Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Η φορολόγηση του εισοδήματος από εργασία, οι εργαζόμενοι και το Κράτος.

Γ. Αγαπητός
Άρθρο του κ. Γεωργίου Αγαπητού, ομ. Καθηγητού Οικονομικού Παν/μίου Αθηνών, πρώην υπηρ. Υπουργού Οικονομικών. Στο περιοδικό Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας 2017.81 επ.

Η ανορθόδοξη οικονομική πολιτική τών τελευταίων επτά ετών έχει οδηγήσει την Eλληνική Oικονομία σε ύφεση, δυσθεώρητα ποσοστά ανεργίας, φορολογική κόπωση και εξάντληση τής φοροδοτικής ικανότητας τών πολιτών, όπως αποκαλύπτουν οι τεράστιες ληξιπρόθεσμες οφειλές τους προς το δημόσιο.

Οι κύριοι άξονες αυτής τής πρωτόγνωρης οικονομικής πολιτικής, η οποία δεν αναφέρεται σε καμία οικονομική θεωρία τής παγκόσμιας βιβλιογραφίας, είναι η απάνθρωπη μείωση μισθών - συντάξεων (δημoσίου και ιδιωτικού τομέα) και η αύξηση τών φορολογικών συντελεστών.


Η επέκταση αυτής τής πολιτικής στον ιδιωτικό τομέα είναι τραγικό σφάλμα, ενώ ο μεγάλος ασθενής είναι ο δημόσιος τομέας. Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα δεν ήταν οι υπεύθυνοι τών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ούτε τού δημοσίου χρέους· αντίθετα η συρρίκνωση τών μισθών - συντάξεών τους οδήγησε σε μείωση τής ζήτησης, τών φορολογικών εσόδων (άμεσων - έμμεσων φόρων) και σε τρομακτική μείωση τής απασχόλησης. Μία ορθολογική πολιτική θα πρέπει να επικεντρωθεί στο συμμάζεμα τού δημοσίου τομέα και σε παρεμβάσεις για αναπτυξιακή εξέλιξη τού ιδιωτικού τομέα, σε συνδυασμό με τον περιορισμό τής παραοικονομίας - φοροδιαφυγής.
Η παραοικονομία (φοροδιαφυγή) όμως, δεν περιορίζεται με αύξηση τών φορολογικών συντελεστών και μείωση τών μισθών τού ιδιωτικού τομέα, τοὐναντίον ενισχύεται. Η μεγάλη φοροδιαφυγή εντοπίζεται στον ΦΠΑ και σε εκείνους που προσφέρουν ανεξάρτητη εργασία, όχι στους μισθωτούς. Η φοροδιαφυγή στον ΦΠΑ οφείλεται στους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές και στον πλημμελή έλεγχο διακίνησης αγαθών - υπηρεσιών, ενώ εκείνη τών ελεύθερων επαγγελματιών στη διάρθρωση τού εργατικού δυναμικού και στην υπερφορολόγηση. Η διάρθρωση τού εργατικού δυναμικού στη χώρα μας, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, παρουσιάζει υψηλό ποσοστό ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολούμενων και μικρότερο ποσοστό μισθωτών. Είναι, συνεπώς, πολύ δύσκολη η σύλληψη τής φορολογητέας ύλης αυτών τών εργαζομένων με βάση το εισόδημα που αποκτούν, και οποιαδήποτε φορολογική τους επιβάρυνση μετακυλίεται αυτόματα στον πελάτη, με συνέπεια τη μείωση τής ζήτησης και τελικά τη μείωση τών φορολογικών εσόδων.
Η καλύτερη αντιμετώπιση αυτών τών αδυναμιών είναι η ενίσχυση τής αποδοτικότητας τού ΦΠΑ και η απομάκρυνση από την καθιερωμένη φορολογική βάση τού εισοδήματος. Είναι πασίγνωστο ότι το εισόδημα που εισπράττει ο εργαζόμενος θα κατευθυνθεί ή στην κατανάλωση ή στην αποταμίευση (εισόδημα = κατανάλωση + αποταμίευση), όπου και οι δύο φορολογούνται. Όταν, συνεπώς, φορολογείται το ένα τμήμα αυτής τής ισότητας, δεν πρέπει να φορολογείται και το άλλο, γιατί τότε έχουμε διπλή φορολόγηση τού ίδιου εισοδήματος.
Η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν πάντοτε υπέρ τών εμμέσων φόρων και τών φόρων περιουσίας. Κατά τον Πλάτωνα η φορολόγηση τού εισοδήματος από εργασία είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα και το πνεύμα τής ελευθερίας τού πολίτη, γιατί τού στερεί το δικαίωμα επιλογής τών αγαθών - υπηρεσιών που θέλει να αγοράσει και να διαθέσει το εισόδημά του όπως εκείνος επιθυμεί.
