Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Ρευστοποίηση περιουσίας, δόλια περιέλευση, κατάχρηση δικαιώματος,

Περίληψη. Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα. Εφεση κατά ερήμην αποφάσεως ως προς την εκκαλούσα τράπεζα. Απορρίπτεται λόγος έφεσης περί αντισυνταγματικότητας του ν 3869/2010. Η μέριμνα για την διευθέτηση της υπερχρεώσεως επιτάσσεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος αλλά και από την μέριμνα του υπερχρεωμένου οφειλέτη ως ανθρώπου. Η νομοθετική επέμβαση στις απαιτήσεις των πιστωτών είναι σύμφωνη με την ΕΣΔΑ. Απορρίπτει αιτίαση περί αοριστίας της αίτησης. Δεν απαιτείται να αναγράφεται στην αίτηση ποιο ήταν το εισόδημα του οφειλέτη κατά την ανάληψη των δανείων και που δαπανήθηκαν τα ποσά που λήφθηκαν. Μη νόμιμος ο λόγος έφεσης ότι εσφαλμένα δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση την σύμμετρη διανομή του ποσού για την ικανοποίηση των δανειστών καθώς αυτή είναι προνομιούχος δανείστρια. Η δικαστική ρύθμιση των χρεών όταν δεν γίνεται ρευστοποίηση της περιουσίας του αιτούντος και εξαίρεση της κύριας κατοικίας είναι σύμμετρη για όλους τους δανειστές. 

Απορρίπτει λόγο έφεσης περί κηρύξεως της αιτήσεως ως απαράδεκτης επειδή ο οφειλέτης δεν είχε συμπεριλάβει όλες τις οφειλές του. Ο αιτών εύλογα δεν είχε συμπεριλάβει οφειλές για τις οποίες ήταν εγγυητής επειδή για αυτές είχε ασκήσει αυτοτελή αίτηση ο υιός του πρωτοφειλέτης. Ορθά έκρινε το πρωτόδικο την αίτηση παραδεκτή . Αντικατάσταση αιτιολογίας γιατί το πρωτόδικο απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό ως μη νόμιμο και απορρίπτεται ο σχετικός λόγος ως αβάσιμος. Μη νόμιμος ο λόγος έφεσης περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δικονομικού δικαιώματος ασκήσεως της αίτηση. Η ένσταση κατά την 281ΑΚ αφορά την άσκηση ουσιαστικών δικαιωμάτων. Νόμιμος ο λόγος έφεσης για το μέρος που αφορά την πρωτοδίκως απορριφθείσα ένσταση περί δόλιας περιέλευσης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Απορρίπτεται ως αόριστος καθώς δεν αναφέρονται συγκεκριμένες ενέργειες του οφειλέτη. Δεν συνιστά δολιότητα μόνο η ανάληψη της δανειακής υποχρέωσης. Ο δανειζόμενος δεν έχει την δυνατότητα να υποχρεώσει τον δανειστή και γιατί τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν την δυνατότητα να ελέγχουν την πιστοληπτική ικανότητα του δανειζόμενου. Απορρίπτει λόγο εφέσεως περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων ότι ο αιτών έχει ακίνητη περιουσία που θα μπορούσε να εκποιηθεί. Δεν προσκομίζονται απαραίτητα στοιχεία για τα ακίνητα στα οποία ο αιτών έχει συγκυριότητα ποσοστού. Επιπλέον στο ένα έχει επιβληθεί κατάσχεση. Κρίνεται αμφίβολο αν θα προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον δεδομένης της οικονομικής κρίσης και το ότι ανήκουν στον αιτούντα κατά συγκυριότητα. Ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο τα εξαίρεσε της εκποιήσεως έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες. 

Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων 197/ 2014

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Λυδία Σταματοπούλου, Πρωτόδικη, που ορίστηκε από τη Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο Χανίων Πρόεδρο Πρωτοδικών.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 524, 525, 526 και 536 ΚΠολΔ, με σαφήνεια προκύπτει, ότι, με την άσκηση της εφέσεως, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, (μόνο) κατά τα καθοριζόμενα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους όρια (ΑΠ. 419/2004 ΕλλΔνη 47. 146). Το Εφετείο, επιλαμβανόμενο της διαφοράς, εξετάζει εάν, κατ` ορθή εφαρμογή του νόμου, το κατώτερο δικαστήριο αποφάσισε προσηκόντως ή όχι, τηρώντας την αυτή, όπως το πρωτοβάθμιο διαδικασία (ΑΠ. 8/1987 ΕλλΔνη 29. 112). Συνεπώς έχει ως προς την αγωγή (εισαγωγικό δικόγραφο), την αυτή, όπως και εκείνο εξουσία (ΑΠ. 414/1976 ΝοΒ 24, 941, ΑΠ. 622/1974 ΝοΒ 23. 173 Εφ. Αθ. 110/2006 Ελλ.Δικ. 48. 1477 ΕφΑθ 1778/2011 Τρ. Ν. Πλ. «ΝΟΜΟΣ»), δυνάμενο και χωρίς υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει οίκοθεν το νόμω βάσιμο αυτής και να την απορρίψει αν ελλείπουν τα κατά νόμο απαιτούμενα για την θεμελίωση της στοιχεία (ΑΠ. 7/2001 ΕλλΔνη 42. 925 ΑΠ. 497/1981. ΑΠ. 660/1979, ΑΠ. 2457/1984 ΝοΒ 30. 53, 28, 32 αντίστοιχα, Εφ. Αθ. 1778/2011 ο.π.). Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι αυτεπαγγέλτως εξετάζεται και η τυχόν αντισυνταγματικότητα του νόμου που τυγχάνει εφαρμογής στην εκάστοτε περίπτωση. Στην περίπτωση του Ν.3869/ 2010, ο νομοθέτης εκκινεί από την αφετηριακή βάση της προστασίας του οφειλέτη από τον κίνδυνο της κοινωνικής περιθωριοποιήσεώς του. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η περιθωριοποίηση ενός μεγάλου αριθμού υπερχρεωμένων οφειλετών επάγεται μείωση ή και εκμηδένιση της καταναλωτικής του δύναμης, με σημαντικές επιπτώσεις στην εύρυθμη λειτουργία μιας οικονομίας, που (πλέον) στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό - στην κατανάλωση αγαθών. Εξάλλου, τυχόν περιθωριοποίηση των υπερχρεωμένων ιδιωτών επιφέρει σημαντικές διαταραχές στον κοινωνικό βίο, με κίνδυνο τη δημιουργία φαινομένων αντικοινωνικής συμπεριφοράς (ανομία, εγκληματικότητα κλπ.). Επομένως, η μέριμνα για τη διευθέτηση του φαινομένου της υπερχρεώσεως επιτάσσεται τόσο για λόγους δημοσίου συμφέροντος, όσο και από την υπερχρέωση του οφειλέτη ως ανθρώπου. Η τελευταία επιτάσσει τη χορήγηση στον υπερχρεωμένο οφειλέτη μίας δεύτερης ευκαιρίας για την επάνοδό του στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Συνεπώς, η συνδρομή λόγων δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογούν τη νομοθετική εισαγωγή περιορισμών στις αξιώσεις των πιστωτών, πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Περαιτέρω οι περιορισμοί της ιδιωτικής αυτονομίας των μερών, που εισάγονται από το N. 3869/2010, όχι μόνο είναι κατάλληλοι και πρόσφοροι για να αντιμετωπίσουν το κοινωνικό πρόβλημα της περιθωριοποιήσεως του υπέρχρεου οφειλέτη, αλλά - συγχρόνως - πληρούν τους όρους αναλογικότητας, παρέχοντας στους πιστωτές τη δυνατότητα αφενός να εκθέσουν τις απόψεις τους και αφετέρου να ικανοποιηθούν από το σύνολο της παρούσας και μελλοντικής περιουσίας του οφειλέτη. Τέλος, ο νόμος αυτός δεν καθιερώνει το δικαίωμα κάθε οφειλέτη να επιδιώξει ρύθμιση των χρεών του και απαλλαγή από αυτά. Σκοπός του είναι να παράσχει τη δυνατότητα στους υπερχρεωμένους οφειλέτες χρηματικών χρεών να ρυθμίσουν και να απαλλαγούν από τα χρέη τους, εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις. Από τα βασικά χαρακτηριστικά του νόμου προκύπτει ότι η ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη και η απαλλαγή του από αυτά δεν επέρχεται με βάση μια και μόνο αίτησή του. Αντιθέτως, στο νόμο τίθενται περαιτέρω προϋποθέσεις για τον έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη. Ενόψει όλων αυτών και αφού ληφθούν υπόψη τα εύλογα και συνταγματικά προστατευόμενα συμφέροντα των εμπλεκόμενων μερών, οι ρυθμίσεις του νέου νόμου κρίνεται πως δεν είναι αντισυνταγματικές, παρά και τα αντιθέτως ισχυριζόμενα από την εκκαλούσα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσής της, τον οποίο άσκησε με τις προτάσεις της κατ` αρ. 764 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πρέπει να σημειωθεί ότι η νομοθετική αυτή επέμβαση στις απαιτήσεις των πιστωτών είναι συμβατή και με τους όρους που τίθενται, από το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) (βλ. σχετ. Αθ. Γ. Κρητικός, ό.π., σελ. 22. επ.,.. μ.π.π. σε θεωρία και νομολογία, I. Βενιέρης - Θ. Κατσάς, ό.π,, σελ. 18 επ., μ,π.π. σε θεωρία και νομολογία ). Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, εάν αόριστη αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ` ουσίαν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έχει την εξουσία να εξετάσει αυτεπαγγέλτως και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου το νόμιμο βάσιμο και ορισμένο της αγωγής, μπορεί να την απορρίψει ως νόμω αβάσιμη ή αόριστη και όταν ο ενάγων εκκαλεί και παραπονείται για την κατ` ουσίαν απόρριψή της γιατί η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα - ενάγοντα από την εκαλουμένη και γιατί οι συνέπειες από την απόρριψη της αγωγής για τον ένα ή τον άλλο λόγο είναι διαφορετικές, ώστε στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται περί αντικαταστάσεως αιτιολογιών κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ (ΑΠ. 96/1987 ΕλλΔ. 29. 1391, ΑΠ. 457/1989 Δ. 21. 180, ΑΠ. 925/1980 ΝοΒ 29. 303 Εφ. Αθ. 3289/2009 Τρ Ν. Πλ. «ΝΟΜΟΣ», Σαμουήλ. Η Εφεση, έκδ. 2003).
 Στην προκειμένη περίπτωση η από 02-02-2011 αίτηση του εφεσιβλήτου τυγχάνει επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένων και των αντιθέτων ισχυριζομένων με το δεύτερο πρόσθετο λόγο έφεσης της εκκαλούσας, ότι δηλαδή δεν αναφέρεται στην αίτηση ποιο ήταν μέχρι πρότινος το μηνιαίο εισόδημα βάσει του οποίου ανταποκρινόταν στις δανειακές υποχρεώσεις του, ποιο ήταν το εισόδημά του κατά το χρόνο χορήγησης των δανείων και που δαπανήθηκαν τα ποσά που λήφθησαν από τα δάνεια. Τα παραπάνω δεν συνιστούν στοιχεία του ορισμένου της αίτησης περί ρύθμισης χρεών, αλλά ασκεί η επίκληση της μονιμότητας της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του οφειλέτη ως βασικής προϋπόθεσης της εφαρμογής του ν.3869/2010, ενώ, εξάλλου επαρκώς εκθέτει, ο αιτών ότι βρίσκεται σε τέτοια αδυναμία λόγω της υπερχρέωσής του από λήψη δανείων, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα και στην αίτησή του. Με τον πρώτο κύριο λόγο έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένως η πρωτόδικη απόφαση δέχτηκε την αίτησή του εφεσιβλήτου όσον αφορά τη σύμμετρη διανομή του ποσού για την ικανοποίηση των πιστωτών του αιτούντος και δέχτηκε την ανωτέρω σύμμετρη διανομή καθόσον η εκκαλούσα τυγχάνει προνομιούχος πιστωτής εφόσον έχει εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητό του. Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς σε κάθε περίπτωση, η δικαστική ρύθμιση των χρεών κατά το αρ. 8 παρ. 2 του Νόμου, όταν δεν γίνεται ταυτόχρονη εφαρμογή του αρ. 9 του Νόμου (ρευστοποίηση περιουσίας και εξαίρεση από αυτή της κύριας κατοικίας) όπου προβλέπεται προνομιακή μεταχείριση των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων επί του εκποιηθέντος, ρητώς ορίζεται ότι γίνεται με τη σύμμετρη διανομή του ποσού προς ικανοποίηση των πιστωτών, χωρίς επομένως προνομιακή μεταχείριση των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων εξ` αυτών
Με το δεύτερο κύριο λόγο έφεσης, κατ` εκτίμηση αυτού, η εκκαλούσα, παραπονείται ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο η πρωτόδικη απόφαση και δεν απέρριψε την αίτησή του εφεσιβλήτου ως απαράδεκτη εφόσον ο τελευταίος δεν είχε συμπεριλάβει σε αυτή όλες τις απαιτήσεις των πιστωτών του, κατ` επιλογή προς ρύθμιση συγκεκριμένων μόνο χρεών του. Οπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα μετ` επίκληση έγγραφα από τους διαδίκους, ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος έκανε αίτηση προς την πιστώτρια τράπεζα ... προκειμένου να του χορηγηθεί αντίγραφο των οφειλών του (αρ. 2 παρ. 4 Ν.3869/2010), στο οποίο αντίγραφο η ίδια η πιστώτρια δεν συμπεριέλαβε πέντε απαιτήσεις της κατά του αιτούντος, στις οποίες ενέχεται αυτός ως εγγυητής (βλ. τα από 23-09-2010 έγγραφο της τράπεζας), γεγονός το οποίο δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως επιλογή από αυτόν να μην υπαχθούν με την αίτησή του οι συγκεκριμένες απαιτήσεις σε ρύθμιση κατά το Ν.3869/2010, όταν μάλιστα αποδεικνύεται ότι για αυτές τις απαιτήσεις έχει ήδη κατατεθεί η υπ` αριθμ. κατ. 9/2011 αίτηση του πρωτοφειλέτη και υιού του αιτούντος, για την υπαγωγή αυτών στο Ν. 3869/2010, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την εκκαλούσα. Ο αιτών, ευλόγως, κατά τα ανωτέρω, έκρινε ότι δεν πρέπει να συμπεριλάβει τις συγκεκριμένες απαιτήσεις της πιστώτριας τράπεζας (Βλ. όμως Αθ. Γ. Κρητικό, υπό αρ. 1 παρ. 38, όπου αποκλείει νέα αίτηση για απαλλαγή από χρέη νέα ή παλαιά τα οποία ο οφειλέτης δε περιέλαβε υπαίτια ή μη στην πρώτη αίτησή του, τα οποία ήταν υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, εφόσον προηγήθηκε απαλλαγή). Στην παραδοχή αυτή δεν είναι αντίθετη η ρύθμιση της παρ. 1 του αρ. 4 του Νόμου περί συμπερίληψης στην αίτηση καθολικής κατάστασης των πιστωτών και των απαιτήσεων τους, εφόσον κατά τα ανωτέρω δεν τίθεται ζήτημα καταστρατήγησης του Νόμου με την επιλογή προς ρύθμιση και απαλλαγή ορισμένων μόνον χρεών, ούτε επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην πιστώτρια τράπεζα, η οποίος η ίδια, σε κάθε περίπτωση δεν συμπεριέλαβε στο ανωτέρω έγγραφό της, τις ανωτέρω οφειλές. Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε την αίτηση παραδεκτή απορριπτομένου και σχετικού προβληθέντος ισχυρισμού ως μη νόμιμου, κατέληξε στην ίδια κρίση αν και με διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται εξ` ολοκλήρου από τις παρούσες (καθόσον αρκεί εν προκειμένω η αντικατάσταση της αιτιολογίας αφού δεν μεταβάλλεται το εύρος του δεδικασμένου). Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ο κρινόμενος λόγος έφεσης, ως ουσία αβάσιμος.

Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο έφεσης, η εκκαλούσα προβάλλει το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατ` αρ. 764 παρ. 2 ΚΠολΔ, ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης της αίτησης από τον αιτούντα εφεσίβλητο, διότι αυτός περιήλθε σε δόλια αδυναμία πληρωμής, προέβη δε σε διαρκή δανεισμό, εν γνώσει της αδυναμίας κάλυψης των χρεών του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος κατά το μέρος που αφορά στην άσκηση του δικονομικού δικαιώματος υποβολής αίτησης περί ρύθμισης των οφειλών, το οποίο, ως τέτοιο, δεν προσκρούει στην απαγόρευση του άρθρου 281 ΑΚ, που αφορά στην άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από διατάξεις ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1006/1999, ΑΠ 116/1997 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά το μέρος, όμως, που προβάλλεται με αυτόν αιτίαση κατά της απόρριψης του πραγματικού ισχυρισμού της περί δολίας περιέλευσης του οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, είναι νόμιμος, ωστόσο, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ορθώς η εκκαλουμένη τον απέρριψε ως αόριστο, καθώς η εκκαλούσα δεν επικαλείται τις ενέργειες του οφειλέτη, με τις οποίες προκλήθηκε σε αυτήν άγνοια της επισφάλειας του δανεισμού, στοιχείο που απαιτείται να συντρέχει για την κατάφαση της βασιμότητάς του, ενώ δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής. Δικαιολογητικό έρεισμα για τη σκέψη αυτή αποτελεί και το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα κρατούντα στις συναλλαγές, ο δανειολήπτης που ζητά τη λήψη δανείου, δεν έχει τη δυνατότητα να υποχρεώσει τον πιστωτή να αποδεχθεί το αίτημά του. Ιδιαίτερα δε όσον αφορά στα πιστωτικά ιδρύματα, αυτά έχουν επιπλέον τη δυνατότητα, εκτός από την έρευνα των οικονομικών στοιχείων του αιτούμενου το δάνειο, μεσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωσης αποδοχών, να διαπιστώσουν και τις τυχόν δανειακές του υποχρεώσεις σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα μέσω του συστήματος "Τειρεσίας" (βλ. Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, 2012, σελ. 56- 57, αρ. 19).

Με τον τρίτο κύριο και τέταρτο πρόσθετο λόγο έφεσης, η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένως η πρωτόδικη απόφαση εκτίμησε τις αποδείξεις ενώπιον του και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένως δέχτηκε καταρχήν την μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του αιτούντα - εφεσίβλητου και ακολούθως δεν έλαβε υπόψη της ότι ο εφεσίβλητος διαθέτει ακίνητη περιουσία που ο ίδιος συνομολογεί ότι υπάρχει, η εκποίηση της οποίας θα μπορούσε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Από την κατάθεση του αιτούντα, που εξετάστηκε νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την απόφασή του πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τα οποία προσκομίζει ο αιτών, καθώς και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αιτών, κάτοικος ... Χανιών, γεννημένος στις 18-08-1950, είναι παντρεμένος, και έχει δύο ενήλικα τέκνα, είναι συνταξιούχος του ΙΚΑ έχει δε καθαρά μηνιαία έσοδα από τη σύνταξη του το ποσόν των 1.504, ήδη όμως, 1256,82 ευρώ (βλ. το από 11-03-2013 ενημερωτικά σημείωμα συντάξεων α’ τριμήνου 2013 του ΙΚΑ), η σύζυγος του δεν διαθέτει εισοδήματα, κατά δήλωση του δε, έχει την αποκλειστική κυριότητα επί δύο οχημάτων, του υπ` αρ. κυκλοφ. .., 11 φορολογήσιμων ίππων, μοντέλο 2007, εμπορικής αξίας κατά δήλωση του (ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), 7.000€ το έτος 2011 και του υπ` αρ. κυκλοφ. .., 7 φορολογήσιμων ίππων, μοντέλο 2007, εμπορικής αξίας κατά δήλωση του 4.000€ το έτος 2011, των οποίων η πώληση το παρόν κρίνει ότι είναι αβέβαιη, δεδομένης της σοβαρής οικονομικής κρίσης στην αγορά αυτοκινήτου αλλά και της γενικότερης οικονομικής κρίσης. Εξ άλλου το ποσόν που είναι αναγκαίο στον αιτούντα να δαπανά το μήνα για τις βιοτικές του ανάγκες δεδομένου ότι, όπως δέχεται, ζει μόνος του (είναι σε διάσταση με τη σύζυγο του), ενώ αναφέρει ότι φιλοξενείται σε οικία της κόρης του, ενώ δεν επικαλέσθηκε ούτε επικαλείται ότι επιβαρύνουν αυτόν τα ενήλικα τέκνα του, αντιθέτως μπορούν και να τον βοηθούν, δεδομένης και της ηλικίας του, εκτιμάται από το δικαστήριο σε 500 ευρώ, λαμβανομένου υπόψη ότι ο οφειλέτης ο οποίος ζητά να υπαχθεί στις διατάξεις του Νόμου, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του μόνο στις απολύτως απαραίτητες, για τον προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα των τεσσάρων ετών. Ο αιτών αναφέρει, ότι λόγω της μειώσεως της σύνταξης του και της κατάργησης των δώρων Χριστουγέννων - Πάσχα και επιδομάτων αδείας, δεν μπορεί να εξυπηρετεί τις οφειλές του εμπρόθεσμα, με συνέπεια, να έχει ήδη περιέλθει σε πλήρη αδυναμία κανονικής εκπληρώσεως αυτών, χωρίς υπαιτιότητα του. Εξάλλου αναφέρει, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι έχουν εκδοθεί εις βάρος του Διαταγές πληρωμής εκ των οποίων η υπ` αριθμ 1574/2009 βρίσκεται στο στάδιο εκτέλεσης εις βάρος ακινήτου συγκυριότητας του αιτούντος, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την εκκαλούσα (βλ. και την υπ` αριθμ 85/2013 Β Επαναληπτική Περίληψη Κατασχετήριας Εκθεσης ακινήτου που προσκομίζει η εκκαλούσα). Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο αιτών είχε προβεί στη λήψη δανείων και πιστωτικών καρτών, για τα οποία οφείλει, με βάση τα πρωτοβαθμίως κριθέντα εφόσον δεν γίνεται σχετικώς επίκληση νέων στοιχείων από την εκκαλούσα ούτε και αμφισβητείται σχετικώς η εκκαλουμένη, που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα: 1. Στην ............. συνολική οφειλή (14.493,54 + 19.743,54) = 34.237.08 €, 2. Στην ........... συνολική οφειλή (15.870,99 + 8.680,70 + 13 852,22) = 38.403 91€ και στην 3. ... συνολική οφειλή (14.781,95 + 15.893,89 + 4,041.66) = 36.517,50€. Επομένως το συνολικό ύψος των οφειλών του αιτούντος απέρχεται σε (34.237,98 + 38.403,91 + 36.617,50) = 109.258.49€. Περαιτέρω ο αιτών, είναι συγκύριος δύο ακινήτων, του πρώτου, ενός οικοπέδου ευρισκομένου στον ... Αποκορώνου, εκτάσεως 3,593 τ.μ. κατά ποσοστό 33,339% και ενός αγροτεμαχίου με ελιές στο ... Αποκορώνου, εκτάσεως 2.500 τ.μ. κατά ποσοστό 4/5 εξ αδιαιρέτου. Τα δύο παραπάνω ακίνητα, έχουν συνολική αξία κατά δήλωση του αιτούντος, το πρώτο 250.000€ και μερίδιο του αιτούντος ποσού 83.325€ και το δεύτερο 125.000€, και μερίδιο του αιτούντος ποσού 100.000 ευρώ. Ως προς το δεύτερο ακίνητο, δεν γίνεται επίκληση ούτε προσκομίζεται κανένα άλλο στοιχείο, ώστε το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί αε ασφαλές κρίση περί της ρευστοποίησης αυτού. Περαιτέρω, ως προς το πρώτο ακίνητο, η εκκαλούσα επικαλείται και προσκομίζει, μεταξύ άλλων την υπ` αριθμ. 2572/26-07-2012 Περίληψη Κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου και την υπ` αριθμ. πρωτ. 85/11-02-2013 Β’ Επαναληπτική Περίληψη Κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου, στην οποία αναφέρεται ότι το ανωτέρω οικόπεδο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, και έχει αντικειμενική αξία 142.000 ευρώ, το δε μερίδιο του αιτούντος είναι 48.000 ευρώ. Το Δικαστήριο, με τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να αχθεί σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς το κατά πόσον είναι πραγματοποιήσιμη η πώληση αυτού, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν αποδεικνύεται αν έχει ολοκληρωθεί η διενέργεια πλειστηριασμού του ανωτέρω ακινήτου και αν όχι αν αυτό οφείλεται σε μη εμφάνιση πλειοδοτών, δεδομένης της οικονομικής κρίσης που πλήττει τα τελευταία χρόνια τη Χώρα ιδίως στο χώρο της αγοραπωλησίας ακινήτων, ανεξαρτήτως της πραγματικής εμπορικής αξίας του η οποία δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση την αντικειμενική και ανεξαρτήτως της τοποθεσίας του, εφόσον πλέον είναι αμφίβολο το κατά πόσον κρίνεται ται πρόσφορο να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον αλλά και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών, λαμβανομένου υπόψη και της συγκυριότητας επ` αυτών του αιτούντος και δεδομένου και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεως κλπ.), η οποία άλλωστε είναι και χρονοβόρα. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ` άρθρο 9 παρ. 1 ν.3869/2010 εκποίηση τους, ορθώς εκτίμησε τις ενώπιον του αποδείξεις και κατέληξε στην ίδια κρίση, αν και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται εξ ολοκλήρου από τις παρούσες. Από τα παραπάνω στοιχεία εξάλλου, κρίνεται επίσης ότι ο αιτών έχει χωρίς δόλο περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, τα δε εισοδήματα του δεν επαρκούν για την πληρωμή των χρεών του, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας του και των οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί, καθόσον λόγω της ηλικίας του, σε συνδυασμό με την αρνητική οικονομική συγκυρία, αποθαρρύνουν τη δυνατότητα αύξησης των εισοδημάτων του, ενώ παράλληλα οι δανειακές υποχρεώσεις όλων αυξάνονται συνεχώς, λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας. Συνεπώς, συντρέχει στην περίπτωσή του αιτούντος μόνιμη και διαρκής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τις πιστώτριες τράπεζες, για το λόγο δε αυτόν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς εκτίμησε τις ενώπιον του αποδείξεις και κατέληξε στην ίδια κρίση, αν και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται εξ` ολοκλήρου από τις παρούσες, και ακολούθως καθόρισε τις συνολικές μηνιαίες επί μια τετραετία καταβολές του αιτούντος προς του πιστωτές του σε ποσό 1.100 ευρώ, συμμέτρως διανεμόμενο μεταξύ τους. Ειδικότερα καθόρισε ότι πρέπει να καταβάλλει ο αιτών τις πέντε ημέρες κάθε μήνα και για 48 Μήνες: 1) Στην ... το ποσό των 344,70 ευρώ, 2. Στην ... το ποσό των 386,65 ευρώ, και 3. Στην ... το ποσό των 368,56 ευρώ. Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι. 

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, απορριπτομένων των αντίθετων υποστηριζομένων με την υπό κρίση έφεση, να απορριφθεί αυτή (έφεση) στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 6 εδ. β` του άρθρου 8 ν. 3869/2010, η οποία τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 14 ν. 3869/2010 βλ. Αθ. Κρητικό, ό.π., παρ. 15.ΙΙ.1 αριθ. 3, σελ. 265). Τέλος, δεν θα οριστεί παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους των απολιπομένων διαδίκων, διότι η παρούσα δεν μπορεί να προσβληθεί με το συγκεκριμένο ένδικο μέσο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της δεύτερης και τρίτης των εφεσιβλήτων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση κατ` ουσίαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...