Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Ασφαλιστικές εισφορές, υπερχρεωμένα φυσ. πρόσωπα, μικρέμπορος, περιεχόμενο αίτησης.

Περίληψη. Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Αίτηση που κατατέθηκε μετά την ισχύ των Ν.4336/15 και Ν.4346/15. Πεδίο εφαρμογής. Στη ρύθμιση του Ν. 3869/10 υπάγονται οι οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία η ένταξη των οποίων κινείται εντός συνταγματικών πλαισίων. Απορρίπτει ένσταση αντισυνταγματικότητας. Στο νόμο υπάγονται και οι μικροέμποροι. Δεν συντρέχει δολιότητα του δανειολήπτη εφόσον τα δάνεια αναλώθηκαν για ιατρικούς λόγους. Απορρίπτει προβληθείσες ενστάσεις. Ρυθμίζει τα χρέη των αιτούντων ορίζοντας μηνιαίες καταβολές για χρονικό διάστημα 36 μηνών. Δέχεται το αίτημα του εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του αιτούντος από την εκποίηση.

Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης ως προς τις καταβολές του αρθ. 9 προκειμένου ο αιτών να προσκομίσει σχέδιο διευθέτησης οφειλών που θα περιλαμβάνει την μέγιστη δυνατότητα αποπληρωμής και ο επιμελέστερος των διαδίκων να προσκομίσει εκτίμηση η οποία θα αποτιμά την τρέχουσα εμπορική αξία της κύριας κατοικίας και την μνεία του εκτιμώμενου ποσοστού απομείωσης αυτής λόγω της αναγκαστικής εκτέλεσης και των εξόδων του πλειστηριασμού.
  
Ειρηνοδικείο Θεσ/ κης  3394/ 2016

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Ειρηνοδίκη Νικόλαο Μάνο.

Με την υπό κρίση αίτηση, οι αιτούντες επικαλούμενοι ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τις καθ’ ων η αίτηση πιστώτριες που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητούν τη διευθέτησή τους από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει μερική απαλλαγή τους από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους έναντι των προαναφερόμενων πιστωτών, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλουν αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή τους κατάσταση, όπως την εκθέτουν στην αίτησή τους, καθώς και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η αναφερόμενη στην αίτηση κύρια κατοικία του πρώτου αιτούντος. Μ’ αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αίτηση, παραδεκτά και αρμόδια εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 Ν.3869/2010). Για το παραδεκτό της έχει προσκομισθεί νομίμως και εμπροθέσμως η υπεύθυνη δήλωση των αιτούντων για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων α) της περιουσίας τους και των εισοδημάτων τους β) των πιστωτών και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα καθώς και της μη υπάρξεως μεταβιβάσεων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων τους κατά την τελευταία τριετία. Μετά δε την παραλαβή και πρωτοκόλληση της αίτησης από τη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και αφού διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχουν τυπικές ελλείψεις, ανοίχτηκε φάκελος για την τήρηση των εγγράφων και ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας καθώς και δικάσιμος για τη συζήτηση της επικύρωσης του προδικαστικού συμβιβασμού, ο οποίος απέτυχε καθώς χορηγήθηκε η από 21.6.2016 προσωρινή διαταγή (βλ. σχετ. έγγραφα). Περαιτέρω, από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη σχετική αίτηση των αιτούντων, ούτε έχει εκδοθεί προγενεστέρως απόφαση για τη διευθέτηση των οφειλών τους με απαλλαγή τους από υπόλοιπα χρεών στο παρόν Δικαστήριο ή σε άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, πλην της υπ’ αριθ. 1232/ 25.1.2016 αίτησης η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 6.12.2016 και από την οποία οι αιτούντες δήλωσαν ότι παραιτούνται με το υπό κρίση δικόγραφο (βλ. σχετικά έγγραφα). Η αίτηση, στην οποία περιλαμβάνονται και τα στοιχεία του άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 3869/2010, είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8, 9 και 11 του Ν. 3869/2010 όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν.4336/2015 (ΦΕΚ A 94/14.8.2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν.4336/2015 (ΦΕΚ A 94/14.8.2015) τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του) και με το αρθρ. 14 του Ν.4346/2015, που τροποποίησε τις προϋποθέσεις για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας των οφειλετών, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 μέχρι και 31.12.2018. Το αίτημα, όμως, αυτής να επικυρωθεί το σχέδιο διευθετήσεως, κατ’ άρθρο 7 του Ν.3869/2010, είναι μη νόμιμο, αφού η επικύρωση του σχεδίου αυτού από τους διαδίκους, κατά το ίδιο ως άνω άρθρο (7 του Ν.3869/2010), δεν αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αλλά νόμιμη συνέπεια της ελεύθερης συμφωνίας αυτών, στην περίπτωση που κανένας πιστωτής δεν προβάλλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθετήσεως οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, οπότε ο Ειρηνοδίκης, αφού διαπιστώσει την, κατά τα ανωτέρω, επίτευξη συμβιβασμού, με απόφασή του, επικυρώνει το σχέδιο ή το τροποποιημένο σχέδιο, το οποίο, από την επικύρωσή του, αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Το Δικαστήριο, στο δικονομικό στάδιο από την κατάθεση της αιτήσεως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την συζήτηση, δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει σε συμβιβασμό τους διαδίκους ή τους πιστωτές τους και, συνεπώς, το εν λόγω αίτημα δεν έχει νόμιμη βάση και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, το αίτημα αυτής να αναγνωρισθεί ότι, με την τήρηση και την προσήκουσα εκτέλεση της δικαστικής ρυθμίσεως των χρεών τους, οι αιτούντες απαλλάσσονται από το υπόλοιπο αυτών, ασκείται πρόωρα και χωρίς να πληρούνται οι προς τούτο προϋποθέσεις, για το λόγο, δε, αυτό θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, το αίτημα απαλλαγής από κάθε υπόλοιπο οφειλής αποτελεί αντικείμενο μεταγενέστερης αιτήσεως του οφειλέτη-αιτούντος, η οποία υποβάλλεται στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση από αυτόν όλων των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του άρθ. 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010. Η αίτηση για απαλλαγή από τα υπόλοιπα χρεών κοινοποιείται στους πιστωτές (αρθρ. 11 παρ. 1 του Ν.3869/2010) και επ’ αυτής το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση, με την οποία πιστοποιεί την απαλλαγή του οφειλέτη από το υπόλοιπο των οφειλών. Άλλωστε, στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθ. 69 ΚΠολΔ, ώστε να θεωρηθεί ότι η πρόωρη δικαστική προστασία ζητείται επιτρεπτά (ΕιρΚορινθ 258/2016, Ειρ. Ρόδου 19/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Απορριπτέο επίσης ως νόμω αβάσιμο κρίνεται και το αίτημα να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του πρώτου αιτούντος χωρίς τον ορισμό μηνιαίων δόσεων αφού τέτοια δυνατότητα δεν παρέχεται στο νόμο (βλ. αρθρ. 14 παρ. 11 του Ν. 4346/2015 σχετικά με το νέο άρθρο 9). Νόμω αβάσιμο κρίνεται και το αίτημα να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων καθώς στη διαδικασία του Ν. 3869/2010, δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται (αρθρ. 8 παρ. 6 εδ β του Ν.3869/2010). Κατά τα λοιπά πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα μετά και την καταβολή των νομίμων τελών της συζήτησης. Σημειώνεται ότι η κατάθεση κοινής αίτησης των οφειλετών για υπαγωγή τους στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 είναι δυνατή καθώς δεν ανατρέπεται η αυτοτέλεια κάθε έννομης σχέσης της δίκης και δε θίγεται ο προσωποπαγής χαρακτήρας του δικαιώματος κάθε οφειλέτη, αφού στην απόφαση θα περιέχονται δύο ατομικές ρυθμίσεις, με καταβολές από τον καθένα χωριστά. Άλλωστε σε περίπτωση που οι αιτούντες είχαν υποβάλλει αυτοτελή αίτηση ο καθένας, το Δικαστήριο θα προχωρούσε σε συνεκδίκαση των αιτήσεων αυτών (βλ. ΕιρΠατρ 127/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑλεξ 291/2013 αδημ).

Απαραίτητα κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ στοιχεία για το ορισμένο της αίτησης του οφειλέτη που ζητά την υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, είναι όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρ. 4 του Ν.3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με τις προαναφερόμενες διατάξεις ότι η αίτηση περιέχει: α) την περιουσιακή κατάσταση του ιδίου και του συζύγου και τα πάσης φύσεως εισοδήματά τους, β) τους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, αναλυόμενες σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 4 και 4α του άρθρου 2 του νόμου, γ) τυχόν μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί ακινήτων, στις οποίες ο οφειλέτης προέβη την τελευταία τριετία πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, δ) τυχόν αίτημα για διαγραφή των χρεών του κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 του νόμου ή σχέδιο για την διευθέτηση των οφειλών του, που λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τα συμφέροντα των πιστωτών, την περιουσία, τα εισοδήματα και τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και της οικογενείας του και την προστασία της κύρια κατοικίας του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του νόμου. Όλα τα υπόλοιπα στοιχεία μπορούν παραδεκτά να συμπληρωθούν μεταγενέστερα από τις αποδείξεις στα πλαίσια του ανακριτικού συστήματος είτε από τους διαδίκους είτε αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 8 της κοινοτικής οδηγίας 2008/48 τα πιστωτικά ιδρύματα κατά τη χορήγηση των πιστώσεων έχουν υποχρέωση εκτίμησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή. Συγκεκριμένα στο άρθρο 8 της ανωτέρω οδηγίας ορίζεται ότι «τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας εκτιμά την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή, βάσει επαρκών στοιχείων που λαμβάνονται κατά περίπτωση από τον καταναλωτή και, εν ανάγκη, κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων. Τα κράτη μέλη η νομοθεσία των οποίων απαιτεί από τους πιστωτικούς φορείς να αξιολογούν την πιστοληπτική ικανότητα των καταναλωτών, κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων, μπορούν να διατηρήσουν την απαίτηση αυτή». Η ανωτέρω οδηγία δεν ισχύει για τις συμβάσεις πίστωσης που έχουν υπογραφεί και ισχύουν πριν την έναρξη ισχύος της, πλην όμως κινείται στη δικαιοπολιτική κατεύθυνση την οποία αποτυπώνει το σύνολο των προστατευτικών για τους καταναλωτές διατάξεων που ισχύουν στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου
Περαιτέρω με την ανάληψη μίας δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι εκ των πραγμάτων επισφαλής δε συντρέχει δολιότητα από μόνο αυτό το γεγονός, προκειμένου δε να γίνει δεκτή η ανωτέρω ένσταση από ουσιαστική πλευρά θα πρέπει η καθ’ ης, που ενιστάμενη φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης κατ’ αντιστροφή αυτού, να αποδείξει ότι ο αιτών του Ν.3869/2010 εξαπάτησε τους υπαλλήλους του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους, δεδομένης της εν λόγω δυνατότητας τους μέσω του συστήματος μηχανοργάνωσης που διαθέτουν (βλ. σχετικά Αθ. Κρητικού Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων έκδοση 2012 σελ.57 και ενδεικτικά ΕιρΚαλυμν 1/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΛαρ 78/2013, ΕιρΚουφαλίων 1/2012, ΕιρΝ.Ιωνίας 4/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. Η απαγόρευση άσκησης του δικαιώματος, που ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ, με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα, το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές (βλ. ΟλΑΠ 5/2011 ΝοΒ 2011.1867, ΟλΑΠ 8/2001 ΕλλΔνη 2001.382).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 «Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή». Σύμφωνα με το σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου. Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρο 2 § 3 του ΠτΚ). Από τη ρύθμιση του νόμου αποκλείονται τα φυσικά πρόσωπα που έχουν πτωχευτική ικανότητα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 § 1 του ΠτΚ (Ν 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι επομένως για τους οποίους μάλιστα βάσει του άρθρου 8 § 2 του Διατάγματος περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνεται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του νόμου. Γι αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ΠτΚ και όχι αυτές του Ν 3869/2010. Επομένως, κρίσιμο διάστημα για την εφαρμογή ή μη του νόμου, αποτελεί η ιδιότητα του αιτούντος οφειλέτη ως εμπόρου ή μη, βασικά, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως. (Αθ. Kρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων Ν.3869/2010, σελ. 39 και ΕιρΑθ 198/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στο νόμο υπάγονται και οι «μικροέμποροι», για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας (ΑΠ 945/1995 ΕΕμπΔ 1996.62) όπως είναι π.χ. η μοδίστρα, ο υπαίθριος μικροπωλητής σε πάγκους, αγορές και πανηγύρια, ο γυρολόγος, ο πλανόδιος λαχειοπώλης κ.λπ., καθώς αυτοί είναι βιοπαλαιστές έτοιμοι να τραπούν εις άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα και επομένως δεν έχουν κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ πτωχευτική ικανότητα (ΑΠ 947/1995 ΕΕμπΔ 1996.62, ΑΠ 463/1991 ΕλλΔνη 1991.1216, ΕφΑθ 11433/1995 ΔΕΕ 1996.490, ΕφΑθ 11982/1989 ΑρχΝ 1991.341, ΕιρΑθ 5074/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΓνωμΟλΝΣΚ 90/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΧαν 101/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Παναγιώτης Κατσιρούμπας, Πρόεδρος Εφετών, Εισήγηση στην Εθνική σχολή Δικαστών - Θεσσαλονίκη 8 και 9-12-2010, σελ. 3, Αθανάσιος Κρητικός, ο.π., σελ. 47, Βενιέρης - Κατσάς, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, σελ. 39 και 54, Λιβαδά Χρ., Νεότερες αντιλήψεις για την εμπορική ιδιότητα στο παράδειγμα του Ν. 3869/2010, ΧρηΔ 2011.204, Περάκης, Γενικό μέρος του εμπορικού δικαίου, 1999, σελ. 253, βλ. σε γερμανική νομολογία BGH WM 2011, σελ. 946, που έκρινε ότι ο ετήσιος τζίρος ύψους 840 € δεν αρκεί για να προσδώσει την εμπορική ιδιότητα σε κάποιο πρόσωπο).

Τέλος, με τις διατάξεις του Ν.4336/2016 που τροποποίησαν αυτές του Ν.3869/2010 ως ίσχυε, δίδεται πλέον η δυνατότητα στους οφειλέτες να υπαγάγουν, μεταξύ άλλων, και τις οφειλές τους προς τα ασφαλιστικά ταμεία με την προϋπόθεση ότι οι οφειλές αυτές, όπως και οι υπόλοιπες: α) δεν έχουν αναληφθεί ή βεβαιωθεί το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρ. 4, β) δεν δημιουργήθηκαν από αδίκημα που τελέσθηκε από τον οφειλέτη με δόλο ή βαρεία αμέλεια, γ) δεν συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές και δ) δεν αφορούν στην υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανηλίκου τέκνου (βλ. αρθρ. 1 του Ν.3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4336/2015). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 του AΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμού και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό αποδόσεως στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Με τη διάταξη του άρθρου 33 του Ν. 3346/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 3904/2010 «εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις», που ισχύει κατά το άρθρο 38 αυτού από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 23.12.2010 (ΦΕΚ τ.Α’ 218) ορίζεται ότι «Ι. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. 2. Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται να υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ» (βλ. ΑΠ 1303/ 2015, ΑΠ 177/ 2015). Ωστόσο, με βάση το αρθρ. 30 του Ν. 4321/ 2015 εισήχθη εξαίρεση ως προς το χαρακτηρισμό του ποινικού αδικήματος για συγκεκριμένες περιπτώσεις χρεών, όπως αυτά με αφορμή ατομικές ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων στον ΟΑΕΕ και στο ΕΤΑΑ. Κατά συνέπεια οι μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών ως προς τους ανωτέρω οργανισμούς δεν θεωρείται πλέον ποινικό αδίκημα
Περαιτέρω, θεμελιώδες θεσμικό χαρακτηριστικό του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα μας είναι ότι το ασφαλιστικό κεφάλαιο, από το οποίο χρηματοδοτούνται οι ασφαλιστικές παροχές, σχηματίζεται προεχόντως από τις εισφορές των μελών της οικείας ασφαλιστικής κοινότητας, δηλαδή των ασφαλισμένων. Ο κοινωνικός χαρακτήρας του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης έγκειται στο ότι, σε αντίθεση με την ιδιωτική ασφάλιση όπου το ύψος των ασφαλίστρων καθορίζεται ανάλογα με την εκτίμηση του κινδύνου, το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών καθορίζεται ανάλογα με τις αποδοχές των ασφαλισμένων, συνδέεται δηλαδή με την πραγματική εισφοροδοτική ικανότητά τους. Εξάλλου, ο υποχρεωτικός και εκ του νόμου χαρακτήρας της κοινωνικής ασφάλισης συνεπάγεται ότι τα ασφάλιστρα συνιστούν μία αμιγώς δημοσίου δικαίου επιβάρυνση. Οι ασφαλιστικές εισφορές δεν αποτελούν μεν φόρους κατά την έννοια του άρθρου 78 παρ. 1 Συντ., αποτελούν ωστόσο δημόσια βάρη κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 5 Συντ., τα οποία επιβάλλονται καταρχήν σε όλους τους ασφαλισμένους ανάλογα με τις δυνάμεις τους, δηλαδή τις αποδοχές τους (βλ. Π. Παπαρρηγοπούλου-Πεχλιβανίδη, Δίκαιο Κοινωνικής Ασφάλισης, 2013, σ. 187). Η υποχρέωση καταβολής εισφορών επιβάλλεται ως εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης κατά το άρθρο 25 παρ. 4 Συντ., και τούτο με δύο έννοιες. Καταρχάς, με την έννοια της αναδιανομής εισοδήματος, δεδομένου ότι, ενώ οι παροχές είναι καταρχήν ίδιες για όλα τα μέλη της οικείας ασφαλιστικής κοινότητας, το ασφαλιστικό κεφάλαιο από το οποίο οι παροχές χρηματοδοτούνται σχηματίζεται από διαφορετικού ύψους εισφορές, ανάλογα με τις αποδοχές του κάθε ασφαλισμένου. Και, περαιτέρω, με την έννοια της διαγενεακής αλληλεγγύης, στο βαθμό που εφαρμόζεται το διανεμητικό αντί του κεφαλαιοποιητικού συστήματος χρηματοδότησης, δηλαδή οι εισφορές που καταβάλλουν οι οικονομικά ενεργοί ασφαλισμένοι χρηματοδοτούν τις παροχές προς τους συνταξιούχους της προηγούμενης γενιάς (βλ. και Άγγ. Στέργιου, Δίκαιο Κοινωνικής Ασφάλισης, 2013, σ. 41 επ.). Οι ασφαλιστικές εισφορές των μισθωτών επιμερίζονται μεταξύ των ίδιων και των εργοδοτών τους. Αντιθέτως, οι αυτοαπασχολούμενοι βαρύνονται με το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών τους. Και στη μία περίπτωση και στην άλλη, οι εισφορές καθορίζονται με νόμο ή βάσει νόμου ως ποσοστό επί των αποδοχών των ασφαλισμένων. Ενώ όμως οι εισφορές που καταβάλλουν οι μισθωτοί υπολογίζονται επί των πραγματικών αποδοχών τους, οι εισφορές που καταβάλλουν οι αυτοαπασχολούμενοι υπολογίζονται επί τεκμαρτών αποδοχών, χρησιμοποιείται δηλαδή μια πλασματική βάση υπολογισμού (βλ. Στεργίου Α, Αυτοαπασχολούμενος και μισθωτός στην κοινωνική ασφάλιση, 2005, σ. 64 επ.). Στην περίπτωση των αυτοαπασχολούμενων οι ασφαλιστικές εισφορές παραμένουν καταρχήν αμετάβλητες και ανεξάρτητες προς οποιεσδήποτε μεταβολές στις αποδοχές τους. Έτσι όμως δεν διασφαλίζεται η αναλογικότητα μεταξύ αποδοχών και εισφορών, με αποτέλεσμα να αυξάνει η πιθανότητα, οι επιβαλλόμενες εισφορές να μην ανταποκρίνονται στην πραγματική εισφοροδοτική ικανότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή να μην τηρείται η απαίτηση του άρθρου 4 παρ. 5 Συντ. για συνεισφορά του καθενός στα κοινωνικοασφαλιστικά βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις του. Ακριβώς προκειμένου να διασφαλιστεί η απαίτηση αυτή, σε συνδυασμό με την εγγύηση της ισότιμης και καθολικής πρόσβασης στην κοινωνική ασφάλιση που απορρέει από το κοινωνικό δικαίωμα του άρθρου 22 παρ. 5 Συντ., έχει προβλεφθεί ένα σύστημα κανονιστικής αναπροσαρμογής των ποσών των ασφαλιστικών κατηγοριών, δηλαδή των τεκμαρτών μέσων αποδοχών των αυτοαπασχολούμενων επί των οποίων υπολογίζονται οι εισφορές. Η επιβολή σε βάρος των ασφαλισμένων του ΟΑΕΕ δυσανάλογα υψηλών, σε σχέση με τις πραγματικές αποδοχές τους ασφαλιστικών εισφορών συνεπάγεται ότι αυτοί δεν συνεισφέρουν στα δημόσια ασφαλιστικά βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους, όπως απαιτεί το άρθρο 4 παρ. 5 Συντ., και ούτε προστατεύονται ως ισότιμοι φορείς του κοινωνικού δικαιώματος του άρθρου 22 παρ. 5 Συντ (βλ. την από 12.2.2014 γνωμοδότηση του Α. Μανιτάκη, https:// lawwyaltywordpress.com/2014/02/16). Στα πλαίσια αυτά σε ότι αφορά τα χρέη επαγγελματιών προς το Δημόσιο και Φ.Κ.Α., οι οποίοι ταυτόχρονα οφείλουν σε χρηματοδοτικούς φορείς, εκτός της μεταρρύθμισης του Ν. 3869/2010 με το Ν. 4336/2016, υπήρξε κρατική παρέμβαση με ειδικό νόμο (άρθρο 10 του Ν.4374/2016 ΦΕΚ Α 50/1.4.2016), που περιλαμβάνει στο άρθρο 8 τις επερχόμενες στον Κώδικα φορολογίας εισοδήματος μεταβολές, παρατάθηκε η προθεσμία του άρθρου 60 παρ. 2 εδ. γ` του Ν. 4307/2014, με τον οποίο θεσπίζονται έκτακτα προσωρινά μέτρα για την ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους, ειδικότερα οφειλών βιώσιμων μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ), καθώς και έκτακτες διαδικασίες για την εξυγίανση ή εκκαθάριση εν λειτουργία υπερχρεωμένων αλλά βιώσιμων επιχειρήσεων. Μετά την εφαρμογή του Ν.4307/2014, τροποποιήθηκε ο Ν. 3869/2010, με το Ν. 4336/2015 και δόθηκε η δυνατότητα υπαγωγής στη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων προσώπων και των οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Με την αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, δίδεται η δυνατότητα στον οφειλέτη σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, που επιτάσσει τον οικονομικό και κοινωνικό απεγκλωβισμό να επανενταχθεί στην κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα με γνώμονα το γενικό συμφέρον, ρυθμίζοντας τα χρέη του (βλ. σχετ. ΑΠ 1006/ 1999, ΕλλΔνη 40,1718, ΑΠ 392/1997, ΕλλΔνη 38, 1842, Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις, εκδ. 2010, Εισαγωγικές Παρατηρήσεις και ΕιρΑθ 161/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με την ένταξη στο νόμο και των οφειλών σε ασφαλιστικά ταμεία κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, διασφαλίζεται η αναλογικότητα μεταξύ της πραγματικής εισοδηματικής κατάστασης του οφειλέτη (όπως θα κριθεί από το Δικαστήριο) και των εισφορών, με αποτέλεσμα οι επιβαλλόμενες μετά τη ρύθμιση του Δικαστηρίου εισφορές να ανταποκρίνονται στην πραγματική εισφοροδοτική ικανότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή να τηρείται η απαίτηση του άρθρου 4 § 5 Συντ. για συνεισφορά του καθενός στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις του. Κατά συνέπεια, είναι εν προκειμένω κοινωνικά και οικονομικά απόλυτα δικαιολογημένη και συνταγματικά επιβεβλημένη (άρθρα 22 § 5 και 4 § 5 Συντ.) και επί πλέον επιτακτική λόγω των εξαιρετικών συνθηκών της κρίσης η ένταξη στις διατάξεις του Ν. 3869/ 2010 και των εν λόγω οφειλών, αφού εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Εξάλλου κατ’ άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό και με το γενικό αξίωμα του δικαίου ότι «κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα», προκύπτει ότι πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας είναι να σέβεται και να προστατεύει την αξία του ανθρώπου, να θέτει ως όριο της πολιτειακής πράξης, όπως είναι και η δικαστική απόφαση, την διατήρηση εκείνων των συνθηκών διαβιώσεως του πολίτη που θα του επιτρέπουν να ζει με αξιοπρέπεια, ενώ εάν το Δικαστήριο στερήσει αυτή τη δυνατότητα στους αιτούντες τότε προκρίνει έναντι της αξίας του ανθρώπου, την ικανοποίηση περιουσιακών και οικονομικών δικαιωμάτων, σε αντίθεση με την ως άνω θεμελιώδη συνταγματική διάταξη που πρέπει να διαπνέει το δίκαιο και την ερμηνεία του (βλ. και ΑΠ 288/2000, ΔΕ 2000, 743, ΕιρΚαβ 161/2012 και 388/2012, και ΕιρΘες 8021/2011, TNΠ ΝΟΜΟΣ). Τυχόν μελλοντικά προβλήματα που μπορεί να προκύψουν από την ένταξη των εν λόγω οφειλών στο Ν. 3869/2010, ήτοι πιθανή ρύθμιση σε βάθος χρόνου και με πολλές δόσεις που στερεί από τον οφειλέτη ασφαλιστικό χρόνο, δημιουργώντας κίνδυνο για το ύψος της συνταξιοδότησής του, επαφίενται στο νομοθέτη προς επίλυση. Άλλωστε, ο τρόπος υπολογισμού των συντάξεων των ασφαλισμένων και ο καθορισμός των αποδοχών που λαμβάνονται κάθε φορά υπόψη για τον υπολογισμό αυτό επαφίενται στην κρίση του τελευταίου. Κατά τη ρύθμιση όμως των θεμάτων αυτών από το νομοθέτη οι ασφαλιστικές παροχές δεν απαιτείται να τελούν σε σχέση ευθείας ανταποδοτικότητας προς τις καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές, καθόσον η αρχή της ανταποδοτικότητας μεταξύ ασφαλιστικών εισφορών και παροχών δεν είναι συνταγματικώς κατοχυρωμένη. Περαιτέρω δεν αποτελεί συνταγματικώς κατοχυρωμένο κανόνα η αναλογία ασφαλιστικών εισφορών και ασφαλιστικών παροχών (βλ. ΟλΣτΕ 3487/ 2008). 
Τόσο με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους που καταχωρήθηκε στα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά όσο και με τις προτάσεις τους οι μετέχοντες στη δίκη πιστωτές αρνήθηκαν την αίτηση ισχυριζόμενοι ότι: το υπό κρίση δικόγραφο πάσχει από αοριστία, ισχυρισμός όμως που κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος αφού η αίτηση περιέχει όλα τα απαραίτητα κατ’ αρθρ. 216 ΚΠολΔ για το ορισμένο του στοιχεία, τυχόν δε ελλείψεις παραδεκτά συμπληρώνονται από τις αποδείξεις και τους λοιπούς ισχυρισμούς των διαδίκων στα πλαίσια της εκουσίας δικαιοδοσίας. Σημειώνεται ότι παρόλο που ο πρώτος αιτών δεν διαμόρφωσε στην αίτησή του σχέδιο αποπληρωμής διάρκειας μέχρι 20 ή 35 ετών για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του με υποθετική αναγκαστική εκτέλεση και διανομή του ποσού που θα προκύψει στους πιστωτές, δεν οδηγεί σε αοριστία του δικογράφου, καθώς ο τελευταίος, αιτήθηκε τον ορισμό μηδενικών δόσεων για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του, αίτημα που ήδη κρίθηκε απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο. Επιπλέον τον ισχυρισμό της δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής για το λόγο ότι κατέφυγαν σε αλόγιστο δανεισμό, κάνοντας εσφαλμένες εκτιμήσεις των οικονομικών δυνατοτήτων τους πολύ παραπάνω από την κρίση του μέσου και σώφρονος καταναλωτή. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση της που ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.3869/2010 και θα εξετασθεί εν συνεχεία από ουσιαστική άποψη. Εξάλλου ισχυρίστηκαν ότι οι αιτούντες ασκούν καταχρηστικά την αίτησή τους, αφού οι τελευταίοι με την συμπεριφορά τους δημιούργησαν τα οικονομικά τους προβλήματα χωρίς περίσκεψη και πέραν των δυνατοτήτων τους γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορέσουν να αποπληρώσουν τα χρέη τους. Ο ισχυρισμός αυτός κατά το μέρος που στρέφεται κατά της άσκησης της ένδικης αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθώς δεν μπορεί να προβληθεί κατά άσκησης δικαιώματος δικονομικού δικαίου, κατά το μέρος όμως που στρέφεται κατά του περιεχομένου της αίτησης αποτελεί ένσταση, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία της. Επιπλέον τον ισχυρισμό της μη συνδρομής στο πρόσωπο του πρώτου αιτούντος των προϋποθέσεων του Ν.3869/2010, καθότι κατά το χρόνο παύσης των πληρωμών του έφερε την εμπορική ιδιότητα. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, ερειδόμενος στη διάταξη του αρθρ. 1 του Ν.3869/2010 και θα ερευνηθεί από ουσιαστική άποψη στο οικείο μέρος. Τέλος, ο τρίτος εκ των καθ’ ων προέβαλε τον ισχυρισμό της αντισυνταγματικότητας του νόμου όσο αφορά την υπαγωγή σ’ αυτόν των οφειλών από ασφαλιστικά ταμεία, καθώς οι ασφαλιστικές εισφορές παράγουν κοινωνικό δικαίωμα ασφαλιστικών παροχών με γνώμονα την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την εξυπηρέτηση της αναλογιστικής βάσης και δεν είναι δυνατό να ρυθμιστούν. Ο ισχυρισμός όμως αυτός κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος.

Από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων μεταξύ των οποίων η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάσθηκε νόμιμα και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά, καθώς και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι τα οποία λαμβάνονται υπόψη για συναγωγή αποδείξεων και δικαστικών τεκμηρίων από τα οποία κανένα δεν παραλείπεται για την ουσιαστική διάγνωση της υπό κρίση υπόθεσης αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο πρώτος αιτών 62 ετών, είναι παντρεμένος με τη δεύτερη αιτούσα, ηλικίας 55 ετών και δεν έχουν αποκτήσει παιδιά. Από τον πρώτο γάμο της δεύτερης αιτούσας έχουν ένα τέκνο τον.., ηλικίας 34 ετών, ο οποίος δεν κατοικεί μαζί τους. Ο πρώτος αιτών είναι άνεργος (βλ. βεβαιώσεις ΟΑΕΔ) και η δεύτερη αιτούσα εργάζεται ως νηπιαγωγός στο … νηπιαγωγείο Συκεών, με μηνιαίες αποδοχές ύψους 1120,00 ευρώ (βλ. σχετικά έγγραφα). Το εισόδημα αυτό αποτελεί και το μόνο της οικογένειας. Όσο αφορά στον πρώτο αιτούντα από το έτος 1980 έως το έτος 2000 εργαζόταν ως επιτηδευματίας (γραφιστική - μεταξοτυπίες). Το έτος 2000 προέβη σε παύση εργασιών όπως προκύπτει από την με αριθ. 475/4.12.2000 δήλωση προς την Ε΄ ΔΟΥ Θεσσαλονίκης. Εν συνεχεία το 2003 άνοιξε βιβλιοπωλείο το οποίο διατήρησε επί δεκαετία έως το έτος 2013 οπότε προέβη σε παύση των εργασιών όπως αποδεικνύεται από την από 29.7.2013 βεβαίωση της Ε΄ΔΟΥ Θεσσαλονίκης. Όσο αφορά στη δραστηριότητά του αυτή, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι το καθαρό κέρδος του από την επιχείρηση δεν ήταν σημαντικό και προέκυπτε από τη σωματική του καταπόνηση, ενώ δεν απασχολούσε προσωπικό (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρα απόδειξης). Έτσι, ενδεικτικά το έτος 2004 η επιχείρηση εμφάνισε ζημία 24.702,78 ευρώ, το 2005 ζημία 14.260,18 ευρώ, το 2006 ζημία προηγούμενων ετών 29.618,00 ευρώ, το 2007 τα καθαρά κέρδη του ανήλθαν σε 4.518,01 ευρώ, το 2008 σε 4.153,53 ευρώ και το 2009 σε 753,12 ευρώ. Έτσι παρά το γεγονός ότι διατηρούσε επιχείρηση, μπορεί κατ’ αρχήν να υπαχθεί στις διατάξεις του Ν.3869/2010 καθώς στη διαδικασία αυτή υπάγονται και οι μικρέμποροι, οι έμποροι δηλαδή, οι οποίοι διεξάγουν μικρού βεληνεκούς και χαμηλού τζίρου εμπορική δραστηριότητα, παρά το γεγονός ότι διενεργούν καταρχήν, εν γένει εμπορικές πράξεις, αφού διενεργούν μεν κατά σύνηθες επάγγελμα κάποιες από τις πράξεις του ΒΔ του 1835 αλλά όχι με τέτοια ένταση και συχνότητα και κυρίως χωρίς ριψοκίνδυνη επενδυτική και κερδοσκοπική διαμεσολάβηση. Οι χαρακτηρισθέντες ως μικρέμποροι δεν έχουν εμπορική ιδιότητα ή εν πάση περιπτώσει δεν υφίστανται τις αρνητικές συνέπειες της εμπορικής ιδιότητας ως ασκούντες μικρεμπορία (βλ. σχετικά ΕφΑθ 11433/1995 ΔΕΕ 1996, σελ. 490, ΓνωμΟλΝΣΚ 90/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Περράκης Ευ., γενικό μέρος εμπορικού δικαίου, 1999, σελ. 253 κλπ) και κατά συνέπεια το κρίσιμο είναι πως μπορούν να υπαχθούν και αυτοί στο νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, αφού φυσικά επικαλεστούν και αποδείξουν οι ίδιοι την ιδιότητά τους ως μικρεμπόρων, όπως εν προκειμένω. Οι μικρέμποροι ξεχωρίζουν κατά κύριο λόγο από το ότι κατ’ ουσίαν παρέχουν προσωπική εργασία με αντίτιμο κάποια αμοιβή ή με άλλα λόγια από το ότι κατ’ ουσίαν αποτελούν πρόσωπα που ασκούν εμπορικές πράξεις και αποκομίζουν από αυτές κέρδος, το οποίο αποτελεί όμως περισσότερο αμοιβή του σωματικού τους κόπου και μόχθου και όχι αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών. Σύμφωνα με τη θεωρία και τη νομολογία μάλιστα, στην έννοια της καταπόνησης εμπίπτει όχι μόνο η σωματική αλλά και η πνευματική εργασία και εν γένει πας τρόπος επιδίωξης εισοδήματος και βιοπορισμού που εξομοιώνει κάποιον με ημερομίσθιο εργάτη. Οι μικρέμποροι διακρίνονται λοιπόν εν συντομία από το γεγονός ότι δεν αναλαμβάνουν επενδυτικό κίνδυνο, δεν έχουν σημαντικό επενδυμένο κεφάλαιο, δεν διέπονται από έκταση δραστηριότητας και δομή λειτουργίας που να παραπέμπουν σε εμπορική δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος (πιο αναλυτικά, Βενιέρης - Κατσάς, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, σελ. 67 - 69, ΕιρΣπάρτης 45/1972, ΕλλΔνη 19721, σελ. 441, ΕιρΧανίων 101/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση και βάσει των εκκαθαριστικών σημειωμάτων του πρώτου αιτούντος προκύπτει πως πράγματι έφερε την ιδιότητα του μικρέμπορου, συνεπώς δεν ασκεί επιρροή το χρονικό σημείο κατά το οποίο έπαψε τις πληρωμές του. Ο αντίθετος επομένως ισχυρισμός που υποβάλλουν οι πιστωτές, περί συνδρομής στο πρόσωπό του της εμπορικής ιδιότητας κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Όσο αφορά στη δεύτερη αιτούσα, από την επισκόπηση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων παλαιότερων ετών αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής προκύπτει σαφώς μείωση του εισοδήματός της σε σχέση με τα έτη πριν την επέλευση της οικονομικής κρίσης (βλ. σχετ. έγγραφα). Όσο αφορά στη λοιπή περιουσία τους, η δεύτερη αιτούσα έχει στην κυριότητά της το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ...ΙΧΕ αυτοκίνητο, 1.392 cc, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2008, ενώ δεν διαθέτει ακίνητα περιουσιακά στοιχεία. Ο πρώτος αιτών ένα διαμέρισμα εμβαδού 141 τμ, που βρίσκεται στο δήμο, επί της οδού, αντικειμενικής αξίας 57.316,50 ευρώ (βλ. φύλλο υπολογισμού αντικειμενικής αξίας), που περιήλθε σ’ αυτόν από γονική παροχή του πατέρα του (βλ. σχετ. έγγραφα). Με βάση τα ανωτέρω και ενόψει του γεγονότος ότι οι αιτούντες δε βαρύνονται σήμερα με δαπάνες διαβίωσης πέρα από τις δικές τους και άλλων προσώπων το ποσό που είναι απαραίτητο για τη διαβίωσή τους ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου σε 800 ευρώ. Σημειώνεται ότι η δεύτερη αιτούσα έχει υποβληθεί σε αφαίρεση τμήματος πνεύμονα όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα ιατρικά έγγραφα, γεγονός που αυξάνει τις μηνιαίες δαπάνες διαβίωσή της, λόγω κάλυψης ιατρικών δαπανών παρακολούθησης της υγείας της. Για τον υπολογισμό του ανωτέρω ποσού των 800 ευρώ, συνεκτιμάται ιδιαίτερα το γεγονός ότι οι οφειλέτες οι οποίοι ζητούν να υπαχθούν στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά τους να μειώσουν στο ελάχιστο τις δαπάνες τους μόνο στις απολύτως απαραίτητες και αναγκαίες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα της ρύθμισης. Εξάλλου σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, οι αιτούντες έχουν αναλάβει τα παρακάτω ληξιπρόθεσμα κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα χρέη, όπως προκύπτει από τη συνημμένη κατάσταση οφειλών: α) Ο πρώτος αιτών από την τέταρτη εκ των καθ’ ων την υπ’ αριθ. ...σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 255.658,47 ευρώ, εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και στον τρίτο εκ των καθ’ ων οφείλει ασφαλιστικές εισφορές (από 9/2004 μέχρι 6/2013) 46.458,58 ευρώ. Το σύνολο της οφειλής του ανέρχεται επομένως σε 302.117,05 ευρώ και β) Η δεύτερη αιτούσα από την πρώτη εκ των καθ’ ων την υπ’ αριθ. …σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού 41.642,35 ευρώ, από τη δεύτερη εκ των καθ’ ων την υπ’ αριθ. ...σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 1.413,15 ευρώ, την υπ’ αριθ. …σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 1.359,75 ευρώ, την υπ’ αριθ. ...σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού 6.088,85 ευρώ και την υπ’ αριθ. …σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 5.808,98 ευρώ και από την τέταρτη εκ των καθ’ ων την υπ’ αριθ. ...σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 255.658,47 ευρώ και την υπ’ αριθ. ...σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 27.153,84 ευρώ. Το σύνολο των οφειλών της ανέρχεται επομένως σε 339.125,39 ευρώ.

Με βάση τα ανωτέρω συνάγεται ότι τα ανωτέρω δάνεια λόγω του ύψους τους και της πραγματικής κατάστασης στην οποία βρίσκονται σήμερα οι αιτούντες που άνωθεν περιγράφεται, τους οδήγησαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσουν τα ληξιπρόθεσμα χρέη τους κατά δε την ανάληψη των ανωτέρω υποχρεώσεων αφενός μεν τα εισοδήματά τους ήταν υψηλότερα (βλ. συγκριτική επισκόπηση εκκαθαριστικών σημειωμάτων τελευταίων ετών) και αφετέρου εξ’ αιτίας της οικονομικής κρίσης με τις δυσμενείς συνέπειες που είχε στην ελληνική οικονομία, κατέστη ανέφικτη η αποπληρωμή των ανωτέρω οφειλών, δεδομένου ότι εκτός από τη μείωση των εισοδημάτων, τα τρέχοντα έξοδα και οι δαπάνες διαβίωσης της μέσης ελληνικής οικογένειας έχουν αυξηθεί σημαντικά. Σημειώνεται ότι το σύνολο του χρέους των αιτούντων κρίνεται υψηλό, εν τούτοις όπως προέκυψε από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και τα προσκομιζόμενα ιατρικά έγγραφα, η λήψη του υψηλότερου εκ των δανείων, ήτοι του στεγαστικού - επισκευαστικού συνέπεσε χρονικά (ένα έτος αργότερα) με τροχαίο ατύχημα του υιού της δεύτερης αιτούσας εξαιτίας του οποίου επεβλήθη σε νοσηλεία και μεταμόσχευση κερατοειδούς αριστερού οφθαλμού (βλ. προσκομιζόμενα έγγραφα). Ο ισχυρισμός των αιτούντων περί ανάλωσης του εν λόγω δανείου για ιατρικούς λόγους και όχι για την κάλυψη των αναγκών της επιχείρησης του πρώτου αιτούντος κρίνεται κατά συνέπεια πειστικός, απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβάσιμων των αντίθετων ισχυρισμών των πιστωτών. Ο χαρακτηρισμός εξάλλου του δανείου που θα λάβει ο δανειολήπτης είναι θέμα της πιστώτριας που το χορηγεί κι όχι του ιδίου. Περαιτέρω, λόγω της ύπαρξης υψηλότερων εισοδημάτων κατά το παρελθόν οι αιτούντες πίστευαν ότι μπορούσαν να ανταποκριθούν σε αυτές τους τις υποχρεώσεις ενώ δεν ήταν σε θέση να προβλέψουν την οικονομική κρίση που θα ακολουθούσε που τους οδήγησε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους. Η κρίση αυτή συνάγεται από την σχέση ρευστότητας των αιτούντων προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την α­φαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους (κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα), η υπολειπόμενη ρευστότητα δεν τους επιτρέπει να ανταποκριθούν στον όγκο των οφειλών τους ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους, χωρίς προς τούτο να φέρουν ευθύνη (βλ. και ΕιρΚουφ 1/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, δεν αποδείχτηκε από την ακροαματική διαδικασία πως οι αιτούντες εξαπάτησαν τους υπαλλήλους των πιστωτικών ιδρυμάτων προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις τους όταν ανέλαβαν τις δανειακές συμβάσεις (βλ. σχετικά Αθ. Κρητικού Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων έκδοση 2012 σελ.57 και ενδεικτικά τις ΕιρΚαλυμν 1/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΛαρ 78/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ενώ όσο αφορά τις ασφαλιστικές εισφορές του πρώτου αιτούντος, κρίνεται πως ο τελευταίος δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να ανταποκριθεί σε αυτές με βάση τα εισοδήματά του και για το λόγο αυτό δεν τήρησε και τις σχετικές ρυθμίσεις (βλ. έγγραφο ΟΑΕΕ). Κατά συνέπεια οι ισχυρισμοί των πιστωτών περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κρίνονται στη συγκεκριμένη περίπτωση απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Εφόσον επομένως οι αιτούντες ανταποκρίθηκαν επαρκώς στην υποχρέωσή τους να αποδείξουν τη συνδρομή στο πρόσωπό τους των προϋποθέσεων του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτές του άρθρ. 8 παρ. 2 του Ν. 3869/ 2010 όπως η τελευταία συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4336/2015 και 4346/2015 το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση των οφειλών τους, ενώ όλοι οι λοιποί ισχυρισμοί των πιστωτών κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι στην ουσία τους. Έτσι η ρύθμιση των οφειλών αυτών θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στους πιστωτές από τα εισοδήματα της δεύτερης αιτούσας επί τριετία (36 μήνες) που θα αρχίζουν αμέσως από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, το προς διάθεση ποσό, λαμβανομένων υπόψη των βασικών προσωπικών και οικογενειακών αναγκών των αιτούντων και της μη διαφαινόμενης τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον βελτίωσης της οικονομικής τους κατάστασης ανέρχεται σε 100 ευρώ μηνιαίως για τον πρώτο αιτούντα (από το εισόδημα της συζύγου του) και 220 ευρώ μηνιαίως για τη δεύτερη (1.120 μηνιαίο εισόδημα - 800 ευρώ για την κάλυψη των λοιπών αναγκών τους). Το ανωτέρω επομένως ποσό θα καταβάλλεται το πρώτο πενθήμερο εκάστου μηνός και για χρονικό διάστημα 36 μηνών, ήτοι (36 x 100) 3.600 ευρώ για τον πρώτο αιτούντα και (36 x 220) 7.920 ευρώ για τη δεύτερη αιτούσα. Τα ποσά αυτά θα καταβάλλονται από τους δύο αιτούντες σύμμετρα ως εξής: Ο πρώτος αιτών θα καταβάλλει στην τέταρτη εκ των καθ’ ων για την υπ’ αριθ. ...σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 84,62 ευρώ και για 36 μήνες και στον τρίτο εκ των καθ’ ων για οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές το ποσό των 15,38 ευρώ και για 36 μήνες. Η δεύτερη αιτούσα (αφού αφαιρεθούν τα ποσά που επιβλήθηκαν δυνάμει της προσωρινής διαταγής, 100 ευρώ x 3 μήνες) θα καταβάλλει στην πρώτη εκ των καθ’ ων για την υπ’ αριθ. ….σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 27,03 ευρώ και για 36 μήνες, στη δεύτερη εκ των καθ’ ων για την υπ’ αριθ. ...σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 0,91 ευρώ και για 36 μήνες, για την υπ’ αριθ. ….σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού το ποσό των 0,88 ευρώ και για 36 μήνες, για την υπ’ αριθ. ….σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού το ποσό των 3,95 ευρώ και για 36 μήνες και για την υπ’ αριθ. ...σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 3,77 ευρώ και για 36 μήνες και στην τέταρτη εκ των καθ’ ων για την υπ’ αριθ. ...σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 165,99 ευρώ και για 36 μήνες και για την υπ’ αριθ. ….σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 17,63 ευρώ και για 36 μήνες. Μετά τη ρύθμιση αυτή όσο αφορά στη δεύτερη αιτούσα δεν προκύπτει η ύπαρξη περιουσιακού στοιχείου προς ρευστοποίηση ή άλλου εισοδήματος για την περαιτέρω ικανοποίηση των πιστωτών. Αναπροσαρμογή του ποσού αυτού δεν προκύπτει ότι μπορεί να οριστεί με βάση τα τρέχοντα οικονομικά δεδομένα των αιτούντων ωστόσο σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης περιέλθουν σ’ αυτούς περιουσιακά στοιχεία αιτία θανάτου, υποχρεούνται να διαθέσουν για την ικανοποίηση των πιστωτών το ήμισυ της αξίας αυτών. Οφείλουν επίσης να γνωστοποιούν μέσα σε ένα μήνα στη γραμματεία του Δικαστηρίου κάθε μεταβολή κατοικίας ή εργασίας, αλλαγή εργοδότη, καθώς και κάθε αξιόλογη βελτίωση των εισοδημάτων τους ή των περιουσιακών τους στοιχείων, ώστε να ενημερώνεται ο φάκελος που τηρείται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 4 (βλ. αρθρ. 8 παρ. 2 και 3 του Ν.3869/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει).

Η παραπάνω πρώτη ρύθμιση θα συνδυαστεί, όσο αφορά στον πρώτο αιτούντα με την προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρ. 9 παρ. 2 Ν.3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις των Ν.4336/2015 και 4346/2015 εφόσον με τις καταβολές επί τριετία δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών και εφόσον: α) Υπάρχει ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του πρώτου αιτούντος για το οποίο υποβάλλεται αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση (το αίτημα για ορισμό μηδενικών δόσεων για την εξαίρεσή του έχει απορριφθεί ήδη ανωτέρω ως νόμω αβάσιμο), β) ο αιτών και η σύζυγός του έχουν εισόδημα που δεν υπερβαίνει το 170% των ευλόγων δαπανών διαβίωσης (800 ευρώ δαπάνες διαβίωσης x 70% = 1.360 ευρώ) εφόσον αυτό ανέρχεται σε 1.120 ευρώ (βλ. αρθρ. 9 παρ. 2 που παραπέμπει στο αρθρ. 5 παρ. 3 ως προς τον καθορισμό των δαπανών διαβίωσης σε συνδυασμό με απόφαση ΤτΕ 54/15.12.2015 ΦΕΚ 2740), γ) Η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του δεν υπερβαίνει το ποσό των 180.000 ευρώ προσαυξημένη κατά 40.000 ευρώ για έγγαμο οφειλέτη και δ) οι πιστωτές στα πλαίσια του αρθρ. 338 ΚΠολΔ δεν επικαλέστηκαν ούτε απέδειξαν ως όφειλαν ότι ο πρώτος αιτών δεν ήταν συνεργάσιμος δανειολήπτης βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας των τραπεζών. Εν τούτοις, βάσει του αρθρ. 9 παρ. 2 εδ β΄ ο οφειλέτης πρέπει να διαμορφώσει το σχέδιο διευθέτησης οφειλών με τέτοιο τρόπο ώστε για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του να προβλέπει ότι αποπληρώνει αφενός μεν το μέγιστο της ικανότητας αποπληρωμής, αφετέρου δε ότι θα καταβάλλει τέτοιο ποσό ώστε οι πιστωτές του να βρίσκονται στην ίδια οικονομική θέση σε σύγκριση με την ικανοποίησή τους από τυχόν εκποίηση της κατοικίας από αναγκαστική εκτέλεση. Συνεπώς σημασία πλέον για το τι θα καταβάλλει ο οφειλέτης για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του έχει η εμπορική αξία αυτής μειωμένη κατά τα έξοδα της εκτέλεσης, ενώ η τιμή πρώτης προσφοράς μπορεί να είναι τα 2/3 αυτής (βλ. αρθρ. 954 παρ. 2 και 993 παρ. 2 εφ γ΄ ΚΠολΔ). Το ποσό που θα εισέπρατταν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης προκύπτει από πραγματογνωμοσύνη που μπορεί να έχει τη μορφή απλής εκτίμησης, ενώ η υποχρέωση του οφειλέτη περί πιστοποιημένου εκτιμητή (Ν. 4152/2013 υποπαρ. Γ1) δεν αναιρεί τη δυνατότητα προσκόμισης των λοιπών αποδεικτικών μέσων (βλ. και Ι. Βενιέρης - Θ. Κατσάς, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, Νομική Βιβλιοθήκη, 3η έκδοση, σελ. 631 επ). Όπως προκύπτει από τη μελέτη της δικογραφίας σχέδιο διευθέτησης οφειλών με τη μέγιστη δυνατότητα αποπληρωμής του πρώτου αιτούντος καθώς και διανομή του ποσού αυτού στους πιστωτές δε συμπεριλαμβάνεται στην αίτηση, ενώ σχετική εκτίμηση για το ποσό που θα λάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση βίαιης εκποίησης της κύριας κατοικίας του δεν προσκομίστηκε από κανέναν διάδικο
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 254 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το αρθρ. 2 του αρθρ. 1 του Ν. 4335/2015, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο μπορεί να διατάζει τη επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι το Δικαστήριο στο πλαίσιο της κυριαρχικής του εξουσίας (ΑΠ 1076/1992 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) δικαιούται να διατάξει την προσκόμιση στην κατ’ επανάληψη συζήτηση τυχόν εγγράφων από τα οποία δύναται να καλύψει τα υπάρχοντα κενά ή αμφίβολα σημεία και να οδηγηθεί σε ασφαλέστερα συμπεράσματα (ΕφΘες 1043/1994 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα, που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, η οποία ορίζεται το συντομότερο δυνατό οι διάδικοι κλητεύονται τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Η υπόθεση δικάζεται από τον ίδιο δικαστή εκτός αν τούτο είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο. Εξάλλου η συζήτηση που επαναλαμβάνεται θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης (ΑΠ 282/82 ΕΕΝ 50, 153, ΑΠ 476/86 ΝοΒ 34, 569, ΕφΑθ 1833/86 ΕλλΔ/νη 27, 355, ΕιρΑθ 88 Φ/489/2012, ΕιρΡόδου 19/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως στην προκειμένη περίπτωση πρέπει, εφόσον έγινε δεκτό το αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του πρώτου αιτούντος, να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου κατά τη νέα δικάσιμο να συμπληρωθούν οι αναφερόμενες ελλείψεις ώστε να προσδιοριστεί το ποσό αποπληρωμής.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατά την ουσιαστική της πλευρά και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες στην αίτηση αυτή οφειλές των αιτούντων, όσο αφορά στις καταβολές του αρθρ. 8, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Πρέπει δε να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης ως προς τις καταβολές του αρθρ. 9, προκειμένου κατά τη νέα συζήτηση α) ο αιτών να προσκομίσει σχέδιο διευθέτησης οφειλών που θα περιλαμβάνει τη μέγιστη δυνατότητα αποπληρωμής του (βλ. απόφαση ΤτΕ 54/15.12. 2015, ΦΕΚ 2740 και β) ο αιτών ή η τέταρτη εκ των καθ’ ων η απαίτηση της οποίας είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια να προσκομίσουν εκτίμηση (ο αιτών μέσω πιστοποιημένου εκτιμητή του Ν. 4152/2013) η οποία θα αποτιμά την τρέχουσα εμπορική αξία της κύριας κατοικίας του και μνεία του εκτιμώμενου ποσοστού απομείωσης αυτής λόγω της αναγκαστικής εκτέλεσης του ακινήτου καθώς και των εξόδων του πλειστηριασμού. Τα έξοδα της εκτίμησης θα επωμιστεί η τέταρτη εκ των καθ’ ων η απαίτηση της οποίας είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και εφόσον η αίτηση του αιτούντος έχει γίνει ήδη δεκτή. Η ρύθμιση αυτή ισχύει με την προϋπόθεση της κανονικής εκτέλεση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στους αιτούντες με την απόφαση αυτή (άρθρ.11 παρ. 1 Ν. 3869/2010) και με την επιφύλαξη της τυχόν τροποποίησής της. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρ. 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010 και λόγω του μη οριστικού χαρακτήρα της παρούσας απόφασης ως προς τη ρύθμιση του άρθρ. 9. Τέλος, παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους των διαδίκων που δικάσθηκαν ερήμην δεν ορίζεται καθώς δυνατότητα άσκησης τέτοιας ανακοπή δεν παρέχεται από το νόμο (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην των διαδίκων προς τους οποίους κοινοποιήθηκε η αίτηση και αντιμωλία των λοιπών. 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι στο σκεπτικό κρίθηκε απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση. 

ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη των αιτούντων.

ΟΡΙΖΕΙ μηνιαίες καταβολές ύψους εκατό (100) ευρώ για τον πρώτο αιτούντα και διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για τη δεύτερη αιτούσα για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών (36 μηνών) που θα ξεκινήσουν αμέσως από την κοινοποίηση της παρούσας και θα καταβάλλονται το πρώτο πενθήμερο εκάστου μηνός. Ειδικότερα: ο πρώτος αιτών θα καταβάλλει στην τέταρτη εκ των καθ’ ων για την υπ’ αριθ. …σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 84,62 ευρώ και για 36 μήνες και στον τρίτο εκ των καθ’ ων για οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές το ποσό των 15,38 ευρώ και για 36 μήνες. Η δεύτερη αιτούσα θα καταβάλλει στην πρώτη εκ των καθ’ ων για την υπ’ αριθ. …σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 27,03 ευρώ και για 36 μήνες, στη δεύτερη εκ των καθ’ ων για την υπ’ αριθ. …σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 0,91 ευρώ και για 36 μήνες, για την υπ’ αριθ. …σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού το ποσό των 0,88 ευρώ και για 36 μήνες, για την υπ’ αριθ. ..σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού το ποσό των 3,95 ευρώ και για 36 μήνες και για την υπ’ αριθ. ...σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 3,77 ευρώ και για 36 μήνες και στην τέταρτη εκ των καθ’ ων για την υπ’ αριθ. …σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 165,99 ευρώ και για 36 μήνες και για την υπ’ αριθ. ...σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 17,63 ευρώ και για 36 μήνες.

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΕΙ στους αιτούντες ότι σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης περιέλθουν σ’ αυτούς περιουσιακά στοιχεία αιτία θανάτου, υποχρεούνται να διαθέσουν για την ικανοποίηση των πιστωτών το ήμισυ της αξίας αυτών. Οφείλουν επίσης να γνωστοποιούν μέσα σε ένα μήνα στη γραμματεία του Δικαστηρίου κάθε μεταβολή κατοικίας ή εργασίας, αλλαγή εργοδότη, καθώς και κάθε αξιόλογη βελτίωση των εισοδημάτων τους ή των περιουσιακών τους στοιχείων, ώστε να ενημερώνεται ο φάκελος που τηρείται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 4. 

ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης την κύρια κατοικία του πρώτου αιτούντος, ήτοι ένα διαμέρισμα εμβαδού 141 τμ, που βρίσκεται στο δήμο Συκεών επί της οδού ....... . 

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την έκδοση οριστικής απόφασης ως προς τις καταβολές του αρθρ. 9. 

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης ως προς τον ορισμό των αμέσως ανωτέρω καταβολών, προκειμένου κατά τη νέα συζήτηση α) ο αιτών να προσκομίσει σχέδιο διευθέτησης οφειλών που θα περιλαμβάνει τη μέγιστη δυνατότητα αποπληρωμής του (βλ. απόφαση ΤτΕ 54/15.12. 2015, ΦΕΚ 2740 και β) ο αιτών ή η τέταρτη εκ των καθ’ ων, η απαίτηση της οποίας είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια να προσκομίσουν εκτίμηση (ο αιτών μέσω πιστοποιημένου εκτιμητή του Ν. 4152/2013) η οποία θα αποτιμά την τρέχουσα εμπορική αξία της κύριας κατοικίας του και μνεία του εκτιμώμενου ποσοστού απομείωσης αυτής λόγω της αναγκαστικής εκτέλεσης του ακινήτου καθώς και των εξόδων του πλειστηριασμού. Τα έξοδα της εκτίμησης θα επωμιστεί η τέταρτη εκ των καθ’ ων εφόσον η αίτηση του αιτούντος για εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση έγινε δεκτή. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...