπέρ αυτών. Εξ άλλου, αν ο νομοθέτης ήθελε τη διατήρηση υπέρ της ΔΕΗ των δικαστικών προνομίων του Δημοσίου, θα το όριζε ρητά στο άρθρο 9 παρ. 8 Ν. 2941/2001, όπως έπραξε για άλλες διατάξεις που ήθελε να παραμείνουν σε ισχύ. Επομένως, σε περίπτωση κατάσχεσης απαίτησης στα χέρια της Δ.Ε.Η. ως τρίτης, η προθεσμία για να προβεί αυτή σε δήλωση όπως και σε καταβολή στον κατασχόντα ή σε δημόσια κατάθεση της απαίτησης μετά την τυχόν καταφατική δήλωσή της είναι η προβλεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 985 παρ. 1 και 988 παρ. 1 ΚΠολΔ των οκτώ (8) ημερών. Ως εκ τούτου, ο χρόνος συμπλήρωσης του διαστήματος εντός της οποίου μπορούν να επιβληθούν περισσότερες κατασχέσεις ώστε να συνυπολογισθούν προκειμένου να εξακριβωθεί η επάρκεια ή όχι του κατασχεθέντος στα χέρια της ως τρίτης ποσού είναι εκείνος της συμπλήρωσης της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. των οκτώ (8) ημερών.

ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 5-7-2002 ανακοπή της, η ανακόπτουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "..." εξέθετε:
 Ότι κατά της τέταρτης καθ` ης η ανακοπή και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." είχε απαίτηση ποσού 273.547,71 ευρώ, που της είχε επιδικαστεί με διαταγή πληρωμής. Ότι με το από 29-5-2002 κατασχετήριο κατέσχε αναγκαστικά στα χέρια της τρίτης καθ` ης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης Δ.Ε.Η., ως τρίτης, το ποσό το οποίο η τελευταία όφειλε να καταβάλει στην προαναφερθείσα οφειλέτριά της (τέταρτη καθ` ης), τη σχετική δε πράξη επέδωσε στην τρίτη καθ` ης στις 30-5-2002 και στην τέταρτη καθ` ης στις 31-5-2002. Ότι στις 10- 6-2000 η ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών, δια του προϊσταμένου της δευτέρου καθ` ου και ήδη μη διαδίκου, ενεργούντος για λογαριασμό του πρώτου καθ` ου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επέδωσε στην τρίτη καθ` ης το αναφερόμενο έγγραφό της περί αναγκαστικής κατάσχεσης στα χέρια της ως τρίτης κάθε ποσού που όφειλε στην τέταρτη καθ` ης. Ότι (με βάση τον τρίτο λόγο της ανακοπής της που ενδιαφέρει εν προκειμένω) η κατάσχεση της απαίτησης της τέταρτης καθ` ης στα χέρια της τρίτης, την οποία επέβαλε το πρώτο καθ` ου, είναι άκυρη διότι έλαβε χώραν μετά την παρέλευση οκταημέρου από την κοινοποίηση της κατάσχεσης την οποία επέβαλε η ίδια στην καθ` ης η εκτέλεση. Ζήτησε δε, κατά την εκτίμηση του αιτήματος της ανακοπής, να ακυρωθεί η επιβληθείσα από το πρώτο καθ` ου αναγκαστική κατάσχεση της απαίτησης της τέταρτης καθ` ης στα χέρια της τρίτης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή ως προς το δεύτερο καθ` ου, την δέχθηκε δε ως προς τους λοιπούς καθ` ων κατά τον πιο πάνω (τρίτο) λόγο της και ακύρωσε την αναγκαστική κατάσχεση της απαίτησης της τέταρτης καθ` ης, την οποία επέβαλε το πρώτο καθ` ου στα χέρια της τρίτης. Μετά από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως αβάσιμη για το λόγο ότι οι διατάξεις περί δικαστικών προνομίων της Δ.Ε.Η., μετά τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία, έπαυσαν να ισχύουν, με συνέπεια να εφαρμόζονται ως προς αυτήν οι οκταήμερες προθεσμίες δηλώσεως και καταβολής των άρθρων 985 παρ.1 και 988 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. και όχι οι αντίστοιχες τριακονθήμερες που ισχύουν για το Ελληνικό Δημόσιο και επομένως ότι ορθώς κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως εκπρόθεσμη η ανωτέρω επιβληθείσα από το πρώτο καθ` ου αναγκαστική κατάσχεση
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθά έκρινε απαράδεκτη την επίμαχη κατάσχεση, γι` αυτό ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. (κατά το νοηματικό περιεχόμενό του), με τον οποίο το αναιρεσείον παραπονείται για την μη εφαρμογή της διάταξης περί της προθεσμίας των 30 ημερών και στην υπό κρίση περίπτωση, είναι αβάσιμος.

IV) Αβάσιμοι είναι επίσης οι δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 και 8, αντιστοίχως). Τούτο δε, προεχόντως διότι έχουν ως έρεισμα στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το εδώ αναιρεσείον είχε προβάλει, με λόγο εφέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τον ισχυρισμό ότι "το παραπάνω κατασχετήριο του Δημοσίου επιδόθηκε στη ΔΕΗ ... εντός της νομίμου οκταήμερης προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 988 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ", πράγμα που, από την επισκόπηση της εφέσεώς του προκύπτει ότι είναι ανακριβές. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας του, μειωμένα κατ` άρθρο 22 Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ και όπως αυτό ισχύει μετά την υπ` αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β`11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 770/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για τον καθένα στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis