Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Έφεση, (απλή) ομοδικία, συγκυριότητα, κτηματολόγιο Δωδεκανήσου.

Περίληψη. Κτήση κυριότητας επί ακινήτου. Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου. Καθιέρωση έκτακτης χρησικτησίας με δεκαπενταετή νομή, αντί της νομής των τριάντα ετών που απαιτούσε ο Ιταλικός Αστικός Κώδικας του 1865. Από την εισαγωγή στη Δωδεκάνησο του αστικού κώδικα, του Εισαγωγικού νόμου και του Ν.Δ. της 7/10.5.1946 «περί αποκαταστάσεως του Α.Κ. και του Εισαγωγικού αυτού νόμου», η περιεχόμενη παραπομπή στο άρθ. 63 παρ. 1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου νοείται ότι γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις του Ελληνικού Αστικού Κώδικα, από τις οποίες και διέπεται έκτοτε η καθιερούμενη πιο πάνω δεκαπενταετής κτητική παραγραφή, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως, διαδρομής και συμπληρώσεως της. Συγκυριότητα ακινήτου.

Ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκυρίων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ’ αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, πριν καταστήσει γνωστό στους συγκυρίους ότι νέμεται μεγαλύτερο μέρος της μερίδας του ή το όλο αποκλειστικώς στο όνομα του ως κύριος. Τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκοινωνοί προβαίνουν σε άτυπη διανομή του κοινού ακινήτου, αφού έκτοτε καθένας από αυτούς, με γνώση των λοιπών, νέμεται αποκλειστικώς για τον εαυτό του το περιελθόν σ` αυτόν με την άτυπη διανομή μέρος του ακινήτου. Απλή ομοδικία. Η ασκηθείσα έφεση απευθύνεται κατά του νικητή αντιδίκου του εκκαλούντος, όχι δε και κατά του απλού ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον εκκαλούντα. 
  
Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Γ, 25/ 2015 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Aσπασία Μαγιάκου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ`αριθμ. 132 από 1 Σεπτεμβρίου 1929 Δ/γμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου, διατηρήθηκε δε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σ` αυτήν της Ελληνικής νομοθεσίας, με το αρθρ. 8 παρ. 2 του ν. 510/1947 "περί της εν Δωδεκανήσω εφαρμοστέας Δικαστικής Νομοθεσίας", ορίζει, στη μεν πρώτη παράγραφο, ότι "κατά των εν τω Κτηματολογικώ Βιβλίω Εγγραφών, των αφορωσών ακίνητα ελευθέρας ιδιοκτησίας (Μούλκια) συγχωρείται η παραγραφή, κατά τας αρχάς της Ιταλικής νομοθεσίας, μετά δεκαπενταετία από της επισυμβάσης εγγραφής", στη δε επόμενη παράγραφο, ότι "ο χρησιδεσπόζων νομεύς δύναται να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος, είτε δια πράξεως, δια της οποίας συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του εκ μέρους του εγγεγραμμένου τιτλούχου, είτε δια δικαστικής αποφάσεως, η οποία αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τούτου ή των κληρονόμων του, ή, εν ελλείψει αυτών, του Διευθυντού του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συνεπληρώθη". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με δεκαπενταετή νομή, αντί της νομής των τριάντα ετών που απαιτούσε ο Ιταλικός Αστικός Κώδικας του 1865, θεσπίστηκε δε, κατά την Εισηγητική Έκθεση του παραπάνω Ιταλικού Κυβερνητικού Δ/τος, για τον εναρμονισμό του θεσμού της έκτακτης χρησικτησίας προς τη διάταξη του άρθρου 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, που ίσχυε τότε στη Δωδεκάνησο και προέβλεπε 15ετή αποσβεστική παραγραφή. Ως προς τα άλλα όμως στοιχεία αυτής, ήτοι τις προϋποθέσεις ενάρξεως, διαδρομής και συμπληρώσεως της δεκαπενταετούς αυτής κτητικής παραγραφής, παραπέμπει η διάταξη αυτή στις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας, για συμπλήρωση της από αυτές. Η παραπομπή αυτή όμως είναι πρόδηλα γνήσια και έχει την έννοια της εφαρμογής των αντίστοιχων διατάξεων του αστικού δικαίου που ισχύουν κάθε φορά. Ενόψει δε και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 3 του ΕισΝΑΚ, κατά τον οποίο "στις περιπτώσεις που στην ισχύουσα νομοθεσία γίνεται παραπομπή σε διατάξεις οι οποίες καταργούνται με το νόμο αυτό, εφαρμόζονται στη θέση τους οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα", έπεται ότι από την εισαγωγή στη Δωδεκάνησο, κατά την 30.12.1947, με το αρθρ. 2 παρ. 1 στοιχ. α` του Ν. 510/1947, του ΑΚ, του Εισαγωγικού νόμου και του Ν.Δ. της 7/10.5.1946 "περί αποκαταστάσεως του Α.Κ. και του Εισαγωγικού αυτού νόμου" (με τα άρθρα 5 και 1 του οποίου καταργήθηκε και η επέκταση της εφαρμογής στη Δωδεκάνησο του Ιταλικού Αστικού Κώδικα του έτους 1942, που είχε γίνει με το υπ` αριθμ. 170/1942 Διάταγμα του Κυβερνήτη της), η περιεχόμενη παραπομπή στο παραπάνω αρθρ. 63 παρ. 1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου νοείται ότι γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις του Ελληνικού Αστικού Κώδικα, από τις οποίες και διέπεται έκτοτε η καθιερούμενη πιο πάνω δεκαπενταετής κτητική παραγραφή, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως, διαδρομής και συμπληρώσεως της (ΑΠ 1431/2010, ΑΠ 1727/1999 ΑΠ 982/1992). Εξάλλου, τόσο από τους ορισμούς των νόμων 3 Κωδ. (7.34), ν. 42 πανδ. (4.21), ν.7 παρ. 5 πανδ. (10.3) και ν. 28 πανδ. (10.3), που αποτελούν απόρροια του κατά τον ν. 28 πανδ. 10.3 κανόνα, κατά τον οποίο κανένας από τους κοινωνούς δεν μπορεί να πράξει κάτι παρά τη γνώμη των άλλων, όσο και από τις αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ (άρθρ. 980, 981, 982, 984 και επ. 994), οι οποίες διέπουν, από την εισαγωγή του Α.Κ., τη νομή και συννομή, που υπήρχαν κατά το χρόνο αυτής (23.2.1946), ως προς τα έννομα αποτελέσματα, την προσβολή και την προστασία τους, συνάγεται ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι κατέχει τούτο και στο όνομα των λοιπών συγκυρίων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ` αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, πριν να καταστήσει γνωστό στους συγκυρίους ότι νέμεται μεγαλύτερο μέρος της μερίδας του ή το όλο αποκλειστικώς στο όνομα του ως κύριος (Ολ ΑΠ 485/1982). Τέτοια, όμως, γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκοινωνοί προβαίνουν σε άτυπη διανομή του κοινού ακινήτου, αφού έκτοτε καθένας από αυτούς, με γνώση των λοιπών, νέμεται αποκλειστικώς για τον εαυτό του το περιελθόν σ` αυτόν με την άτυπη διανομή μέρος του ακινήτου (ΑΠ 815/2010, ΑΠ 1431/2010).

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κοινή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστικού διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "To επίδικο ακίνητο είναι αγρός, εκτάσεως 15.640 τμ. που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια Κανδυλί της νήσου Ρόδου, με κτηματολογικά στοιχεία, Τόμος 1Α γαιών Κανδυλί, φύλλο 91, φάκελος …, μερίδα …, νομικής φύσεως "μουλκ" και συνορεύει ανατολικά με τη μερίδα γαιών 178, νότια με καρόδρομο Π.-Α., δυτικά και βόρεια με χείμαρρο. Σύμφωνα με τις κτηματολογικές εγγραφές που έλαβαν χώρα το επίδικο ακίνητο, αυτό ήταν καταχωρημένο αρχικά στο όνομα της Τ. χήρας Α. Ν. (μητέρας των διαδίκων), κατά ποσοστό 26240/46080 εξ αδιαιρέτου, από αγορά δυνάμει των υπ` αριθμ. .../1964, .../1967 και .../1968 συμβολαίων αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ρόδου ... , που καταχωρίστηκαν νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία, καθώς και στο όνομα του πρώτου εναγομένου (εκκαλούντος) Χ. Ν., κατά ποσοστό 19840/46080 εξ αδιαιρέτου, εν μέρει (κατά ποσοστό 10080/46080) από αγορά, δυνάμει του υπ` αριθμ. 9207/1962 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου ... και εν μέρει (κατά ποσοστό 9760/46080) από αναγκαστικό πλειστηριασμό, δυνάμει της υπ` αριθμ. .../20.5.1965 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του ιδίου συμβολαιογράφου, που καταχωρίστηκαν νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία. Το παραπάνω ιδανικό μερίδιο της Τ. χήρας Α. Ν., μετά το θάνατο της στις 28.6.1979, περιήλθε στα πέντε τέκνα της, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, κατά ποσοστό 5248/46080 (1/5 Χ 26240/46080) εξ αδιαιρέτου στο καθένα, ήτοι στους Χ. (εκκαλούντα), Ο. (πρώτο εφεσίβλητο), Σ., Σ. και Μ. [υπ` αριθμ. 2211/15.4.1983 Διάταξη του Κτηματολογικού Δικαστή]. Έτσι, ο μεν Χ. φέρεται συγκύριος του επιδίκου, σε ποσοστό 25.088/46080 (19.840/46080+ 5248/46080) εξ αδιαιρέτου, οι δε αδελφοί του φέρονται συγκύριοι του επιδίκου, κατά ποσοστό 5248/46080 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, πλην του Μ., ο οποίος φέρεται συγκύριος κατά ποσοστό 2624/46080 εξ αδιαιρέτου, καθόσον το έτος 1995 πώλησε το 1/2 του ιδανικού του μεριδίου (ήτοι ποσοστό 2624/46080 εξ αδιαιρέτου) στον Α. Π., δυνάμει του υπ` αριθμ. .../25.9.1995 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου ... , που καταχωρίστηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία. Το επίδικο ακίνητο, το οποίο είχε εγγραφεί μεν αρχικά στα ονόματα της μητέρας και του μεγαλύτερου αδελφού (Χ.), είχε όμως αγοραστεί με χρήματα όλων των αδελφών -πλην του Μ.- περί τα τέλη του έτους 1968, με τη συμφωνία της μητέρας και όλων των τέκνων της, διανεμήθηκε άτυπα μεταξύ των πέντε αδελφών. Με βάση αυτή τη διανομή περιήλθαν σε κάθε αδελφό διακεκριμένα τμήματα του επιδίκου, τα οποία έκτοτε, με την ευλόγως εδραία πεποίθηση ότι είναι μόνοι κύριοι των τμημάτων αυτών, επιλήφθηκαν της νομής και κατοχής τους και νεμήθηκαν αυτά με διάνοια κυρίων, ήτοι με τη θέληση να έχουν το πράγμα, όπως αρμόζει στον κύριο, αποκλειστικά για τον εαυτό τους, ενεργώντας όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και στη θέση τους, με τις οποίες εκδηλωνόταν η περί εξουσιάσεως αυτών βούληση τους. Συγκεκριμένα, στον Ο. (ενάγοντα) περιήλθε το τμήμα, εμβαδού 3.754 τμ., με γράμμα (Β), όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία ΕΖΑ`ΒΌΠΡΣΤΥΕ στο από Αυγούστου 1995 διάγραμμα του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Κ. Π.. Ο ενάγων, ήδη πριν από το έτος 1970, οικοδόμησε εντός του επιδίκου οικία, στην οποία κατοικεί, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οικοδόμησε και άλλη διώροφη οικία, στην οποία κατοικούν τα τέκνα του. Το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου το χρησιμοποιεί για την καλλιέργεια οπωροκηπευτικών, που μεταπωλεί σε λαϊκές αγορές. Τα ανωτέρω έλαβαν χώρα [ότι δηλαδή ο ενάγων κατέχει και νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό του το επίδικο], εν γνώσει και με τη συγκατάθεση των λοιπών συγκοινωνών, οι οποίοι παραιτήθηκαν εμπράκτως υπέρ αυτού, αφού ουδέποτε αναμείχθηκαν και ουδέποτε διεκδίκησαν μερίδιο από το επίδικο, αλλά και του πρώτου εναγομένου αδελφού του, ο οποίος κατοικεί επί δεκαετίες στο όμορο διακεκριμένο τμήμα του επιδίκου (Α), όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία ΑΒΓΔΕΥΤΣΡΠΑ στο από Αυγούστου 1995 προαναφερόμενο διάγραμμα και ανέχεται την κατά τα ανωτέρω συνεχή νομή και κατοχή του αδελφού του Ο. στο επίδικο τμήμα, χωρίς να έχει προβεί σε καμία εναντίωση ή διαμαρτυρία. Τα ανωτέρω προκύπτουν σαφώς ιδίως από την κατάθεση του μάρτυρα Ν. Τ., πρώην Δημάρχου της περιοχής, ο οποίος γνωρίζει τους διαδίκους από το έτος 1970 και δεν είναι συγγενής τους, αλλά και από τις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες, στις οποίες εμφανίζεται το μείζον επίδικο ακίνητο να είναι διαχωρισμένο σε τμήματα, διαχωρισμένα μεταξύ τους, σε ορισμένες περιπτώσεις, με φράκτες και τοιχία. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 226/1983 διεκδικητική αγωγή των αδελφών Χ., Ο., Μ., Σ. και Σ. κατά του Μ. Μ., με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί η συγκυριότητά τους επί του επιδίκου μείζονος ακινήτου, έκαστος κατά το ιδανικό του μερίδιο και να αποβληθεί ο τότε εναγόμενος απ` αυτό, καθόσον κατά το χρόνο άσκησης της άνω αγωγής δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί ο νόμιμος χρόνος κτητικής παραγραφής στο πρόσωπο εκάστου από τους τότε ενάγοντες. Με βάση τα δεδομένα αυτά, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του ως άνω διακεκριμένου τμήματος του επιδίκου ακινήτου, με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, αφού αποδείχθηκε ότι νέμεται το επίδικο τμήμα αποκλειστικά για τον εαυτό του, ενεργώντας επ` αυτού τις πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του, συνεχώς και αδιαλείπτως, τουλάχιστον επί 15ετία, ήτοι από το έτος 1968 μέχρι την άσκηση της αγωγής (2000). Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, έπρεπε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ` ουσίαν".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο και ενόψει του ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει όμοια (είχε δεχτεί την ένδικη αγωγή ως κατ` ουσίαν βάσιμη), κατέληξε στην απόρριψη της από 6-7-2009 έφεσης του αναιρεσείοντος και της υπ` αριθμ. 147/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (ως απαράδεκτη κατ` άρθρο 517 ΚΠολΔ κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων και ως κατ` ουσίαν αβάσιμη κατά το μέρος που στρεφόταν σε βάρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου).
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου υπάγοντες ορθά σ` αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα προσκόμισαν στο δικαστήριο και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Εξάλλου η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή ή όχι των προαναφερομένων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και έτσι δεν στερείται νόμιμης βάσης. Γι` αυτό οι από τον αριθμ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και πέμπτος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα των παραπάνω είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, αναγωγής, κυρίας παρέμβασης ένστασης, αντένστασης, έφεσης (Ολ. ΑΠ 3/1997). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από τον ως άνω αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, λόγω του ότι δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό του ότι δεν είχε χωρήσει ποτέ άτυπη διανομή κατά το έτος 1968 μεταξύ όλων των συγκυρίων του επιδίκου ακινήτου και ότι δεν κατείχε και νεμόταν έκαστος αυτών ξεχωριστό τμήμα του με διάνοια κυρίου γενόμενος ειδικότερα κύριος του τμήματος που νεμόταν με κτητική παραγραφή. Ο ισχυρισμός του όμως δεν συνιστά ένσταση κατά της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής και συνεπώς "πράγματα" κατά την προμνημονευόμενη έννοια, αλλά άρνηση, που δεν έγινε δεκτή από την προσβαλλόμενη απόφαση. Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ` ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, το οποίο δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 340 και 346 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ως άνω από τον αρ.11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι προς υποστήριξη του κατ` ουσίαν αβασίμου της από 27.7.2000 ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου επικαλέστηκε και τις μαρτυρικές αντιθέσεις των μαρτύρων Μ. Ν. του Μ. και Σ. Μ. του Σ. ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή που περιέχονται στην προσκομισθείσα απ` αυτόν στη σχετική υπ` αριθμ. 37/2007 εισηγητική έκθεση του Πρωτοδικείου Ρόδου. Όπως όμως προκύπτει από το σχετικό μέρος αναφοράς των αποδεικτικών μέσων και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, ρητά αναφέρεται ότι έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλες, αδιακρίτως, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με επιμέλεια αμφοτέρων των διαδίκων μερών, χωρίς να σημαίνει ότι από την ιδιαίτερη επισήμανση της μαρτυρικής κατάθεσης του Ν. Τ., πρώην δημάρχου της περιοχής ένθα κείται το επίδικο ακίνητο, δημιουργείται αμφιβολία και δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη του και τις λοιπές εμμάρτυρες καταθέσεις, που συνεκτίμησε και συναξιολόγησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο τρίτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τον συνδυασμό των άρθρων 69 και 517 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η έφεση απευθύνεται κατά του νικητή αντιδίκου του εκκαλούντος, όχι δε και κατά του απλού ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον εκκαλούντα (σχ. Ολ ΑΠ 15/1996, ΑΠ 1036/2006 που αναφέρονται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης). Στην περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμ. 14 περ. τελευτ. του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα και παρά το νόμο το Εφετείο κήρυξε απαράδεκτη την από 6-7-2009 έφεση του ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων που ήταν συνεναγόμενοι ομόδικοι και στην ένδικη αγωγή, ενόψει του ότι είχε έννομο συμφέρον να στρέψει την έφεση και κατ` αυτών λόγω του ότι στον πρώτο βαθμό συνομολόγησαν την ένδικη αγωγή του αντιδίκου τους-πρώτου αναιρεσιβλήτου. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της πρωτοβάθμιας απόφασης που εκδόθηκε για την ένδικη διαφορά, ήτοι της υπ` αριθμ. 147/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, οι τότε τέταρτος και πέμπτος των εναγομένων και ήδη δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων συνομολόγησαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Παναγιώτη Φουτούλη τα γεγονός που θεμελίωναν τη βάση της αγωγής, η οποία τελικά έγινε δεκτή και ως προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, μετά από την εκτίμηση όλου του αποδεικτικού υλικού που είχε προσκομιστεί με επίκλησή του από όλα τα διάδικα μέρη. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι από την ομολογία των δύο εναγομένων, απλών ομοδίκων του αναιρεσείοντος, δεν υπάρχει ευνοϊκή διάταξη ή αιτιολογία υπέρ αυτών και σε βάρος του τότε συνεναγομένου ομοδίκου τους, ήδη αναιρεσείοντος, ούτε ασκεί κάποια επιρροή στην εξέλιξη της δίκης η επικαλουμένη συμπαιγνία μεταξύ του ενάγοντος και των δύο αυτών εναγομένων, αφού δεν αποκλείεται οι τελευταίοι να συνταχθούν, όχι παρελκυστικώς και προς αποφυγή πρόσθετων δικαστικών εξόδων, με τις απόψεις του ενάγοντος. Επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την από 6-7-2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων απλών ομοδίκων του στην πρωτοβάθμια δίκη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, ορθά το νόμο εφάρμοσε. Γι` αυτό ο τέταρτος από τον αριθ. 14 περ. τελευτ. του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενη αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25/8/2012 αίτηση του Χ. Ν. για αναίρεση της 69/2012 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis