Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Καταπιστευτική εκχώρηση, ενεχύραση απαίτησης

Περίληψη. Εκχώρηση. Αποτελέσματα. Νομιμοποίηση του εκδοχέα κατά του οφειλέτη και όχι του εκχωρητή, για την ικανοποίηση της απαίτησης. Καταπιστευτική εκχώρηση. Διάκριση από την ενεχύραση της απαίτησης. Τηρητέος τύπος για τη σύσταση ενεχύρου απαίτησης. Δικαιώματα του ενεχυρούχου δανειστή. Διαφορές του έναντι του ενεχύρου που προβλέπεται από τα αρ. 36 και 39 του νδ της 17.7/13.8.1923. Επιτρεπτή η κατάσχεση της ενεχυρασθείσας απαίτησης από δανειστή του ενεχυραστή στα χέρια του ενεχυρούχου δανειστή ως τρίτου. 
  
Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α1, 1576/ 2014

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη-Εισηγητή, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

2. Από τις διατάξεις των άρθρ. 455, 460, 458, 461 και 462 του ΑΚ συνάγεται ότι η σύμβαση εκχώρησης έχει ως αποτέλεσμα αφενός μεν τη μεταβίβαση της απαίτησης από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, ο οποίος μετά την αναγγελία καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής, αφετέρου δε τη μεταβίβαση συγχρόνως των υποθηκών, εγγυήσεων, ενεχύρων και όλων γενικώς των παρεπόμενων δικαιωμάτων, που ασφαλίζουν την απαίτηση. Εξάλλου, η εξουσία διεξαγωγής της δίκης ανήκει, κατ` αρχήν, στον εμφανιζόμενο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ως φορέα του δικαιώματος (δικαιούχο), ο οποίος είναι και ο μόνος που νομιμοποιείται κατά το άρθρ. 68 του ΚΠολΔ ενεργητικά στην άσκηση αγωγής για το δικαίωμα. Επομένως, αν η απαίτηση έχει εκχωρηθεί, νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη ή αναλόγως να ζητήσει την έκδοση κατ` αυτού διαταγής πληρωμής ο εκδοχέας και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει ήδη αποξενωθεί από την απαίτηση. Το ίδιο ισχύει και για τη εκχώρηση που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα, δηλαδή για τη γνωστή ως καταπιστευτική εκχώρηση, αφού και στην μορφή αυτή εκχώρησης αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρητή με την απαίτηση, η οποία περιέρχεται πλήρως στον εκδοχέα και αυτός είναι πλέον ο μόνος νομιμοποιούμενος να επιδιώξει δικαστικά την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ` αυτόν (ΑΠ 114/2008). Από την καταπιστευτική εκχώρηση διαφέρει η ενεχύραση απαίτησης, αφού μ` αυτή δεν μεταβιβάζεται η απαίτηση, αλλά συνιστάται σ` αυτή εμπράγματο μόνο βάρος. Με δεδομένο, όμως, ότι και με την ενεχύραση απαίτησης επιδιώκεται, όπως και με την καταπιστευτική εκχώρηση, η παροχή ασφάλειας στο δανειστή για άλλη απαίτησή του εναντίον εκείνου που του παρέχει την ασφάλεια, οι δυο αυτές νομικές μορφές ομοιάζουν κατά τον οικονομικό τους σκοπό και συνεπώς μπορούν αναλόγως να εφαρμοστούν συμπληρωματικά και στην καταπιστευτική εκχώρηση οι διατάξεις για την ενεχύραση απαίτησης. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρ. 1247 και 1248 του ΑΚ συνάγεται ότι η σύσταση ενεχύρου απαίτησης γίνεται με συμφωνία ενεχυράζοντος και δανειστή, η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό βέβαιης χρονολογίας και γνωστοποιείται στον οφειλέτη από τον ενεχυραστή. Το ενέχυρο αυτό, αν μεν το ασφαλιζόμενο χρέος δεν έληξε, χορηγεί, κατά το άρθρ. 1253 του ΑΚ, στο δανειστή το δικαίωμα να εισπράξει από κοινού με τον ενεχυραστή την απαίτηση που είναι χρηματική, ενώ αν το ασφαλιζόμενο χρέος έληξε, ο δανειστής δικαιούται, κατά το άρθρ. 1254 του ΑΚ, είτε να εισπράξει την ενεχυρασθείσα απαίτηση κατά το ποσό, όμως, μόνον που απαιτείται για την ικανοποίησή του είτε να απαιτήσει να του εκχωρηθεί αυτή κατά το ίδιο ποσό αντί καταβολής.
Παρόμοιο ενέχυρο προβλέπεται και από τα άρθρ. 36 και 39 του ν.δ/τος της 17.7/ 13.8.1923, που διατηρήθηκε σε ισχύ αρχικά με το άρθρ. 41 του ΕισΝΑΚ και ακολούθως με το άρθρ. 52 § 3 του ΕισΝΚΠολΔ. Το τελευταίο αυτό ενέχυρο διαφέρει από το πρώτο κατά το ότι (α) το συστατικό του ενεχύρου έγγραφο μπορεί να είναι απλό, δηλαδή να μη φέρει βέβαιη χρονολογία, (β) η ενεχύραση γνωστοποιείται στον τρίτο από οποιονδήποτε από τους συμβαλλομένους και όχι μόνον από τον ενεχυραστή, (γ) η γνωστοποίηση αυτή συντελείται με ειδικό τρόπο, ήτοι με την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης ή με άλλον ισοδύναμο τρόπο, όπως είναι η επίδοση αγωγής ή η αναγγελία σε πλειστηριασμό και (δ) από την επίδοση αυτή επέρχεται από το νόμο εκχώρηση της ενεχυρασθείσας απαίτησης στο δανειστή, που σημαίνει ότι αποκόπτεται έκτοτε κάθε δεσμός του ενεχυραστή με την ενεχυρασθείσα απαίτηση, την οποία, στην έκταση που εκχωρήθηκε, δεν μπορεί ούτε να εισπράξει, αν καταστεί ληξιπρόθεσμη πριν από την ασφαλισμένη απαίτηση, ούτε να την μεταβιβάσει περαιτέρω (ΑΠ 988/ 2004). Παράλληλα ο ενεχυρούχος δανειστής θεωρείται νομέας της ενεχυρασθείσας απαίτησης και δικαιούται κατά το άρθρ. 44 του ως άνω ν.δ/τος να την εισπράξει (ΑΠ 1362/ 2003), υποχρεούμενος όμως κατά τις διατάξεις των άρθρ. 1224 και 1256 ΑΚ, να τη διαφυλάττει μέχρι να τότε, ώστε να μη επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωσή της, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την απόσβεση ή αποδυνάμωση της απαίτησης πριν από την είσπραξή της και συνεπώς ζημία στον ενεχυραστή, δικαιούται ο τελευταίος αποζημίωσης (ΑΠ 512/ 2008). Σε κάθε περίπτωση η ως άνω από το νόμο εκχώρηση της ενεχυρασθείσας απαίτησης δεν πρέπει να υπερακοντίζει το σκοπό για τον οποίο συμφωνήθηκε και με την έννοια αυτή αφενός μεν είναι επιτρεπτή η κατάσχεση της ενεχυρασθείσας απαίτησης από δανειστή του ενεχυραστή στα χέρια του ενεχυρούχου δανειστή ως τρίτου (ΑΠ 1065/ 2009), αφετέρου δε αν αποσβεσθεί το ασφαλιζόμενο χρέος πριν από την είσπραξη της απαίτησης, δικαιούται ο ενεχυραστής να ζητήσει την επανεκχώρηση σ` αυτόν της απαίτησης, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 1232 του ΑΚ (ΑΠ 108/ 1997). 
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η καθ` ης η ανακοπή (αναιρεσείουσα), με την υπ` αριθ. ..../10.4.2008 σύμβαση μακροχρόνιας εκμίσθωσης αυτοκινήτων ..., εκμίσθωσε και παρέδωσε κατά χρήση στο Σ. Σ. (πρώτο ανακόπτοντα) 11 επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης ..., τα οποία είχε αποκτήσει δυνάμει της υπ` αριθ. ....../2000 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης μεταξύ αυτής και της εταιρείας με την επωνυμία ".. Α.Ε.)". Η διάρκεια της μισθωτικής περιόδου ήταν για όλα τα αυτοκίνητα 36 μήνες, όπως αναγράφεται στα 11 παραρτήματα, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της μισθωτικής σύμβασης ... Το μηνιαίο μίσθωμα για έκαστο από τα 10 αυτοκίνητα μάρκας ........ συμφωνήθηκε στο ποσό των 241,50 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 19% ..., ήτοι συνολικά 287,39 ευρώ, ενώ για ενδέκατο αυτοκίνητο, ..... , συμφωνήθηκε στο ποσό των 312,38 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 19% ..., ήτοι συνολικά 371,73 ευρώ, όλα καταβλητέα σύμφωνα με το άρθρ. 3εδ(α) της σύμβασης, δηλαδή "κάθε μήνα, δυο εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία έναρξης, όπως αυτή ορίζεται στον όρο 8 του κάθε παραρτήματος". Συγκεκριμένα ως ημερομηνία έναρξης ορίστηκε για έκαστο των δέκα πρώτων αυτοκινήτων ... η 22.4.2008, και για το ενδέκατο ... η 11.6.2008. Συνεπώς κάθε μήνα το ποσό των 3.245,63 ευρώ, που αποτελεί το σύνολο των συμφωνημένων μηνιαίων μισθωμάτων ..., έπρεπε να καταβάλλεται από το μισθωτή κατά μεν το ποσό των 2.873,90 ευρώ κάθε 20η ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα για κάθε ένα από τα δέκα πρώτα αυτοκίνητα, κατά δε το ποσό των 371,73 ευρώ κάθε 9η ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα για το ενδέκατο από τα παραπάνω αυτοκίνητα. Η εκκαλούσα (δεύτερη ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη) εγγυήθηκε με το άρθρ. 18 της μακροχρόνιας μισθωτικής σύμβασης ..., την πλήρη, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε απαίτησης της καθ` ης κατά του μισθωτή, που απορρέει από την ως άνω σύμβαση, όπως ενδεικτικά απαίτηση από μισθώματα, δαπάνες ..., ενεχόμενη εις ολόκληρο με το μισθωτή... Παρά το γεγονός, όμως, ότι ο μισθωτής είχε στην κατοχή και χρήση του τα μισθωμένα αυτοκίνητα ..., το χρεωστικό του υπόλοιπο την 9.9.2008, όπως προέκυπτε από την κίνηση του λογαριασμού του στην καρτέλα του λογιστηρίου της καθ` ης, η οποία κατά το άρθρ. 13(α)1 της σύμβασής τους αποτελεί αποδεικτικό μέσο της οφειλής τους, ανερχόταν σε 12.960,03 ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε σε ληξιπρόθεσμα μισθώματα από την έναρξη της μίσθωσης μέχρι τις 19.9.2008. Για το λόγο αυτό η καθ` ης, όπως είχε δικαίωμα, κατήγγειλε με την από 9.9.2008 εξώδικη καταγγελία, η οποία επιδόθηκε στο μισθωτή και στην εκκαλούσα στις 17.9.2008 ..., τη μισθωτική σύμβαση με τα παραρτήματά της ... και ζήτησε από μεν το μισθωτή να της αποδώσει τα αυτοκίνητα, από δε το μισθωτή και την εκκαλούσα, ως εγγυήτρια, να της καταβάλουν εις ολόκληρο (α) για οφειλόμενα μισθώματα το ποσό 12.960,03 ευρώ, έντοκα από την επίδοση της ως άνω εξώδικης καταγγελίας και (β) για κατ` αποκοπή αποζημίωση το ποσό των 67.324,17 ευρώ, που ισούται με τα 2/3 του συνόλου των υπολειπόμενων μισθωμάτων μέχρι τη λήξη της μίσθωσης (ήτοι από το Σεπτέμβριο 2008 μέχρι και τον Απρίλιο 2011), έντοκα από την ως άνω επίδοση, δηλαδή συνολικά ζήτησε να της καταβάλουν το ποσό των 80.284,20 ευρώ. Στη συνέχεια η καθ` ης, επειδή δεν υπήρξε ανταπόκριση από μέρους του μισθωτή και της εκκαλούσας, πέτυχε την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντες να της καταβάλουν εις ολόκληρο το συνολικό ποσό των 80.284,20 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Με το δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι δυνάμει του 15ου όρου της κύριας μισθωτικής σύμβασης ..., σε συνδυασμό με τις από 10.4.2008 πρόσθετες πράξεις της σύμβασης αυτής, η καθ` ης εκχώρησε λόγω ενεχύρου τις απαιτήσεις της από την επίδικη μισθωτική σύμβαση προς την εταιρεία "...", εκχώρηση η οποία αναγγέλθηκε τόσο στο μισθωτή Σ. Σ. όσο και στην ίδια, ως εγγυήτρια ..., που συντελέστηκε με την υπογραφή από αυτούς των ανωτέρω πρόσθετων πράξεων και ότι η ως άνω εκχώρηση αποτελεί καταπιστευτική εκχώρηση κατά την έννοια του άρθρ. 455 ΑΚ, με αποτέλεσμα μόνη δικαιούχος των απαιτήσεων από τη μίσθωση να καταστεί η εκδοχέας εταιρεία "..." και όχι η καθ` ης, οπότε κακώς εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ` ης που ζήτησε την έκδοσή της... Σύμφωνα με τον παραπάνω 15ο όρο της κύριας μισθωτικής σύμβασης, ο οποίος φέρει τον τίτλο "...", ορίζεται ότι "Ο εκμισθωτής δια του παρόντος γνωστοποιεί στο μισθωτή ότι πρόκειται να εκχωρήσει λόγω ενεχύρου στον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου ..., κάθε απαίτησή του κατά του μισθωτή, όπως ενδεικτικά απαίτηση από μισθώματα, φόρους ..., που απορρέουν από την εφαρμογή της παρούσας ή ορίζονται από το νόμο, συνεπεία δε της εκχώρησης αυτής λόγω ενεχύρου ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου δικαιούται οποτεδήποτε και ανεξάρτητα από το ληξιπρόθεσμο των απαιτήσεων ή όχι να εισπράττει από το μισθωτή, χωρίς οποιαδήποτε άλλη διατύπωση και χωρίς τη μεσολάβηση του εκμισθωτή, κάθε απαίτηση που απορρέει από την παρούσα". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις ... ένδεκα πρόσθετες πράξεις, που αποτελούν, κατά τους ορισμούς τους, αναπόσπαστο μέρος των ισάριθμων παραρτημάτων 1 - 11 της επίδικης μισθωτικής σύμβασης και έχουν υπογραφεί τόσο από το νόμιμο εκπρόσωπο της καθ` ης η ανακοπή εκμισθώτριας όσο και από τους ανακόπτοντες, αναφέρεται σ` αυτές ότι "Ο εκμισθωτής ενεχυριάζει κατά την έννοια του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923 και εκχωρεί κατά την έννοια του άρθρ. 455 του ΑΚ τις απαιτήσεις του από το παρόν για τα μισθώματα κατά του μισθωτή προς την εταιρεία "...", ο δε μισθωτής έλαβε γνώση της εκχωρήσεως αυτής και η υπογραφή του παρόντος αποτελεί αναγγελία κατά την έννοια του άρθρ. 460 ΑΚ". Από το περιεχόμενο του ως άνω όρου της μισθωτικής σύμβασης και της ως άνω αναγγελίας προκύπτει ότι η καθ` ης είχε προβεί σε εκχώρηση των απαιτήσεών της κατά του μισθωτή Σ. Σ. και συνακόλουθα και κατά της εκκαλούσας εγγυήτριας, που απέρρεαν από τη μακροχρόνια μισθωτική σύμβαση αυτοκινήτων και αφορούσαν τα μισθώματα, προς την ιδιοκτήτρια των αυτοκινήτων εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", με σκοπό την εξασφάλιση των απαιτήσεών της από τη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης (καταπιστευτική εκχώρηση) και για το λόγο αυτό, άλλωστε, προέβη σε αναγγελία της εκχώρησης αυτής σ` αυτούς (ανακόπτοντες) ... Επομένως, εφόσον οι απαιτήσεις της καθ` ης αναφορικά με τα μισθώματα είχαν εκχωρηθεί προς την εταιρεία "... Α.Ε." ..., δεν νομιμοποιούταν η ίδια η καθ` ης, ως εκχωρήτρια, να αιτηθεί την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής ..., καθόσον μετά την εκχώρηση των ως άνω απαιτήσεών της και την κατά τα ως άνω αναγγελία της στο μισθωτή και στην εκκαλούσα είχε ήδη αποξενωθεί από τις απαιτήσεις της αυτές. Ο ισχυρισμός της καθ` ης ότι μεταξύ αυτής και της εταιρείας ".. Α.Ε." ουδέποτε καταρτίστηκε σύμβαση σύστασης ενεχύρου κατά τα άρθρ. 36 και 39 του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923 επί των ανωτέρω απαιτήσεων υπέρ της ως άνω εταιρείας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, πέραν του ότι η καθ` ης δεν προσκομίζει προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού σύμβαση σύστασης ενεχύρου κατά τα άρθρ. 36 και 39 του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923, προκειμένου να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο η νομική της φύση και το περιεχόμενό της, παραπέμπει το περιεχόμενο της ως άνω αναγγελίας ευθέως στην ύπαρξη σύμβασης εκχώρησης του άρθρ. 455 ΑΚ ..., αφού σε διαφορετική περίπτωση δεν θα αρκούσε η απλή αναγγελία της εκχώρησης, κατ` άρθρ. 460 ΑΚ, όπως έγινε εν προκειμένω, αλλά θα είχε λάβει χώρα γνωστοποίηση της ενεχυρίασης στο μισθωτή και στην εκκαλούσα... με την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχυρίασης ... είτε από την εταιρεία "... Α.Ε." ..., είτε από την καθ` ης, πλην τέτοια γνωστοποίηση δεν επικαλείται η καθ` ης, αλλά αντίθετα ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε χώρα ...". 
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, αφού έκρινε βάσιμο το δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής, δέχθηκε την ανακοπή αυτή ως προς την αναιρεσίβλητη και ακύρωσε ως προς αυτή, ως προς την οποία κατ` αποδοχή της έφεσής της είχε προηγουμένως εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, την ανακοπτόμενη υπ` αριθ. ..../2008 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Σύμφωνα με τις παραδοχές του Πρωτοδικείου, στην από 10.4.2008 μισθωτική σύμβαση των διαδίκων δεν συνέπραξε και η εταιρεία με την επωνυμία ".. Α.Ε.", η οποία είχε καταρτίσει με την αναιρεσείουσα την υπ` αριθ. .../2000 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης. Έτσι η μισθωτική σύμβαση των διαδίκων δεν εμπεριέχει η ίδια εκχώρηση από την αναιρεσείουσα προς την ως άνω κυπριακή εταιρεία ...... των απαιτήσεών της από τη μισθωτική αυτή σύμβαση και ρητά άλλωστε δηλώνεται με το 15 όρο της εν λόγω σύμβασης ότι η αναιρεσείουσα πρόκειται να εκχωρήσει, δηλαδή δεν είχε ήδη τότε εκχωρήσει, στην κυπριακή εταιρεία τις απαιτήσεις της από την από 10.4.2008 μισθωτική σύμβαση των διαδίκων. Το ίδιο ισχύει και για τις έντεκα πρόσθετες πράξεις στη μισθωτική αυτή σύμβαση, δηλαδή ούτε αυτές εμπεριέχουν εκχώρηση προς την ως άνω κυπριακή εταιρεία των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας από τη μισθωτική σύμβαση των διαδίκων. Ωστόσο, με δεδομένο ότι στις πρόσθετες αυτές πράξεις αναγράφεται ότι ο μισθωτής Σ. Σ. έλαβε γνώση της σχετικής εκχώρησης και ότι η υπογραφή των πρόσθετων πράξεων από αυτόν και την αναιρεσίβλητη ισχύει ως αναγγελία της εκχώρησης προς αυτούς, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα είχε ήδη προβεί στην εκχώρηση των σχετικών απαιτήσεών της προς την κυπριακή εταιρεία ... , δηλαδή με ιδιαίτερη μεταξύ τους σύμβαση. Μάλιστα, μολονότι στις ως άνω πρόσθετες πράξεις, όπως και στη μισθωτική σύμβαση των διαδίκων, η εκχώρηση των όποιων απαιτήσεων της αναιρεσείουσας από τη σύμβαση αυτή χαρακτηρίζεται ως εκχώρηση λόγω ενεχύρου κατά την έννοια του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923, που σημαίνει ενεχύραση των σχετικών απαιτήσεών της προς την κυπριακή εταιρεία και συνακόλουθα την εκχώρησή τους από το νόμο, οπότε όμως δεν αρκεί ο παραπάνω τρόπος γνωστοποίησης της εκχώρησης στον Σ. Σ., αλλά θα έπρεπε να επιδοθεί σ` αυτόν και αντίγραφο της σύμβασης ενεχύρασης, εντούτοις το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι τελικά μεταξύ της αναιρεσείουσας και της κυπριακής εταιρείας ... καταρτίσθηκε κοινή εκχώρηση κατά την έννοια του άρθρ. 455 ΑΚ προς εξασφάλιση των χρηματικών απαιτήσεων της δεύτερης κατά της πρώτης, δηλαδή έγινε καταπιστευτική εκχώρηση, γι` αυτό και έκρινε ακολούθως ότι δεν ήταν αναγκαία για την ολοκλήρωσή της η επίδοση στον Σ. Σ. και στην αναιρεσίβλητη αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης, αλλά αρκούσε η απλή προς αυτούς αναγγελία της εκχώρησης. Η παραδοχή αυτή του Πρωτοδικείου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση καταρτίσθηκε τελικά καταπιστευτική εκχώρηση είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και στηρίζει την περαιτέρω κρίση του ότι η αναιρεσείουσα μετά την ως άνω αναγγελία της εκχώρησης και χωρίς άλλη διατύπωση δεν είχε πλέον δικαίωμα να ζητήσει την έκδοση της προσβαλλόμενης με την ένδικη ανακοπή διαταγής πληρωμής.
Συνεπώς δεν θεμελιώνεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή των διατάξεων των σχετικών με την εκχώρηση και την ενεχύραση απαιτήσεων και είναι αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος ως προς το σύνολο των αποδιδόμενων μ` αυτόν αιτιάσεων στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτιμάται ως ενιαίος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ. Εξ άλλου η ίδια απόφαση δεν μπορεί να ελεγχθεί για εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφού κατά των αποφάσεων του πρωτοδικείου, που δίκασε ως εφετείο, δεν προβλέπεται από το άρθρ. 560 ΚΠολΔ σχετικός λόγος αναίρεσης. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των υπ` αριθ. ......... και ../2013 παραβόλων του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. και ..... και ....../2013 παραβόλων του Δημοσίου, που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική υπ` αριθ. ../2013 έκθεση της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών. Εξ άλλου η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.9.2013 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία ".." για αναίρεση της υπ` αριθ. 1741/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis