Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Προσωπικά δεδομένα, Δικηγόροι, δικογραφίες.

Περίληψη. Παράνομη επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Έννοια αρχείου και έννοια ευαίσθητου δεδομένου. Η ποινική δικογραφία συνιστά αρχείο. Πραγματικά περιστατικά. Χρήση εγγράφων από ποινική δικογραφία κατά την αποδεικτική διαδικασία ετέρας δίκης. Δημοσιοποίηση των προσωπικών δεδομένων από το ίδιο το υποκείμενο-εγκαλούντα. Δεν στοιχειοθετείται το ως άνω έγκλημα της παράνομης επεξεργασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αφού ο ίδιος ο εγκαλών (και στην υπόθεση από την οποία εξήχθησαν τα έγγραφα πολιτικώς ενάγων) δημοσιοποίησε τη σε βάρος του καταγγελία περί απόπειρας βιασμού προσκομίζοντας προς ανάγνωση ενώπιον του Δικαστηρίου απόφαση ετέρου Δικαστηρίου.
 Εν συνεχεία ο συνήγορος του εκεί κατηγορουμένου-νυν εγκαλουμένου προσκόμισε προς ανάγνωση διάφορα έγγραφα από την ποινική δικογραφία. Επιπλέον, όλα αυτά τα έγγραφα αναγνώσθηκαν χωρίς να προβληθεί καμία αντίρρηση από τους παράγοντες της δίκης. Νόμιμη, ως εκ τούτου, η χρήση των εγγράφων αυτών κατά την αποδεικτική διαδικασία.  

ΔιατΕισΠρΑθ ΕΓ 123/ 2014/106/46Δ/14

... ο Ν 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» θεσπίστηκε σε εκπλήρωση υποχρεώσεως του κοινού νομοθέτη η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1,5 παρ. 1,9 και 19 rou Συντ., οι οποίες ανάγουν την προστασία της αξίας του ανθρώπου σε πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, προστατεύσουν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του και διασφαλίζουν την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή καθώς και το απόρρητο των επικοινωνιών του. Παράλληλα όμως η θέσπιση του νόμου τούτου ήταν επιβεβλημένη και εν όψει των προβλεπομένων στην Οδηγία 95/46/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24 Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Κατά το άρθρο 1 του Ν 2472/1997, αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου, εξάλλου, ορίζεται ότι για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων, β) «ευαίσθητα δεδομένα», τα δεδομένα που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων (ως το εδ. β` ισχύει μετά την αντικ. μετά άρθρα 18 Ν 3471/2006, 8 παρ. 3 Ν 3625/2007 και 79 Ν 4139/2013), γ) «υποκείμενο των δεδομένων», το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, δ) «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («επεξεργασία»), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) «αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («αρχείο»), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια (ως το εδ. ε` αντικ. με το άρθρο 18 Ν 3471/2006), ζ) «υπεύθυνος επεξεργασίας», οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο, ενώ κατά την παρ. 2 περ. β` του ίδιου άρθρου (ως η παρ. 2 αντικ. με το άρθρο 8 παρ. 1 Ν 3625/2007), οι διατάξεις του εν λόγω νόμου δεν εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, στην επεξεργασία δεδομένων η οποία πραγματοποιείται: β) από τις δικαστικές-εισαγγελικές αρχές και τις υπηρεσίες που ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία τους στο πλαίσιο της απονομής της δικαιοσύνης ή για την εξυπηρέτηση των αναγκών της λειτουργίας του με σκοπό τη βεβαίωση εγκλημάτων, που τιμωρούνται ως κακουργήματα ή πλημμελήματα με δόλο, καθόσον ως προς τα ανωτέρω εφαρμόζονται οι ισχύουσες ουσιαστικές και δικονομικές ποινικές διατάξεις. Το άρθρο 4 παρ. 1, άλλωστε, του πιο πάνω νόμου ορίζει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει, μεταξύ άλλων, να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών και να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του πιο πάνω νόμου η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεση του, κατ` εξαίρεση δε επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση όταν, μεταξύ άλλων, η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (περ. ε), κατά δε το αρθρ. 6 παρ. 1 του ίδιου νόμου ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να γνωστοποιήσει εγνράφως στην Αρχή τη σύσταση και λειτουργία αρχείου ή την έναρξη της επεξεργασίας. Αλλωστε, κατά τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 7 του εν λόγω νόμου, απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, κατ` εξαίρεση δε επιτρέπεται η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, μεταξύ άλλων, όταν η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου (περ. γ`, ως αυτή αντικ. με το άρθρο 8 παρ. 3 Ν 2819/2000 και 34 παρ. 1 Ν 2915/2001). Εκ της ανωτέρω διάταξης συνάγεται η δυνατότητα δικαστικής χρήσης των δεδομένων όχι μόνο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του υποκειμένου τους, αλλά και για την υπεράσπιση οιουδήποτε δικαιώματος, είτε αυτό ανήκει στον ίδιο είτε σε τρίτο. Με τη διάταξη, δηλαδή, αυτή, επιτράπηκε ρητώς στον αντίδικο του υποκειμένου η χρήση δεδομένων του τελευταίου και μάλιστα ευαίσθητων, προκειμένου να προασπίσει τα δικαιώματα του (ΣυμβΠλημΑΘ 1001/2002, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων είναι καταρχήν παράνομη (άρθρα 5 παρ. 1 και 7 παρ. 1 Ν 2472/1997), καθίσταται δε κατ` εξαίρεση νόμιμη σε περίπτωση συνδρομής κάποιου από τους περιοριστικά αναφερόμενους στα άρθρα 5 και 7 αντίστοιχα λόγους, ανάλογα με το εάν η επεξεργασία αφορά δεδομένα απλά ή ευαίσθητα, προκειμένου δε για ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα η επεξεργασία επιτρέπεται, κατ` άρθρο 7 παρ. 2 Ν 2472/1997, μόνον κατόπιν άδειας της Αρχής, ήτοι μετά από προληπτικό διοικητικό έλεγχο της νομιμότητας της επεξεργασίας, τυπική προϋπόθεση που απαιτείται σωρευτικά προς κάποιον από τους ουσιαστικούς λόγους της άρσης του άδικου χαρακτήρα της επεξεργασίας των ευαίσθητων δεδομένων της παρ. 2 του ίδιου άρθρου (βλ. Κ. Χριστοδούλου, Δίκαιο Προσωπικών Δεδομένων, 2013, σελ. 47). Εξάλλου, η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 περ. γ` Ν 2472/1997, καίτοι καταρχήν αναφέρεται στη συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, γίνεται δεκτό (βλ. υπ` αριθμ. 147/2001 απόφαση της ΑΠΔΠΧ, ΠοινΔικ 2001,37, Κ. Χρισιοδούλου, ό.π., σελ. 46-47), σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας αλλά και με προσφυγή στο επιχείρημα «εκ του μείζονος το έλασσον», ότι εφαρμόζεται αναλογικά και για τα μη ευαίσθητα (τα απλά) προσωπικά δεδομένα, με τη μόνη διαφορά ότι στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται άδεια της Αρχής (καθόσον το αντίθετο θα σήμαινε εξομοίωση των ευαίσθητων με τα απλά προσωπικά δεδομένα). Κατά το άρθρο 7Α παρ. 1 του ίδιου νόμου (ως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ. 4 Ν 2819/2000), ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7, μεταξύ άλλων, όταν η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους και αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών προς τους πελάτες τους, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας και τα μέλη των εταιριών δεσμεύονται από υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει νόμος και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη (περ. ε`, ως αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 2 Ν 3471/2006).

Περαιτέρω, το άρθρο 22 προβλέπει ποινικές κυρώσεις για τις αναφερόμενες σ` αυτό κατηγορίες συμπεριφορών που κρίνονται αξιόποινες. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 4 Ν 2472/1997, «όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις», κατά δε την παρ. 6 του πιο πάνω άρθρου «αν ο υπαίτιος των πράξεων των παρ. 1 έως 5 του παρόντος άρθρου είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ή να βλάψει τρίτον, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών». Ετσι, για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της παρ. 4 του άρθρου 22 Ν 2472/1997, υπό τις διάφορες μορφές που διατυπώνεται, απαιτείται επεξεργασία, αυτοματοποιημένη ή μη, προσωπικών δεδομένων ενταγμένων σε αρχείο ή που πρόκειται να περιληφθούν σε υπάρχον αρχείο και όχι μελλοντικό, διότι το «αρχείο» περιγράφεται ως υπάρχουσα και όχι μελλοντική έννοια (ΑΠ 1857/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η έννοια του «δικαιώματος» στο κείμενο της πιο πάνω διάταξης παραπέμπει εμμέσως στους όρους, υπό τους οποίους η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων κρίνεται νόμιμη, ήτοι στα κεφάλαια Β` και Γ (άρθρα 4-14) του εν λόγω νόμου (Βλ. Π. Αρμαμέντο/Β. Σωτηρόπουλο, Προσωπικά Δεδομένα, Ερμηνεία Ν 2472/1997,2005, σελ. 536). Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι ποινικές κυρώσεις, που θεσπίζονται στο τελευταίο ως άνω άρθρο, προβλέπονται, ενόψει και της ιδιάζουσας βαρύτητας τους, όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεων του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις, το κοινό συνδετικό γνώρισμα των οποίων (με εξαίρεση την παρ. 5 του άρθρου 22 του Ν 2472/1997) και εκείνο που προσδίδει Βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση «αρχείων προσωπικών δεδομένων» (ΑΠ 1110/2013 ΠοινΧρ 2014,42, ΑΠ 499/2013, ΑΠ 2053/2010, ΑΠ 1857/2010, ΑΠ 1567/2010, ΑΠ 1370/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΔιατΕισΠρωτΑΘ ΕΓ 147-12/74/10Δ/2012 ΠοινΔικ 2012,622 επ.), με συνέπεια πολλές περιπτώσεις παράνομης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, ενόψει άλλωστε και του αποσπασματικού χαρακτήρα του ποινικού δικαίου (Βλ. Ν. Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος Ι, θεωρία για το έγκλημα, 2000, σελ. 55, Χ. Μυλωνόπουλο, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος Ι, 2007, σελ. 16, Αρ. Χαραλαμπάκη, Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, Γενικό Μέρος Ι, 2010, σελ. 14), να μην επισύρουν ποινική κύρωση, τη στιγμή μάλιστα που ποινικώς δεν διώκεται. Κατ` ακολουθία, προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν εις γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να τους τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο (όταν π.χ. περιήλθαν σε γνώση του δικαστικές αποφάσεις και καταδίκες φυσικού προσώπου υπό την ιδιότητα του ως διαδίκου κατά τις σχετικές δίκες - βλ. ΣυμΒΕφΑΘ 3140/2004 ΠοινΔικ 2005,683 επ.), γιατί εκλείπει, στην περίπτωση αυτή, η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, τούτο δε συνάγεται επίσης ευθέως και από τη διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 4,5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επέμβασης σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επέμβασης, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα «από μόνος του», αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα (ΑΠ 1110/2013 ΠοινΧρ 2014, 42, ΑΠ 2053/2010, ΑΠ 1370/2010, ΤρΕφΠλημΑΘ 175/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠεντΕφΑΘ 3202/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμΒΕφΑΘ 3140/2004 ΠοινΔικ 2005, 683 επ., ΣυμΒΠλημθεσ 1247/2011 ΠοινΧρ 2013, 384, ΔιατΕισΠρωτΑΘ ΕΓ 147-12/74/10Δ/2012 ΠοινΔικ 2012,622 επ.), καθόσον με το προβλεπόμενο στην παρ. 4 του άρθρου 22 του Ν 2472/1997 αδίκημα τιμωρείται η αυθαίρετη επέμβαση σε ξένο αρχείο, δηλαδή η παραβίαση του εν λόγω νόμου με ταυτόχρονη προσβολή της εμπράγματης ιδιοκτησίας επ` αυτού (Βλ. Κ. Χριστοδούλου, ό.π., σελ. 121-122).

Εξάλλου, αναφορικά με το αδίκημα του άρθρου 22 παρ. 4 Ν 2472/1997, έχει γίνει δεκτό ότι ο προαναφερθείς νόμος, έστω και αν δεν εκφράζεται με σαφήνεια, τιμωρεί την παραβίαση του απορρήτου της ιδιωτικής ζωής, δηλαδή μόνο τις επεμβάσεις σε αρχεία που είναι κρυφά και δεν έχουν δημοσιοποιηθεί και την επεξεργασία, μετάδοση, ανακοίνωση, γνωστοποίηση κ.λπ. δεδομένων που είναι κρυφά και δεν έχουν δημοσιοποιηθεί, καθόσον η ύπαρξη αρχείου και μάλιστα κρυφού και η ύπαρξη κρυφών (μη δημοσιοποιημένων) προσωπικών δεδομένων είναι βασικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 22 παρ. 4 Ν 2472/1997, οι οποίες διαγράφουν και τα όρια του ρυθμιστικού πλαισίου του εν λόγω νόμου, ο οποίος θεωρεί όχι άξια ποινικού κολασμού είναι η επεξεργασία των κρυφών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ακολουθεί την επέμβαση σε κρυφό αρχείο. Οσο η ιδιωτική ζωή είναι απόρρητη είναι άξια προστασίας. Αντίθετα, όταν πλέον έχει ευρέως δημοσιοποιηθεί στον κοινωνικό περίγυρο, η προσβολή της είναι ήδη ολοκληρωμένη και παύει να είναι άξια προστασίας κατά τον Ν 2472/1997 (ΤρΕφΠλημΑΘ 175/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤρΕφΠατρ 837/2013 ΠοινΔικ 2014,377, ΣυμβΠλημΣαμ 34/2001 ΠοινΔικ 2002, 881, ΔιατΕισΕφθεσ 184/2007 ΠοινΔικ 2008, 316). Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 358 και 364 ΚΠΔ, ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντελεί στην αποκάλυψη της αλήθειας, ως και να επικαλούνται και να ζητούν την ανάγνωση οποιουδήποτε εγγράφου που συντελεί προς τούτο και δεν έχει αμφισβητηθεί η γνησιότητα του, οι διατάξεις δε των άρθρων αυτών του ΚΠΔ είναι ειδικές σε σχέση με εκείνες του Ν 2472/1997 και υπερισχύουν έναντι αστών (ΑΠ 49/2011, ΑΠ 1561/2005, ΑΠ 1945/2002, ΣυμβΕφΑΘ 1744/2005, ΣυμφΕφΑΘ 984/2001 ΔιατΕισΠλημΠειρ 95/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ετσι, έχει κριθεί ότι οι διατάξεις του ΚΠΔ και του ΚΠολΔ που σχετίζονται με την ενώπιον των Ποινικών και Πολιτικών Δικαστηρίων εν γένει αποδεικτική διαδικασία (εκτίμηση των αποδείξεων, προβολή ισχυρισμών, προσκόμιση στοιχείων) δεν μπορούν να ανατραπούν από τις διατάξεις του Ν 2472/1997 (ΤρΕφΠατρ 837/2013 ΠοινΔικ 2014,377, ΔιατΕισΕφθεσ 187/2007 ΠοινΔικ 2008,316). Ειδικότερα, με την προαναφερθείσα υπ` αριθμ. 1945/2002 απόφαση του ΑΠ νομολογήθηκε ότι δεν τέλεσε το αδίκημα της παράβασης του άρθρου 22 παρ. 4 Ν 2472/1997 ο συνήγορος υπεράσπισης, ο οποίος κατά τη διάρκεια ποινικής δίκης προσκόμισε έγγραφο (το οποίο και ακολούθως αναγνώσθηκε στο Δικαστήριο), από το οποίο προέκυπταν καταδίκες του εγκαλούντος και το περιεχόμενο του αποτελούσε το ακριβές περιεχόμενο του αληθινού προσωπικού αποφυλακιστηρίου του μηνυτή, προκειμένου να ελεγχθεί η αξιοπιστία του τελευταίου. Τέλος, με την υπ` αριθμ. 147/2001 απόφαση της ΑΠΔΠΧ (ΠοινΔικ 2001, 37) κρίθηκε ότι ο φάκελος της δικογραφίας εκκρεμούς δίκης και κατ` αναλογία το ανακριτικό/ πρανακριτικό υλικό, δεν αποτελεί αρχείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 2472/1997, και συνεπώς, όσον αφορά τα προσωπικά δεδομένα που περιλαμβάνονται σε δικογραφία ή ανακριτικό/ προανακριτικό υλικό, η Αρχή δεν έχει αρμοδιότητα, όσον δε αφορά τη νομιμότητα της συλλογής προσωπικών δεδομένων και τη χρήση τους, όταν εκκρεμεί δίκη ή διενεργείται προανάκριση ή ανάκριση, ο δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός είναι αρμόδιος να κρίνει, στο πλαίσιο της αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων ή του ανακριτικού υλικού, αν η συλλογή των δεδομένων είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του νόμου.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση έγκληση του, ο ανωτέρω εγκαλών Ε.Τ. εκθέτει ότι, αφενός μεν στις 16.12.2011 κατά την εκδίκαση έφεσης του πρώτου νυν εγκαλούμενου-εκεί κατηγορούμενου (Κ.Β.) κατά της υπ` αριθμ. .../2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο τελευταίος είχε καταδικαστεί για τα αδικήματα της ψευδούς κατα-μήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης σε Βάρος του νυν εγκαλούντος, ο οποίος και παρέστη (κατά την εκδίκαση της πιο πάνω έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ` αριθμ. ../2011 απόφαση του ΣΤ` Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών) ως πολιτικώς ενάγων, ο τρίτος νυν εγκαλούμενος, δικηγόρος και συνήγορος υπεράσπισης σε εκείνη τη δίκη του εκεί κατηγορούμενου Κ.Β., μετά την εξέταση των μαρτύρων του κατηγορητηρίου και κατά το στάδιο της ανάγνωσης των εγγράφων, προσήγαγε και χρησιμοποίησε, μεταξύ άλλων, τα αναφερόμενα στην υπό κρίση έγκληση έγγραφα (έγκληση, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, απορριπτική κατ` άρθρο 47 ΚΠΔ Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, αγωγή), τα οποία προέρχονταν από την -απολύτως άσχετη με τη δικαζόμενη ως άνω υπόθεση- με ΑΒΜ ... ποινική δικογραφία που είχε σχηματιστεί σε βάρος του για το αδίκημα της απόπειρας βιασμού, κατόπιν εγκλήσεως του Σ.Μ. και τα οποία αναγνώστηκαν εν συνεχεία από το Δικαστήριο, αφετέρου δε ότι στις 11.10.2012 ο τρίτος εγκαλούμενος δικηγόρος (Κ.Σ.), ενεργών υπό την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου των δύο πρώτων εγκαλούμενων (Κ.Β. και Π.Κ.), κατά την κατάθεση των με την ίδια ημερομηνία προτάσεων των ανωτέρω επί της από 21.12.2004 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2004 αγωγής του νυν εγκαλούντος κατ` αυτών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσήγαγε μετ` επικλήσεως, μεταξύ άλλων, και την από 5.11.2007 -απολύτως άσχετη με την προαναφερθείσα αγωγή- αγωγή του νυν εγκαλούντος κατά του Σ.Μ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία ομοίως αποτελούσε τμήμα της πιο πάνω με ΑΒΜ ... ποινικής δικογραφίας, έχοντας προσκομισθεί ως σχετικό από τον ίδιο (νυν εγκαλούντα) κατά την παροχή εγγράφων εξηγήσεων επί της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης με αφορμή την εν λόγω έγκληση. Περαιτέρω, ιστορεί ότι οι ως άνω εγκαλούμενοι, αφού, σε άγγωστο χρόνο και με άγγωστο τρόπο, παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση-ενημέρωσή του και χωρίς την άδεια της αρμόδιας Αρχής, επενέβησαν στην πιο πάνω δικογραφία (με ΑΒΜ ...), η οποία αποτελεί αρχείο κατά την έννοια του νόμου και αφορά σε ευαίσθητα προσωπικά του δεδομένα (τόσο ως δεδομένα σχετικά με ποινική δίωξη, όσο και ως δεδομένα που αφορούν στην ερωτική του ζωή), έλαβαν αθέμιτα αντίγραφα των πιο πάνω εγγράφων απ` αυτήν, τα οποία εν συνεχεία επεξεργάστηκαν, συγκροτώντας νέο αρχείο, και ακολούθως τα χρησιμοποίησαν ενώπιον του πιο πάνω ποινικού και πολιτικού Δικαστηρίου επί απολύτως άσχετων προς το περιεχόμενο τους υποθέσεων, τελώντας έτσι την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 22 παρ. 4 περ. β` Ν 2472/1997 (παράνομη επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα) κατά συναυτουργία, κατ` εξακολούθηση και μη και μάλιστα υπό την επιβαρυντική μορφή της παρ. 6 του πιο πάνω άρθρου, καθόσον ενήργησαν με σκοπό να τον βλάψουν, ήτοι να τρώσουν την τιμή και την υπόληψη του.

Από τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και συγκεκριμένα από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας και το από 14.4.2014 υπόμνημα του εγκαλούντος (οι προταθέντες από τον τελευταίο μάρτυρες δεν κατέστη δυνατό να εξεταστούν, αφού ο μεν Π.Γ. τυγχάνει άγνωστος στη δηλωθείσα με την έγκληση διεύθυνση κατοικίας του - Βλ. την από 17.12.2013 βεβαίωση της ΕΦΕΤ, ο δε Δ.Μ., καίτοι κλήθηκε, δεν προσήλθε για να εξεταστεί - Βλ. το από 17.12.2013 αποδεικτικό), σε συνδυασμό με τις ανωμοτί εξηγήσεις των εγκαλουμένων (υπό τον τύπο εγγράφων υπομνημάτων), προκύπτουν, κατά την κρίση μας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις ...2011 εκδικάστηκε ενώπιον του ΣΤ Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών η υπ` αριθμ. .../29.3.2011 έφεση του Κ.Β. κατά της υπ` αριθμ. ..729.3.2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο τελευταίος είχε πρωτόδικα» καταδικαστεί, κατόπιν εγκλήσεως του νυν εγκαλούντος, ο οποίος παρέστη ως πολιτικώς ενάγων και εξετάστηκε ανωμοτί, για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, τα οποία εφέροντο να έχουν τελεσθεί στην Αθήνα στις 30.3.2004 σε βάρος του (εγκαλούντος). Ειδικότερα, η κατηγορία συνίστατο στο ότι ο Κ.Β., στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εγχείρησε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την με ΑΒΜ ... έγκληση του κατά του εγκαλούντος Ε.Τ., ισχυριζόμενος γι` αυτόν, εν γνώσει του ψευδώς, ότι, ως διαχειριστής της πολυκατοικίας επί της οδού ... αριθ.... στο ... Αττικής, κατήρτισε πλαστή απόδειξη ποσού 200 ευρώ, την οποία εφέρετο ότι είχε εκδώσει στις 30.5.2003 ο ηλεκτρολόγος Χ.Π. και αφορούσε ηλεκτρολογικές εργασίες που ουδέποτε προσφέρθηκαν στην πολυκατοικία από τον ως άνω ηλεκτρολόγο και ότι ο εγκαλών προέβη στην πράξη του αυτή με σκοπό να παραπλανήσει τους υπόλοιπους ενοίκους της πολυκατοικίας ότι πράγματι είχαν εκτελεσθεί οι εργασίες αυτές και ότι δικαιούται να εισπράξει το προαναφερθέν χρηματικό ποσό, επιδιώκοντας έτσι να προκαλέσει την ποινική του καταδίωξη για το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση, καθώς και ότι στην προαναφερθείσα έγκληση του ισχυρίστηκε επιπλέον, εν γνώσει του ψευδώς, για τον εγκαλούντα ότι «οι προπεριγραφει`σες πράξεις του εγκαλουμένου δείχνουν άνθρωπο αδίστακτο και εθισμένο σε απάτες σε συνδυασμό με πληροφορίες που έχουμε από αστυνομικούς κύκλους». Επί της πιο πάνω εφέσεως εκδόθηκε η υπ` αριθμ.../16.12.2011 απόφαση του ΣΤ` Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, με την οποία ο εκεί κατηγορούμενος (νυν πρώτος εγκαλούμενος) κηρύχθηκε αθώος της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης και ένοχος της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, του επιβλήθηκε δε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία έτη. Ειρήσθω ότι κατά της εν λόγω απόφασης ο Κ.Β. άσκησε το ένδικο μέσο της αίτησης αναιρέσεως, πλην όμως η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο με πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 Ν 4043/2012 (Βλ. την υπ` αριθμ. πρωτ. ../2014 βεβαίωση της γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου). Κατά την εκδίκαση της πιο πάνω εφέσεως ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και κατά το στάδιο της ανάγνωσης των εγγράφων, προσκομίστηκαν από τον τρίτο εγκαλούμενο δικηγόρο Κ.Σ., ο οποίος παρίστατο ως συνήγορος υπεράσπισης του εκεί κατηγορουμένου Κ.Β., και εν συνεχεία αναγνώστηκαν από το πιο πάνω Δικαστήριο «χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από κανένα παράγοντα της δίκης» (ως Βεβαιώνεται στη σελ. 7 των πρακτικών της υπ` αριθμ. ..72011 απόφασης), μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία έλαβαν αρίθμηση 40-45 στα πρακτικά της απόφασης, ήτοι: «40.`Εκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα Χ.Ε., 41.Έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα Μ.Κ., 42.`Εκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα Σ.Μ., 43. Μήνυση Σ.Μ. κατά Ε.Τ., 44. Αγωγή Σ.Μ. κατά Ε.Τ., 45. Η με ημερομηνία 24.8.2009 Διάταξη Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών» (Βλ. σελ. 9 της απόφασης). Τα ως άνω έγγραφα, που προσκομίστηκαν από τον τρίτο των νυν εγκαλουμένων, συνήγορο υπεράσπισης του πρώτου νυν εγκαλούμενου στην εκεί ποινική δίκη, προέρχονταν από την ποινική δικογραφία με ΑΒΜ ... που είχε σχηματισθεί στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών με αφορμή την από 12.11.2007 έγκληση του Σ.Μ. κατά του νυν εγκαλούντος για το αδίκημα της απόπειρας βιασμού, το οποίο εφέρετο ότι είχε τελέσει ο τελευταίος στο ... Κορινθίας στις 24.6.2007 σε βάρος του (Σ.Μ.) και η οποία έγκληση, μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη (λόγω μη συνδρομής επαρκών ενδείξεων για να κινηθεί η ποινική δίωξη), κατ` αρθρ. 47 ΚΠΔ, με την υπ` αριθμ. ..709 από 24.8.2009 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Η εν λόγω ποινική δικογραφία, στο βαθμό που κατά το χρόνο εκείνο (16.12.2011) δεν αναφερόταν σε εκκρεμή δίκη, συνιστά αρχείο, με την έννοια του Ν 2472/1997 (πρβλ. Γ. Νούσκαλη, Ποινική προστασία προσωπικών δεδομένων, 2007, σελ. 67-68), τα δε ως άνω προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα έγγραφα (σε φωτοτυπικά αντίγραφα), που εξήχθησαν από την προαναφερθείσα ποινική δικογραφία, αφορούσαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του νυν εγκαλούντος, όχι όμως ευαίσθητα κατά την έννοια του άρθρου 2 περ. β` Ν 2472/1997, όπως ο τελευταίος εσφαλμένα υπολαμβάνει με την υπό κρίση έγκληση του, αλλά απλά (άρθρο 2 περ. α` Ν 2472/1997), καθόσον αφενός μεν οι πληροφορίες που εμπεριέχονται σε καταγγελίες (εγκλήσεις, μηνύσεις κ.λπ.) δεν συνιστούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, παρά μόνον εφόσον ασκηθεί ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠΔ τρόπους και συνεπώς όλα τα δεδομένα που σχετίζονται με τη διαδικασία που προηγείται της κίνησης της ποινικής δίωξης (προκαταρκτική εξέταση) δεν θεωρούνται «ευαίσθητα» αφού δεν αφορούν «στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες» (βλ. έτσι Π. Αρμαμέντο/Β. Σωτηρόπουλο, ό.π., σελ. 43 και σελ. 45, υποσημ. 69, Κ. Χριστοδούλου, ό.π., σελ. 22), αφετέρου δε η καταγγελία περί απόπειρας βιασμού δεν αναφέρεται στο πεδίο της ερωτικής δραστηριότητας του υποκειμένου, καθόσον ο βιασμός, ανεξαρτήτως φύλου δράστη και θύματος, συνιστά πάντα έγκλημα (άρθρο 336 ΠΚ) και δη ενταγμένο στο 19ο κεφάλαιο του ΠΚ που αφορά στα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. Αλλωστε και οι δικηγόροι ενδέχεται να θεωρηθούν υπεύθυνοι επεξεργασίας και υπόκεινται στις διατάξεις του Ν 2472/1997 (βλ. ΣυμΒΠλημθεσ 1247/2011 ΠοινΧρ 2013,385). Οι πρώτος και δεύτερος εγκαλούμενοι (Κ.Β. και Π.Κ.) στο από 29.1.2014 υπόμνημα παροχής εξηγήσεων που κατέθεσαν, ισχυρίστηκαν ότι φωτοτυπικά αντίγραφα των πιο πάνω εγγράφων εκ της προαναφερθείσας ποινικής δικογραφίας τους παρέδωσε περί το Νοέμβριο του έτους 2009 ο Χ.Ε., συνεταίρος του Σ.Μ. και μάρτυρας της ως άνω με ΑΒΜ ... δικογραφίας, με τον οποίο ο νυν εγκαλών βρισκόταν σε παλαιά και σφοδρή αντιδικία που αφορούσε τη λειτουργία καταστήματος-καφέ-μπαρ που οι ανωτέρω (Χ.Ε., Σ.Μ., αλλά και Μ.Κ.) διατηρούσαν στο ... Κορινθίας, εικάζουν δε ότι κάποια από τα έγγραφα αυτά κατείχε ο Χ.Ε. λόγω της δικής του άμεσης εμπλοκής ως μάρτυρας στην εν λόγω υπόθεση και άλλα του παραδόθηκαν από το φίλο και συνέταιρο του Σ.Μ., εγκαλούντα της πιο πάνω ποινικής δικογραφίας (Βλ. σελ. 27 επ. του υπομνήματός τους). Σημειωτέον ότι, πριν την κατά τα άνω ανάγνωση από το Δικαστήριο των πιο πάνω εγγράφων που προσκομίστηκαν από τον τρίτο εγκαλούμενο-δικηγόρο, αναγνώστηκε, μεταξύ άλλων, και η υπ` αριθμ. .../2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου (λαμβάνοντας αρίθμηση 33 στα πρακτικά της πιο πάνω απόφασης - Βλ. σελ. 8 αυτής), η οποία εκδόθηκε επί της από 30.7.2007 αγωγής του νυν εγκαλούντος κατά του Σ.Μ. και με την οποία ο πρώτος ζητούσε από τον τελευταίο να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 300.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, λόγω προσβολής της προσωπικότητας του εκ της αποστολής προς αυτόν και προς τον Γενικό Πρέσβη της... στην Ελλάδα (της οποίας επίτιμος Πρόξενος στην Ελλάδα διατέλεσε ο εγκαλών) της από 9.7.2007, φερομένης ως ψευδούς και συκοφαντικής, «εξώδικης διαμαρτυρίας-πρόσκλησης-δήλωσης», στην οποία, μεταξύ άλλων, αναγράφονταν και τα εξής: «έχετε εκκινήσει μια ανηλεή επίθεση μίσους και παράφορης εκδικητικότητας προς το πρόσωπο μου, με αποκλειστικό σκοπό την ηθική μου εξόντωση και την οικονομική μου καταστροφή. Με προσχηματικές έωλες καταγγελίες, περί δήθεν οχλήσεως σας από την επιχείρηση καφέ που διατηρώ, με ύπουλο πόλεμο λάσπης σε βάρος της ίδιας μου της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας μου, με συστηματικές απάνθρωπες απειλές και σκληρούς εκβιασμούς, χυδαιότατες ύβρεις και ψευδείς καταγγελίες στις τοπικές αρχές (Δήμος ..., Περιφέρεια Πελοποννήσου) και στην Αστυνομία, προσπαθείτε να με εκδικηθείτε και να κάμψετε το ηθικό μου, αποκλειστικά και μόνο επειδή δεν υποκύπτω στις εκβιαστικές σας ανήθικες και αισχρές προτάσεις, που προσβάλλουν κατάφορα τη γενετήσια αξιοπρέπεια μου, θίγουν τον πυρήνα της ίδιας μου της προσωπικότητας και ποδοπατούν την ανδρική μου αξιοπρέπεια... Με τρομοκρατούν, με εξευτελίζουν και με φέρνουν σε πάρα πολύ δύσκολη θέση και ως άνδρα και ως οικογενειάρχη και ως άνθρωπο και ως επαγγελματία, συνιστούν ποινικώς κολάσιμες πράξεις σοβαρότατης ηθικής απαξίας, για τις οποίες θα κληθείτε λίαν συντόμως να λογοδοτήσετε ενώπιον της Δικαιοσύνης». Την πιο πάνω πολιτική απόφαση, με την οποία, αφού έγινε εν μέρει δεκτή η προαναφερθείσα αγωγή, αναγνωρίστηκε ότι ο εκεί εναγόμενος (Σ.Μ.) υποχρεούται να καταΒάλει νομιμοτόκως στον εκεί ενάγοντα (νυν εγκαλούντα) το ποσό των 10.000 ευρώ για την προαναφερθείσα αιτία, προσκόμισε ως αναγνωστέο έγγραφο ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 16.12.2011 ο πληρεξούσιος δικηγόρος του νυν εγκαλούντος, ο οποίος κατά την ως άνω δίκη κατά του Κ.Β. παρέστη ως πολιτικώς ενάγων, γεγονός που συνομολόγησε ο τελευταίος στο από 14.4.2014 υπόμνημα του, πράγματι δε το εν λόγω έγγραφο (απόφαση) αναγνώστηκε από το Δικαστήριο, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από κάποιον παράγοντα της δίκης. Σημειωτέον ότι στην ως άνω, προσκομισθείσα από τον πληρεξούσιο του νυν εγκαλούντος, κατόπιν εντολής του τελευταίου, πολιτική απόφαση γινόταν αναφορά και στη διαδικαστική πορεία της προαναφερθείσας από 12.11.2007 και με ΑΒΜ ... έγκλησης που, κατά τα άνω, είχε υποβάλει ο Σ.Μ. κατά του νυν εγκαλούντος για το αδίκημα της απόπειρας βιασμού (βλ. σελ. 12 επ. της υπ` αριθμ. .../2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου). Ακολούθως, στις 25.6.2012 ο νυν εγκαλών κοινοποίησε στον πρώτο και τρίτο των εγκαλουμένων (Κ.Β. και Κ.Σ.) την από 22.6.2012 «δήλωση αντιρρήσεων επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων», ζητώντας τους να σταματήσουν την επεξεργασία οποιωνδήποτε προσωπικών του δεδομένων, να του γνωστοποιήσουν τον τρόπο με τον οποίο βρέθηκαν στην κατοχή τους τα πιο πάνω έγνραφα εκ της με ΑΒΜ ... ποινικής δικογραφίας και να καταστρέψουν το τηρούμενο απ` αυτούς αρχείο με προσωπικά του δεδομένα, την ίδια δε δήλωση επέδωσε στις 13.7.2012 και στον Σ.Μ., ζητώντας απ` αυτόν εντός της ταχθείσης σχετικώς προθεσμίας να του γνωστοποιήσει εάν αυτός διαβίβασε τα ανωτέρω στοιχεία στους νυν εγκαλούμενους ή αν γνωρίζει τον τρόπο και την πηγή της πληροφόρησης τους. Ο τελευταίος με την από 18.7.2012 εξώδικη απάντηση του υποστήριξε ότι δεν παρέδωσε οποιοδήποτε έγγραφο σε αυτούς, επιφυλασσόμενος για την άσκηση κάθε σχετικού νομίμου δικαιώματος του. Περαιτέρω, την 1.11.2012 επρόκειτο να συζητηθεί (πλην όμως η συζήτηση της ματαιώθηκε, νέα δε ημερομηνία συζήτησης της ορίστηκε η 21.5.2015 - Βλ. την από 2.11.2012 και με αριθμό κατάθεσης ..72012 κλήση) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η από 21.12.2004 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2004 αγωγή του νυν εγκαλούντος κατά του πρώτου και δεύτερου των νυν εγκαλουμένων, με την οποία ζητούσε να του καταΒάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το συνολικό ποσό του 1.000.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, λόγω προσβολής της προσωπικότητας του εκ της φερομένης ως ψευδούς και συκοφαντικής από 8.7.2004 και με ΑΒΜ ... έγκλησης που υπέβαλαν οι εκεί εναγόμενοι σε βάρος του για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή. Στις από 11.10.2012 προτάσεις που κατέθεσε με αφορμή την πιο πάνω αγωγή ο τρίτος εγκαλούμενος, ενεργών ως πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων αυτής (πρώτου και δεύτερου των νυν εγκαλουμένων), προσήγαγε μετ` επικλήσεως, μεταξύ άλλων, ως σχετικό έγγραφο (σχετ. 65 - Βλ. σελ. 31-32 των προτάσεων) και την από 5.11.2007 αγωγή του νυν εγκαλούντος κατά του Σ.Μ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, στην οποία περιγραφόταν το σύνολο του «ιστορικού» που αφορούσε την καταγγελία του Σ.Μ. σε βάρος του περί απόπειρας βιασμού του. Μάλιστα, η εν λόγω αγωγή, την οποία κατά τα ανωτέρω προσκόμισαν οι νυν εγκαλούμενοι, φέρει την ιδιόχειρη σημείωση του εγκαλούντος «οχ. 9», καθόσον αυτή είχε προσκομιστεί από τον ίδιο ως σχετικό έγγραφο με το από 21.1.2009 υπόμνημα εξηγήσεων του ενώπιον του 2ου Πταισματοδίκη Αθηνών επί της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης με αφορμή την ως άνω με ΑΒΜ ... έγκληση του Σ.Μ. σε βάρος του για το αδίκημα της απόπειρας βιασμού και συνεπώς και το εν λόγω έγγραφο αποτελούσε τμήμα της πιο πάνω ποινικής δικογραφίας, η οποία, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, συνιστούσε κατά το χρόνο εκείνο (11.10.2012) αρχείο, κατά την έννοια του Ν 2472/1997, αφού αναφερόταν σε μη εκκρεμή πλέον δίκη, αφορούσε δε απλά (και όχι ευαίσθητα, ως ανωτέρω εκτέθηκε) δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του εγκαλούντος. Τα ως άνω, όμως, περιγραφόμενα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του καταγγελλόμενου αδικήματος (άρθρο 22 παρ. 4, 6 Ν 2472/1997), καθόσον, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι διατάξεις του ΚΠΔ (άρθρα 358,364) και του ΚΠολΔ που σχετίζονται με την ενώπιον των Ποινικών και Πολιτικών Δικαστηρίων εν γένει αποδεικτική διαδικασία (εκτίμηση των αποδείξεων, προβολή ισχυρισμών, προσκόμιση στοιχείων) δεν μπορούν να ανατραπούν από τις διατάξεις του Ν 2472/1997 και ως ειδικές υπερισχύουν έναντι αυτών (ΑΠ 49/2011, ΑΠ 1561/2005, ΑΠ 1945/2002, ΤρΕφΠατρ 837/2013 ΠοινΔικ 2014,377, ΣυμβΕφΑΘ 1744/2005, ΣυμΒΕφΑΘ 984/2001, ΔιατΕισΕφθεσ 187/2007, ΔιατΕισΠλημ-Πειρ 95/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), τοσούτω μάλλον όταν ο ίδιος ο εγκαλών-εκεί πολιτικώς ενάγων, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, πρώτος ο ίδιος δημοσιοποίησε ενώπιον του ΣΤ Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών της δικασίμου της 16.12.2011 τη σε βάρος του καταγγελία περί απόπειρας βιασμού του Σ.Μ., προσκομίζοντας προς ανάγνωση ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου την προαναφερθείσα υπ` αριθμ. .../2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου (που φέρει αριθμό «33» των εγγράφων που αναγνώστηκαν από το εν λόγω Δικαστήριο), στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφερόταν και η διαδικαστική πορεία της εγκλήσεως του Σ.Μ. κατ` αυτού για το προαναφερθέν αδίκημα, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, ακολούθως δε ο τρίτος εγκαλούμενος-συνήγορος υπεράσπισης του πρώτου νυν εγκαλούμενου-εκεί κατηγορουμένου προσκόμισε προς ανάγνωση τα προαναφερθέντα έγγραφα εκ της ως άνω ποινικής δικογραφίας (τα οποία έλαβαν αριθμούς «40-45» των εγγράφων που αναγνώστηκαν), προφανώς για να ελέγξει την αξιοπιστία του εκεί πολιτικώς ενάγοντος ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου και συνεπώς η χρήση αυτών κατά τη συγκεκριμένη δημόσια δικαστική συνεδρίαση ήταν επιτρεπτή και νόμιμη, τη στιγμή δε που αφενός τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούσαν την κατηγορία της απόπειρας βιασμού και η διαδικαστική πορεία της εν λόγω εγκλήσεως είχαν ήδη δημοσιοποιηθεί από τον ίδιο τον εγκαλούντα (και συνεπώς δεν αφορούσαν σε κρυφά, μη δημοσιοποιημένα προσωπικά του δεδομένα, ώστε να τυγχάνουν ποινικής προστασίας), αφετέρου δε τα έγγραφα αυτά αναγνώστηκαν «χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από κανένα παράγοντα της δίκης» (ούτε συνεπώς από τον παρόντα, εξετασθέντα ανωμοτί λόγω της ιδιότητας του ως πολιτικώς ενάγων, νυν εγκαλούντα ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του), ως τούτο βεβαιώνεται στα πρακτικά της εν λόγω δίκης, τα οποία και αποτελούν πλήρη απόδειξη, καθόσον δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά (ΑΠ 68/2012 ΠοινΔικ 2012, 989, ΑΠ 1829/2011, ΑΠ 696/2011, ΑΠ 52/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αλλωστε, ο σκοπός της ποινικής δίκης (αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας) υπερτερεί έναντι του δικαιώματος πληροφοριακής αυτοδιάθεσης του υποκειμένου. Ακόμα, όμως, κι αν δεν ήθελε υιοθετηθεί η ως άνω (κρατούσα στη νομολογία) αντίληψη περί κάμψεως της προστασίας της ιδιωτικότητας κατά την ποινική και πολιτική δίκη, θέση που με σοβαρή σε κάθε περίπτωση επιχειρηματολογία έχει επικριθεί από τμήμα της θεωρίας (βλ. Ε. Φυτράκη, Παρατηρήσεις στην ΣυμΒΕφΑΘ 984/2001, ΠοινΔικ 2002,1027 επ., Γ. Νουσκαλη, Προστασία προσωπικών δεδομένων και ποινική δίκη: Αξίες αντιφατικές ή παράλληλες, ΠοινΔικ 2003,675 επ., τον ίδιο, ό.π., σελ. 80 επ., Ι. Ιγγλεζάκη, Ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, 2004, σελ. 228 επ.), το αποτέλεσμα δεν θα ήταν, κατά την κρίση μας, διαφορετικό κι αυτό για τους ακόλουθους λόγους: Η με τη μορφή της χρήσεως επεξεργασία των πιο πάνω (απλών και όχι ευαίσθητων, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα) δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του εγκαλούντος ενώπιον του προαναφερθέντος ποινικού (ΣΤ` Τριμελές Εφετείου Πλημ/των Αθηνών) και πολιτικού (Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών - σημειωτέον πάντως ότι η συζήτηση της από 21.12.2004 αγωγής του εγκαλούντος ματαιώθηκε κατά τη δικάσιμο της 1.11.2012 και συνεπώς η χρήση της από 5.11.2007 αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου δεν ολοκληρώθηκε τελικώς) Δικαστηρίου δεν έγινε «χωρίς δικαίωμα» εκ μέρους των εγκαλουμένων, κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 22 Ν 2472/1997, καθόσον η επεξεργασία των πιο πάνω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση νόμιμη, κατ` εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 2 περ. γ` Ν 2472/1997, αναλογικά εφαρμοζόμενου, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, και ως προς τα απλά προσωπικά δεδομένα και δη χωρίς την πρόσθετη προϋπόθεση της προηγούμενης λήψης άδειας από την Αρχή (η οποία αφορά μόνο στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα), αφού αφορούσε δεδομένα που δημοσιοποίησε το ίδιο το υποκείμενο- εγκαλών, προσκομίζοντας πρώτος αυτός (διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του) προς ανάγνωση ενώπιον του πιο πάνω ποινικού Δικαστηρίου αντίγραφο της υπ` αριθμ. .../2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία αναφερόταν στην -μη σχετιζόμενη με τη δικαζόμενη υπόθεση-αντιδικία του με τον Σ.Μ. και στην (αβάσιμη, όπως τελικά αποδείχθηκε) κατηγορία σε Βάρος του περί απόπειρας βιασμού. Σημειωτέον ότι δεν κατέστη δυνατό να διακριβωθεί κατά το στάδιο της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης εάν οι εγκαλούμενοι ερεύνησαν οι ίδιοι ή ο Χ.Ε., από τον οποίο ισχυρίζονται ότι έλαβαν αντίγραφα των κρίσιμων ως άνω εγγράφων (ο οποίος πάντως, ως απλός μάρτυρας-μη διάδικος της εν λόγω δικογραφίας, δεν θα μπορούσε να έχει πλήρη πρόσβαση σε αυτήν), επεμβαίνοντας παράνομα, σε ορισμένο χρόνο, στο αρχείο της με ΑΒΜ ... ποινικής δικογραφίας ή αν πληροφορήθηκαν τα διαδιδόμενα γεγονότα «από μόνοι τους» και χωρίς επέμβαση στο αρχείο της δικογραφίας, τη στιγμή μάλιστα που, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, ο Ν 2472/1997 εφαρμόζεται μόνον όταν υπάρχουν προσωπικά δεδομένα σε αρχείο και τυγχάνουν επεξεργασίας, ενώ ελλείψει αρχείου, η επίκληση και προσαγωγή ενώπιον ποινικού ή πολιτικού Δικαστηρίου εγγράφων, μη σχετιζόμενων με τη δικαζόμενη υπόθεση, και οι δι` αυτών όποιες προσβολές της προσωπικότητας εμπίπτουν -συντρεχόντων και των λοιπών όρων- σε άλλες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα (άρθρα 363-362 ΠΚ, αδικήματα κατ` έγκληση διωκόμενα, ως προς τα οποία δεν έχει υποβληθεί η προβλεπόμενη έγκληση εκ μέρους του παθόντος).

Επειδή, κατ` ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση έγκληση τυγχάνει απορριπτέα, ως μη στηριζόμενη στο νόμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 παρ. 2-1ΚΠΔ.
Επειδή δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής των δικαστικών εξόδων σε βάρος του εγκαλούντος, αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 585 παρ. 4 ΚΠΔ.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτουμε την από 16.7.2013 έγκληση του Ε.Τ., κατοίκου Αθηνών, οδός... αριθ...., κατά των: 1) Κ.Β., κατοίκου ... Αττικής, οδός... αριθ...., 2) Π.Κ., κατοίκου ... Αττικής, οδός... αριθ.... και 3) Κ.Σ., Δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, οδός ... αριθ...., για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 22 παρ. 4 περ. β` Ν 2472/1997 κατά συναυτουργία, κατ` εξακολούθηση και μη και δη υπό την επιβαρυντική περίσταση της παρ. 6 του άρθρου 22 του Ν 2472/1997 (άρθρα 26 παρ. 1 εδ. α`, 27,45, 98 παρ. 1 ΠΚ και άρθρο 22 παρ. 4 περ. β`, 6 Ν 2472/1997), η οποία φέρεται τε-λεσθείσα στην Αθήνα στις 16.12.2011 και 11.10.2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...