Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Συμψηφισμός κατά ακατάσχετης απαίτησης. Κοινός λογαριασμός. Ακατάσχετη απαίτηση.

Περίληψη. Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά ακατάσχετης απαίτησης. Έννοια «ακατάσχετης». Ο αιτών κατέθεσε την αποζημίωσή του από την εργασία του σε προθεσμιακή κατάθεση και με εξώδικη δήλωσή του στην εναγόμενη τράπεζα ζήτησε να μην γίνει μετάπτωση του ποσού της προθεσμιακής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό με τη σύζυγό του και τα παιδιά του, αλλά σε προσωπικό του. Η εναγομένη όμως, ενεργώντας αντισυμβατικά, μετέφερε τα χρήματα στον κοινό λογαριασμό και από αυτά συμψήφισε χρέος της συζύγου του ενάγοντα προς την εναγομένη. Δεκτή εν μέρει η αγωγή.
Διατάξεις: άρθρα 440, 441, 451, 822, 830 ΑΚ

Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσ/ κης 17.669/ 2015, ΕφΑΔ 2015.1127.

Πρόεδρος: Δ. Στεργιούδα.


Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν 5636/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ .με το άρθρο 124 περ. δ΄ στοιχ. α΄ του ΝΔ 118/1973, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 411, 489, 490, 491, 822 και 830 ΑΚ, συνάγεται ότι με τη συναπτόμενη μεταξύ αφενός δύο ή περισσότερων ενδιαφερομένων και αφετέρου κάποιας τράπεζας σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, οι πρώτοι καταθέτουν στην τράπεζα χρήματα με την παράλληλη συμφωνία της τήρησης από αυτήν της κατάθεσης στο όνομα από κοινού και με τον πρόσθετο όρο ότι καθένας από εκείνους θα μπορεί να κάνει μερική ή ολική χρήση του λογαριασμού, αναλαμβάνοντας από αυτόν χρήματα χωρίς τη σύμπραξη των άλλων. Ο πρόσθετος αυτός όρος είναι απαραίτητος για να προσδώσει στην τραπεζική κατάθεση σε λογαριασμό με δύο ή περισσότερους δικαιούχους το χαρακτηρισμό της ως κατάθεση σε κοινό λογαριασμό. Για την εγκυρότητα της κατάθεσης δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο. Και τούτο διότι από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξή τους ενώπιον της τράπεζας. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η αναφορά του όρου «δικαιούχοι» και όχι «καταθέτες» στη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων (ΑΠ 878/2013 ΕπισκΕμπΔ 2013.445, ΑΠ 1001/2012 ΕπισκΕμπΔ 2012.899). Με τη σύναψη της σύμβασης κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό δημιουργείται ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, υπό την έννοια ότι καθένας από αυτούς γίνεται δικαιούχος των χρημάτων που κατατέθηκαν και μπορεί να τα χρησιμοποιεί χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, η δε καταβολή των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης έναντι του δέκτη της κατάθεσης και ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 878/2013 ΕπισκΕΔ 2013,445, ΑΠ 712/2009 ΕλλΔνη 2011,797, ΑΠ 1812/2007 ΔΕΕ 2008,65). Ίδιο αποσβεστικό αποτέλεσμα της απαίτησης επάγεται και ο έναντι ενός εκ των καταθετών συμψηφισμός που προτείνει η τράπεζα ανταπαίτησής της κατά αυτού προς την απαίτηση του τελευταίου εναντίον της προς καταβολή του ποσού της κατάθεσης, αφού και ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, είναι γεγονός που ενεργεί αντικειμενικώς (ΑΠ 1812/2007 ΔΕΕ 2008,65, ΜΠρΘεσ 8588/2012 Αρμ 2013,262). 
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ συνάγεται ότι ο μονομερής συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν οι εν λόγω απαιτήσεις είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Επέρχεται δε ο συμψηφισμός, αν ο ένας τον επικαλέσθηκε με δήλωση προς τον άλλον, ενώ η αντίστοιχη πρόταση επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν (ΑΠ 782/2014 ΧρΙΔ 2014,875, ΑΠ 1487/2008 ΧρΙΔ 2009,306, ΑΠ 769/2004 Νόμος). Ωστόσο, κατά το άρθρο 451 ΑΚ δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά ακατάσχετης απαίτησης, «Ακατάσχετες» κατά την έννοια των διατάξεων αυτών είναι οι απαιτήσεις, οι οποίες κατά εξαιρετικό και επομένως στενά ερμηνευτέο δίκαιο εξαιρούνται από την κατάσχεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 982 ΚΠολΔ ή προβλέπονται ευθέως ως τέτοιες (ακατάσχετες), από ειδικές διατάξεις νόμων που εκφράζουν σαφή περί του ακατάσχετου επιλογή του νομοθέτου (ΑΠ 1812/2007 ΔΕΕ 2008,65, ΑΠ 1915/1999 ΝοΒ 2000,1407, ΜΠρΘεσ 8588/2012 Αρμ 2013,262). Επιπλέον, κατά το άρθρο 4 του Ν 5638/1932 «κατάσχεσις της καταθέσεως επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων αύτη τεκμαίρεται αμαχήτως ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους κατ’ ίσα μέρη». Με την διάταξη αυτή ο νόμος θέλησε να διαιρέσει κατά τρόπο υποχρεωτικό για τους ενδιαφερόμενους την κατάθεση σε ίσα μέρη των περισσότερων καταθετών και καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ’ ίσα μέρη. Η διάταξη, όμως, αυτή αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της τραπέζης ως τρίτης κατά το άρθρο 982 του ΚΠολΔ και δεν αφορά την περίπτωση, κατά την οποία η Τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της που έχει κατά του ενός εκ των περισσότερων καταθετών εις ολόκληρον συνδανειστών της, αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρον ενοχής. Έτσι, καθόσον αφορά την απόσβεση με συμψηφισμό, ο από μέρους της οφειλέτριας τράπεζας γενόμενος συμψηφισμός με ανταπαίτησή της κατά του ενός συνδικαιούχου επιφέρει απόσβεση της απαίτησης και ως προς τους εις ολόκληρο από τον κοινό λογαριασμό υπόλοιπους δανειστές συνδικαιούχους ως προς το ποσό που συμψηφίστηκε, έστω και αν αυτό καλύπτει το σύνολο της κατάθεσης (ΑΠ 1812/2007 ΔΕΕ 2008,65, ΕφΑθ 4725/2001 ΕλλΔνη 2003,254, ΜΠρΘεσ 8588/2012 Αρμ 2013,262). 
Τέλος, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα πού μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΑΠ Ολ 17/1995, ΑΠ 271/2010 Νόμος, ΑΠ 353/2009 Νόμος, ΑΠ 1812/2007 ΔΕΕ 2008,65).

Εν προκειμένω, με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων ισχυρίζεται ότι εργαζόταν ως υπάλληλος στην ... Τράπεζα από το έτος 1985 έως την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της τον Ιούλιο 2012. Ότι αμέσως μετά επαναπροσλήφθηκε από την εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, στην οποία εργάστηκε έως τα τέλη Σεπτεμβρίου 2013, οπότε εντάχθηκε σε πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου και αποχώρησε από την εργασία του, λαμβάνοντας ως αποζημίωση οικειοθελούς αποχώρησης το ποσό των 56.824,18 ευρώ μετά την παρακράτηση του φόρου. Ότι την 02.10.2013 κατέθεσε μέρος του ποσού αυτού, και δη ποσό 45.273 ευρώ, σε προθεσμιακή κατάθεση με ημερομηνία λήξης την 2.1.2014 και εντολή να συνδεθεί η κατάθεση αυτή με τον προσωπικό του λογαριασμό και όχι με τον με αρ. ... κοινό λογαριασμό που διατηρούσε στην εναγόμενη τραπεζική εταιρία με τη σύζυγο και τα δύο του τέκνα. Ότι παρά την εν λόγω ρητή εντολή του, την οποία επανέλαβε και με εξώδικη δήλωση που επιδόθηκε στην εναγομένη την 2.1.2014, η τελευταία, ενεργώντας αντισυμβατικά, μετέφερε την προθεσμιακή κατάθεση στον ως άνω κοινό λογαριασμό του και, εν συνεχεία, την 3.1.2014 του κοινοποίησε δήλωση συμψηφισμού του ποσού των 45.000 ευρώ με ισόποση απαίτηση που διατηρούσε εναντίον της συζύγου του από σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό που είχε συνάψει με ομόρρυθμη εταιρία, στην οποία η σύζυγός του ήταν ομόρρυθμο μέλος, με αποτέλεσμα να ευθύνεται ως πρωτοφειλέτρια. Ότι, επιπλέον, η εναγόμενη ενήργησε παράνομα και καταχρηστικά, αφενός διότι προέβη σε συμψηφισμό ακατάσχετης απαίτησής του, η οποία είχε το χαρακτήρα προκαταβολής μισθών έως τη συνταξιοδότησή του, και δη σε ολόκληρο το ποσό του συγκεκριμένου τραπεζικού λογαριασμού, και όχι μόνο στο ποσό αυτού, που αποτελούσε το μερίδιο της συζύγου του, και αφετέρου διότι του δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν θα προέβαινε στον συμψηφισμό του ανωτέρω ποσού, καθόσον γνώριζε ότι το ποσό αυτό ήταν αποκλειστικά δικό του, αλλά ότι θα επιχειρούσε να ικανοποιηθεί από τη μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία της ομόρρυθμης εταιρίας. Ότι εκτός από τον ανωτέρω λογαριασμό, η εναγόμενη δέσμευσε και τον με αρ. ... κοινό λογαριασμό που ο ενάγων διατηρούσε σε αυτήν. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζητά να αποδεσμευτούν οι δύο ως άνω κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αποδώσει, κυρίως μεν λόγω της παράνομης και καταχρηστικής αθέτησης της μεταξύ τους σύμβασης, άλλως και επικουρικώς λόγω των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το παρανόμως συμψηφισθέν ποσό των 33.750 ευρώ, που διατηρούσε στον με αρ. ... κοινό λογαριασμό του, καθώς και το ποσό των 870 ευρώ που διατηρούσε στον με αρ. ... κοινό λογαριασμό του, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία είσπραξης των ποσών αυτών. Επιπλέον, ζητά να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 2 και 33 ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία. Ωστόσο, τα αιτήματα αυτής περί αποδέσμευσης των ανωτέρω κοινών τραπεζικών λογαριασμών και περί απόδοσης του ποσού των 870 ευρώ που ο ενάγων διατηρεί στον με αρ. ... κοινό λογαριασμό είναι απορριπτέα πρωτίστως ως απαράδεκτα λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρονται ούτε οι συνδικαιούχοι του με αρ. ... κοινού λογαριασμού και η προέλευση των εκεί κατατεθειμένων χρημάτων, ούτε ο τρόπος και η αιτία της δέσμευσης των λογαριασμών αυτών, ήτοι αν έγινε μονομερώς από την εναγομένη ή δυνάμει συμφωνίας με κάποιον εκ των συνδικαιούχων των λογαριασμών ή βάσει διάταξης νόμου ή, τέλος, στο πλαίσιο λήψης κάποιου δικαστικού αναγκαστικού μέτρου, προκειμένου να κριθεί αν η εν λόγω ενέργεια της εναγόμενης ήταν παράνομη και αντισυμβατική. Εξάλλου, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή η εναγομένη είχε ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά της συζύγου του ενάγοντος, η οποία ήταν συνδικαιούχος τουλάχιστον στον με αρ. ... κοινό λογαριασμό, γεγονός που της παρείχε τη δυνατότητα να προβεί σε δικαστικές ενέργειες για την κατάσχεση των τραπεζικών της λογαριασμών, και δη τόσο των προσωπικών όσο και των κοινών. Επιπλέον ο ενάγων δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους οι εν λόγω δεσμεύσεις των κοινών τραπεζικών λογαριασμών ήταν παράνομες και αντισυμβατικές, αφού αναφερόμενα στην αγωγή βάλουν αποκλειστικώς κατά της ενέργειας της εναγόμενης να συμψηφίσει το προαναφερθέν ποσό που έλαβε ως αποζημίωση για την εθελούσια έξοδό του με ισόποση απαίτησή της κατά της συζύγου του. Κατά τα λοιπά η κρινόμενη αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη και νόμιμη κατά την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις, καθώς και σε αυτές των άρθρων 346 ΑΚ, 176, 907 και 908 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος περί επιδίκασης τόκων για το προηγούμενο της επίδοσης της αγωγής χρονικό διάστημα, και δη από την επομένη της είσπραξης του ποσού αυτού από την εναγομένη, διότι δεν υφίσταται δήλη ημέρα καταβολής του, ο δε ενάγων δεν επικαλείται προηγούμενη όχληση της εναγομένης για την καταβολή του ποσού αυτού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 806, 827 και 829 ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, ο θεματοφύλακας οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του (ΑΠ 2118/2014 Νόμος, ΑΠ 552/2013 Νόμος, ΑΠ 2229/2013 ΕΕμπΔ 2014,705). Εξάλλου, το αίτημα επιδίκασης τόκων από το προγενέστερο αυτό χρονικό σημείο της είσπραξης του ποσού από την εναγόμενη ως μείζον εμπεριέχει το έλασσον, ήτοι την επιδίκαση τόκων από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Επιπλέον, μη νόμιμος είναι τόσο ο αγωγικός ισχυρισμός ότι το ανωτέρω ποσό των 45.000 ευρώ ήταν ακατάσχετο και, επομένως, παράνομος κατ’ άρθρο 451 ΑΚ ο συμψηφισμός του, διότι η αποζημίωση οικειοθελούς αποχώρησης δεν συνιστά μισθό, σύνταξη ή ασφαλιστική παροχή κατά την έννοια του άρθρου 982 ΚΠολΔ, που αποτελεί εξαιρετικό και επομένως στενά ερμηνευτέο δίκαιο, ούτε προβλέπεται ως ακατάσχετη παροχή από ειδική διάταξη νόμου, όσο και ο ισχυρισμός ότι ήταν παράνομος ο συμψηφισμός ποσού πλέον του 1/4 από το κατατεθειμένο στον επίμαχο κοινό τραπεζικό λογαριασμό, ήτοι ποσού πλέον του μεριδίου της συζύγου του, διότι η διάταξη του άρθρου 4 του Ν 5638/1932, με την οποία καθιερώνεται αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ’ ίσα μέρη δεν αφορά την περίπτωση κατά την οποία η Τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της που έχει κατά του ενός εκ των περισσότερων καταθετών εις ολόκληρον συνδανειστών της, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη. Επομένως, η αγωγή αυτή, στο βαθμό που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι για το καταψηφιστικό της αίτημα καταβλήθηκε το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς επίσης και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 
Ο ενάγων, ο οποίος εργαζόταν ως τραπεζικός υπάλληλος από το έτος 1985 στην ... Τράπεζα και, εν συνεχεία, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της και τη θέση αυτής σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, στην εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, εντάχθηκε σε πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου και αποχώρησε από την εργασία του την 30.9.2013 λαμβάνοντας από την εναγομένη ως αποζημίωση οικειοθελούς αποχώρησης το ποσό των 60.916,80 ευρώ, από το οποίο παρακρατήθηκε φόρος ύψους 4.092,62 ευρώ. Ακολούθως, την 2.10.2013 ο ενάγων άνοιξε στην εναγομένη νέα τρίμηνη προθεσμιακή κατάθεση με ημερομηνία λήξης την 2.1.2010, στην οποία κατέθεσε μέρος του ποσού αυτού, και δη ποσό ύψους 45.273,70 ευρώ, ορίζοντας συνδικαιούχους αυτής τη σύζυγό του Ε.Π. και τα δύο τους τέκνα, Π. και Ε.Α. Επιπλέον, συμφωνήθηκε ότι τόσο οι τόκοι όσο και το κεφάλαιο της εν λόγω προθεσμιακής κατάθεσης θα πιστώνονταν κατά τη λήξη αυτής στον με αρ. ... μισθοδοτικό λογαριασμό του ενάγοντος, στον οποίο συνδικαιούχοι ήταν τα ίδια ως άνω πρόσωπα, ήτοι η σύζυγος και τα τέκνα του. Ο ενάγων είχε ανοίξει μόνος του τον ως άνω μισθοδοτικό λογαριασμό στην ... Τράπεζα την 14.10.2010, ορίζοντας ως συνδικαιούχους τη σύζυγο και τα δύο του τέκνα, οι οποίοι ουδέποτε υπέγραψαν στην αίτηση ανοίγματος του εν λόγω λογαριασμού, όπως αποδεικνύεται από το σχετικό έγγραφο ανοίγματος λογαριασμού, που προσκομίζεται μετ’ επικλήσεως από αμφότερους τους διαδίκους, από τον δε ενάγοντα με την προσθήκη επί των προτάσεών του, παρελκομένης της εξέτασης του αιτήματος αυτού για επίδειξη του ίδιου έγγραφου, το οποίο προέβαλε με τις προτάσεις που κατέθεσε επί της έδρας. Σημειωτέον ότι ο εν λόγω λογαριασμός έφερε αρχικώς τον αριθμό ..., και εν συνεχεία, μετά τη μετάπτωσή του στο σύστημα της εναγόμενης, τον ανωτέρω αριθμό .... Ωστόσο, το γεγονός ότι το άνοιγμα του εν λόγω λογαριασμού έγινε χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών συνδικαιούχων δεν επηρεάζει το κύρος αυτού και τη δυνατότητα καθενός εκ των συνδικαιούχων να κάνει μερική ή ολική χρήση του λογαριασμού, αναλαμβάνοντας από αυτόν χρήματα χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, καθώς για το άνοιγμα και την κατάθεση χρηματικών ποσών σε κοινό λογαριασμό δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 2.1.2014 και περί ώρα 09.50 π.μ. ο ενάγων επέδωσε στην εναγομένη τη με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωσή του, με την οποία, μεταξύ άλλων, ζητούσε να μην γίνει μετάπτωση του ποσού της προθεσμιακής του κατάθεσης στον προαναφερθέντα με αριθμό ... κοινό λογαριασμό του, αλλά να μεταφερθεί το ποσό αυτό στον έτερο με αριθμό ... προσωπικό λογαριασμό του. Ωστόσο, παρόλο που ο ενάγων μετέβαλε νομίμως, με την ως άνω έγγραφη δήλωσή του, την αρχική εντολή του προς την εναγομένη ως προς τον αριθμό του λογαριασμού στον οποίο επιθυμούσε να μεταφερθούν τα χρήματα της προθεσμιακής του κατάθεσης, η εναγομένη ουδέν έπραξε, αρνούμενη να εκτελέσει την ανωτέρω εντολή. Αντ’ αυτού, με εξώδικη δήλωσή της, την οποία επέδωσε στη σύζυγο του ενάγοντος την αμέσως επόμενη ημέρα, ήτοι την 3.1.2014 και περί ώρα 08:20 π.μ., η εναγομένη προέβη σε συμψηφισμό του ποσού των 45.000 ευρώ, που είχε μεταφερθεί εν τω μεταξύ από την ως άνω προθεσμιακή κατάθεση στον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό του ενάγοντος, με ισόποση ληξιπρόθεσμη απαίτηση που διατηρούσε εναντίον της συζύγου του από τη με αρ. .../16.7.2009 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό που είχε συνάψει με την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «... ΟΕ», στην οποία η σύζυγός του ήταν ομόρρυθμο μέλος, με αποτέλεσμα να ευθύνεται ως πρωτοφειλέτρια, αλλά και ως εγγυήτρια της εν λόγω οφειλής, καθώς είχε υπογράψει με την ιδιότητα αυτή την εν λόγω σύμβαση.
Από τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η εναγομένη ενήργησε όλως αντισυμβατικά, ήτοι παρά τη ρητή από 2.2.2014 εντολή που είχε λάβει από τον ενάγοντα για τη μεταφορά του ποσού της προθεσμιακής κατάθεσης στον με αριθμό ... λογαριασμό του, με αποτέλεσμα να καθίσταται άκυρη η μεταγενέστερη δήλωση συμψηφισμού, στην οποία προέβη, και επομένως να υποχρεούται να επιστρέφει το σύνολο του ποσού αυτού στον ενάγοντα. Εξάλλου, ακόμα κι αν ήθελε θεωρηθεί αληθής ο μη αποδειχθείς ισχυρισμός της εναγομένης ότι κατά τον χρόνο που έλαβε την ως άνω δεύτερη εντολή του ενάγοντα, ήτοι περί ώρα 09.50 π.μ. της 2.1.2014, το ποσό των 45.000 ευρώ είχε ήδη πιστωθεί στον με αρ. ... κοινό λογαριασμό του, σύμφωνα με την αρχική εντολή του, διότι ο προθεσμιακός λογαριασμός έληγε την ίδια ακριβώς ημέρα (2.1.2014), η ίδια όφειλε να μεταφέρει αυθημερόν το ποσό αυτό από τον εν λόγω με αρ. ... κοινό λογαριασμό στον με αρ. ... λογαριασμό του, σύμφωνα με τη μεταγενέστερη ρητώς εκφρασθείσα βούληση του ενάγοντος. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι αν η μεταφορά του ποσού αυτού από τον έναν λογαριασμό στον άλλον ήταν αδύνατο να ολοκληρωθεί αυθημερόν, ήτοι την 2.1.2014 η δήλωση συμψηφισμού, στην οποία προέβη η εναγομένη την αμέσως επόμενη ημέρα, και δη περί ώρα 08:20 π.μ., είναι άκυρη ως αντίθετη προς τα συναλλακτικά ήθη και μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, υπερβαίνουσα τα όρια του 281 ΑΚ και τις αρχές που απορρέουν από αυτό. Τούτο διότι, κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η ως άνω δήλωση συμψηφισμού, η εναγομένη γνώριζε τη βούληση του ενάγοντος για τη μεταφορά των χρημάτων του στον ως άνω ατομικό λογαριασμό του, ότι τα χρήματα αυτά ήταν προσωπικά του, προερχόμενα μάλιστα από την αποζημίωση που έλαβε λόγω της συμμετοχής του στο δικό της πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, και ότι ο ίδιος δεν είχε καμία συμμετοχή στο χρέος της προαναφερθείσας ομόρρυθμης εταιρίας, για τη μερική εξόφληση του οποίου έγινε ο εν λόγω συμψηφισμός. Σημειωτέον δε ότι η εναγομένη αρνήθηκε να επιτρέψει στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό, παρόλο που ο τελευταίος της δήλωσε ρητά ότι προτίθετο να της το εκχωρήσει σε μερική εξόφληση των δικών του προσωπικών δανειακών υποχρεώσεων έναντι αυτής (βλ. την από 2.1.2014 εξώδικη δήλωση του ενάγοντος προς την εναγομένη).
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριάντα τριών χιλιάδων επτακοσίων πενήντα (33.750) ευρώ, εφόσον αυτό μόνο αξιώνει με την κρινόμενη αγωγή του, και δη με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ήτοι από την 19.2.2015 και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επιπλέον, το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό, και δη για το ποσό των 15.000 ευρώ, διότι κρίνεται ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, ενόψει του γεγονός ότι τα χρήματα αυτά αποτελούν αποζημίωση που ο ίδιος έλαβε λόγω της εθελούσιας εξόδου του από την εργασία του και είναι απαραίτητα για το βιοπορισμό του έως τη συνταξιοδότησή του (άρθρο 908 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τέλος, η εναγομένη πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία κατανέμονται μεταξύ των διαδίκων ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας κάθε μέρους (άρθρα 178 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. [...]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...