Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Κατάχρηση νομικής προσωπικότητας εταιρίας, αντιπροσώπευση, σύμβαση διαχείρισης πλοίων.

Περίληψη. Κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας των εναγομένων εταιριών από τον τρίτο εναγόμενο, εκπρόσωπο της δεύτερης, αλλά και ουσιαστικό ιδιοκτήτη της πρώτης, προς αποφυγή της εκπλήρωσης, μεταξύ άλλων, και της ένδικης οφειλής. Κατά συνέπεια, η εκ μέρους του επίκληση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου προς αποκλεισμό της ευθύνης του, συνιστά άσκηση των δικαιωμάτων του ως μετόχου τους, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Άρση αυτοτέλειας του νομικού προσώπου των εναγομένων εταιριών. Υφίσταται προσωπική ευθύνη του τρίτου των εναγομένων. Η δεύτερη εναγόμενη εταιρία ενήργησε ως διαχειρίστρια του επίδικου πλοίου, γι αυτό δεν ενέχεται για την εκπλήρωση των επίδικων συμβάσεων.
Διατάξεις: άρθρα 70, 211, 212, 216, 281 ΑΚ.

Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, 195/ 2015, ΕφΑΔ 2015.1115.
Πρόεδρος: Ιω. Αποστολόπουλος, Εφέτης.

[...] Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με την προαναφερθείσα αγωγή της, όπως αυτή εκτιμάται από το Δικαστήριο τούτο, εξέθεσε ότι, κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2011, κατάρτισε με τις εναγόμενες εταιρίες διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, δυνάμει των οποίων παρέδωσε στο υπό παναμαϊκή σημαία πλοίο “H.”, του οποίου πλοιοκτήτρια ήταν η πρώτη των εναγομένων και διαχειρίστρια η δεύτερη των εναγομένων, διάφορα είδη ανταλλακτικών μηχανής πλοίου, τα οποία αναλυτικώς κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή αναφέρονται στα σχετικώς εκδοθέντα πέντε τιμολόγια, το περιεχόμενο των οποίων εκτίθεται στο δικόγραφο της αγωγής, αντί συμφωνηθέντος συνολικού τιμήματος ποσού 62.837,24 ευρώ, καταβλητέου εντός εξήντα ημερών από την έκδοση του πρώτου και του δεύτερου τιμολογίου και εντός ενενήντα ημερών από την έκδοση των λοιπών τιμολογίων, αντιστοίχως. Επίσης, ότι οι εναγόμενες εταιρίες, που έχουν την πραγματική τους έδρα στον Πειραιά, ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων, ελεγχόμενες αμφότερες από τον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος ευθύνεται και ο ίδιος εις ολόκληρον για την καταβολή του ανεξόφλητου υπολοίπου του συμφωνηθέντος με τις ως άνω συμβάσεις τιμήματος, που ανέρχεται στο ποσό των 23.576,06 ευρώ, ως κυρίαρχος μέτοχος των εναγόμενων εταιριών, κατά κατάχρηση της νομικής προσωπικότητάς τους, αφού, κατά τους ισχυρισμούς της, οι εναγόμενες εταιρίες δεν διαθέτουν ίδια κεφάλαια αλλά χρηματοδοτούνται μέσω του τρίτου των εναγόμενων, καθώς και ότι ο τελευταίος ευθύνεται και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, σε συνδυασμό με αυτές περί καταδολιεύσεως δανειστών, όπως ειδικότερα εκτίθεται σ’ αυτή (αγωγή). Ότι, αν και παρήλθε η ως άνω συμφωνηθείσα προθεσμία, και παρά τις οχλήσεις της προς τους εναγομένους, οι τελευταίοι αρνούνται να της καταβάλουν το ως άνω οφειλόμενο ποσό. Ακόμη, με την αγωγή αυτή, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν το ποσό των 23.576,06 ευρώ, για το ως άνω οφειλόμενο υπόλοιπο τίμημα, νομιμοτόκως από την επομένη της παρελεύσεως της ως άνω προθεσμίας των ενενήντα ημερών από την έκδοση του τελευταίου εκ των σχετικώς εκδοθέντων τιμολογίων, δηλαδή από την 15.9.2011, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Με την εκκαλούμενη απόφαση η ως άνω αγωγή, αφού απορρίφθηκε ως μη νόμιμη όσον αφορά τον τρίτο των εναγομένων ως προς τη βάση της περί αδικοπραξίας, έγινε δεκτή κατά τα λοιπά και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην ενάγουσα το ποσό των 23.57 6,06 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τη 15.9.2011. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται οι εκκαλούντες με τις ως άνω υπό στοιχεία Α΄ και Β΄ κρινόμενες εφέσεις τους για λόγους που στο σύνολό τους ανάγονται σε μη ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως ειδικότερα εκτίθεται στις εφέσεις τους, αντιστοίχως, και ζητούν να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ώστε η ως άνω αγωγή να απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 70 του ΑΚ «Δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο». Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται, ως βασική αρχή του δικαίου των νομικών προσώπων, και κυρίως, εκείνων που έχουν σωματειακή οργάνωση, όπως είναι η ανώνυμη εταιρία και η εταιρία περιορισμένης ευθύνης, η περιουσιακή αυτοτέλεια του νομικού προσώπου έναντι των μελών του και αντιστρόφως. Ωστόσο, η αρχή αυτή κάμπτεται κατ’ εξαίρεση, όταν ο διαχωρισμός αυτός δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη νόμου, είτε κατά την καλή πίστη (ΑΚ 281, 288, 200). Ειδικότερα, συνήθης μορφή ναυτιλιακής επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι και εκείνη που ο επιχειρηματίας μη θέλοντας να διακινδυνεύσει απεριόριστα κεφάλαια, συνιστά σπουδαίως και όχι εικονικώς μία ή περισσότερες εταιρίες στην ημεδαπή ή αλλοδαπή, για την εκμετάλλευση για δικό τους λογαριασμό, είτε άμεσα, είτε με την ανάθεση της διαχειρίσεως των πλοίων τους σε άλλη εταιρία που προϋπάρχει ή ιδρύεται για το λόγο αυτό και ενεργεί για λογαριασμό της. Τον έλεγχο της πλοιοκτήτριας, αλλά κατά κανόνα και της διαχειρίστριας εταιρίας, διατηρεί το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που συμμετέχει συνήθως στη διοίκησή τους και το οποίο έτσι κερδοσκοπεί έμμεσα, ως αποκλειστικός ή κύριος μέτοχος, με την απόληψη κερδών και την οικονομική ανάπτυξη της πλοιοκτήτριας εταιρίας. Έτσι, το εν λόγω πρόσωπο έχει την εκμετάλλευση του πλοίου διενεργώντας πράξεις που αφορούν διάφορες ναυτιλιακές δραστηριότητες (όπως μεταφορά προσώπων και πραγμάτων, ρυμούλκηση κ.λπ.) με σκοπό το κέρδος, καθώς και την εν γένει ναυτική διεύθυνση του πλοίου. Η επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα δεν προσδίδει μόνη της την ιδιότητα και τις έννομες συνέπειες του εφοπλιστή, με την προεκτεθείσα έννοια, στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο επιχειρηματία, που όντας συνάμα και αποκλειστικός ή κύριος μέτοχος, ελέγχει ή διοικεί την πλοιοκτήτρια ή και τη διαχειρίστρια. Στην περίπτωση αυτή ό,τι ακριβώς δεν θέλει να έχει και δεν έχει ο εν λόγω επιχειρηματίας είναι η βούληση της εκμετάλλευσης του πλοίου (άμεσα) για λογαριασμό του. Συνεπώς το γεγονός ότι ένας επιχειρηματίας διοχετεύει την επιχειρηματική του δραστηριότητα σε μια ανώνυμη εταιρία (άρθρο 47α παρ. 2 του Ν 2190/1920) ή εταιρία περιορισμένης ευθύνης (άρθρο 43α του Ν 3190/1955) ή ναυτική εταιρία (άρθρο 41 παρ. 2 του Ν 959/1979), οι οποίες προσφέρουν σ’ αυτόν το πλεονέκτημα του περιορισμού του επιχειρηματικού κινδύνου μόνο στα κεφάλαια της εταιρίας, δηλαδή χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρίας ως «μηχανισμό απορρόφησης» των δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, δεν δικαιολογεί την ταύτιση του επιχειρηματία αυτού με την εταιρία και τη μεταφορά στον ίδιο της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας. Όμως, διαφορετική περίπτωση αποτελεί αυτή κατά την οποία αποδεικνύεται ότι οι εταιρίες αυτές: 1) είναι εικονικές, 2) ή χρησιμοποιήθηκαν ως παρένθετο πρόσωπο, με την έννοια της κάλυψης υποκρυπτόμενου προσώπου και 3) ότι δεν έχουν αναπτύξει καθόλου συναλλακτική οργάνωση και δράση ή επιχειρηματική δραστηριότητα και ότι στην πραγματικότητα τη νομή του πλοίου και τη ναυτιλιακή επιχείρηση ασκεί ο ως άνω επιχειρηματίας για λογαριασμό του, πράγμα το οποίο συμβαίνει ιδίως, όταν συμβάλλεται στο δικό του όνομα και αναλαμβάνει προσωπικά και απεριόριστα τον επιχειρηματικό κίνδυνοΕιδικότερα, από τις ως άνω τρεις διακριτές περιπτώσεις, η συνδρομή μεμονωμένα της δεύτερης, δηλαδή η άσκηση εμπορίας αφανώς από φυσικό πρόσωπο δια παρενθέτου νομικού προσώπου, χωρίς άλλο, δεν αποδοκιμάζεται ως εμπορική πρακτική από την έννομη τάξη και αφετηριάζει μόνον τις έννομες συνέπειες: 1) της απόκτησης της εμπορικής ιδιότητας και από το κρυπτόμενο φυσικό πρόσωπο πίσω από το νομικό πρόσωπο που ενεργεί εμφανώς τις εμπορικές πράξεις και 2) την εις ολόκληρο ενοχή τόσο του φαινόμενου νομικού προσώπου σαν εμπόρου, όσο και του κρυπτόμενου πίσω από αυτό φυσικού προσώπου, για τις δημιουργούμενες από τη δράση του φαινομένου έμπορου ενοχές, χωρίς η καθιερούμενη αυτή εις ολόκληρον ενοχή να αποτελεί «επέκταση-μετακύλιση» των εννόμων συνεπειών του φαινόμενου νομικού προσώπου στο πλαίσιο «της παραχώρησης της νομικής προσωπικότητας» ή «της άρσης-κάμψης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου» ή «της άρσης του πέπλου - νομικού ενδύματος του φαινόμενου νομικού προσώπου» που θεμελιώνεται μόνον όταν μεσολαβεί κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξής του νομικού προσώπου με τη συνδρομή επιπλέον στοιχείων (βλ. ΑΠ 689/2013 ΔΕΕ 2014,65, ΕφΠειρ 762/2013 ΕΝΔ 2013,190, ΕφΠειρ 153/2008 ΕΝΔ 2008,315, ΕφΠειρ 1000/2006 ΕΝΔ 2007,187, ΕφΠειρ 736/2003 ΕπισκΕΔ 2004,926).
Περαιτέρω, η εταιρία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό. Η χρησιμοποίηση της εταιρίας για την εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών και μάλιστα αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρίας. Η καταχρηστική συμπεριφορά που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο, όμως αυτή πρέπει να υπαχθεί στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της καταχρήσεως δικαιώματος. Σημειωτέον ότι, κατά την ως άνω έννοια, δεν ενεργούν αθέμιτα οι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προσφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρίας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι’ αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας. Η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρίας έναντι των μετόχων ή των εταίρων υποχωρεί όμως όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστεως, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρίας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν. Η μορφή αυτή καταχρήσεως του θεσμού της εταιρίας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρίας για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημιά σε τρίτον ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της καταχρήσεως προβάλλει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας και η μετακύλιση από την εταιρία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως ή μετακύλιση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρία.
Ενόψει των ανωτέρω, για την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου κεφαλαιουχικής εταιρίας δεν αρκεί απλώς η μονομετοχική ιδιότητα, ούτε η ιδιότητα του φυσικού προσώπου (που είναι ο μοναδικός μέτοχος ή ο κάτοχος του μεγαλυτέρου μέρους των μετοχών) ως διαχειριστή, αλλά ούτε και το γεγονός ότι από τη συμμετοχή του φυσικού αυτού προσώπου στην εταιρία εξαρτάται η ύπαρξη ή η εξακολούθηση αυτής, αλλά απαιτείται η συνδρομή συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία καταδεικνύουν βούληση καταστρατηγήσεως των διατάξεων που αφορούν στα νομικά πρόσωπα, τα οποία πρέπει να παρατίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία επιχειρείται η θεμελίωση ευθύνης φυσικού προσώπου, υπό την προϋπόθεση της άρσεως της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου. Τέτοια κριτήρια, που αφορούν περιστατικά της κατάχρησης του θεσμού του νομικού προσώπου της εταιρίας, και ιδίως της περίπτωσης που ο κυρίαρχος μέτοχος (εταίρος) επιδιώκει την αποφυγή εκπλήρωσης των σχετικών υποχρεώσεών του, αποτελούν, ενδεικτικώς, α) η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρίας, β) η σύγχυση ατομικής και εταιρικής περιουσίας, γ) το μέγεθος της οικονομικής συμμετοχής του εταίρου, δ) η εικονικότητα του νομικού προσώπου ή η έλλειψη συναλλακτικής οργανώσεως και δράσεως και ε) η συνολική συμπεριφορά του φυσικού προσώπου, όταν δρα προς τα έξω, αγνοώντας την ύπαρξη της εταιρίας ή δηλώνοντας ατομικώς την εφοπλιστική ιδιότητα ή παρέχοντας προσωπικές εγγυήσεις για λογαριασμό της εταιρίας (βλ. ΑΠ Ολ 2/2003 ΝοΒ 2013,363, ΑΠ 149/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 473/2011 ΔΕΕ 2012,661, ΕφΠειρ 567/2008 ΔΕΕ 2010,792).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 212, 216 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές σχέσεις, λόγω ελλείψεως ειδικών διατάξεων στον Εμπορικό Νόμο, συνάγεται ότι για την προστασία του συμφέροντος του τρίτου και την ασφάλεια των συναλλαγών πρέπει, προκειμένου η δήλωση βουλήσεως να ενεργήσει υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, ο αντιπρόσωπος να αποκαλύπτει κατά τρόπο έκδηλο προς εκείνον, προς τον οποίο γίνεται η δήλωση, ότι η ενέργεια της δικαιοπραξίας θα επέλθει ευθέως στο πρόσωπο του αντιπροσωπευομένου. Απαιτείται, δηλαδή, να προκύπτει σαφώς ότι η επιχειρούμενη δικαιοπραξία είναι δικαιοπραξία του αντιπροσωπευομένου, διότι ο νόμος αποδέχεται για την άμεση αντιπροσώπευση την αρχή του εμφανούς συναλλασσομένου. Η κατά τον τρόπο αυτό φανερή δήλωση στο όνομα άλλου, υπάρχει, όχι μόνον όταν ρητώς δηλώνει ο αντιπρόσωπος ότι ενεργεί για τον αντιπροσωπευόμενο, αλλά και όταν από όλες τις περιστάσεις προκύπτει ότι η δήλωση του αντιπροσώπου έγινε στο όνομα του αντιπροσωπευομένου (σιωπηρή αντιπροσώπευση), με εξαίρεση βεβαίως την περίπτωση κατά την οποία η δικαιοπραξία υπόκειται σε έγγραφο συστατικό τύπο. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εναγόμενος προτείνων, κατ’ ένσταση, προς απόρριψη της κατ’ αυτού αγωγής, στηριζομένης σε δικαιοπραξία, που φέρεται ότι έχει συναφθεί στο δικό του όνομα, ότι ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, ο ίδιος φέρει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει τα αντίστοιχα περιστατικά, τα οποία συνάπτονται με την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου, δηλαδή είτε ότι η δικαιοπρακτική του δήλωση έγινε ρητώς στο όνομα άλλου, είτε τουλάχιστον ότι η ενέργεια του αυτή στο όνομα του άλλου μπορούσε να συναχθεί από τις διαγνωστές στον αντισυμβαλλόμενό του περιστάσεις (βλ. ΑΠ 1422/2007 ΕλλΔνη 2009,103, ΑΠ 929/2004 ΕλλΔνη 46,1661, ΕφΑθ 2044/1998 ΕλλΔνη 39,606, ΕφΑθ 6693/1997 ΝοΒ 46,650, ΕφΑθ 9826/1989 ΕλλΔνη 32,1631).

Εξάλλου, στη σύγχρονη εποχή παρουσιάζουν ιδιαίτερη διάδοση οι συμβάσεις διαχείρισης πλοίων άλλων. Ειδικότερα έχουν εμφανισθεί οι εξής μορφές τέτοιων συμβάσεων: α) Οι συμβάσεις τεχνικής διαχείρισης πλοίων άλλων στις οποίες τρίτο πρόσωπο, εκτός του πλοιοκτήτη, αναλαμβάνει τη συντήρηση, τον εξοπλισμό και την επάνδρωση του πλοίου και β) οι συμβάσεις τεχνικής και εμπορικής διαχείρισης πλοίων άλλων, στις οποίες τρίτο πρόσωπο εκτός του πλοιοκτήτη έχει επιπλέον την επιμέλεια της εκναύλωσης, της είσπραξης των ναύλων, της πληρωμής των εξόδων, της συναγωγής των οικονομικών αποτελεσμάτων τους και εν γένει της διεκπεραίωσης όλων των υποθέσεων που σχετίζονται με το πλοίο. Έτσι, έχουν δημιουργηθεί εταιρίες, οι οποίες κύριο, αν όχι αποκλειστικό, σκοπό έχουν να διαχειρίζονται τα πλοία άλλων. Στην περίπτωση αυτή, η ενοχική σχέση που συνδέει το διαχειριστή και τον πλοιοκτήτη είναι μίσθωση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του ΑΚ για την εντολή. Ο διαχειριστής που συναλλάσσεται με τους ενδιαφερομένους για το πλοίο τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του πλοιοκτήτη, είναι άμεσος αντιπρόσωπός του. Κατά συνέπεια, τα έννομα αποτελέσματα κάθε δικαιοπραξίας, που επιχειρεί ο διαχειριστής στο πλαίσιο της γενικής ή ειδικής εξουσίας του, αφορούν ευθέως τον πλοιοκτήτη (άρθρο 211 ΑΚ). Ο πλοιοκτήτης είναι το υποκείμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που απορρέουν από τις δικαιοπραξίες, που ενεργεί ο διαχειριστής, με την ως άνω ιδιότητά του, ενώ, αυτός (πλοιοκτήτης) ενέχεται απέναντι των δανειστών, για τις απαιτήσεις που δημιουργούνται από τις σχετικές δικαιοπραξίες. Εφόσον, λοιπόν, ο διαχειριστής ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του πλοιοκτήτη, δεν καθίσταται αυτός (διαχειριστής) υποκείμενο κάθε δικαιοπραξίας συναπτόμενης με την ιδιότητά του αυτή και κατ’ επέκταση δεν ενέχεται ο ίδιος για την εκπλήρωσή της. Έχει τέτοια ευθύνη μόνον, όταν δεν δηλώνει ρητώς ότι ενεργεί για τον πλοιοκτήτη και δεν προκύπτει από τις περιστάσεις ότι επιχειρεί τη σχετική δικαιοπραξία γι’ αυτόν, καθώς και όταν η δικαιοπραξία υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας του. Σημειωτέον ότι ο διαχειριστής διαφέρει από τον εφοπλιστή, ο οποίος εκμεταλλεύεται για τον εαυτό του πλοίο, που ανήκει σε άλλον, δηλαδή εκτελεί με ξένο πλοίο ναυτιλιακές εργασίες στο όνομά του και είναι υποκείμενο των σχετικών με την εκμετάλλευση ξένου πλοίου δικαιοπραξιών (βλ. ΑΠ 689/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 262/2012 ΕΝΔ 2012,269, ΕφΠειρ 5/2012 ΠειρΝομ 2012,168, ΕφΠειρ 468/2011 ΕΝΔ 2012,39).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. δ΄, 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αγωγής, πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζουν τα άρθρα 117-118 του ΚΠολΔ, μεταξύ άλλων, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα σε βάρος του εναγομένου και β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο ώστε η αγωγή να είναι επιδεκτική δικαστικής εκτιμήσεως και να καθίσταται εφικτή η απάντηση σ’ αυτή. Η έλλειψη των ως άνω στοιχείων καθιστά το δικόγραφο της αγωγής αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, επιφέρει δε το απαράδεκτο αυτού, στην απαγγελία του οποίου προβαίνει το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, διότι ανάγεται στην προδικασία, η τήρηση της οποίας ρυθμίζεται από κανόνες δημοσίας τάξεως (βλ. ΑΠ 250/2011, ΕΕμπΔ 2011,591, ΑΠ 49/2011 ΕλλΔνη 2011,1594, ΑΠ 1881/1987 ΕλλΔνη 29,1385). Επίσης, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή την παραπομπή στα διαλαμβανόμενα σε άλλα προσκομιζόμενα έγγραφα, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων. Μάλιστα, σε περίπτωση αμφιβολίας περί της πληρότητας ή όχι του δικογράφου, λογίζεται έγκυρη η αγωγή, εφόσον οι ελλείψεις του δικογράφου της δεν δυσχεραίνουν την ανταπόδειξη (βλ. ΕφΠειρ 187/2005 ΕΝΔ 2005,97, ΕφΠειρ 860/1997 ΕΝΔ 269, Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ άρθρο 216 αρ. 2-3).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενες εφέσεις, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι η εν λόγω αγωγή είναι ορισμένη, ενώ είναι αόριστη. Όμως, από την επισκόπηση του δικογράφου της ως άνω αγωγής προκύπτει ότι αναφέρονται επαρκώς σ’ αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο, όπως αυτά προεκτέθηκαν. Ειδικότερα, εκτίθεται στην αγωγή ότι οι εναγόμενες εταιρίες είναι αντισυμβαλλόμενες της ενάγουσας στις ένδικες συμβάσεις, δηλαδή με αυτές από κοινού συμβλήθηκε η ενάγουσα στις ως άνω διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, καθώς και ότι ο τρίτος εναγόμενος ενεργούσε ως ασκών τη διοίκηση και εκπροσώπηση της ναυτιλιακής επιχείρησης, που αφορά την πρώτη και τη δεύτερη των εναγομένων εταιριών, κατά κατάχρηση της νομικής προσωπικότητάς τους. Επίσης, εκτίθενται με σαφήνεια στην αγωγή τα στοιχεία που αφορούν τις εν λόγω συμβάσεις, με αναλυτική αναφορά των ειδών ανταλλακτικών που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν από την ενάγουσα στο προαναφερθέν πλοίο, αφού περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής αναλυτικώς το περιεχόμενο των σχετικώς συνταχθέντων τιμολογίων, στα οποία αναφέρεται χωριστά το κάθε είδος, η ποσότητα και η τιμή μονάδος αυτών, αντιστοίχως, καθώς και το συνολικό οφειλόμενο τίμημα γι’ αυτά, χωρίς να απαιτείται, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο III), η αναφορά στην αγωγή επιπλέον στοιχείων. Έτσι, ενόψει του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, περιέχονται στην ως άνω αγωγή όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωσή της, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι η εν λόγω αγωγή είναι ορισμένη δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου λόγος των εφέσεων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
[...] Η ενάγουσα εταιρία, η οποία εδρεύει στη ... και διατηρεί υποκατάστημα στη ... Αττικής, είναι επιχείρηση με δραστηριότητα την προμήθεια και τον εφοδιασμό των πλοίων με διάφορα είδη ανταλλακτικών μηχανών. Η πρώτη και η δεύτερη εναγόμενες εταιρίες, οι οποίες ήταν η Πλοιοκτήτρια και η διαχειρίστρια του υπό παναμαϊκή σημαία πλοίου με το όνομα “H.”, έχουν την καταστατική έδρα τους στις Νήσους Μάρσαλ, αλλά η διεύθυνση των εταιρικών υποθέσεών τους εδράζεται στον Πειραιά (οδός … αρ. …), όπου διατηρούν κοινά γραφεία και κατοικεί ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος ασκεί αυτή. Κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του έτους 2011, η ενάγουσα συνήψε με τις εναγόμενες εταιρίες, υπό τις ως άνω ιδιότητές τους, διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, δυνάμει των οποίων συμφώνησε να παραδώσει στο προαναφερθέν πλοίο τα ακολούθως περιγραφόμενα ανταλλακτικά μηχανής πλοίου, αντί των συνομολογηθεισών τιμών, που αναφέρονται στη συνέχεια. Σε εκτέλεση των σχετικών παραγγελιών, η ενάγουσα παρέδωσε στο ως άνω πλοίο τα συμφωνηθέντα είδη ανταλλακτικών και εξέδωσε προς τούτο τα κάτωθι πέντε τιμολόγια, συνολικού ποσού 62.837,24 ευρώ, στην επωνυμία της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας, κατόπιν σχετικής υποδείξεως του τρίτου των εναγομένων, νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης των εναγομένων. Ειδικότερα, εκδόθηκαν τα ακολούθως αναφερόμενα τιμολόγια, στα οποία περιγράφονται τα πωληθέντα ανταλλακτικά κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων χαρακτηριστικά τους, δηλαδή κατά το είδος, ποσότητα, αριθμό αυτών, τιμή μονάδας και συνολική τιμή και συγκεκριμένα: 1) το υπ’ αρ. 143/15.2.2011 τιμολόγιο (αρχικώς είχε εκδοθεί το υπ’ αρ. .../15.2.2011 τιμολόγιο στην αγγλική γλώσσα με το ίδιο περιεχόμενο) […]. Σημειωτέον ότι, στις από 25.2.2011, 12.4.2011, 20.5.2011 και 30.6.2011 έντυπες υπεύθυνες δηλώσεις (κατ’ άρθρον 8 του Ν 1599/1986), που φέρουν την υπογραφή του τρίτου των εναγομένων, επί της σφραγίδος με την επωνυμία της δεύτερης εναγομένης εταιρίας, αυτός (3ος εναγόμενος) δήλωσε, ως νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας (2ης εναγόμενης), ότι τα αναφερόμενα στα ως άνω τιμολόγια είδη φορτώθηκαν στο εν λόγω πλοίο, μάλιστα υπάρχει επ’ αυτών (υπευθύνων δηλώσεων) σχετική βεβαίωση του αρμοδίου υπαλλήλου του Τελωνείου του Αερολιμένος «ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ». Ακόμη, αποδείχθηκε ότι από το ως άνω ποσό (62.837,24 ευρώ) του συνολικού τιμήματος των εν λόγω διαδοχικών πωλήσεων, εξακολουθεί να οφείλεται το ποσό των 23.576,06, ενόψει του ότι το υπόλοιπο (39.260,38 ευρώ) καταβλήθηκε από τους εναγομένους (σε συνδυασμό με την ως άνω πίστωση λόγω απαλλαγής από ΦΠΑ). Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα ως άνω πωληθέντα και παραδοθέντα είδη, κατά ένα μέρος, δεν αντιστοιχούν σ’ αυτά που είχαν συμφωνηθεί από τα συμβληθέντα μέρη να παραδοθούν στο εν λόγω πλοίο, καθώς και ότι η ως άνω τιμή τους δεν αντιστοιχεί στη σχετικώς συμφωνηθείσα, αλλά την υπερβαίνει. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων είναι αβάσιμος, γιατί, στην περίπτωση που είχαν παραδοθεί, κατά τα ως άνω, είδη διαφορετικά των συμφωνηθέντων και σε άλλες τιμές, δεν δικαιολογείται η δήλωση του τρίτου των εναγομένων στις προαναφερθείσες υπεύθυνες δηλώσεις περί της παραδόσεως των πωληθέντων ειδών, ούτε η καταβολή του μεγαλύτερου μέρους του συνολικού τιμήματος, χωρίς την ύπαρξη σχετικής διαμαρτυρίας, η οποία δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο ότι υποβλήθηκε προς την ενάγουσα.
Επίσης, για τους ίδιους ως άνω λόγους αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός των εναγόμενων περί της ύπαρξης ελαττωμάτων (ή/και έλλειψης συνομολογηθεισών ιδιοτήτων) στα ως άνω παραδοθέντα είδη, δεδομένου ότι ούτε για την αιτία αυτή υποβλήθηκε κάποια δήλωση παραπόνων προς την ενάγουσα. Σημειωτέον ότι η ως άνω κρίση δεν αναιρείται από τα όσα σχετικώς αναφέρονται στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις της Γ.Τ., ενόψει του ότι αυτή ήταν απλή υπάλληλος της γραμματείας της δεύτερης εναγομένης εταιρίας, χωρίς να διαθέτει ιδιαίτερες τεχνικές και ναυτιλιακές γνώσεις, έτσι, η τελευταία αναφέρει όσα σχετικώς ελέχθησαν σ’ αυτήν από τους προϊσταμένους της, χωρίς όμως να είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί τη σημασία τους. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι τα πωληθέντα είδη ανταλλακτικών, όπως περιγράφονται ως άνω και περιλαμβάνονται στα ανωτέρω τιμολόγια κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή, ανταποκρίνονται στα ρητώς συμφωνηθέντα σχετικώς από τους διαδίκους, δυνάμει των ένδικων συμβάσεων πωλήσεως, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και οι περί του αντιθέτου λόγοι των εφέσεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μάλιστα, πρέπει σημειωθεί ότι σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι οι εναγόμενοι προβάλλουν ένσταση περί υπάρξεως πραγματικών ελαττωμάτων στα πωληθέντα είδη και ελλείψεως συνομολογηθεισών ιδιοτήτων απ’ αυτά, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιων, αυτή είναι απορριπτέα ως αόριστη, καθόσον δεν συνδέεται με την άσκηση από τους εναγομένους ορισμένου από τα εκλεκτικώς παρεχόμενα στον αγοραστή δικαιώματα κατ’ άρθρο 540 του ΑΚ (βλ. ΕφΠατρ 1180/2002 ΔΕΕ 2003,1082, ΕφΑθ 10451/1999 ΕλλΔνη 2000,1426, ΕφΑθ 108/1998 ΕλλΔνη 1998,1682), όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες εταιρίες συγκροτούν όμιλο επιχειρήσεων ταυτόσημων συμφερόντων, που δραστηριοποιείται στο ναυτιλιακό τομέα με σκοπό το κέρδος, χωρίς να διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία (αφού προέκυψε ότι δεν διαθέτουν κεφάλαια αντίστοιχα της ως άνω δραστηριότητας), εκτός του ως άνω πλοίου (“H.”), που ανήκε στην πρώτη εναγόμενη εταιρία και ήδη από την 11.8.2011 έχει μεταβιβασθεί σε τρίτους. Μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, οι εναγόμενες εταιρίες έχουν εγκαταστήσει κοινά γραφεία στον Πειραιά (επί της οδού … αρ. …), όπου ασκείται πραγματικώς η διοίκησή τους, αν και έχουν συσταθεί τυπικώς στις Νήσους Μάρσαλ. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος είχε συνεχή παρουσία και ανάμιξη στις υποθέσεις αμφοτέρων των εναγομένων εταιριών, φερόμενος ως εκπρόσωπος της δεύτερης εξ αυτών, που είχε αναλάβει τη διαχείριση του μοναδικού πλοίου της πρώτης, αφού ο τελευταίος (3ος εναγόμενος), καλυπτόμενος υπό το σχετικό εταιρικό μανδύα, λάμβανε όλες τις σημαντικές αποφάσεις για τη λειτουργία του πλοίου αυτού, ενόψει του ότι σ’ αυτόν (3° εναγόμενο) απευθύνονταν οι σχετικώς συναλλασσόμενοι για τη διευθέτηση κάθε σημαντικού θέματος που αφορούσε το πλοίο, όπως και η ενάγουσα για τα ζητήματα που ανέκυπταν σχετικώς με τις ένδικες συμβάσεις πωλήσεως, με αποτέλεσμα να υπάρχει μία κυριαρχική εξάρτησή τους από αυτόν. Έτσι, ενόψει ιδίως της προαναφερθείσας μη επαρκούς χρηματοδότησης των εναγομένων εταιριών από τον τρίτο εναγόμενο επήλθε σύγχυση των περιουσιών τους με τη δική του (3ου εναγομένου), όπως άλλωστε συνάγεται και από το γεγονός ότι οι εναγόμενες εταιρίες, χωρίς να διαθέτουν αντίστοιχα κεφάλαια, κατέβαλλαν το μεγαλύτερο μέρος του συμφωνηθέντος με τις ένδικες συμβάσεις τιμήματος. Σημειωτέον ότι η ως άνω κρίση δεν αναιρείται από τα αντίγραφα της μηνιαίας κινήσεως του λογαριασμού, που διατηρούσε η πρώτη εναγόμενη εταιρία στην τράπεζα «...», για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 30.12.2011, ενόψει του ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού που αναφέρεται σ’ αυτά είναι ιδιαιτέρως περιορισμένο (δεν υπερβαίνει το ποσό των 10.000 δολαρίων ΗΠΑ, εκτός ελάχιστων μηνών). Επομένως, αποδεικνύεται ότι έγινε κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας αμφότερων των εναγομένων εταιριών εκ μέρους του τρίτου εναγομένου, με την ιδιότητά του ως εκπροσώπου της δεύτερης εξ αυτών, αλλά και ουσιαστικού ιδιοκτήτη της πρώτης, προς αποφυγή της εκπλήρωσης μεταξύ άλλων και της ένδικης οφειλής και, κατά συνέπεια, η εκ μέρους του (3ου εναγομένου) επίκληση της αυτοτέλειας του νομικού τους προσώπου προς αποκλεισμό της ευθύνης του, συνιστά άσκηση των δικαιωμάτων του, ως μετόχου τους, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη. Έτσι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο I), συντρέχει περίπτωση για την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου των εναγομένων εταιριών, και κατά συνέπεια της ύπαρξης προσωπικής, εις ολόκληρον, ευθύνης του τρίτου εναγομένου για το εν λόγω χρέος, που αφορά το οφειλόμενο υπόλοιπο τίμημα των ένδικων συμβάσεων πωλήσεως. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι συντρέχει περίπτωση για την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου των εναγομένων εταιριών και ότι υφίσταται η ως άνω προσωπική ευθύνη του τρίτου των εναγομένων, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε στην εκτίμηση των αποδείξεων και ο περί του αντιθέτου λόγος της ως άνω υπό στοιχείο Β΄ εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Όμως, όσον αφορά τη δεύτερη εναγομένη εταιρία αποδείχθηκε ότι αυτή συμβλήθηκε, κατά τα ως άνω, με την ενάγουσα με την ιδιότητα της διαχειρίστριας του εν λόγω πλοίου και του αντιπροσώπου της πρώτης εναγομένης εταιρίας (ως πλοιοκτήτριας). Ειδικότερα, το γεγονός ότι κατά την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων πωλήσεως η εναγομένη εταιρία ενεργούσε μόνον ως αντιπρόσωπος της πρώτης εναγομένης εταιρίας, συνάγεται ιδίως από την αλληλογραφία (ηλεκτρονική), η οποία προηγήθηκε της συνάψεώς τους και αφορά τις σχετικές προσφορές και παραγγελίες που αντηλλάγησαν μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης (βλ. τα από 2.2.2011, 3.2.2011 και 12.5.2011 ηλεκτρονικά μηνύματα). Έτσι, η ενάγουσα αναμφισβήτητα γνώριζε την ως άνω ιδιότητα του αντιπροσώπου, με την οποία ενήργησε η δεύτερη εναγόμενη εταιρία κατά τη σύναψη των εν λόγω συμβάσεων πωλήσεως, ενόψει και του ότι η ενάγουσα εταιρία δραστηριοποιείται επιχειρηματικώς στο ναυτιλιακό χώρο, συνακόλουθα διαθέτει γνώσεις και εμπειρία σχετικά με τη λειτουργία των ναυτιλιακών επιχειρήσεων.
Σημειωτέον ότι η δεύτερη εναγομένη εταιρία δεν συνδέεται με το ως άνω πλοίο, με κάποιο άλλο τρόπο πλην της διαχείρισης αυτού για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας, με τη μορφή που προεκτέθηκε (στη σκέψη υπό στοιχείο II). Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των ως άνω συμβληθέντων μερών να ευθύνεται για την εκπλήρωση των ένδικων συμβάσεων και η δεύτερη εναγομένη εταιρία. Έτσι, ενόψει του ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η δεύτερη εναγομένη εταιρία ενήργησε ως διαχειρίστρια του ως άνω πλοίου στο όνομα και για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας εταιρίας, δεν κατέστη αυτή (2η εναγομένη) υποκείμενο των σχετικών συμβάσεων πωλήσεως, που συνάφθηκαν με την ιδιότητά της αυτή, και κατ’ επέκταση δεν ενέχεται η ίδια για την εκπλήρωσή τους, δηλαδή για την καταβολή του αναφερομένου στην αγωγή τιμήματος, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο II). Επομένως, ενόψει των προαναφερθέντων, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η σχετική ένσταση (άρθρο 211 του ΑΚ), που προέβαλε πρωτοδίκως η δεύτερη εναγομένη, την οποία και επαναφέρει νομίμως με την ως άνω υπό στοιχείο Β΄ έφεσή της, περί του ότι κατά τη σύναψη των ένδικων συμβάσεων πωλήσεως αυτή είχε συμβληθεί όχι ατομικώς και στο δικό της όνομα, όπως ενάγεται, αλλά με την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας του ως άνω πλοίου και ως αντιπροσώπου, δηλαδή στο όνομα και για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας. Έτσι, ενόψει του ότι, κατά τα ως άνω, δεν ευθύνεται η δεύτερη εναγομένη εταιρία για την καταβολή του ως άνω τιμήματος, που επικαλείται η ενάγουσα, η αγωγή ως προς αυτήν είναι απορριπτέα ως ουσιαστικώς αβάσιμη. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι υφίσταται ευθύνη και της δεύτερης εναγομένης για την καταβολή του εν λόγω τιμήματος και δέχθηκε την αγωγή ως προς αυτήν (2η εναγομένη) έσφαλε κατά το σχετικό βάσιμο λόγο της ως άνω υπό στοιχείο Β΄ εφέσεως. Εξάλλου, όσον αφορά το περιλαμβανόμενο στις προτάσεις της εφεσίβλητης-ενάγουσας, επικουρικώς υποβαλλόμενο, αίτημα περί επιδείξεως των αναφερομένων σ’ αυτές εγγράφων (άρθρο 451 ΚΠολΔ), αυτό είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, αφού αυτά, κατά τα προεκτεθέντα, δεν συνδέονται με τα περιστατικά που αφορούν την ύπαρξη της ως άνω ευθύνης της δεύτερης εναγομένης, έτσι, παρέλκει η προσκόμισή τους.

Κατ’ ακολουθίαν των προεκτεθέντων, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε την ως άνω αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη και υποχρέωσε αυτή να καταβάλει, εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγόμενους, στην ενάγουσα το ποσό των 23.576,06 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 15.9.2011, κατά το σχετικό βάσιμο λόγο της ως άνω υπό στοιχείο Β΄ εφέσεως, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η ως άνω υπό στοιχείο Β΄ έφεση, ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση αποκλειστικώς όσον αφορά τη δεύτερη εναγομένη (εταιρία με την επωνυμία “L.”), αφού δε η εν λόγω υπόθεση κρατηθεί προς εκδίκαση κατ’ ουσίαν στο Δικαστήριο αυτό, ως προς το μέρος της που εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, πρέπει η προαναφερθείσα αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη. Επίσης, η σχετική δικαστική δαπάνη, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων (ενάγουσας και δεύτερης εναγομένης), λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ). Ακόμη, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της ως άνω υπό στοιχείο Β΄ εφέσεως στην εκκαλούσα-δεύτερη εναγόμενη (άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ). Εξάλλου, όσον αφορά την πρώτη και τον τρίτο των εναγομένων, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως προς αυτούς, όπως προαναφέρθηκε, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά συνέπεια, η ως άνω υπό στοιχείο Α΄ έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Επίσης, η σχετική δικαστική δαπάνη, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ). [...]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis