Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Vetustas, δημοτικοί-κοινοτικοί δρόμοι, αοριστία αγωγής, αδυναμία παροχής, έννομο συμφέρον, έννομη σχέση.

Περίληψη. Άσκηση αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας από ΟΤΑ, επί εδαφικών τμημάτων, ως τμημάτων κοινοχρήστων οδών. Μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου. Δεν καθίσταται άκυρη, τόσο ως υποσχετική όσο και ως εκποιητική δικαιοπραξία, από μόνο το γεγονός ότι ο μεταβιβάζων δεν ήταν κύριος του προς μεταβίβαση ακινήτου. Το γεγονός αυτό δεν επιφέρει επίσης την ακυρότητα της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης, παρά μόνο έχει ως αποτέλεσμα την μη μεταβίβαση του ακινήτου παρά του μη κυρίου μεταβιβάζοντος, ενώ ο αληθής κύριος προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή. Αοριστία της ένδικης αγωγής, αφού ο αναιρεσείων ΟΤΑ, επιχειρώντας να θεμελιώσει τον κοινόχρηστο χαρακτήρα των επιδίκων στον θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (vetustas) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου,

 δεν ανέφερε ότι η κοινοχρησία των επιδίκων είχε διαρκέσει δύο συνεχόμενες γενεές (ογδόντα έτη) μέχρι την εισαγωγή του αστικού κώδικα, στοιχείο απαραίτητο, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη, για την απόκτηση της ιδιότητας του κοινοχρήστου, αφού από την εισαγωγή του αστικού κώδικα δεν αναγνωρίζεται ο ανωτέρω θεσμός, επικαλούμενος απλώς, όπως σαφώς προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, ότι η κοινοχρησία των επιδίκων έχει διαρκέσει επί δύο γενεές μέχρι την άσκηση της αγωγής. Δεν αρκούσε η αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο απλώς ότι η κοινοχρησία των επιδίκων έχει διαρκέσει επί δύο γενεές μέχρι την άσκηση της αγωγής.  

