Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Υπαγωγή του μικρεμπόρου στην προστασία του ν. 3869/ 2010.

ΕΘΝΙΚΗ  ΣΧΟΛΗ  ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ  ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ.

Εισήγηση της κ. Ιουλίας Αργυροπούλου, Εφέτη Θεσσαλονίκης, 4- 11- 2015.  ΠΗΓΗ.

Εισαγωγικά.
Το κενό της ανυπαρξίας συλλογικής διαδικασίας για τα φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν την εμπορική ιδιότητα και τελούν σε αδυναμία πληρωμών γενική και μόνιμη, ήρθε να καλύψει ο ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του οποίου, στην υπόψη διαδικασία υπάγονται φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα.

Και ενώ, λογικά, η πτώχευση μπορεί να αφορά κάθε αφερέγγυο πρόσωπο, ορισμένες δε έννομες τάξεις επεκτείνουν πράγματι την πτωχευτική ικανότητα σε οποιονδήποτε οφειλέτη, και το ζήτημα των περιπτώσεων αδυναμίας πληρωμών φυσικών προσώπων, χωρίς ή με επουσιώδη αυτοδύναμη οικονομική δραστηριότητα, υπάγεται στις διατάξεις του πτωχευτικού δικαίου (βλ. Σπ. Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο και Δίκαιο ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ. 2012, σελ. 508), ο εμπορικός μας νόμος προβλέπει πτωχευτική ικανότητα μόνο των εμπόρων φυσικών και νομικών προσώπων. Εξάλλου, και το νέο Πτωχευτικό Δίκαιο κράτησε τόσο την πτώχευση όσο και την προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης για τους εμπόρους, με μόνη εξαίρεση τις ενώσεις προσώπων με νομική  προσωπικότητα  που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό (συνεπώς  όχι
υποχρεωτικά εμπορικό), εξαίρεση η οποία ελάχιστα απομειώνει τη σημασία της εμπορικής ιδιότητας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός οτι οι κίνδυνοι και οι επιπτώσεις από την αφερεγγυότητα ενός εμπόρου, από τη δυσμενή δηλαδή οικονομική   κατάσταση   ενός   εμπόρου,   η   οποία   μπορεί   να   οφείλεται   σε ποικίλους παράγοντες, όπως π.χ. η γενικότερη οικονομική κρίση, η απώλεια ενός   σημαντικού   πελάτη,   η   αύξηση   του   κόστους   των   πρώτων   υλών,   η αύξηση στις τιμές των τραπεζικών επιτοκίων, η μείωση της ζήτησης για τα συγκεκριμένα   προϊόντα   ή   υπηρεσίες,   η   απώλεια   μεριδίου   αγοράς,   η ανεπάρκεια της διαχείρισης ή της κεφαλαιοδότησης ή της οργάνωσης της επιχείρησης, η ανεπάρκεια του χρησιμοποιούμενου  know how , οι ατυχίες, οι καταστροφές   κ.λπ.,   είναι   σοβαρότερες   και   εντονότερες   από   ό,τι   όταν πρόκειται για κάποιον μη έμπορο, αφού π.χ. η μη είσπραξη των οφειλομένων μπορεί να διαταράξει την εμπιστοσύνη στην αγορά, να καταστήσει αδύνατη την ικανοποίηση εκ μέρους του δανειστή των δικών του δανειστών και να δημιουργήσει πρόβλημα σε πολλούς άλλους, όπως εργαζομένους κ.λπ. Με βάση τα παραπάνω, όλα τα φυσικά πρόσωπα πλέον μπορούν να υπαχθούν σε   κάποια   συλλογική   διαδικασία  :   Οι   μεν   έμποροι   στη   διαδικασία   της  εξυγίανσης πριν κηρυχθεί η πτώχευσή τους, κατ' άρθρα 99 επόμ. του ΠτΚ, ή μέσω   της   επικύρωσης   σχεδίου   αναδιοργάνωσης   μετά   την   κήρυξη   της πτώχευσης,   κατ'   άρθρα   107   επόμ.   του   ΠτΚ   και   επί   αποτυχίας   των ρυθμιστικών αυτών προσπαθειών και συνέχισης της πτωχευτικής διαδικασίας παρέχεται εντέλει στον πτωχεύσαντα η δυνατότητα της αποκατάστασής του με δικαστική απόφαση μετά την πάροδο δεκαετίας από την κήρυξη της πτώχευσής του, της κήρυξής του ως συγγνωστού και της εν μέρει ή εν όλω απαλλαγής   του,   επιπρόσθετα,   από   το   υπόλοιπο   των   απαιτήσεων   των πιστωτών, που δεν ικανοποιήθηκαν από την πτωχευτική περιουσία (άρθρο 170 παρ. 5 του ΠτΚ), οι δε μη έμποροι στη διαδικασία του ν. 3869/2010.  ́Οποιος δεν έχει τη μία διαδικασία θα έχει υποχρεωτικά την άλλη (Ε. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδ. 2010, σελ. 64-65, 412). 
Πτωχευτική ικανότητα.

Πτωχευτική ικανότητα, κατά τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ, έχουν   οι έμποροι, καθώς και οι ενώσεις προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό. Την εμπορική, εξάλλου, ιδιότητα, με την οποία το εμπορικό δίκαιο συνδέει πολλές συνέπειες,
αποκτά το φυσικό πρόσωπο :
α) είτε κατά το ουσιαστικό σύστημα, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ, που ορίζει ότι "έμποροι είναι όσοι μετέρχονται πράξεις εμπορικάς και κύριον επάγγελμα   έχουν   την   εμπορίαν",   όταν   δηλαδή,   το   φυσικό   πρόσωπο,   που ενδιαφέρει   εν   προκειμένω,   επιδιώκοντας   να   αποκομίσει   κέρδος   ο   ίδιος προσωπικώς, επιχειρεί κατά σύνηθες (και όχι “κύριο”, σύμφωνα με την ορθή απόδοση του γαλλικού κειμένου του άρθρου 1 του  code de commerce) επάγγελμα   εμπορικές   πράξεις   στο   δικό   του   όνομα   και   για   δικό   του λογαριασμό, οι πράξεις δε αυτές ορίζονται στα άρθρα 2, 3 και 8 του β.δ. της 2/14.5.1835 "περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων" και σε άλλες ειδικές διατάξεις (π.χ. ανάληψη υποχρέωσης από επιταγή, σύμβαση τραπεζικής ενέγγυας   πίστωσης,   χρηματιστηριακές   συναλλαγές,   πράξεις   πρωτότυπα εμπορικές του θαλάσσιου εμπορίου, συναλλάγματα που αφορούν τη ναυτική εμπορία   (ΟλΑΠ   5/1996,   ΑΠ   768/2014,   ΑΠ   916/2012,   Σπ.   Ψυχομάνη, Εμπορικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, έκδ. 2004, σελ. 225-230), καθώς και εκείνες που εθιμικά, διασταλτικά ή αναλογικά εντάχθηκαν στις παραπάνω κατηγορίες (Γ. Τριανταφυλλάκης – Γ. Γκρίτζαλης, Εφαρμογές Εμπορικού Δικαίου, 3Α, 2007,   σελ.   14,   Κ.   Παμπούκη-   Π.   Παπαδρόσου/  Αρχανιωτάκη,   Εμπορικό δίκαιο – Εισαγωγή, Θεμελιώδεις  ́Εννοιες, έκδ. 2001, σελ. 119), β)   είτε   κατά   το   τυπικό   σύστημα,   όπου   ο   νομοθέτης   έκρινε   σκόπιμο   να εφαρμόσει το εμπορικό δίκαιο σε ορισμένα πρόσωπα π.χ. χρηματιστές, που χαρακτηρίζει εμπόρους χωρίς άλλες προϋποθέσεις (Γ. Τριανταφυλλάκης – Γ. Γκρίτζαλης, ό.π., σελ. 81).
Εξάλλου, κριτήρια της εμπορικότητας των πράξεων έχουν ορισθεί πολλά, όπως :
1) Η ριψοκίνδυνη, υπό την έννοια του εμπορικού κινδύνου (αβεβαιότητα) απώλειας κέρδους ή επέλευσης ζημίας, “διαμεσολάβησης” στην κυκλοφορία των οικονομικών αγαθών, στην παροχή υπηρεσιών, στην κατανομή των κινδύνων, στην πίστη (Σπ. Ψυχομάνη, Εμπορικό Δίκαιο, Γενικό μέρος, έκδ. 2004,   σελ.   11).  Bέβαια   η   διαμεσολάβηση,   όσο   ευρεία   έννοια   και   αν προσλάβει, δεν καλύπτει ολόκληρο το φάσμα της εμπορικής δραστηριότητας,  ενώ το ριψοκίνδυνο ενυπάρχει, με περισσότερη ή λιγότερη ένταση, σε κάθε οικονομική   δραστηριότητα   και   όχι   μόνο   στην   εμπορική   (Κ.   Παμπούκη, ΕπισκΕμπΔ 2003, σελ. 194).
2) Η απλή διαμεσολάβηση, η οποία εκδηλώνεται ιδίως με την ανάληψη τουφορετικά εκείνος που παρανομεί θα ήταν σε καλύτερη μοίρα από εκείνον που ενεργεί νόμιμα, αφού θ' απέφευγε τις βαρειές συνέπειες της εμπορικότητας, ωστόσο,   δεν   μπορεί   να   επικαλεσθεί   την   εμπορική   του   ιδιότητα επωφελούμενος από τις ευνοϊκές συνέπειες αυτής, διότι τότε το δίκαιο θα έθαλπε   αυτό   που   έχει   αποστολή   να   καταπολεμά   (Κ.   Παμπούκης   –   Π. Παπαδρόμου/Αρχανιωτάκη, ό.π., σελ. 118-119), γ) άσκηση εμπορίας από πτωχό, διότι ο οφειλέτης δεν χάνει την ικανότητα να είναι έμπορος και η πτώχευσή του δεν αποκλείει την έναρξη νέας εμπορικής δραστηριότητας (Ε. Περάκης, Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδ. 2010, σελ. 144).
Στο   σημείο   αυτό   να   τονίσουμε   οτι   πρέπει   να   διακρίνουμε   μεταξύ   του εμπορικού   χαρακτήρα   της   πράξης   και   της   κτήσης   ή   μη   της   εμπορικής ιδιότητας.   Επομένως,   στις   ρυθμίσεις   του   ν.   3869/2010   υπάγονται   και οφειλέτες που, μολονότι έχουν ενεργήσει μία αντικειμενικά εμπορική πράξη, εντούτοις δεν αποκτούν την ιδιότητα του εμπόρου. Τη νομολογία μας, ως προς την εμπορική ιδιότητα, έχουν απασχολήσει ιδιαίτερα και τα εξής ζητήματα :
i) Της εγγύησης, η οποία καταρχήν αποτελεί αστική πράξη, αφού παρέχεται χαριστικά για εξυπηρέτηση ξένου συμφέροντος. Αν όμως, αυτή δίνεται από τον εγγυητή κατ’ εκμετάλλευση της πίστης που παρέχει το όνομά του και η οικονομική  του  επιφάνεια,   με  την  είσπραξη  απ’  αυτόν  αμοιβής   ή  άλλης χρηματικής ωφέλειας ή με οποιοδήποτε άλλο, άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος, που αντλείται από το λόγο για τον οποίο δόθηκε η εγγύηση και με την ανάληψη του σχετικού κινδύνου, τότε αυτή είναι εμπορική πράξη για τον εγγυητή και, μάλιστα, ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα της κύριαςοφειλής   ή   της   εμπορικής   ιδιότητας   του   εγγυητή,   δηλαδή,   αντικειμενικά εμπορική πράξη, κατ’ αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 β.δ/τος   2/14-5-1835   “περί   αρμοδιότητας   των   εμποροδικείων”,   διότι συντρέχουν τα προσδιοριστικά στοιχεία της εξ αντικειμένου εμπορικότητας, δηλαδή η διαμεσολάβηση στην παροχή πίστης με την ανάληψη του κινδύνου, προς το σκοπό απόλαυσης οικονομικού οφέλους. Επομένως, η κατά σύνηθες
επάγγελμα παροχή τέτοιων εγγυήσεων προσδίδει σ’ αυτόν που τις παρέχει, κατά την έννοια του άρθρου 1 ΕμπΝ, την ιδιότητα του εμπόρου (ΟλομΑΠ 1513/1980,     ΑΠ   1692/1998,   ΑΠ   48/1996,   ΕφΘεσ   1903/2003,   ΕφΙωαν 73/2003),   συνεπώς   και   πτωχευτική   ικανότητα.   Η  μεμονωμένη,   συνεπώς, παροχή εγγύησης, έστω και με την κτήση ή προσδοκία κτήσης οφέλους, δεν αρκεί για να προσδώσει στον εγγυητή την ιδιότητα του εμπόρου, αλλά θα πρέπει αυτή  να είναι συστηματική και κατά σύνηθες επάγγελμα.
ii) Του εταίρου και διαχειριστή Ε.Π.Ε., ο οποίος δεν γίνεται έμπορος, έστω και αν κατέχει το μεγαλύτερο μέρος ή και το σύνολο των εταιρικών μεριδίων και μπορεί έτσι να επιδρά στην οικονομική της ζωή, αφού το μεν περιστατικό αυτό δεν συνιστά αντικειμενικώς εμπορική πράξη, οι δε εμπορικές πράξεις που επιχειρεί ως διαχειριστής ενεργούνται όχι στο δικό του όνομα αλλά στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας (ΟλΑΠ 5/1996, ΑΠ 330/2010, ΑΠ 905/2010),
iii ) Της ευθύνης και της εμπορικής ιδιότητας του εταίρου που κατέχει το σύνολο των εταιρικών μεριδίων της Ε.Π.Ε. ή το σύνολο των μετοχών μιας Α.Ε. βάσει της θεωρίας περί άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, όταν   πληρούνται   οι   αυστηρές   προϋποθέσεις   που   τίθενται.   Η   αρχή   της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρίας έναντι   των   μετόχων   ή   των   εταίρων   υποχωρεί   όταν   η   επίκληση   της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο   προς   τους   κανόνες   της   καλής   πίστης,   δηλαδή   όταν   γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας, η οποία εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί την νομική προσωπικότητα της εταιρίας για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να   προκαλέσει   δολίως   ζημία   σε   τρίτον   ή   για   να   αποφύγει   εκπλήρωση υποχρεώσεών του (ΑΠ 149/2013, ΑΠ 689/2013). 
ΣΥΝΑΦΩΣ   με   τα   παραπάνω   υπό   στοιχ.  i,  ii,  iii,   ένας   συναλλακτικά έμπειρος εταίρος ή και μέλος της διοίκησης της δανειολήπτριας επιχείρησης, ο οποίος παρέχει εγγύηση, γνωρίζοντας τις δυνατότητες πληρωμής της πρωτοφειλέτιδος και τον κίνδυνο που αναλαμβάνει, προσδοκά συνήθως, σε αντιστάθμισμα του κινδύνου αυτού, και δικό του οικονομικό όφελος από την ευόδωση των εργασιών της (ΕφΘεσ 317/2009, ΔΕΕ 2009, 819), για την κατάφαση όμως της εμπορικής του ιδιότητας και της εντεύθεν πτωχευτικής του ικανότητας θα πρέπει είτε να υπάρχει συχνή επανάληψη των πράξεων παροχής   εγγύησης,   εντασσόμενη   στο   πλαίσιο   συστηματικής   επιδίωξης αποκομιδής ατομικού οφέλους του εγγυητή από τη θετική επίδραση των πράξεων αυτών στην πιστοληπτική ικανότητα της υπέρ ης επιχείρησης είτε να   υπάρχει   μεθοδευμένη   προσπάθεια   του   εγγυητή   για   καταχρηστική εκμετάλλευση  της   αυτοτέλειας   του  νομικού  προσώπου  υπέρ του  οποίου αυτός εγγυάται σε βάρος των δανειστών του νομικού προσώπου (Γ. Δέλλιου, ΕπισκΕμπΔ 2014, σελ. 13 επόμ.).
Περαιτέρω,   συναφώς   με   τα   παραπάνω   υπό   στοιχ. i ,   θα   πρέπει   να διακρίνουμε   τις   περιπτώσεις   άξιας   προστασίας,   τις   περιπτώσεις   δηλαδή όπου η εγγύηση για τα εμπορικά χρέη του πρωτοφειλέτη παρέχεται από στενό συγγενή αυτού. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις αυτές, όπου επιδρούν διαβρωτικά στη δικαιοπρακτική αυτοδιάθεση του συγγενούς εγγυητή αφενός μεν   η   έλλειψη   πληροφόρησης,   λόγω   της   περιορισμένης   διάθεσης αναζήτησής της, αναφορικά με τα επενδυτικά σχέδια του δανειολήπτη, την αξία των εξασφαλίσεων, που αυτός είναι σε θέση να προσφέρει, και τις προοπτικές αποπληρωμής του δανείου εκ μέρους του, αφετέρου δε ο ηθικός εγκλωβισμός αυτού, ο οποίος γνωρίζει οτι η άρνησή του παροχής εγγύησης συνέπεια θα έχει τη ματαίωση χορήγησης του δανείου και την οικονομική καταστροφή του πατέρα ή συζύγου ή αδελφού, θα πρέπει ν' απαιτούμε συχνή επανάληψη παροχής της εγγύησης για να του προσδώσουμε την εμπορική ιδιότητα και να τον αποκλείσουμε από τις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010 (Γ. Δέλλιος, ΕπισκΕμπΔ 2014, σελ. 17 επόμ.).
Οι “μικρέμποροι”

Η επιστήμη και η νομολογία μας βλέπουν πως είναι άδικο να υποβάλλουν στις συνέπειες της εμπορικότητας τον μικρέμπορο. Για την κατηγορία των “μικρεμπόρων” δεν συναντούμε καμία ρύθμιση στο δίκαιό μας. Μόνο το Σχέδιο του Εμπορικού Κώδικα στο άρθρο 3 παρ. 2 όριζε σχετικά οτι : “δεν είναι   έμπορος   όποιος   ασκεί   επαγγελματικά   εμπορική   δραστηριότητα   ή επιχείρηση,   εφόσον   έχουν   περιορισμένη   σημασία   και   το   εισόδημα εμφανίζεται ως αμοιβή σωματικής καταπόνησης”. Το Σχέδιο επομένως είχε υιοθετήσει την άποψη οτι η περιορισμένη σε έκταση εμπορία δεν κάνει έμπορο το πρόσωπο που την ασκεί. Είχε υιοθετήσει επίσης σαν κριτήριο τη φύση του εισοδήματος που πετυχαίνει το πρόσωπο αυτό. Αντίθετα ορισμένες ξένες νομοθεσίες περιέχουν ειδικές διατάξεις, με τις οποίες οι μικρέμποροι εξαιρούνται από ορισμένες συνέπειες της εμπορικής ιδιότητας.  ́Ετσι ο ΙταλΑΚ κάνει   λόγο   για   μικροεπιχειρηματίες   στους   οποίους   περιλαμβάνονται   οι μικρέμποροι, οι οποίοι απαλλάσσονται από την υποχρέωση εγγραφής στο Μητρώο   των   επιχειρήσεων,   της   τήρησης   εμπορικών   βιβλίων   και   δεν υπόκεινται σε πτώχευση. Αλλά και ο Γερμανικός εμπορικός κώδικας, πριν από την τροποποίησή του από 1-7-1998, προέβλεπε την κατηγορία των μικρεμπόρων,   που   ήταν   πρόσωπα   που   ασκούσαν   κάποια   από   τις δραστηριότητες   που   συγκέντρωναν   τα   χαρακτηριστικά   της   εμπορικής δραστηριότητας, δηλαδή δεν αποτελούσαν ελεύθερο επάγγελμα, η παροχή τους δεν είχε προεχόντως καλλιτεχνικό ή επιστημονικό κ.λπ. χαρακτήρα, και συνέτρεχαν τα στοιχεία της ανεξαρτησίας, της πρόθεσης διάρκειας (ώστε μία ευκαιριακή δραστηριότητα να μην αρκεί), του ανταποδοτικού χαρακτήρα ή της πρόθεσης   επίτευξης   κέρδους.   Ωστόσο,   ο   μικρέμπορος   ασκούσε   τη δραστηριότητα αυτή σε έκταση που δεν απαιτούσε επαγγελματική δράση οργανωμένη,   όπως   συνηθίζεται   στο   εμπόριο   και   για   το   λόγο   αυτό   δεν μπορούσαν ν' αναγνωρισθούν πλήρως ως έμποροι, και αυτό σήμαινε οτι υπάγονταν μόνον εν μέρει στις διατάξεις του εμπορικού δικαίου.  ́Ηδη με την τροποποίηση του γερμανικού εμπορικού κώδικα, αφενός μεν καταργήθηκε ο κατάλογος   των   εμπορικών   δραστηριοτήτων,   ενοποιήθηκαν   και απλοποιήθηκαν   τα   κριτήρια   που   αποφασίζουν   για   την   απόκτηση   της εμπορικής ιδιότητας και εισήχθη η γενική ρήτρα σύμφωνα με την οποία “εμπορική δραστηριότητα είναι κάθε δραστηριότητα, εκτός αν το είδος ή η έκταση της επιχείρησης δεν απαιτεί επαγγελματική δράση οργανωμένη όπως συνηθίζεται   στο   εμπόριο”,   και   δημιουργήθηκε   νέα   κατηγορία   δυνητικού εμπόρου, δηλαδή του προσώπου, η επιχείρηση του οποίου ανεξάρτητα από το αντικείμενό της, δεν απαιτεί λόγω της έκτασής της οργάνωση από αυτή που συνηθίζεται στο εμπόριο και έχει τη διακριτική ευχέρεια να καταχωρίσει την επωνυμία της στο μητρώο και να υπαχθεί έτσι χωρίς περιορισμούς στο εμπορικό  status.  
Για   την   έννοια   και   τις   προϋποθέσεις   χαρακτηρισμού   κάποιου   ως μικρεμπόρου   έχουν   διατυπωθεί   από   την   επιστήμη   και   τη   νομολογία   οι απόψεις :
α) Οτι μικρέμπορος είναι το πρόσωπο που διενεργεί εμπορικές πράξεις κατά σύνηθες επάγγελμα, ωστόσο, η δράση του αυτή δεν είναι κερδοσκοπική αλλά συνίσταται κατά κύριο λόγο σε προσωπικό μόχθο του επαγγελματία, έτσι ώστε το εισόδημά του ν' αποτελεί αμοιβή της καταπόνησης αυτής και όχι επιχειρηματικό κέρδος (Ε. Περάκης, Γενικό Μέρος του Εμπορικού Δικαίου, έκδ. 2011, σελ. 121).
β) Οτι, εφόσον, με βάση τα προαναφερθέντα κριτήρια εμπορικότητας, η εμπορικότητα γενικά χαρακτηρίζει την οικονομική εκείνη δράση, που έχει οικονομική βαρύτητα τέτοια, ώστε να δικαιολογεί την προσοχή του δικαίου και την πρόβλεψη ειδικών ρυθμίσεων ή την πρόσδοση ειδικών συνεπειών στη δράση αυτή (Ε. Περάκης, Γενικό Μέρος του Εμπορικού δικαίου, έκδ. 2011, σελ. 6-19), το εμπορικό δίκαιο φαίνεται να κατευθύνεται στη ρύθμιση της οικονομικά ουσιώδους συμπεριφοράς για το κοινωνικό σύνολο. Επομένως, η εφαρμογή   των   κανόνων   του   εμπορικού   δικαίου   σε   περιπτώσεις συμπεριφορών   ήσσονος   οικονομικής   σημασίας   δεν   μπορεί   να   είναι   η τελολογικά ενδεικνυόμενη. Αφού λοιπόν ανήκει στους σκοπούς του εμπορικού νόμου η ρύθμιση μόνον του οικονομικά ουσιώδους, ο μικρέμπορος, ο οποίος   διενεργεί   εμπορικές   πράξεις   κατ'   επάγγελμα   χωρίς κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο και σημασία, πρέπει ν' αποκλεισθεί από τις σχετικές   συνέπειες   της   εμπορικής   ιδιότητας   λόγω   της   οικονομικά επουσιώδους   επαγγελματικής   του   δράσης   (Σπ.   Ψυχομάνης,   Εμπορικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, έκδ. 2004, σελ. 245-246, Ν. Ρόκας, Στοιχεία Εμπορικού Δικαίου, έκδ. 1998, σελ. 27, Θ. Λιακόπουλος, Γενικό Εμπορικό Δίκαιο, έκδ. 1998, σελ. 233, Κ. Καραβάς, Εγχειρίδιο Εμπορικού Δικαίου, 1959, τ. 1, σελ. 47, ΑΠ 947/1995, δημοσ. ΝΟΜΟΣ).
γ) Οτι “ένα πρόσωπο δεν γίνεται έμπορος αν το εισόδημά του είναι προϊόν, κύρια, του μόχθου του δικού του ή και των μελών της οικογένειάς του”, και έτσι οριοθετείται “σωστά και δίκαια το εμπορικό δίκαιο, αφήνοντας έξω από τη σκληρότητά του αυτούς που στην ουσία είναι ελεύθεροι εργάτες ή που
αυτοαπασχολούνται... αυτούς που μέσα στη χρόνια κρίση της οικονομίας ψάχνουν να βρουν και να δώσουν δουλειά στον εαυτό τους και στους δικούς τους” (Κ. Παμπούκη – Π. Παπαδρόσου/Αρχανιωτάκη, Εμπορικό Δίκαιο –Εισαγωγή, Θεμελιώδεις  ́Εννοιες, έκδ. 2001, σελ. 48 επόμ.), και, ακόμη και αν χρησιμοποιεί κάποιο προσωπικό, αρκεί να συντρέχει μία προϋπόθεση: αρκεί το εύρος της δουλειάς του να είναι τόσο που να μην του αφήνει εισόδημα αν δεν δουλέψει ο ίδιος ή και τα μέλη της οικογένειάς του (Κ. Παμπούκη, Εισηγήσεις Εμπορικού Δικαίου, έκδ. 1990, σελ. 54-55).
δ) Οτι μικρέμπορος είναι το πρόσωπο εκείνο που κατά σύνηθες επάγγελμα ασκεί εμπορικές πράξεις, αλλά το κέρδος του από αυτή τη δραστηριότητα, λόγω του είδους και της έκτασής της, εμφανίζεται σαν αμοιβή της σωματικής του   καταπόνησης   ή   των   μελών   της   οικογένειάς   του,   ενώ   στοιχεία   που μπορούν να βοηθήσουν στη διαπίστωση του είδους και της έκτασης της δραστηριότητας   είναι:   ο   αριθμός   των   εργασιών,   ο   τρόπος   δράσης,   το κεφάλαιο που χρησιμοποιείται, η συχνότητα εκτέλεσης εργασιών, η χρήση πιστώσεων, η χρησιμοποίηση ξένων εργατικών χεριών κ.λπ. (Ε. Σκαλίδης, Εμπορικό Δίκαιο, έκδ. 1987, σελ. 143-146).
ε) Οτι κρίσιμο στοιχείο για τον χαρακτηρισμό κάποιου ως μικρέμπορου είναι το αντάλλαγμα από την κατ' επάγγελμα διενέργεια εμπορικών πράξεων να έχει χαρακτήρα, αποκλειστικά ή κύρια, αμοιβής σωματικής καταπόνησης (Λ. Γεωργακόπουλος, Εγχειρ. Εμπορικού Δικαίου, τόμ. 1, έκδ. 1995, σελ. 79).
Είναι έμπορος ο μικρέμπορος;

Δεν υπάρχει ομοφωνία στην επιστήμη και τη νομολογία ως προς το αν ο μικρέμπορος είναι ή όχι έμπορος (Ε. Περάκης, Γενικό μέρος του εμπορικού δικαίου, έκδ. 2011, σελ. 121). Κατά μία άποψη ο μικρέμπορος δεν είναι έμπορος, μολονότι διενεργεί εμπορικές   πράξεις   (Κ.   Καραβάς,   ό.π.,   σελ.   47,  Α.  Τσιριντάνης,   Στοιχεία Εμπορικού δικαίου, τ. Α ́, σελ. 97, Λ. Γεωργακόπουλος, ό.π., σελ. 79, Κ. Παμπούκη – Παπαδρόσου/Αρχανιωτάκη, ό.π., 2001, σελ. 120, Ν. Ρόκας, ό.π.,   σελ.   97,   Ι.   Ρόκας,   ΕΕμπΔ   1982,   σελ.   206,   Τριανταφυλλάκης   – Γκρίτζαλης, Εφαρμογές, 3Α, 2007, σελ. 113). Τούτο συμβαίνει για λόγους σκοπιμότητας,   αφού,   όπως   εκθέτει   ο  Αναστασιάδης   (Ελληνικό   Εμπορικό Δίκαιο,   1949,   σελ.   80):   ”Θα   ήτο   εντελώς   άσκοπον   να   θεωρηθώσι   τα πρόσωπα αυτά ως έμποροι, αφού η εργασία αυτών είναι περιωρισμένης σημασίας και τα υπ' αυτών διατιθέμενα κεφάλαια άνευ σπουδαιότητος”, (βλ. Ε. Περάκη, Γενικό Μέρος του Εμπορικού Δικαίου, έκδ. 2011, σελ. 121-122). Κατά τη γνώμη αυτή, αφού η δράση που ασκείται σε περιορισμένη έκταση, στερείται του χαρακτηριστικού της εμπορικότητας, δεν είναι εμπορική και, συνεπώς, δεν καθιστά έμπορο αυτόν που την ασκεί. Και αυτό αντιστοιχεί τέλεια στην κοινωνική θέση του προσώπου αυτού, θέση που ασφαλώς δεν ανήκει στην τάξη των εμπόρων και των βιομηχάνων. Η έκταση, εξάλλου, της εμπορίας είναι μία έννοια ποσοτική και καλείται να θεμελιώσει μία ποιοτική διάκριση, να ξεχωρίσει δηλαδή το πρόσωπο που είναι έμπορος από εκείνο που δεν είναι. Και φυσικά η έννοια αυτή δεν μπορεί να δώσει ακριβείς λύσεις. Η   προσφυγή   στα   κριτήρια   της   επένδυσης   ή   μη   κεφαλαίων   από   τον συγκεκριμένο επαγγελματία σε έκταση αξιόλογη από τα οποία να αναμένει κέρδη, και της φύσης του εισοδήματός του ως επιχειρηματικού κέρδους ή ως προϊόντος του προσωπικού του μόχθου ή των μελών της οικογένειάς του κρίνεται από τη θεωρία και τη νομολογία πρόσφορη (Ε. Περάκη, Γενικό Μέρος του Εμπορικού Δικαίου, έκδ. 2011, σελ. 121-122, Κ. Παμπούκη -Παπαδρόσου/Αρχανιωτάκη, ό.π., 2001, σελ. 119-122). Κατ' άλλη άποψη, επηρεασμένη από το γερμανικό, πριν από την τελευταία τροποποίησή   του,   και   το   ιταλικό   εμπορικό   δίκαιο,   ο   μικρέμπορος   είναι έμπορος, διότι αντίθετη λύση θ' αποτελούσε κατασκευή  contra legem, από τη στιγμή που διενεργούνται κατ' επάγγελμα εμπορικές πράξεις και ο νόμος δεν διακρίνει, ωστόσο, λόγω της συνδρομής των παραπάνω περιστατικών δεν θα πρέπει   να   επέρχονται   όλες   οι   συνέπειες   της   εμπορικότητας   (Δελούκας, Αντικείμενα και υποκείμενα, 1957, σελ. 108, Ε. Σκαλίδης, Εισαγωγη στο ΕμπΔ, σελ. 189, Βελέντζας, Επίτομο ΕμπΔ 2007, σελ. 57), οι οποίες δεν προσδιορίζονται   σαφώς,   αλλά   ενδεικτικά   αναφέρονται   η   τήρηση   των εμπορικών βιβλίων και η πτώχευση. Με την άποψη αυτή σχετικοποιείται η έννοια του εμπόρου, αφού μπορεί να υπάρχει έμπορος ως προς ορισμένες συνέπειες και μη έμπορος ως προς άλλες, δηλαδή υπόκειται ο μικρέμπορος όχι   σε   όλες   τις   συνέπειες   της   εμπορικότητας   αλλά   μόνον   σε   όσες δικαιολογούνται από τη μικρή έκταση της εμπορίας του και τη φύση της δράσης του και δεν δημιουργούν μη ανεκτές υπερβολές (π.χ. υποχρέωση του μικροπωλητή τήρησης εμπορικών βιβλίων), (Ε. Περάκης, Γενικό μέρος του εμπορικού δικαίου, έκδ. 2011, σελ. 121-122, 166).
                                                                        Νομολογία
Kατά   τη   νομολογία,   μικρέμποροι,   και   επομένως   υπαγόμενοι   στο   ν. 3869/2010   λόγω   στέρησης   της   πτωχευτικής   ικανότητας,   θεωρούνται   τα πρόσωπα που διενεργούν εμπορικές πράξεις, κατά το β.δ. της 2/14.5.1835 "περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων", καθώς και άλλες ειδικές διατάξεις, αλλά δεν δραστηριοποιούνται σε ριψοκίνδυνη κερδοσκοπική διαμεσολάβηση, δηλαδή διαμεσολάβηση που γίνεται με κίνδυνο ν' απωλεσθεί το κέρδος ή και να επέλθει ζημία, και κατ' ουσίαν παρέχουν προσωπική εργασία με αντίτιμο κάποια   αμοιβή, άλλως είναι πρόσωπα που ασκούν εμπορικές πράξεις και αποκομίζουν απ' αυτές κέρδος, το οποίο αποτελεί περισσότερο αμοιβή του σωματικού   τους   μόχθου   και   κόπου   και   όχι   αποτέλεσμα   κερδοσκοπικών συνδυασμών και άσκησης δραστηριότητας που ενέχει οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας   (βλ. ΑΠ 947/1995, ΕΕμπΔ 1996, 62, ΕφΑθ 11433/1995, ΔΕΕ 1996,   490,   ΕφΑθ   11982/1989,   ΑρχΝ   1991,   341,   ΕιρΠάρου   1/2015, ΕιρΚουφαλίων 3/2015, ΕιρΠολυκάστρου 84/2014, ΕιρΑμαλιάδας  83/2014, ΕιρΠαμίσου 87/2014 και 2/2011, ΕιρΘεσ 1735/2014, ΕιρΚαλαμάτας 89/2014, ΜονΠρωτΠρέβεζας   48/2013,   ΕιρΚαλύμνου   4/2013,   ΕιρΧανίων   101/2013, ΕιρΚοζάνης 95/2013, ΕιρΚρωπίας 191/2012, ΕιρΕρινέου 2/2012, ΕιρΠατρών 16/2012, ΕιρΑθηνών 360/2012, ΕιρΧανίων 393/2012, ΕιρΑθηνών 5074/2011, ΕιρΘηβών   18/2011,   ΕιρΧαλανδρίου   1/2011,   ΕιρΘεσσαλονίκης   5074/2011, δημοσ. ΝΟΜΟΣ).
Κλείνοντας   θα   ήθελα   να   αναφερθώ   στη   σχέση   των   “μικρών πτωχεύσεων”   με   την   πτώχευση   των   υπερχρεωμένων   φυσικών προσώπων. Η   διάταξη   του   άρθρου   162   του   ΠτΚ   “περί   πτωχεύσεων   μικρού αντικειμένου”   (μικρές   πτωχεύσεις),   αφορούν   σε   μία   απλοποιημένη διαδικασία, η οποία ανταποκρίνεται στην ανάγκη εύκολης πρόσβασης στη διαδικασία   αλλά   και   στη   μέριμνα   για   ταχεία   και   χωρίς   περιττά   κόστη διεκπεραίωσή της. Οι πτωχεύσεις αυτές δεν είναι “μικρές” εκ γενετής αλλά γίνονται   “μικρές”   στην   πορεία,   αφορά   δε   πτωχεύσεις   που   η   αξία   της πτωχευτικής   περιουσίας   είναι   μικρότερη   των   100.000   ευρώ,   η   οποία ανευρίσκεται   με   βάση   την   απογραφή   του   άρθρου   68   του   ΠτΚ,   και   δεν υπάρχει  ακίνητη περιουσία, και σ' αυτήν δεν διορίζεται Επιτροπή πιστωτών και απλοποιείται η διαδικασία επαλήθευσης των πιστώσεων. Ενώ λοιπόν η απλοποιημένη   πτωχευτική   διαδικασία   που   ακολουθείται   στις μικροπτωχεύσεις είναι μία κανονική διαδικασία πτώχευσης, που αποβλέπει στη   συλλογική   ικανοποίηση   των   πιστωτών,   απαλλαγμένη   όμως   από   τις πολυτελείς   διαδικασίες   μιας   κοινής   πτώχευσης,   η   πτώχευση   των υπερχρεωμένων   φυσικών   προσώπων   (“καταναλωτών”,   “νοικοκυριών”) σκοπό  έχει  να αντιμετωπίσει  το  γνωστό  ειδικό  κοινωνικό  πρόβλημα  της υπερχρέωσης   των   νοικοκυριών.  Η  διαδικασία  αυτή  δεν  μεριμνά  για  την ικανοποίηση των πιστωτών ή τη διάσωση της εμπορικής επιχείρησης του οφειλέτη   (τέτοια   δεν   υπάρχει),   αλλά   μεριμνά   για   την   ανακούφιση   των οφειλετών   από   τη   δραματική   κατάσταση,   ατομική   και   οικογενειακή   της υπερχρέωσης, που αφαιρεί τη δυνατότητα της στοιχειώδους επιβίωσης. Είναι βέβαια   αυτονόητο   οτι   η   διαδικασία   αυτή   δεν   πρέπει   να   καταλήγει   σε υπερβολές μετατρεπόμενη σε κίνητρο κατάχρησης. Η καταναλωτική τάση για σημερινή κατανάλωση αλλά αυριανή εξεύρεση των μέσων πληρωμής δεν πρέπει να επιβραβεύεται. Το τέλος της διαδικασίας αυτής συχνά σηματοδοτεί ένα “νέο ξεκίνημα” του οφειλέτη (Ε. Περάκη, ό.π., σελ. 412).    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...