Οι διεθνείς εξελίξεις την τελευταία 50ετία έχουν οδηγήσει πολλούς σοβαρούς οικονομολόγους (Κaldor, Meadl, Feldstein, Atkinson) στον προβληματισμό τής φορολόγησης ή μη τού εισοδήματος από εργασία, γιατί έχει παρατηρηθεί ότι οι μεγάλες ανισότητες στην πραγματοποιούμενη κατανάλωση είναι περισσότερο επιδεικτικές και προσβλητικές από τις εισοδηματικές ανισότητες. Δεν είναι τυχαίο επίσης, ότι το 1977 ο Γάλλος πολιτικός M. Jobert είχε εισηγηθεί την κατάργηση τού φόρου εισοδήματος ώστε να εξαφανισθεί η απάτη που τον καθιστά άδικο και αντίστροφα προοδευτικό φόρο, εξαιτίας τής φοροδιαφυγής στα υψηλά εισοδήματα, ενώ ο ΦΠΑ μεταχειρίζεται όλους τους πολίτες κατά τον ίδιο τρόπο.
Είναι πολύ μεγάλη η ψευδαίσθηση ότι ο φόρος εισοδήματος δεν μετακυλίεται γιατί είναι άμεσος φόρος, ενώ μόνον οι έμμεσοι φόροι μετακυλίονται στις τιμές τών αγαθών - υπηρεσιών. Στην πράξη όμως και οι δύο αυτοί φόροι ―είναι δίδυμες αδελφές― μετακυλίονται στις τιμές με παρόμοια διαδικασία. Συγκεκριμένα ο ΦΠΑ αυξάνει τις τιμές τών αγαθών - υπηρεσιών, ενώ το φόρο τού εργαζομένου ο εργοδότης τον συμπεριλαμβάνει στο κόστος παραγωγής και ο ελεύθερος επαγγελματίας στην εισπραττόμενη αμοιβή του. Η διάκριση, συνεπώς, είναι εικονική - περιττή.
Αυτές οι γενικά αποδεκτές διαπιστώσεις και δεδομένου ότι η φορολογική εναρμόνιση προς την ΕΕ δεν συμπεριλαμβάνει το φόρο εισοδήματος, ενισχύουν την άποψη ότι η κατάργηση τού φόρου εισοδήματος από εργασία και η απορρόφησή του από ένα γενικό φόρο δαπάνης, όπως ο ΦΠΑ, συνεπάγεται μόνο θετικές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Αρκεί να δοθεί έμφαση στην αποδοτικότητα τού ΦΠΑ (με μείωση τής φοροδιαφυγής και τού υψηλού φορολογικού συντελεστή). Συγκεκριμένα, η ουσιαστική ενίσχυση τού ελέγχου στη διακίνηση τών αγαθών - υπηρεσιών με την απεμπλοκή τού ελεγκτικού προσωπικού από τη βεβαίωση τού φόρου εισοδήματος και η καθιέρωση ενός χαμηλότερου συντελεστή ΦΠΑ θα αποφέρει απόδοση αυτού καθαυτόν τού ΦΠΑ και περισσότερα φορολογικά έσοδα από το ΦΕΦΠ.
Η σταδιακή μείωση τού ΦΕΦΠ θα ενισχύσει τους μισθούς (διαθέσιμο εισόδημα), την κατανάλωση και την οικονομική δραστηριότητα, θα συρρικνώσει την παραοικονομία - φοροδιαφυγή και το κόστος παραγωγής. Η αύξηση τής κατανάλωσης αυτόματα θα οδηγήσει σε αύξηση τών εσόδων από τους έμμεσους φόρους. Σημειωτέον ότι για το 2017 ο συνολικός ΦΕΦΠ (ο οποίος δεν προέρχεται μόνον από εισοδήματα από εργασία) υπολογίζεται σε 9,1 δις. ευρώ. Δεδομένου ότι η αποταμίευση τών νοικοκυριών είναι πλέον αρνητική, το καταργούμενο ποσό ΦΕΦΠ θα αποδώσει έσοδα από έμμεσους φόρους (ΦΠΑ και ειδικούς φόρους) τουλάχιστον 4 δις ευρώ και ο περιορισμός τής φοροδιαφυγής - παραοικονομίας, έστω κατά 30%, θα εξασφαλίσει έσοδα τού κράτους που θα υπερβαίνουν κατά πολύ τα 9 δις ευρώ. Ένα επί πλέον όφελος για τον κρατικό προϋπολογισμό θα είναι η απαλλαγή από το διαχειριστικό κόστος βεβαίωσης - είσπραξης τού φόρου τών μισθωτών υπηρεσιών (παρακράτηση) και ιδιαίτερα εκείνου τών ελεύθερων επαγγελματιών, δεδομένου ότι απορροφά τεράστιο χρόνο από τα λογιστήρια τών δημοσίων και ιδιωτικών φορέων. Ειδικότερα, η κατάργηση τού φόρου εισοδήματος στους δημοσίους υπαλλήλους είναι πολύ λογική, δεδομένου ότι το ΓΛΚ κάνει διπλή γραφειοκρατική εγγραφή υπολογίζοντας τις μισθολογικές δαπάνες και ταυτόχρονα, το φόρο που αντιστοιχεί σ᾽ αυτές.
Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η αναφερόμενη διάρθρωση τού εργατικού δυναμικού δεν επιβεβαιώνεται από τις φορολογικές δηλώσεις, αφού παρατηρείται το παράδοξο, ενώ αυξάνεται ο αριθμός τών αυτοαπασχολούμενων, να μειώνεται διαχρονικά το δηλούμενο εισόδημά τους και να αυξάνεται εκείνο από μισθωτές υπηρεσίες. Αυτό όμως είναι ανεξήγητο διότι, ιδίως σε περιόδους ύφεσης, αυξανομένης τής ανεργίας μειώνεται ο αριθμός εκείνων που προσφέρουν μισθωτή εργασία και αυξάνονται οι ελεύθεροι επαγγελματίες.
Οι επικρατούσες αυτές συνθήκες στην Ελληνική Οικονομία εμποδίζουν τον περιορισμό τής φοροδιαφυγής τών μη μισθωτών και καθιστούν το ΦΕΦΠ ουσιαστικά αντίστροφα προοδευτικό. Έτσι επιβαρύνονται περισσότερο οι μισθωτοί και τελικά δεν εξυπηρετούνται οι επιδιωκόμενοι στόχοι τού ΦΕΦΠ (δίκαιη κατανομή τών φορολογικών βαρών και αυτόματη σταθεροποίηση τής οικονομίας σε περιόδους οικονομικών διακυμάνσεων). Εκτός από τη διπλή φορολόγηση τού ίδιου εισοδήματος από εργασία (στην πηγή και στην κατανάλωση), οι εργαζόμενοι φορολογούνται με βάση τη συμμετοχή τους στην παραγωγή κι όχι στην κατανάλωση.
Δεδομένου ότι σήμερα είναι δύσκολη η αύξηση τών μισθών, αυτό μπορεί να επιτευχθεί έμμεσα με τη σταδιακή μείωση τού φόρου εισοδήματος για να αυξηθεί το διαθέσιμο εισόδημα τών εργαζομένων, χωρίς αύξηση τών ονομαστικών μισθών. Μία πρώτη κίνηση προς αυτή τη μεταρρύθμιση θα ήταν η έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα:
α) τού συνόλου τών αποδείξεων για αγορές αγαθών - υπηρεσιών που πληρώνονται με πλαστικό χρήμα, δεδομένου ότι η μέθοδος αυτή τών συναλλαγών περιορίζει τη φοροδιαφυγή και την παραοικονομία και
β) τής έκτακτής εισφοράς και τών κρατήσεων περίθαλψης (Ν. 3986/11), και τής εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων (Ν. 3865/10), κάτι που δεν γίνεται, και η μεθόδευση αυτή αποτελεί μοναδική διεθνώς φορολογική απάτη τού κράτους.
Είναι καιρός πλέον να αρχίσει η χαλάρωση τής μέγγενης τών Μνημονίων με την ενίσχυση τουλάχιστον έμμεσα τών μισθών και τών συντάξεων, ώστε να ενισχυθεί η ζήτηση και να ξεκινήσει η επαναλειτουργία τής σκουριασμένης πλέον παραγωγικής μηχανής. Η Ελλάδα έχει κάθε δικαίωμα να ασκήσει εθνική οικονομική πολιτική η οποία θα εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση τών δανειακών της αναγκών ώστε να μη προσφεύγει σε συνεχή δανεισμό, όπως επιδιώκουν οι δανειστές της. Δυστυχώς οι ποσοτικές παρεμβάσεις τών εταίρων μας, μόνον εκείνους ωφελούν και κατά τον Αίσωπο «πολλοί συμβουλεύουν όχι για το καλό τού άλλου, αλλά για το δικό τους συμφέρον». Οι υποχρεώσεις τής χώρας απέναντι στους δανειστές πρέπει να περιορισθούν μόνον στους δανειακούς όρους που ισχύουν διεθνώς. Δεν επιτρέπεται και ο περιορισμός τής εθνικής της κυριαρχίας.
Η επιμονή τών εταίρων στη «λιτότητα», συνειδητά οδηγεί τη χώρα στην έξοδό της από την ευρωζώνη, με όρους και χρονική στιγμή που εκείνοι θα επιλέξουν. Επιβάλλεται, συνεπώς, προτού είναι αργά, η κατάρτιση ενός «Εθνικού Μνημονίου» από το πολιτικό προσωπικό τής χώρας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...