                                                Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Γ', 220/ 2015.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη-Εισηγητή και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΙΙ. Οι δημοτικοί και κοινοτικοί δρόμοι, ήτοι αυτοί που εξυπηρετούν τις ανάγκες ενός δήμου ή μιας κοινότητας εντός των διοικητικών τους ορίων (αρθρ. 4 του ν. 3155/1955), οι οποίοι αποτελούν κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγματα (άρθρα 966, 967 ΑΚ), αποκτούν αυτήν την ιδιότητα α) με πράξη της διοικήσεως για ρυμοτομία και τη συντέλεση της σύμφωνα με τους νόμους περί σχεδίων πόλεων και αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, β) με τη βούληση του ιδιοκτήτη που θέτει στην κοινή χρήση συγκεκριμένο ακίνητο, είτε με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά υπό τρόπο) κατά τις διατάξεις των άρθρων 1715, 2015 και 503 ΑΚ, είτε με παραίτηση από την κυριότητα, που πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί κατ` άρθρον 369 και 1192 εδ. 1 ΑΚ, και γ) με την από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν. 3 παν. 47.7) προβλεπόμενη αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από κοινότητα ή δήμο ή από τους δημότες τους μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, εφόσον η αρχαιότητα στην ως άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμιά των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, ήτοι την 23-2-1946, ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει τον θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι εκείνος που ισχυρίζεται ότι κάποιο ακίνητο ή οδός είναι κοινόχρηστος χώρος και εξ αυτού η κυριότητά του έχει προσπορισθεί στον οικείο ΟΤΑ ή στο Δημόσιο, πρέπει, για το ορισμένο του ισχυρισμού του, να καθορίσει τον νόμιμο τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκε η ιδιότητα της κοινοχρησίας, προσδιορίζοντας όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα κατά νόμον για την εφαρμογή καθενός εκ των προαναφερομένων τρόπων που προεκτέθηκαν για τη θεμελίωσή της. Στην περίπτωση δε που η αγωγή ερείδεται στον θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, απαιτείται να αναφέρεται στην αγωγή ότι η αρχαιότητα στην κοινή χρήση του επιδίκου (ήτοι η πάροδος 80 ετών) είχε συμπληρωθεί κατά τον χρόνο εισαγωγής του ΑΚ, ήτοι την 23-2-1946, και όχι κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, που δεν ενδιαφέρει νομικά, αφού και όπως προαναφέρθηκε ο θεσμός αυτός δεν αναγνωρίζεται πλέον από τον Αστικό Κώδικα. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 του ν. 1337/1983 "Iδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων, και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα. Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χώρου και ως τέτοια περιέρχονται χωρίς αποζημίωση στην κυριότητα του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης εφόσον: α)προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγομένης εμμέσως από τις ενέργειες του), ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο κατ` ανοχήν του ιδιοκτήτη. Έτσι για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτου υπέρ του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης πρέπει να συντρέχουν οι προαναφερόμενος προϋποθέσεις, για να είναι δε ορισμένος ο ισχυρισμός του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης περί κυριότητάς του επί επιδίκου ακινήτου βάσει του ανωτέρω άρθρου 28, απαιτείται να αναφέρεται και ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώθηκε η περί κοινοχρησίας του ακινήτου βούληση του ιδιοκτήτη του, καθόσον για την ύπαρξη του εν λόγω δικαιώματος απαιτείται κοινοχρησία του επιδίκου εκ της βουλήσεως του ιδιοκτήτη του, που να συνάγεται ρητώς ή εμμέσως (σιωπηρώς), από ενέργειές του, ή να προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρόν με την ανοχή του.
Περαιτέρω από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωριστεί με αγωγή η ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει γι` αυτό έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα που ρυθμίζεται από το δίκαιο, ενώ το έννομο συμφέρον εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Ετσι το έννομο συμφέρον του ενάγοντος που απαιτείται να υπάρχει για την άσκηση αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής συνίσταται στην προσβολή από τον εναγόμενο του δικαιώματος του ενάγοντος είτε με αποβολή του και κατάληψη του επιδίκου πράγματος, είτε με άλλη ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας που έπρεπε να γίνει, είτε και με απλή αμφισβήτηση, εφόσον με αυτή δημιουργείται για το δικαίωμα σύγχυση και αμφιβολία, από την οποία απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο. Τέλος, από τον συνδυασμό των άρθρων 239, 369, 1033 και 1198 ΑΚ συνάγεται ότι η σύμβαση με την οποία μεταβιβάζεται η κυριότητα ακινήτου δεν καθίσταται άκυρη, τόσο ως υποσχετική όσο και ως εκποιητική δικαιοπραξία, από μόνο το γεγονός ότι εκείνος που μεταβιβάζει δεν είναι κύριος του ακινήτου που φέρεται ότι μεταβιβάζεται, το ίδιο δε αυτό γεγονός δεν επιφέρει επίσης ακυρότητα της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης, παρά μόνον έχει ως αποτέλεσμα την μη μεταβίβαση του ακινήτου παρά του μη κυρίου μεταβιβάζοντος, ενώ ο αληθής κύριος προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή του άρθρου 1094 του ΑΚ. Εξάλλου ο κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.7-8/2006). Τέτοια παραβίαση δεν συντρέχει και κατά συνέπειαν δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο απορρίπτει ως μη νόμιμη την αγωγή ή βάση της αγωγής, η οποία, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική της βάση, δεν στηρίζεται στον νόμο, της οποίας δηλαδή αγωγής το αίτημα δεν αποτελεί κατά νόμον την έννομη συνέπεια της ιστορικής της βάσης. Ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται επίσης όταν το δικαστήριο απορρίπτει ως νομικώς αόριστη την αγωγή ή βάση της αγωγής η οποία δεν περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τον νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος.

ΙΙΙ. Εν προκειμένω με την από 31-8-2007 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Δήμος ... Αττικής εξέθεσε, ότι η α` των εναγομένων αναιρεσιβλήτων είχε στην κυριότητά της μία εδαφική έκταση, που βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου ...., στο υπ` αριθμ. 1208 οικοδομικό τετράγωνο, εμβαδού 1983,90 τ.μ., η οποία περιήλθε σε αυτή κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του αποβιώσαντος στις 2-4-1973 πατέρα της και κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία της αποβιώσασας στις 13-7-1983 μητέρας της, τις οποίες κληρονομίες αποδέχθηκε νόμιμα και μετέγραψε τις σχετικές πράξεις αποδοχής κληρονομίας, ότι τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής, εμβαδού 487,83 τ.μ., μεταβίβασε με γονική παροχή στον γιό της, β` εναγόμενο αναιρεσίβλητο και έτσι απέμεινε στην ιδιοκτησία της έκταση εμβαδού 1470,55 τ.μ., και ότι οι εναγόμενοι στην προσπάθειά τους να επεκτείνουν την ιδιοκτησία τους εις βάρος της δικής του ιδιοκτησίας αφενός μεν κατά την περίφραξη του οικοπέδου τους περιέλαβαν σε αυτήν και έτσι κατέλαβαν εδαφική λωρίδα 211,20 τ.μ. που ανήκει στην κυριότητά του (αναιρεσείοντος) και αποτελεί τμήμα της οδού .., και αφετέρου το έτος 2007 προέβησαν σε μη νόμιμες διορθώσεις των συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής κληρονομίας και του ως άνω συμβολαίου γονικής παροχής και επιχείρησαν με τον τρόπο αυτό να εμφανίσουν την ιδιοκτησία τους ως έχουσα εμβαδόν 2.528,40 τ.μ., δηλαδή μεγαλύτερη κατά 538, 30 τ.μ. από εκείνη που πράγματι έχουν, και την επεξέτειναν κατά 211,20τ.μ. επί της οδού ..., κατά 156,60 τ.μ. επί της οδού ... και κατά 170,50 τ.μ. επί της οδού Ευρώτα, ότι η επέκταση αυτή έγινε εις βάρος της περιουσίας του, καθόσον τα επιπλέον 538,30 τ.μ. που ήδη εμφανίζεται να έχει η ιδιοκτησία των εναγομένων προήλθαν από κοινόχρηστα τμήματα των ως άνω παρακείμενων οδών, τα οποία κατέλαβαν παράνομα, και, τέλος, (εκθέτει ο ενάγων) ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα αποτελούν κοινόχρηστους χώρους που τού ανήκουν κατά κυριότητα, καθόσον είναι τμήματα οδών που χρησιμοποιούνται από τους κατοίκους της περιοχής και διερχόμενους και η παρούσα γενεά ανθρώπων και η προηγούμενη, καθεμιάς γενιάς εκτεινομένης σε σαράντα έτη, δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση από αυτή που υφίσταται σήμερα ότι δηλαδή τα παραπάνω εδαφικά τμήματα από τον παρελθόντα αιώνα ανήκουν στον ενάγοντα Δήμο, και ουδείς έχει αμφισβητήσει το δικαίωμά του επ` αυτών. Με βάση το ιστορικό αυτό ο αναιρεσείων ζήτησε α) να αναγνωριστεί κύριος των επιδίκων εδαφικών τμημάτων και να απαγορευτεί στην πρώτη εναγομένη κάθε μελλοντική διατάραξη της κυριότητάς του επί των τριών αυτών εδαφικών τμημάτων, β)να αναγνωριστεί ότι η πρώτη εναγομένη, μετά τη μεταβίβαση τμήματος του οικοπέδου της εμβαδού 487,83 τ.μ. στον δεύτερο εναγόμενο, είναι κυρία του περιγραφομένου οικοπέδου εμβαδού 1496,07 τ.μ., και γ)να ακυρωθούν οι αναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις (η υπ`αριθμ. .../2007 διορθωτική πράξη αποδοχής κληρονομιών, το υπ` αριθμ. .../1999 συμβόλαιο γονικής παροχής και η υπ` αριθμ. .../2007 διορθωτική πράξη του ως άνω συμβολαίου γονικής παροχής), με τις οποίες το οικόπεδο της α`εναγομένης φέρεται ότι έχει μεγαλύτερη έκταση από την πραγματική, περιλαμβάνοντας και τα καταληφθέντα, κατά την αγωγή, ως άνω επίδικα τμήματα.

IV. Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή του αναιρεσείοντος Δήμου κατά το αίτημα της να αναγνωρισθεί ο αναιρεσείων κύριος των επίδικων τριών εδαφικών τμημάτων, ως τμημάτων των αναφερόμενων κοινοχρήστων οδών, είναι αόριστη, αφού ο αναιρεσείων, επιχειρώντας να θεμελιώσει τον κοινόχρηστο χαρακτήρα των επιδίκων στον ειρημένο θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (vetustas) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, δεν αναφέρει ότι η κοινοχρησία των επιδίκων είχε διαρκέσει δύο συνεχόμενες γενεές (ογδόντα έτη) μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23- 2-1946), στοιχείο απαραίτητο, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη, για την απόκτηση της ιδιότητας του κοινοχρήστου, αφού από την εισαγωγή του ΑΚ δεν αναγνωρίζεται ο ανωτέρω θεσμός, επικαλούμενος απλώς, όπως σαφώς προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, ότι η κοινοχρησία των επιδίκων έχει διαρκέσει επί δύο γενεές μέχρι την άσκηση της αγωγής. Επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αόριστη την αγωγή κατά την ανωτέρω βάση της δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1, αφού πρόκειται για νομική αοριστία, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο και υπό την επίκληση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεώς του. Ομοίως η αγωγή κατά το ανωτέρω αίτημά της δεν μπορεί να θεμελιωθεί στις ειρημένες διατάξεις του άρθρου 28 του ν.1337/1983, αφού δεν αναφέρει τα κατά νόμον, κατά τις διατάξεις δηλαδή αυτές, ως άνω στοιχεία, ότι δηλαδή τα επίδικα εδαφικά τμήματα ήταν ιδιωτικά και είχαν καταστεί κοινόχρηστα με τη θέληση των ιδιοκτητών τους ή με την ανοχή τους, και το Εφετείο που έκρινε ομοίως και απέρριψε και κατά τούτο την αγωγή ως αόριστη δεν υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και είναι αβάσιμα τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον τέταρτο κατά το νοηματικό του περιεχόμενο, από τη διάταξη αυτή (όχι και από τους αρ.17, 19 και 20 του ίδιου άρθρου), λόγο της αιτήσεώς του.
Περαιτέρω, μετά την απόρριψη της αγωγής κατά το αίτημά της να αναγνωρισθεί ο αναιρεσείων κύριος των επίδικων εδαφικών τμημάτων, ο τελευταίος δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον, υπό την προεκτεθείσα έννοια, να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη είναι κυρία ακινήτου εμβαδού 1496,07 τ.μ. και όχι εμβαδού 2018,48 τ.μ., όπως αυτή ισχυρίζεται, βάσει των προαναφερθέντων τροποποιητικών συμβολαίων, το οποίο άλλωστε (έννομο συμφέρον) ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει στην αγωγή του, όπως από αυτήν προκύπτει. Επομένως η αγωγή ήταν κατά το αίτημα αυτό μη νόμιμη, μη συντρεχόντων των όρων του άρθρου 70 του ΚΠολΔ, και το Εφετείο που την απέρριψε δεν παραβίασε τη διάταξη αυτή, όπως επίσης αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι από τους αρ. 8 και 20), λόγο της αιτήσεώς του. Η αγωγή του αναιρεσείοντος δεν είναι νόμιμη επίσης και ως προς το αίτημά της να αναγνωριστούν άκυρα τα μνημονευόμενα υπ`αριθμ..../2007, .../1999 και .../2007 συμπληρωματικά και διορθωτικά συμβόλαια με τα οποία φέρονται κατ`αυτήν (αγωγή) τα επίδικα τμήματα ως ανήκοντα στην ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσίβλητης, αφού σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη η τυχόν μεταβίβαση ακινήτου παρά μη κυρίου δεν επάγεται καθ` εαυτήν την ακυρότητα του μεταβιβαστικού συμβολαίου. Επομένως ορθώς το Εφετείο απέρριψε και το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος, και είναι επίσης αβάσιμα τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον πέμπτο, σκέλος δεύτερο, από τον αρ. 1 (όχι 8) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου.

V. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καθώς και ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ.20 του ίδιου άρθρου για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας προϋποθέτουν την εξέταση της υποθέσεως κατ` ουσίαν και δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής όταν το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη. Επομένως οι τρίτος, από τον αρ. 11 (όχι και 8), και ο πέμπτος, σκέλος πρώτο, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζεται, αντιστοίχως, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων σχετικά με την κυριότητα της πρώτης από αυτούς επί του ειρημένου ακινήτου των 1496,07 τ.μ. και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προαναφερθέντων συμβολαίων, είναι απαράδεκτοι.

VI. Κατ`ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ`ουσίαν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-10-2012 αίτηση του Δήμου ... Αττικής για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1708/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis