Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Συμψηφισμός, προϋποθέσεις, όχι τελεσιδικία ανταπαίτησης.

Περίληψη. Συμψηφισμός. Δεν επέρχεται αυτοδικαίως, από τη συνδρομή των προϋποθέσεων της σχετικής διάταξης, αλλά η επέλευσή του απαιτεί προσθέτως και την επίκλησή του, δηλαδή, τη δήλωση του ενός από τους δικαιούχους προς το δικαιούχο της άλλης. Η πρόταση γίνεται με μονομερή δήλωση του ενός που γνωστοποιείται στον άλλο, η οποία συνιστά μονομερή ουσιαστική δικαιοπραξία. Ο συμψηφισμός συνιστά διαπλαστικό δικαίωμα των μερών και από το χρονικό σημείο, που οι αντίθετες απαιτήσεις συναντηθούν και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού, κάθε μέρος έχει δικαίωμα να επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων με δήλωσή του, η οποία συνιστά δεσμευτική διάπλαση των εννόμων σχέσεων αυτών. Οι υποκείμενες σε συμψηφισμό απαιτήσεις πρέπει να είναι ομοειδείς κατά αντικείμενο.

 Ομοειδείς είναι οι απαιτήσεις των οποίων τα αντικείμενα έχουν τα ίδια γνωρίσματα, όπως οφειλή χρημάτων και από τα δύο μέρη, ανεξάρτητα από τις ενοχές από τις οποίες απορρέουν. Το ομοειδές κρίνεται κατά το χρονικό σημείο πρότασης του συμψηφισμού. Παραδεκτή η δήλωση του συμψηφισμού, μολονότι έγινε μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου εγγράφου και της ως εκ τούτου αυτοδίκαιης αναγκαστικής εκχώρησης της κατασχεθείσας απαιτήσεως στο ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον η ανταπαίτηση της καθ’ ής η ανακοπή είχε γεννηθεί και συνυπάρξει με την απαίτηση που κατασχέθηκε, προ της επιβολής της κατασχέσεως με συνέπεια την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, κατά το μέρος που καλύπτονταν, από το χρονικό σημείο που συνυπήρξαν και την ανατροπή της επελθούσας αναγκαστικής εκχωρήσεως της απαιτήσεως. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμό 7558/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.  [σπουδαία απόφαση]

                                       Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α 1,  435/ 2015.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΙΙ] Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται [ΑΠ 1299/2009]. Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο : 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα [ΑΠ 1068/2007, 589/2005, 174/2004]. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο [ΑΠ 640/2011, ΑΠ 558/2008, ΑΠ 2104/2007]. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος [ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 1705/2008]. 
Εξάλλου, κατά το άρθρο 30 του ν.δ/τος 356/1974 "1. Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου διά κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε : α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφή του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου. 2. Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος, όπως τα μεν υπ` αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα, καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον, τα δε παρ` αυτώ ευρισκόμενα κινητά πράγματα παραδώση εις τον εν τω κατασχετηρίω οριζόμενον συμβολαιογράφον ή φύλακα, ... . 3. Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα ουδέ δύναται να συμψηφίση προς ανταπαιτήσεις του μεταγενεστέρας της κατασχέσεως, της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικά εκχωρήσεως. 4. ... . 5. .... .". 
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 440 ΑΚ "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", κατά το άρθρο 441 ΑΚ "Ο συμψηφισμός επέρχεται, αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν και κατά το άρθρο 444 εδ. 1 "Η δήλωση συμψηφισμού είναι ανίσχυρη, αν έγινε με αίρεση ή προθεσμία". Στις άνω διατάξεις διατυπώνονται δύο βασικές αρχές, που διέπουν το συμψηφισμό, δηλαδή η αρχή της επίκλησης του συμψηφισμού και η αρχή της αναδρομικότητας αυτού, κατά την οποία οι αμοιβαίες απαιτήσεις αποσβήνονται από το χρόνο της συνύπαρξης. Αυτός δεν επέρχεται αυτοδικαίως, από της συνδρομής των προϋποθέσεων της ΑΚ 440, αλλά η επέλευσή του απαιτεί προσθέτως και την επίκλησή του, δηλαδή, δήλωση του ενός από τους δικαιούχους προς το δικαιούχο της άλλης. Η πρόταση γίνεται με μονομερή δήλωση του ενός γνωστοποιητέα στον άλλο, η οποία συνιστά μονομερή ουσιαστική δικαιοπραξία. Ο συμψηφισμός συνιστά διαπλαστικό δικαίωμα των μερών και από το χρονικό σημείο, που οι αντίθετες απαιτήσεις συναντηθούν και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού, κάθε μέρος έχει δικαίωμα να επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων με δήλωσή του, η οποία συνιστά δεσμευτική διάπλαση των εννόμων σχέσεων αυτών. Περαιτέρω, οι υποκείμενες σε συμψηφισμό απαιτήσεις πρέπει να είναι ομοειδείς κατά αντικείμενο. Ομοειδείς είναι οι απαιτήσεις των οποίων τα αντικείμενα έχουν τα ίδια γνωρίσματα, όπως οφειλή χρημάτων και από τα δύο μέρη, ανεξάρτητα από τις ενοχές από τις οποίες απορρέουν. Το ομοειδές κρίνεται κατά το χρονικό σημείο πρότασης του συμψηφισμού.  
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα περιστατικά: "Στις 30-9-2003 το εφεσίβλητο-ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο δια του Προϊσταμένου της ΙΑ` ΔΟΥ Αθηνών επέδωσε στην εκκαλούσα - καθής η ανακοπή Τράπεζα το υπ` αριθμό 12787/22-7-2003 κατασχετήριο έγγραφο, με το οποίο επέβαλε κατάσχεση εις χείρας αυτής, ως τρίτης, σε κάθε χρηματική υφιστάμενη ή μέλλουσα, οφειλή της τελευταίας (Τράπεζας) προς την εταιρεία "..." μέχρι του ποσού των 181.998,24 ευρώ, προκειμένου να ικανοποιηθεί ισόποση απαίτηση του Δημοσίου κατά της ως άνω εταιρείας (...), προερχόμενη από διαφόρους φόρους (εισοδήματα, εμμέσους, ΦΠΑ , ΕΔΕ), που βεβαιώθηκαν διαδοχικώς από 28-12- 2000 μέχρι και 15-4-2003. Η καθής η ανακοπή με την ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών υπ` αριθμό 3473/8-10- 2003 εμπρόθεσμη δήλωση της ανέφερε επί λέξει, ότι "επ` ονόματι της καθής η κατάσχεση τηρούνται στην Τράπεζα οι με αριθμούς ..., ..., ... και ... τέσσερις λογαριασμοί. Ο πρώτος εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της οφειλέτιδας 127,02 ευρώ, ο δεύτερος υπόλοιπο σε δολάρια ΗΠΑ μηδέν (0), ο τρίτος υπόλοιπο σε ευρώ 208,15 και ο τέταρτος υπόλοιπο σε δολάρια ΗΠΑ 4138,30. Δεν έχει επιβληθεί εις χείρας της Τράπεζας άλλη συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση. Γίνεται μνεία ότι η Τράπεζα διατηρεί κατά της καθής η κατάσχεση ληξιπρόθεσμη από 9-3-1993 απαίτηση ύψους 533.224.713 δρχ. ή 1.564.856,09 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας και εξόδων εν γένει, η οποία απορρέει από την με αριθμό .../8-10-1997 σύμβαση δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώην ... και της εταιρείας ... με την εγγύηση της καθής. Ήδη η ως άνω απαίτηση έχει επιδικασθεί με την 1568/2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Για το λόγο αυτό η Τράπεζα έχει δεσμεύσει τους ως άνω λογαριασμούς και επιφυλάσσεται να προβεί άμεσα σε δήλωση συμψηφισμού". Πράγματι αποδεικνύεται, ότι δυνάμει της υπ` αριθμό .../8-10-1997 δανειακής συμβάσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ της Τραπεζικής εταιρείας "..." - [όπως η επωνυμία της τροποποιήθηκε νομοτύπως σε "...", η οποία συγχωνεύθηκε δι` απορροφήσεως από την καθής η ανακοπή] - και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", χορηγήθηκε στην τελευταία δάνειο ύψους 500.000.000 δραχμών. Την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε απαιτήσεως της δανείστριας Τράπεζας εγγυήθηκε η καθής η κατάσχεση εταιρεία "...", ενεχόμενη εις ολόκληρον με την δανειολήπτρια εταιρεία, ως αυτοφειλέτης, παραιτηθείσα της ενστάσεως της διζήσεως. Ακολούθως η ανωτέρω Τράπεζα, λόγω μη ομαλής εξυπηρετήσεως του δανείου από την δανειολήπτρια εταιρεία, με την από 9-3-1999 επιστολή της, την οποία επέδωσε στην καθής η κατάσχεση - εγγυήτρια εταιρία "..." στις 10-3-1999 (βλ. την υπ` αριθμό 21964/10-3-1999 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Α.), κατήγγειλε την προαναφερόμενη σύμβαση δανείου. Με βάση την απαίτησή της αυτή ζήτησε στην συνέχεια και επέτυχε την έκδοση της υπ` αριθμό 1568/2001 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η καθής η κατάσχεση υποχρεώθηκε να καταβάλει, εις ολόκληρον με τους λοιπούς συνοφειλέτες της, το ποσόν των 341.062.128 δραχμών (1.000.916 ευρώ), πλέον τόκων από την επομένη της επίδοσης της διαταγής πληρωμής, καθώς και 9.305.000 δραχμές για δικαστικά έξοδα, αντίγραφο δε πρώτου απογράφου εκτελεστού αυτής επέδωσε στην καθής η κατάσχεση στις 21-3-2001, γεγονότα που δεν αμφισβητούνται από το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο. Περαιτέρω αποδεικνύεται, ότι η καθής η ανακοπή με το από 15-12-2003 έγγραφο της, το οποίο επέδωσε στην οφειλέτιδά της - καθής η κατάσχεση "..." στις 31-12- 2003 (βλ. την υπ` αριθμό 4142/31-12-2003 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Κ.), πρότεινε σε συμψηφισμό την ως άνω ληξιπρόθεσμη ανταπαίτησή της κατά της απαιτήσεως της "....... ......" επί του υπολοίπου των τηρουμένων σ` αυτή λογαριασμών της. Η δήλωση αυτή του συμψηφισμού, μολονότι έγινε μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου εγγράφου και της ως εκ τούτου αυτοδίκαιης αναγκαστικής εκχώρησης της κατασχεθείσας απαιτήσεως στο ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, παραδεκτή, εφόσον η ανταπαίτηση της καθής η ανακοπή είχε γεννηθεί και συνυπήρξε με την απαίτηση που κατασχέθηκε, προ της επιβολής της κατασχέσεως, έχει δε ως συνέπεια την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, κατά το μέρος που καλύπτονται, από το χρονικό σημείο που συνυπήρξαν και την ανατροπή της επελθούσας αναγκαστικής εκχωρήσεως της απαιτήσεως. Ενόψει των εκτεθέντων, αφού δεν αποδεικνύεται αφενός μεν η ανακρίβεια της από 8-10-2003 δηλώσεως της καθής η ανακοπή, αφετέρου δε η ύπαρξη της κατασχεθείσας εις χείρας της απαιτήσεως της εταιρείας "...", η ένδικη ανακοπή πρέπει να απορριφθεί ως κατ` ουσίαν αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη οριστική απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την ανακοπή με την παραδοχή, ότι η κατά την 30-12-2003 δήλωση συμψηφισμού της ανταπαίτησης της καθής η ανακοπή επέφερε την απόσβεση της ένδικης απαίτησης, καίτοι είχε προηγηθεί η κατάσχεση αυτής. Ετσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, αλλά ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 3 του ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974) και 440, 441 και 444 του ΑΚ, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα, που υποστηρίζονται με τον παραπάνω πρώτο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο η υποβληθείσα από την αναιρεσίβλητη, με το από 15-12-2003 έγγραφό της, δήλωση συμψηφισμού ανταπαίτησής της κατά των απαιτήσεων της εταιρείας ... , έγινε πολύ μετά την επέλευση των αποτελεσμάτων της ένδικης κατάσχεσης εις χείρας της αναιρεσίβλητης, ως τρίτης, για όσα οφείλει ή μέλλει να οφείλει προς την ... , με συνέπεια η προταθείσα δήλωση συμψηφισμού της αναιρεσίβλητης να είναι απαράδεκτη και να μην επιφέρει καμία έννομη συνέπεια στην επιβληθείσα κατάσχεση του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο είχαν εκχωρηθεί οι κατασχεθείσες απαιτήσεις από την ημέρα επιβολής της κατάσχεσης. Ο ίδιος ως άνω πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος του, με το οποίο αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για τη μη κήρυξη ως απαράδεκτης της από 15-12-2003 δήλωσης συμψηφισμού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η ελεγχόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη πλημμέλεια αφορά δικονομικές ακυρότητες, ενώ το δικαίωμα που παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ για δήλωση συμψηφισμού ανταπαιτήσεων της αναιρεσίβλητης προς την οφειλέτρια του αναιρεσείοντος εταιρεία "..." είναι ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση αυτών ελέγχεται με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επιπροσθέτως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης διαγνώσθηκε, ότι από τις πραγματικές της παραδοχές προκύπτουν επαρκώς τα αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση περιστατικά για την κρίση του εφετείου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των παραπάνω εφαρμοσθεισών διατάξεων και ο ίδιος ως άνω λόγος κατά το μέρος αυτού από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι με το να κρίνει αυτή παρανόμως ως παραδεκτή τη δήλωση συμψηφισμού της αναιρεσίβλητης κατά της εταιρείας ... , χωρίς προηγουμένως να εξετάσει, αν τελεσιδίκησε η εκδοθείσα εις βάρος της οφειλέτριας εταιρείας διαταγή πληρωμής για την προταθείσα σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της, δέχθηκε παρά το νόμο την ύπαρξη δεδικασμένου και παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321 επ. ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της δήλωσης συμψηφισμού καθορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 440 επ. ΑΚ και δεν περιλαμβάνεται σε αυτές και η τελεσιδικία της διαταγής πληρωμής. Περαιτέρω, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αιτιάται το αναιρεσείον την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι απαιτήσεις, που προτάθηκαν σε συμψηφισμό με την από 15-12-2003 δήλωση συμψηφισμού της αναιρεσίβλητης, δεν είναι ομοειδείς κατά την έννοια της οικείας διάταξης του ΑΚ και ειδικότερα, η απαίτηση της ... κατά της αναιρεσίβλητης αφορά χρηματική απαίτηση επί του υπολοίπου των τηρουμένων σ` αυτή τραπεζικών λογαριασμών καταθέσεων [απαίτηση από σύμβαση παρακαταθήκης], ενώ η απαίτηση της αναιρεσίβλητης κατά της ... αφορά απαίτησή της από μη ομαλή εξυπηρέτηση σύμβασης δανείου, που είχε συναφθεί μεταξύ της ανωτέρω τραπεζικής εταιρίας και της ανώνυμης εταιρίας .., με εγγυήτρια την εταιρία ... (απαίτηση κατά εγγυήτριας σε σύμβαση δανείου) και συνεπώς, οι δύο απαιτήσεις (από σύμβαση παρακαταθήκης και από εγγύηση σε σύμβαση δανείου) σε καμία περίπτωση δεν είναι ομοειδείς, προκειμένου να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 440 επόμ. ΑΚ περί συμψηφισμού απαιτήσεων και ενόψει τούτων, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε ως παραδεκτή τη δήλωση συμψηφισμού της αναιρεσίβλητης κατά της εταιρείας ... , παρότι πρόκειται περί μη ομοειδών απαιτήσεων α) παραβίασε τις ουσιαστικού διατάξεις του άρθρου 440 ΑΚ περί συμψηφισμού απαιτήσεων και β) παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ως άνω δήλωση συμψηφισμού της αναιρεσίβλητης και για το λόγο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατ` άρθρο 559 περ. 1 και 14 του ΚΠολΔ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ως προς τον οποίο δεν αναφέρεται, ότι προτάθηκε στο εφετείο και μάλιστα με σημείωση του χρόνου και του τρόπου πρότασής του ή επαναφοράς του σ` αυτό, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος, είναι απορριπτέος, κατά το μέρος μεν, που η πλημμέλεια προβάλλεται από τον αριθμό 1 του αρ. 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, εφόσον τα αντικείμενα των ένδικων ανταπαιτήσεων έχουν τα ίδια γνωρίσματα, αφού είναι αμφότερες χρηματικές, και ουδόλως παραβιάσθηκαν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 440 επ. ΑΚ περί συμψηφισμού απαιτήσεων, κατά το μέρος δε, που η πλημμέλεια προβάλλεται από τον αριθμό 14 του αρ. 559 ΚΠολΔ για μη κήρυξη ως απαράδεκτης της από 15-12-2003 δήλωσης συμψηφισμού, ως απαράδεκτος, αφού η ελεγχόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη πλημμέλεια αφορά δικονομικές ακυρότητες, ενώ το δικαίωμα που παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ για δήλωση συμψηφισμού ανταπαιτήσεων της αναιρεσίβλητης προς την οφειλέτρια του αναιρεσείοντος εταιρεία "..." είναι ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση αυτών ελέγχεται με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ από το οποίο, όμως, όπως προαναφέρθηκε, μετά από επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, διαγνώσθηκε, ότι οι αποδοθείσες πλημμέλειες δεν αληθεύουν. Κατ` ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, μειωμένα όμως κατά τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ και 22 του Ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-7-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμό 7558/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis