Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Επιταγή, ενέχυρο, καταπίστευση, ενστάσεις, εγγύηση, εγγυοδοσία, αοριστία.

Σπουδαία απόφαση με πολύ δύσκολα νομικά προβλήματα [μα αυτό είναι το Αστικό Δίκαιο! Η καρδιά της Νομικής Επιστήμης]. Συγχαρητήρια ανήκουν στον εισηγητή Αρεοπαγίτη κ. Ι. Μαγγίνα για τις διαφωτιστικότατες αιτιολογίες της δημοσιευόμενης απόφασης του Ακυρωτικού μας. Η δημοσιευόμενη  αυτή απόφαση αποτελεί-αναμφίβολα!-πρότυπο του τι πρέπει να έχει ως περιεχόμενο η αιτιολογία μιας δικαστικής απόφασης [Γ.Φ].
Περίληψη. Ενεχύραση επιταγής με οπισθογράφηση. Η μη αναζήτηση τιμολογίων από την πλευρά της τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχύραση των τίτλων δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσης, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής. Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά.
 Έκδοση καταπιστευτικού αξιογράφου, χάριν εγγύησης. Στη περίπτωση αυτή παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Στη κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση αυτής. Εγγύηση. Διάκριση αυτής από τη σύμβαση εγγυοδοσίας. Νομική φύση επιταγής. Ενστάσεις κατά του κομιστή. Αναιρεί την υπ` αριθμό 4224/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Όμοια η υπ’ αριθμ. 354/2015 απόφαση ΑΠ.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α1, 353/ 2015.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΙΙΙ] Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και, αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και, όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 17 του νόμου 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη. Η αρχή, που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνο εφόσον εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη. Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιούνταν. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση. Σε περίπτωση δε, που εκείνος κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται. Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής. Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται - ως ένα είδος pactum fiduciale - ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933. Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση αυτής. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 12 παρ. 1, 14, 22 και 28 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" προκύπτει, ότι η ενοχή από επιταγή είναι αναιτιώδης, αφού η αιτία εκδόσεώς της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, ο καλούμενος όμως σε πληρωμή οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί την εσωτερική (βασική) έννομη σχέση και να προβάλει κατά του κομιστή, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση με αυτόν, ότι η πληρωμή αυτής οδηγεί σε αδικαιολόγητο πλουτισμό (αρθρ. 904 επ. ΑΚ), επειδή η αιτία εκδόσεώς της εξέλιπε ή ήταν ανύπαρκτη ή ελαττωματική και έτσι να ελευθερωθεί. Η ανυπαρξία δηλαδή ή το ελάττωμα της αιτίας υπογραφής της επιταγής δεν επιδρά στο κύρος της αντίστοιχης υποχρεώσεως από την επιταγή, επιτρέπει όμως στον οφειλέτη να εναντιωθεί με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος του με βάση την επιταγή (άρθρα 632, 633 ΚΠολΔ), και να αντιτάξει, ότι ο κομιστής της επιταγής, σε διαταγή του οποίου την εξέδωσε χωρίς νόμιμη αιτία, έχει αποκτήσει από αυτόν περιουσιακό στοιχείο, που συνεπάγεται αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό. Για την προβολή όμως της έλλειψης υποκείμενης αιτίας, δεν αρκεί ο ισχυρισμός του υπογραφέα, ότι χωρίς αιτία υπέγραψε την επιταγή, αλλά χρειάζεται να προσδιορίζεται και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδεικνύεται, ότι ο υπογραφέας αναδέχθηκε την υποχρέωση από τον τίτλο της επιταγής για ορισμένη αιτία και ότι αυτή είναι ανύπαρκτη. Εν συνεχεία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ, με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Επομένως, περιεχόμενο της εγγύησης είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρέωσης απέναντι στο δανειστή να εκπληρώσει την παροχή του πρωτοφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος. Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή, χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή συναίνεση του οφειλέτη. Με βάση τα ανωτέρω, η σύμβαση της εγγύησης διαφέρει από την εγγυοδοσία, δηλαδή την εξασφάλιση, που παρέχεται με μετρητά, χρεόγραφα κτλ από ένα πρόσωπο για την καλή εκπλήρωση των καθηκόντων του, ή από τον οφειλέτη ή τρίτο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Η σύμβαση της εγγυοδοσίας αποτελεί εξασφαλιστική σύμβαση και συγκεκριμένα συνιστά αυτόνομη υπόσχεση, που ένα πρόσωπο (ο εγγυοδότης) δίνει προς τρίτο πρόσωπο (τον εγγυολήπτη), ότι θα ευθύνεται απέναντί του για την περίπτωση, που πραγματοποιηθεί κάποιος κίνδυνος, που αφορά τον εγγυολήπτη. Η διαφορά δε μεταξύ των ανωτέρω συμβάσεων συνίσταται στο ότι, η ευθύνη του οφειλέτη στην περίπτωση της συμβατικής εγγυοδοσίας είναι κύρια και όχι παρεπόμενη, όπως στην εγγύηση. Έτσι, στη συμβατική εγγυοδοσία δεν εφαρμόζονται οι σχετικές με την εγγύηση διατάξεις και αυτή ρυθμίζεται από τους όρους της σύμβασης κατά το άρθρο 361 ΑΚ. Εξάλλου, η νομιμότητα της αιτίας της κυρίας σύμβασης δεν επιδρά στο κύρος της εγγυοδοτικής, όπου η ευθύνη του οφειλέτη (εγγυοδότη) έχει αυτόνομο - μη παρεπόμενο - χαρακτήρα, στην περίπτωση δε της εγγυοδοτικής σύμβασης προς εξασφάλιση απαίτησης, δεν εξαρτάται από την ύπαρξη και το κύρος της ασφαλιζόμενης απαίτησης, (και άρα ο εγγυοδότης δεν έχει σχετικά την αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού), διότι η αιτία στην εγγυοδοτική σύμβαση είναι η εξασφάλιση του εγγυολήπτη με την παροχή σε αυτόν μιας πρόσθετης και ανεξάρτητης, από το κύρος της ασφαλιζόμενης απαίτησης, αξίωσης. Ερευνάται μόνο η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων, που θέτει σαφώς η ίδια η εγγυοδοτική σύμβαση, για τη δυνατότητα του εγγυολήπτη να στραφεί κατά του εγγυοδότη. Ωστόσο, στις συναλλαγές, συμβαίνει να χρησιμοποιείται και ως μέσον εξασφάλισης άλλων απαιτήσεων η έκδοση και παράδοση τραπεζικής επιταγής, που χαρακτηρίζεται από τους συμβαλλομένους ως εγγύηση, πλην όμως, ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης εκάστοτε συμβάσεως θα προκύψει με βάση τα χαρακτηριστικά αυτής, σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες σχετικές διατάξεις του ΑΚ και χωρίς προσήλωση στις χρησιμοποιούμενες από τους συμβαλλόμενους λέξεις ή φράσεις, αφού ο νομικός χαρακτηρισμός γίνεται πάντοτε από το Δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της διάγνωσης της συγκεκριμένης εκάστοτε υπόθεσης. Οταν δε η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην κάνει πρόωρη χρήση αυτής, η αιτία έκδοσής της είναι νόμιμη και δεν συνιστά αδικαιολόγητο πλουτισμό [κατά την έννοια του άρθρου 904 ΑΚ] του κομιστή της επιταγής η εξασφαλιζόμενη με αυτήν απαίτηση, αν οι προϋποθέσεις για τις οποίες δόθηκε η εγγυοδοσία δεν πληρώθηκαν, οπότε μπορεί ο κομιστής της, ο οποίος αποκτά αξίωση από τη βασική σχέση, να την εισπράξει, χωρίς να καθίσταται πλουσιότερος από μη νόμιμη αιτία, αφού η κτήση του πλουτισμού του καλύπτεται από την περιουσιακή απώλεια, που υπέστη από τη μη εκτέλεση της κύριας σύμβασης, η οποία συμφωνήθηκε με τη σύμβαση της εγγυοδοσίας προς ασφάλεια της μελλοντικής αυτής απαίτησής του. Ετσι, η ένσταση του οφειλέτη από επιταγή, ότι αυτή έχει δοθεί προς εξασφάλιση απαίτησης αποκτά σημασία μόνον, όταν ο οφειλέτης αποδείξει, ότι ο κομιστής της επιταγής δεν έχει αποκτήσει από τη βασική σχέση ληξιπρόθεσμη αξίωση ή ότι δεν έχει αποκτήσει αξίωση από την συγκεκριμένη σχέση
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή, και 38 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυράζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή. Η μη αναζήτηση τιμολογίων από την πλευρά της Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχύραση των τίτλων δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσης, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βάσιμα ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής. Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται και κατά συνέπεια δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκείμενη αιτία, για την κατάφαση γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση (καταπιστευτική επιταγή, επιταγή "ευκολίας", εικονικότητα, τοκογλυφία κ.λπ.), αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά και σε αμέλεια ακόμη, η οποία υπό την εκδοχή αυτή αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου και πέραν αυτού, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιονδήποτε άλλον κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ` αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους (εκδότη και λήπτη, λήπτη και πρώτου οπισθογράφου, πρώτου και δεύτερου οπισθογράφου, δεύτερου και τρίτου οπισθογράφου κ.ο.κ., μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση η καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ. β του ΑΚ και άρα η μη ανταπόκριση της Τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής, στο μέτρο αυτό της μη αναγκαίας επιμέλειας δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την άσκηση της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου από το αξιόγραφο, με την εμφάνισή του για πληρωμή, τη βεβαίωση για τη μη πληρωμή κ.τ.λ., από τη δικαιούχο της αξίωσης αυτής τελευταία κομίστρια της επιταγής. Εξάλλου, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μην γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές. Επιπροσθέτως, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης της τράπεζας ή άλλης τελευταίας κομίστριας, δεδομένου ότι τούτο προϋποθέτει, ότι η αμέσως με αυτή συναλλασσόμενη, λήπτρια της επιταγής, θα αποκάλυπτε σε αυτή τις εν λόγω συμφωνίες, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται, ότι συνέβη. Η υιοθέτηση αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία (causa) τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, εν τοις πράγμασιν, σε στοιχείο του αξιόγραφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με το νόμο 5960/1933, δεδομένου ότι, από τις διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και ότι αποκαλύπτεται η αιτία μόνο με την προβολή σχετικής ένστασης, ότι η αιτία εξέλιπε (έληξε ή δεν επακολούθησε), ότι ήταν εξαρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη, ελαττωματική κ.τ.λ., από τον οφειλέτη, που καλείται για την πληρωμή της, είτε με την άσκηση αγωγής εναντίον του, είτε με την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Τον Μάιο 2008 η ανακόπτουσα εταιρεία με την επωνυμία "......" συνήψε με την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "....." σύμβαση, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στις αρχές Νοεμβρίου 2008 στην ανακόπτουσα διάφορα εμπορεύματα, ήτοι έπιπλα κουζίνας, ντουλάπες ξύλινες επενδύσεις και άλλα συναφή είδη, έναντι συνολικού τιμήματος 178.214 ευρώ. Ως εγγύηση για την καταβολή του τιμήματος η ανακόπτουσα εξέδωσε και παρέδωσε στην ανωτέρω πωλήτρια εταιρεία δώδεκα (12) μεταχρονολογημένες επιταγές, μεταξύ των οποίων και την ένδικη, ήτοι την υπ` αριθμό ... επιταγή της ... , ποσού 15.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 14-2-2009, σε χρέωση του υπ` αριθμό ... λογαριασμού της, σε διαταγή της ως άνω αντισυμβαλλόμενης εταιρείας "..." με τον ρητό όρο, ότι οι επιταγές αυτές θα παρέμειναν στα χέρια της ανωτέρω πωλήτριας εταιρείας και δεν θα μεταβιβάζονταν από αυτή περαιτέρω μέχρι την παράδοση των εμπορευμάτων της συγκεκριμένης παραγγελίας στην ανακόπτουσα (βλ. το από 15-5-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό). Παρά την ως άνω συμφωνία στις 15-7-2008 η λήπτρια εταιρεία "..." μεταβίβασε την ανωτέρω επιταγή με οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου στην καθής η ανακοπή τράπεζα με την επωνυμία "..." παραδίδοντας το σώμα της επιταγής στην τελευταία προς εξασφάλιση τραπεζικής πίστωσης και έτσι η καθής τράπεζα κατέστη νόμιμη κομίστρια της επιταγής στηρίζοντας το δικαίωμά της προς είσπραξη της ενσωματωμένης σ` αυτή απαίτησής της σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων. Ομως στη συνέχεια η εν λόγω εταιρεία "..." δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές της υποχρεώσεις, δηλαδή δεν προέβη στην παράδοση των εμπορευμάτων, καίτοι παρήλθε ο προαναφερόμενος χρόνος παράδοσης αυτών (αρχές Νοεμβρίου 2008) και η δοθείσα μικρή παράταση, βρισκόμενη ως εκ τούτου σε υπαίτια αδυναμία εκπλήρωσης της παροχής της, με αποτέλεσμα η ανακόπτουσα να ασκήσει κατά της ως άνω εταιρείας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 17-12-2008 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε να τεθούν οι ανωτέρω επιταγές, μεταξύ των οποίων και η ένδικη, υπό δικαστική μεσεγγύηση και να οριστεί μεσεγγυούχος αυτών ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανακόπτουσας ενώ, παραλλήλως, κατόπιν αιτήματός της, χορηγήθηκε σε αυτήν την 5-1-2009 προσωρινή διαταγή του Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απαγορεύτηκε προσωρινά η πληρωμή των ως άνω επιταγών μέχρι την συζήτηση της αίτησης και υπό τον όρο συζήτησης αυτής κατά την ορισθείσα δικάσιμο, ήτοι στις 28-1-2009. Πράγματι, κατά τη δικάσιμο αυτή, η αίτηση συζητήθηκε και, αφού διατάχθηκε η διατήρηση της ως άνω προσωρινής διαταγής μέχρι την έκδοση αποφάσεως, εκδόθηκε, τελικώς, στις 10-2-2009, η υπ` αριθμό 1196/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία διατάχθηκε η δικαστική μεσεγγύηση των ανωτέρω επιταγών, μεταξύ των οποίων και της ένδικης, και διορίστηκε μεσεγγυούχος ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανακόπτουσας. Την απόφαση αυτή η ανακόπτουσα κοινοποίησε αμέσως στην πληρώτρια Τράπεζα "... Τράπεζα της Ελλάδος", η οποία με το από 12-2-2009 έγγραφό της κοινοποίησε αυτήν περαιτέρω στην καθής η ανακοπή. Ωστόσο, η τελευταία, καίτοι γνώριζε την ανωτέρω απόφαση, εμφάνισε εμπροθέσμως, την 16-2- 2009, την επιταγή προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην, όμως, αυτή δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης, όπως τούτο εξακριβώθηκε μέσω του γραφείου συμψηφισμού, καίτοι υπήρχε επαρκές υπόλοιπο, βεβαιωθείσας της μη πληρωμής στο σώμα της επιταγής με την από 17-2-2009 σχετική βεβαίωση της πληρώτριας Τράπεζας. Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήσεως της καθής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αριθμό 3694/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε η υπό κρίση ανακοπή. ... Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, παρά τον ρητό όρο της συμφωνίας μεταξύ της ανακόπτουσας και της πωλήτριας εταιρείας "..." να παραμείνουν στα χέρια της τελευταίας οι επιταγές, τις οποίες η ανακόπτουσα είχε δώσει σ` αυτή ως εγγύηση για την καταβολή του τιμήματος, και να μη μεταβιβαστούν περαιτέρω μέχρι την παράδοση των εμπορευμάτων από την πωλήτρια στις αρχές Νοεμβρίου 2008, η ως άνω λήπτρια των επιταγών εταιρεία στις 15-7-2008 μεταβίβασε την ένδικη επιταγή με οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου στην καθής η ανακοπή τράπεζα προς εξασφάλιση τραπεζικής πίστωσης. Όμως, κατά τον πιο πάνω κρίσιμο χρόνο κτήσης της ένδικης επιταγής από την καθής η ανακοπή τράπεζα, δεν είχε ακόμη ανακύψει η ανώμαλη εξέλιξη της συναφθείσας μεταξύ της εκδότριας και της λήπτριας εταιρείας εμπορικής συναλλαγής, η οποία, όπως αναφέρθηκε, ανέκυψε στις αρχές Νοεμβρίου 2008, και, έτσι, η καθής η ανακοπή κατά τον ανωτέρω χρόνο δεν γνώριζε τη ματαίωση της σχετικής συναλλαγής και την εξάλειψη για το λόγο αυτό της αιτίας έκδοσης των επιταγών, γεγονός που αυτοδικαίως συνεπάγεται και την έλλειψη πρόθεσης αυτής προς πρόκληση βλάβης της ανακόπτουσας. Μόνη η παράλειψη της καθής η ανακοπή να ζητήσει επιβεβαίωση της αιτίας έκδοσης της επιταγής με την προσκομιδή τιμολογίου ή άλλου φορολογικού στοιχείου δεν ισοδυναμεί με την απαιτούμενη γνώση του τρίτου κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής. Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε, ότι η καθής τελούσε σε γνώση της υπάρχουσας μεταξύ της ίδιας και της λήπτριας εταιρείας συμφωνίας περί απαγόρευσης θέσης από την τελευταία σε κυκλοφορία των εκδοθεισών επιταγών, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης, προ της παράδοσης των παραγγελθέντων εμπορευμάτων από τη λήπτρια, ενόψει ιδίως και του ότι δεν προέκυπτε κάτι σχετικό από το σώμα του συγκεκριμένου αξιόγραφου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση ανακοπής, με τον οποίο η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ισχυριζόμενη, ότι η καθής η ανακοπή παρεκκλίνοντας της πάγιας και συνήθους πρακτικής των πιστωτικών ιδρυμάτων προέβη σε ενεχύραση της επίδικης επιταγής, χωρίς να ζητήσει από την πιστούχο - λήπτρια των επιταγών εταιρεία να της προσκομίσει κάποιο τιμολόγιο ή φορολογικό έγγραφο, που να βεβαιώνει την ύπαρξη πραγματικής αιτίας έκδοσης αυτής, αγνοώντας έτσι, υπαιτίως, την έλλειψη αιτίας και αποδεχόμενη το ενδεχόμενο πρόκλησης βλάβης στην ανακόπτουσα, με τη ματαίωση προβολής από αυτή της πηγάζουσας από την προσωπική της σχέση με τη λήπτρια εταιρεία ένστασης, περί εξάλειψης της αιτίας έκδοσης της επιταγής, είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Κατόπιν αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον πιο πάνω λόγο ανακοπής, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, και συνεπώς, ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η πωλήτρια εταιρεία "...", μετά την οπισθογράφηση της ένδικης επιταγής στην καθής η ανακοπή δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές της υποχρεώσεις προς την ανακόπτουσα, με αποτέλεσμα, κατόπιν αιτήσεως της τελευταίας να εκδοθεί στις 10-2-2009 η υπ` αριθμό 1196/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία διατάχθηκε η δικαστική μεσεγγύηση των ανωτέρω επιταγών μεταξύ των οποίων και της επίδικης, και διορίστηκε μεσεγγυούχος ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανακόπτουσας, στη συνέχεια δε, την απόφαση αυτή κοινοποίησε η ανακόπτουσα στην πληρώτρια Τράπεζα "... Τράπεζα της Ελλάδος" και αυτή με το από 12-02-2009 έγγραφό της κοινοποίησε περαιτέρω την ως άνω απόφαση στην καθής η ανακοπή, αλλά αυτή, παρ` όλα αυτά, στις 16-2-2009 εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή, η οποία δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης, καίτοι υπήρχε επαρκές υπόλοιπο. Ενόψει αυτού, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της και κατά το πρώτο μέρος αυτού, η ανακόπτουσα, επικαλούμενη ειδικότερα, ότι από την πιο πάνω απόφαση παρήχθη νομική δέσμευση έναντι πάντων, συμπεριλαμβανομένης και της καθής, για τη μη πληρωμή της ένδικης επιταγής, ισχυρίσθηκε, ότι η έκδοση της διαταγής πληρωμής πάσχει ακυρότητα, εφόσον έλαβε χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου της έκδοσης της προαναφερόμενης απόφασης, με την οποία διατάχθηκε η μεσεγγύηση και η παράδοση της επίδικης επιταγής στο νόμιμο εκπρόσωπο της ανακόπτουσας. Όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, τόσο κατά το χρόνο χορήγησης της προσωρινής διαταγής, όσο και κατά το χρόνο έκδοσης της ως άνω απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία τέθηκε η ένδικη επιταγή υπό δικαστική μεσεγγύηση, η καθής η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εταιρεία με την επωνυμία "..." είχε ήδη μεταβιβάσει με οπισθογράφηση, ως αξία λόγω ενεχύρου, και είχε παραδώσει την ένδικη επιταγή στην καθής η ανακοπή τράπεζα, η οποία δεν υπήρξε διάδικος στα πλαίσια της συγκεκριμένης δίκης ασφαλιστικών μέτρων, και έτσι έκτοτε αυτή κατέστη νόμιμη κομίστρια του εν λόγω αξιόγραφου. Εξάλλου, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, εφόσον διατάχθηκε η δικαστική μεσεγγύηση, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου, που ζήτησε τη δικαστική μεσεγγύηση, η διάθεση των μεσεγγυημένων πραγμάτων από εκείνον σε βάρος του οποίου διατάχθηκε το ασφαλιστικό αυτό μέτρο. Επίσης, κοινοποίηση της ανωτέρω απόφασης στην καθής η ανακοπή δεν έλαβε χώρα. Επομένως, εφόσον η ένδικη επιταγή είχε περιέλθει στα χέρια της καθής πριν από την έκδοση της προσωρινής διαταγής και της ως άνω απόφασης ασφαλιστικών μέτρων περί διορισμού μεσεγγυητή, η εμφάνιση από την καθής η ανακοπή τράπεζα της επιταγής προς πληρωμήν και, στη συνέχεια, ενόψει της σφράγισης αυτής, η υποβολή σχετικής αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής δεν αποκλειόταν από μόνο το γεγονός της έκδοσης της προσωρινής διαταγής και της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, αφού η ισχύς αυτών καταλάμβανε μόνο τους αντιδίκους της συγκεκριμένης δίκης, ήτοι την ανακόπτουσα και την εταιρεία "...", με την προϋπόθεση μάλιστα, ότι η επιταγή ήταν πράγματι στα χέρια της τελευταίας, πράγμα, που δεν συνέβαινε, αφού η επιταγή αυτή είχε ήδη τεθεί σε κυκλοφορία και επομένως είχε συντρέξει και ο κίνδυνος τον οποίο επιχειρούσε να αποτρέψει η λήψη του σχετικού ασφαλιστικού μέτρου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, τα οποία αναλυτικώς εξέθετε η ανακόπτουσα στην ανακοπή της, απέρριψε τον πρώτο λόγο ανακοπής κατά το πρώτο μέρος αυτού, ως μη νόμιμο, ορθά έκρινε και συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι της έφεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, όμως, σύμφωνα με τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, α) η πωλήτρια και λήπτρια των επιταγών εταιρεία "..." μεταβίβασε στις 15-7-2008 την ένδικη επιταγή με οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου στην καθής η ανακοπή τράπεζα προς εξασφάλιση τραπεζικής πίστωσης, παρά τον ρητό όρο της συμφωνίας με την ανακόπτουσα, να παραμείνουν οι επιταγές στα χέρια της πωλήτριας εταιρείας και να μη μεταβιβαστούν μέχρι την παράδοση των εμπορευμάτων από την πωλήτρια στις αρχές Νοεμβρίου 2008, τη μεταβίβαση δε αυτή απέκρυψε η λήπτρια των επιταγών από την ανακόπτουσα, β) η καθής η ανακοπή τράπεζα επέδειξε αμέλεια κατά την κτήση της ως άνω επιταγής, αφού κατά παράβαση σχετικών εγκυκλίων και της παγίας και συνήθους πρακτικής των πιστωτικών ιδρυμάτων, προέβη σε ενεχυρίαση της επίδικης επιταγής, χωρίς να ζητήσει από την πιστούχο - λήπτρια των επιταγών εταιρεία να της προσκομίσει τιμολόγιο ή άλλο φορολογικό έγγραφο, που να βεβαιώνει την ύπαρξη πραγματικής αιτίας έκδοσης αυτής, αγνοώντας έτσι υπαιτίως, ότι η επιταγή αυτή εκδόθηκε προκαταβολικά, για αβέβαιη και μελλοντική απαίτηση και ότι κατά την έκδοσή της δεν υφίστατο πραγματική οφειλή της εκδότριας, και αποδεχόμενη, με την ενέργειά της αυτή, την εξάλειψη της αιτίας έκδοσης των επιταγών, λόγω μη εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ, εξάλλου, δεν υπήρξε για το θέμα αυτό και σχετική επικοινωνία της με την ανακόπτουσα και εκδότρια των επιταγών και γ) κατά το χρόνο εμφάνισης της ένδικης επιταγής προς πληρωμή και της υποβολής της αίτησης για έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής είχε εκδοθεί η υπ` αριθμό 1196/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την όποια διατάχθηκε η δικαστική μεσεγγύηση της ένδικης επιταγής και διορίστηκε μεσεγγυούχος ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανακόπτουσας και η οποία απόφαση κοινοποιήθηκε στην καθής η ανακοπή από την πληρώτρια ".... Τράπεζα της Ελλάδος" με το από 12-02-2009 έγγραφό της, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως της μη κοινοποίησης της ως άνω απόφασης από την ανακόπτουσα στην καθής, η τελευταία να τελεί πλέον, ουσιαστικώς, σε κακή πίστη και να γνωρίζει, ότι η αιτία, για την οποία είχε εκδοθεί η επιταγή, δεν είχε επακολουθήσει και ότι από την πληρωμή της υφίστατο η ανακόπτουσα, λαμβανομένου υπόψη και του όλου αριθμού των επιταγών, σπουδαία οικονομική βλάβη". Με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στην κρίση ότι: "Ενόψει όλων αυτών, λαμβάνοντας υπόψη την επιδειχθείσα από την καθής η ανακοπή αμέλεια κατά την κτήση της επιταγής, την πραγματική κατάσταση, που δημιουργήθηκε από τη μη εκπλήρωση από την λήπτρια των επιταγών εταιρεία των συμβατικών υποχρεώσεών της προς την ανακόπτουσα, που είχε ως συνέπεια την εξάλειψη της αιτίας έκδοσης της επιταγής, καθώς και τις περιστάσεις που μεσολάβησαν από την κτήση της επιταγής μέχρι την εμφάνισή της και συγκεκριμένα την έκδοση την 10-02-2009 της απόφασης για δικαστική μεσεγγύηση της επιταγής και την κοινοποίηση την 12-2-2009 της απόφασης αυτής στην καθής από την πληρώτρια τράπεζα, γεγονός που κατέστησε αυτήν έκτοτε κακόπιστη, το Δικαστήριο κρίνει, ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, τη συμπεριφορά της καθής η ανακοπή τράπεζας, να εμφανίσει την ένδικη επιταγή προς πληρωμή στις 16-2-2009, η οποία δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης, καίτοι υπήρχε επαρκές υπόλοιπο, και ακολούθως να ζητήσει με την από 23.03.2009 αίτησή της την έκδοση της υπ` αριθμό 3694/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και συνεπώς η άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος της καθής υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε την περιέχουσα κανόνα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ κατά την υπαγωγή σε αυτήν των δεκτών υπ` αυτού γενομένων πραγματικών περιστατικών και εφάρμοσε αυτήν, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Συνεπώς, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός μόνος λόγος αναίρεσης κρίνεται, ότι είναι βάσιμος. Ειδικότερα, η επιδίωξη της είσπραξης της επιταγής εκ μέρους της ενεχυρούχου δανείστριας Τράπεζας κατά την ημέρα λήξης αυτής υπήρξε θεμιτή ανεξάρτητα από την ελαττωματικότητα ή μη της υποκείμενης σχέσης μεταξύ της ενεχυράστριας της επιταγής και της οφειλέτριας αυτής, εφόσον το ελάττωμα της υποκείμενης σχέσης μεταξύ οπισθογράφου και οφειλέτριας ήταν άγνωστο στην Τράπεζα κατά την κτήση της επιταγής [άρθρο 22 ν. 5960/1933], όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα με τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης. Ο αποκλεισμός της είσπραξης της επιταγής, στην οποία σημειωτέον δεν υπήρξε αναγραφή της ρήτρας "ουχί εις διαταγήν", με την επίκληση του άρθρου 281 ΑΚ, στην περίπτωση ελαττωματικότητας της υποκείμενης σχέσης μεταξύ εκδότριας της επιταγής και ενεχυράστριας αυτής, έρχεται κατ` αρχάς σε ευθεία αντίθεση με τον ίδιο τον αναιτιώδη χαρακτήρα της επιταγής [άρθρο 1 στοιχ. 2 ν. 5960/1933] και περαιτέρω με τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος από την επιταγή, ο οποίος κατατείνει στην ασφάλεια των σχετικών συναλλαγών και στην κυκλοφοριακή αξία της επιταγής, που στηρίζονται ακριβώς στον αναιτιώδη χαρακτήρα της και δεν πρέπει να γίνεται δεκτός παρά μόνον, αν συντρέχουν όλως εξαιρετικές περιστάσεις κακοπιστίας, που δεν υφίστανται εν προκειμένω. Η μη αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων φορολογικών στοιχείων από την αναιρεσείουσα τράπεζα δεν οδηγεί χωρίς άλλο στην επιβεβαίωση της γνώσης της, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατόν να διατηρεί βάσιμα η εκδότρια της επιταγής εις βάρος της λήπτριας αυτής. Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη της κομίστριας της επιταγής τεκμαίρεται. Συνεπώς, δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων φορολογικών στοιχείων για την κατάφαση και επιβεβαίωση της γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση, αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατόν να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά ακόμη και σε αμέλεια, η οποία, υπό την εκδοχή αυτή, αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου. Περαιτέρω, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα για την προσκόμιση σ` αυτή τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχομένων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους, στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου, ούτε συνιστά στοιχείο της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ. β του ΑΚ και συνεπώς η μη ανταπόκριση της Τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής, στο μέτρο αυτό, που δεν εντάσσεται στην επιβαλλόμενη επιμέλεια, δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την άσκηση της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου από το αξιόγραφο, με την εμφάνισή του για πληρωμή, καθώς και τη βεβαίωση για τη μη πληρωμή, από τη δικαιούχο της αξίωσης αυτής τελευταία κομίστρια της επιταγής. Εξάλλου, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική, όπως αυτές που επικαλείται η αναιρεσίβλητη έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μην γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές. Επιπρόσθετα, από τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποδεικνύεται, ότι οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ της εκδότριας και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό ενέπιπταν στο πεδίο γνώσης της αναιρεσείουσας και ότι η αμέσως με αυτήν συναλλαγείσα, λήπτρια της επιταγής, ΕΠΕ, αποκάλυψε σ` αυτήν τις συμφωνίες αυτές, κάτι, που αν είχε συμβεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και την πρακτική που επικρατεί στις τραπεζικές συναλλαγές, η αναιρεσείουσα δεν θα δεχόταν να μεταβιβασθεί σ` αυτήν η ένδικη επιταγή και κατ` επέκταση δεν θα επιτύγχανε η λήπτρια της επιταγής αυτής, ΕΠΕ, την επιδιωκόμενη χρηματοδότησή της από την αναιρεσείουσα. Η παραδοχή αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, εν τοις πράγμασιν, σε στοιχείο του αξιογράφου. Το τελευταίο θα οδηγούσε στην αντιστροφή του καθιερωμένου με το νόμο 5960/1933 συστήματος, δεδομένου ότι, από τις διατάξεις του νόμου αυτού συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης και ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της. Η υιοθέτηση της άποψης, ότι η αναιρεσείουσα έπρεπε να ζητήσει, στο χρόνο που προέβη σε ενεχύραση της επίδικης επιταγής από την πιστούχο λήπτρια της επιταγής, ΕΠΕ, να της προσκομίσει τιμολόγιο ή άλλο φορολογικό στοιχείο, που να βεβαιώνει την ύπαρξη της πραγματικής αιτίας έκδοσης αυτής, εκτός του ότι δεν επιβάλλεται από το νόμο, οδηγεί προδήλως σε άτοπα, κυρίως, εάν ληφθεί υπόψη ο όγκος των συναλλαγών, που καλούνται καθημερινά να εκκαθαρίσουν τα τραπεζικά καταστήματα και ο αριθμός των κυκλοφορούντων επιταγών, για καθεμία από τις οποίες θα έπρεπε να λαμβάνει χώρα ο προαναφερόμενος ενδελεχής έλεγχος της αιτίας έκδοσης και των οπισθογραφήσεων πριν από την αποδοχή της από την Τράπεζα, ενώ ταυτόχρονα δεν ανταποκρίνεται στη φύση του πράγματος και αντιστρατεύεται τη λειτουργία της επιταγής ως οργάνου πληρωμής και επιπλέον επιφέρει αδικαιολόγητη ρωγμή στο ισχύον δίκαιο των αξιογράφων, το οποίο χαρακτηρίζεται από ευελιξία και τυπικότητα και παράλληλα από ταχεία και χωρίς περιττές χρονοτριβές κυκλοφορία των επιταγών στη συναλλακτική πραγματικότητα. Συνακόλουθα, η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, που προηγήθηκε της άσκησης της αξίωσής της από το αξιόγραφο, όπως επίσης και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε από την ενεχυρική οπισθογράφηση της επιταγής μέχρι και την άσκηση της αξίωσης αυτής, αλλά και οι περιστάσεις που κράτησαν και εκτίθενται ειδικότερα στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, δεν καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση της αξίωσης της αναιρεσείουσας κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική και συνεπώς, το εφετείο, - που με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού απέρριψε τους προπαρατεθέντες πρώτο κατά ένα μέρος, δεύτερο και τρίτο από τους λόγους έφεσης, δέχθηκε κατ` ουσίαν τον πρώτο κατά το σχετικό του μέρος και την όλη έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας αυτήν, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την επίδικη διαταγή πληρωμής λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εκεί καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας, - παραβίασε τη διάταξη της ΑΚ 281, η οποία περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά από αυτό και είναι αναιρετικώς ανέλεγκτα και εφάρμοσε τον κανόνα αυτόν, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση κατά την κρίση της, ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το να απορρίψει την ανακοπή και δη τον πρώτο λόγο αυτής, με τον οποίο ζητήθηκε η ακύρωση της διαταγής πληρωμής λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας, κρίση, που άλλωστε μετά την απόρριψη των δευτέρου και τρίτου από τους λόγους έφεσης δεν είχε νομικό έρεισμα και στη συνέχεια να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικασθεί από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, ενόψει δε της ενεργείας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το εφετείο, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνον η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί (ΑΠ 1162/2013, σχετ. ΟλΑΠ 42/2005, 25/2001). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 28-7-2014 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ..." για αναίρεση της υπ` αριθμό 4224/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την υπ` αριθμό 4224/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει την έφεση κατ` ουσίαν.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...