Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Θάνατος υπερχρεωμένου, παρέμβαση, ειδική διαδοχή κατά τη δίκη, ομοδικία στην εκ. δικαιο/ σία, δεδικασμένο σε παρεμπίπτοντα, διαχρονικό δίκαιο, κοινή αίτηση συνοφειλετών, πρώτη κατοικία.

Συγχαρητήρια στον Πρωτοδίκη κ. Λαζαρίδη για το σπουδαίο Έργο του στη δημοσιευόμενη απόφαση (Γ.Φ)

Περίληψη. Ρυθμίσεις οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Εξαίρεση πρώτης κατοικία από την εκποίηση. Απόρριψη αίτησης σε πρώτο βαθμό λόγω εμπορικής ιδιότητας των αιτούντων. Άσκηση έφεσης. Θάνατος μιας εκ των εκκαλούντων προ της συζήτησης της έφεσης. Εκκρεμοδικία. Κατάργηση της δίκης κατά το κύριο αντικείμενο λόγω προσωποπαγούς χαρακτήρα της δίκης. Διαφορές του αρθ. 8 παρ.2 με το 9 παρ.2 του ν. 3869/10 σε περίπτωση θανάτου. Η ασκηθείσα κατά την εκκρεμοδικία παρέμβαση αποτελεί ιδιόμορφη αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση λόγω των ιδιαιτεροτήτων της εκουσίας δικαιοδοσίας και του ν.3869/10. Άσκηση παρέμβασης ειδικού διαδόχου για συνέχιση της δίκης. Πότε ερμηνεύεται μόνο ως παρέμβαση. Η μη απεύθυνση της έφεσης όπως και η μη κλήτευση σε βάρος της υπέρ’ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση σε πρώτο βαθμό τράπεζας δεν άγει σε απαράδεκτο της έφεσης η της συζήτησης, το δικαστήριο δύναται να διατάξει την κλήση «τρίτων» που έχουν έννομο συμφέρων.

 Μη αναγκαία η κλήτευση. Στοιχεία ορισμένου της αίτησης. Αυτεπάγγελτη εξέταση από το δικαστήριο του αιτήματος εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας. Υπερχρέωση και ρευστότητα. Διαφορές. Άρση αυτοτέλειας νομικού προσώπου. Δε συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά η άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας χρησιμοποιώντας τη νομική προσωπικότητα της Α.Ε. Βιοτικές ανάγκες. Οι οφειλές προς ΔΕΚΟ δεν είναι εξαιρετέες. Αξιολόγηση ενστάσεως δόλου βάση απόδειξης χρόνου σύναψης δανειακών συμβάσεων. Παράληψη κλήτευσης πιστωτών και παραβίαση της αρχής της καθολικότητας. Διατάσσεται η επανάληψη της δίκης προκειμένου να κληθούν οι πιστωτές και να προσκομιστούν κρίσιμα έγγραφα.

Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσ/ κης 7072/ 2016.

Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Γεώργιο Λαζαρίδη, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Από τις διατάξεις του ν.3869/2010 συνάγεται ότι η δυνατότητα του οφειλέτη να επιδιώξει να υπαχθεί στις ρυθμίσεις του ανωτέρω νόμου έχει ιδιαίτερα προσωποπαγή χαρακτηριστικά και δεν δύναται να θεωρηθεί ότι αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του, το οποίο μπορεί να μεταβιβασθεί αιτία θανάτου στους κληρονόμους του. Συνδέεται, δηλαδή, με το πρόσωπο του οφειλέτη και όχι με τα χρέη του, για τον λόγο δε αυτό, αν ο θάνατος επισυμβεί πριν από την έναρξη της διαδικασίας για τη ρύθμιση των χρεών, η δυνατότητα ρύθμισης δεν μεταβιβάζεται αιτία θανάτου στους κληρονόμους του οφειλέτη, στους οποίους περιέρχεται αντίθετα η περιουσία του τελευταίου, κατ’ άρθρο 1710 ΑΚ, και δη τόσο το ενεργητικό, όσο και το παθητικό της περιουσίας αυτής. Όπως ρητά επισημαίνεται και στην οικεία αιτιολογική έκθεση του ν. 3869/2010, με τις διατάξεις του νόμου αυτού επιδιώκεται η επανένταξη του υπέρχρεου οφειλέτη στην κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα, με το θάνατο δε του ανωτέρω, ο σκοπός αυτός δεν είναι δυνατόν πλέον να επιτευχθεί, με αποτέλεσμα τυχόν έναρξη ή συνέχιση της οικείας διαδικασίας να μην έχει πλέον αντικείμενο. Μετά την έναρξη της σχετικής διαδικασίας κατά τα άρθρα 4 παρ. 1 και 5 του ν. 3869/2010, εξάλλου, ήτοι με την κατάθεση της σχετικής αίτησης στη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου, αλλά και την κοινοποίηση αυτής προς πιστωτές και τον τυχόν εγγυητή, άρχεται η εκκρεμοδικία της αιτήσεως (άρθρα 221 επ. και 741 ΚΠολΔ), η οποία σε περίπτωση έκδοσης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αναβιώνει με την άσκηση εφέσεως. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ο οφειλέτης αποβιώσει, τίθεται σχετικώς το ερώτημα, αν η δίκη θα πρέπει να διακοπεί, συμφώνως προς τα ισχύοντα με το άρθρο 286 περ. α΄ ΚΠολΔ, νομιμοποιουμένων των κληρονόμων του αποβιώσαντος οφειλέτη να την επαναλάβουν ή μήπως ο θάνατος του οφειλέτη διαδίκου οδηγεί σε κατάργηση της δίκης κατά το κύριο αντικείμενό της λόγω του προσωποπαγούς χαρακτήρα της δίκης (βλ. σχετικώς Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων με βάση τον Ν.3869/2010, όπως ισχύει μετά τις επελθούσες νομοθετικές μεταβολές, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 4η έκδ., στις Εισαγωγικές Παρατηρήσεις, σελ. 20, στον αρ. περ. 43, ΕιρΘεσ 2857/2012 ΕφΑΔ 2013. 372 και εν γένει για τον οικείο προβληματισμό και σε άλλες περιπτώσεις Μακρίδου σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τ. Ι, υπό το άρθρο 286, στον αρ. 2). Στην ως άνω περίπτωση πρέπει να προκριθεί η λύση περί την κατάργηση της δίκης. Με την κατ’ άρθρο 4 του ν. 3869/2010 υποβαλλόμενη αίτηση επιδιώκεται κατ’ αρχάς η ελάφρυνση του οφειλέτη από τα χρέη του, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την επανένταξή του στην κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα. Υπό την έννοια αυτή, η δημιουργούμενη σχετικώς έννομη σχέση έχει μεν περιουσιακό χαρακτήρα, διαθέτει, ωστόσο, και έντονα προσωποπαγή χαρακτήρα, αφού συνδέεται τόσο με το πρόσωπο του οφειλέτη, όσο και με την οικονομική κατάσταση, στην οποία αυτό ευρίσκεται. Λαμβανομένου, συνεπώς, υπόψη ότι με τη σχετική διαδικασία του ν. 3869/2010 επιδιώκεται η επανένταξη του συγκεκριμένου - αιτούντος οφειλέτη στην κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα, η απάντηση στο ζήτημα της δυνατότητας συνέχισης της συγκεκριμένης δίκης από τους κληρονόμους του αιτούντος οφειλέτη και δη υπό την ιδιότητά της ως επιμέρους στοιχείου της περιουσίας του αποβιώσαντος δεν μπορεί παρά να είναι αποφατική. Η δίκη, δηλαδή, καταργείται κατά το κύριο αντικείμενό της, χωρίς να τίθεται ζήτημα διακοπής της κατ’ άρθρο 286 ΚΠολΔ, οι δε κληρονόμοι, εφόσον δεν αποποιηθούν την κληρονομία, ευθύνονται και με την προσωπική τους περιουσία για τα χρέη του αποβιώσαντος, αναλόγως του κληρονομικού τους μεριδίου. Στην περίπτωση, ωστόσο, που συντρέχουν στο πρόσωπο οιουδήποτε των ανωτέρω κληρονόμων οι όροι των διατάξεων του ν. 3869/2010, δεν αποκλείεται η από μέρους του κληρονόμου αυτού υποβολή (νέας) αιτήσεως της ανωτέρω φύσεως για την υπαγωγή του ιδίου στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού (βλ. Αθ. Κρητικό, ο.π., σελ. 20, στον αρ. περ. 44, Βενιέρη/Κατσά, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, β΄ έκδ., σελ. 551-552). Κατά την ορθότερη σχετικώς άποψη, τα αυτά ισχύουν και στην περίπτωση που ο θάνατος του οφειλέτη επέλθει διαρκούσης της πραγματοποίησης των ορισθεισών στο πλαίσιο του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 καταβολών και πριν την ολοκλήρωσή τους (βλ. έτσι Αθ. Κρητικό, ο.π., σελ. 21, στον αρ. περ. 47), οπότε και προκαλούνται οι συνέπειες του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 3869/2010 και οι κληρονόμοι αποκτούν το παθητικό του οφειλέτη, ως έχει (βλ. Βενιέρη/Κατσά, ο.π., σελ. 551-552), σε αντίθεση με την περίπτωση, που ο θάνατος του οφειλέτη επέλθει μετά τη σύναψη εξωδικαστικού ή δικαστικού συμβιβασμού (βλ. έτσι Βενιέρη/Κατσά, ο.π., σελ. 551, Αθ. Κρητικό, ο.π., σελ. 21, στον αρ. περ. 45) ή (κατά την ορθότερη άποψη) κατά τη διάρκεια της πραγματοποίησης των καταβολών του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 προς διάσωση της κύριας κατοικίας και μετά την ολοκλήρωση της πραγματοποίησης των καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και δη ανεξαρτήτως της εκδόσεως ή μη της αναγνωριστικού - διαπιστωτικού χαρακτήρα απόφασης περί απαλλαγής σύμφωνα με το άρθρο 11 του ιδίου ως άνω νόμου (βλ. έτσι Βενιέρη/Κατσά, ο.π., σελ. 553-554, πρβλ. και Αθ. Κρητικό, ο.π., σελ. 22-24, στους αρ. περ. 50 επ. και ιδίως στους αρ. περ. 52-53).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, η μέχρι τον ανωτέρω χρόνο πληρεξουσία δικηγόρος της δεύτερης των εκκαλούντων δήλωσε προς το Δικαστήριο τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω του επισυμβάντος στον διαδραμόντα χρόνο και δη στις 20-02-2015 θανάτου της τελευταίας, προσκομίζοντας σχετικώς και το από 17-03-2015 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ανωτέρω, καταγραφείσας της σχετικής δήλωσης στο τηρούμενο πινάκιο. Όπως, όμως, ήδη επισημάνθηκε στην προπαρατεθείσα μείζονα πρόταση, η ανοιγόμενη στο πλαίσιο της ρύθμισης του ν. 3869/2010 διαδικασία με την υποβολή προς το δικαστήριο σχετικής αιτήσεως από μέρους του υπέρχρεου οφειλέτη είναι έντονα προσωποπαγής, αφού δι’ αυτής επιδιώκεται η επανένταξη του συγκεκριμένου οφειλέτη στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Για τον λόγο αυτό, στην προκείμενη περίπτωση, η δίκη, στο πλαίσιο της οποίας αναβίωσε η εκκρεμοδικία με την άσκηση εφέσεως (ΑΠ 1048/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 240/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 5361/2006 Αρμ. 2007. 1714), δεν διακόπτεται ούτε είναι δυνατό να επαναληφθεί από τους κληρονόμους της ανωτέρω εκκαλούσας. Ακόμα και αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε απορρίψει την αίτηση της ως άνω, δεύτερης των εκκαλούντων, και είχε ρυθμίσει τα χρέη της τελευταίας με την πραγματοποίηση μηνιαίων καταβολών στο πλαίσιο της ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 (λόγω ανεπάρκειας και της ρευστοποιήσιμης προσωπικής περιουσίας της), η μη ολοκλήρωση των καταβολών αυτών και η επέλευση του θανάτου της ως άνω εκκαλούσας σε προγενέστερο της ολοκλήρωσης του συνόλου των καταβολών χρόνο θα είχε οδηγήσει σε εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 3869/2010 και σε επιβάρυνση των κληρονόμων με το παθητικό της κληρονομίας στο σύνολό του. Κατά μείζονα λόγο, συνεπώς, η δίκη πρέπει να θεωρηθεί καταργημένη κατά το κύριο αντικείμενό της και μη διακοπείσα στην προκείμενη περίπτωση, όπου δεν έχει λάβει χώρα καν έκδοση απόφασης περί τη ρύθμιση του χρέους της δεύτερης των εκκαλούντων με την πραγματοποίηση καταβολών στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, λόγω της απόρριψης της αίτησης σε πρώτο βαθμό. Ανακαλουμένης, συνεπώς, και της σχετικής εκ παραδρομής αναγραφής στο πινάκιο περί τη διακοπή της δίκης, η δίκη πρέπει να θεωρηθεί καταργημένη ως προς το κύριο αντικείμενό της αναφορικά με τη δεύτερη των εκκαλούντων.

Η υπό κρίση, από 22-09-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 756/23-09-2014 ενώπιον της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, έφεση του πρώτου των εκκαλούντων - αιτούντων κατά της υπ’ αριθμ. 5505/08-07-2014 οριστικής απόφασης του ως άνω Ειρηνοδικείου, το οποίο δίκασε επί της από 12-04-2012 και με αρ. εκθ. καταθ. 5898/18-04-2012 αίτησης του νυν εκκαλούντος (και της δεύτερης εξ αυτών - συζύγου του) αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 ν. 3869/2010, και άρθρα 741 επ. ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 17Α, 495 επ., 513 παρ. 1, 516, 517, 518 παρ. 2, 761, 762, 741 ΚΠολΔ και 14 του ν. 3869/2010), ήτοι εντός της προθεσμίας των τριών ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης (08-07-2014), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής στον πρώτο των εκκαλούντων (η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 11-6-2014), η δε έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 23-09-2014. Αναφορικά με την παθητική νομιμοποίηση των εφεσιβλήτων πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα : Ο εκκαλών (από κοινού με τη σύζυγό του) άσκησε την από 12-04-2012 και με αρ. εκθ. καταθ. 5898/18-04-2012 αίτησή του, την οποία κοινοποίησε σε τρείς ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες, ήτοι την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «........... Τράπεζα Α.Ε.», την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με τον διακριτικό τίτλο «...........» και την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ .......Α.Ε.», έναντι των οποίων επιθυμούσε τη ρύθμιση των χρεών του. Ήδη πριν την εκδίκαση της υπόθεσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και σε χρόνο μεταγενέστερο της επέλευσης της εκκρεμοδικίας, οι ένδικες απαιτήσεις της μετέχουσας στη δίκη ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ .........Α.Ε.», οι οποίες περιλαμβάνονταν στις αναφερόμενες από τον νυν εκκαλούντα απαιτήσεις και των οποίων τη ρύθμιση ο τελευταίος επεδίωκε, μεταβιβάστηκαν στη νυν τρίτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ.........Α.Ε.», η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ως άνω πιστώτριας. Ειδικότερα, οι ανωτέρω απαιτήσεις μεταβιβάστηκαν στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ............Α.Ε.» αιτία πώλησής τους δυνάμει της από 26-03-2013 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης (σε συνδ. με το υπ’ αριθμ. 96/26-03- 2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, το οποίο δημοσιεύτηκε στο υπ’ αριθμ. 4640/26-03-2013 φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας, και την υπ’ αριθμ. 66/3/26-03-2013 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), με την οποία μεταβιβάστηκαν εν γένει στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού του Υποκαταστήματος στην Ελλάδα της πωλήτριας προς την νυν τρίτη εφεσίβλητη στο πλαίσιο διαδικασίας εξυγίανσης της πρώτης. Για τον λόγο αυτό, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό, η νυν τρίτη εφεσίβλητη παρέστη στη δίκη «ως ειδική διάδοχος» της καθής η αίτηση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα ..........Α.Ε.», ασκώντας «κύρια παρέμβαση» στη δίκη υπό την προμνησθείσα ιδιότητά της. Υπό τα ως άνω δεδομένα η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Τράπεζα .......... Α.Ε.» θα έπρεπε να δικαστεί ερήμην σε πρώτο βαθμό, καθόσον στον ΚΠολΔ (και σε αντίθεση με άλλα ειδικότερα νομοθετήματα βλ. πχ το ήδη καταργηθέν άρθρο 63Δ παρ. 5 του ν. 3601/2007, 141 παρ. 5 4261/2014 και ήδη άρθρο 2 του ν. 4335/2015, με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η υπ’ αριθμ. 2014/59/ΕΕ Οδηγία, στο άρθρο 38 παρ. 2, όπου προβλέπεται συνέχιση της εκκρεμούς δίκης από τον ειδικό διάδοχο χωρίς διακοπή της δίκης) δεν προβλέπεται αυτόματη υπεισέλευση του ειδικού διαδόχου στη δικονομική θέση του δικαιοπαρόχου του, σε αντίθεση με την περίπτωση πχ. της οιονεί καθολικής διαδοχής επί μετασχηματισμού εταιριών (βλ. σχετικώς άρθρα 75 παρ. 2 και 85 παρ. 2 του ν. 2190/1920), με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή και η εκπροσώπηση στη δίκη του κατά την εκκρεμοδικία μεταβιβάσαντος το δικαίωμα διαδίκου από τον ειδικό του διάδοχο (ΠΠρΑθ 6439/2013 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Τράπεζα .............. Α.Ε.», εξάλλου, δεν θα μπορούσε εν ταυτώ το μεν να έχει υπεισέλθει στη δικονομική θέση της δικαιοπαρόχου της, το δε να εξακολουθεί να αποτελεί τρίτο πρόσωπο στη δίκη, δυνάμενο να εισέλθει σε αυτήν μέσω άσκησης παρέμβασης. Εκείνος, ο οποίος στη διάρκεια της δίκης έγινε ειδικός διάδοχος κάποιου από τους διαδίκους, είτε βάσει σύμβασης, είτε εκ του νόμου, είτε με πολιτειακή βούληση, δεν αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου και νομιμοποιείται μόνο να ασκήσει παρέμβαση, όχι, όμως, και να ενεργήσει για δικό του λογαριασμό και στο όνομά του οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη που έχει σχέση με τη διεξαγωγή και την πρόοδο της δίκης. Αν ενεργήσει τέτοιες πράξεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κατάθεση προτάσεων, αυτές είναι άκυρες και η ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 159 παρ.1 και 160 παρ. 1 ΚΠολΔ. Μόνο δε εφόσον ασκηθεί εκ μέρους του ειδικού διαδόχου παρέμβαση και συμφωνήσουν οι αρχικοί διάδικοι, ο ειδικός διάδοχος μπορεί να υπεισέλθει στη θέση του μεταβιβάσαντος (άρθρο 85 ΚΠολΔ), ενώ, αν ασκήσει μόνο (αυτοτελή πρόσθετη) παρέμβαση και δεν υπάρχει η προαναφερθείσα συμφωνία, ο παρεμβάς ειδικός διάδοχος ενεργεί μεν όλες τις διαδικαστικές πράξεις, αλλά σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 82 και 83 ΚΠολΔ (ΑΠ 712/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1430/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1028/2010 ΕλλΔνη 2011. 790, ΠΠρΑθ 6439/2013 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Περαιτέρω, η παρέμβαση της ως άνω ειδικής διαδόχου, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ......... Α.Ε.», θα έπρεπε να εκληφθεί ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση (βλ. σχετικώς άρθρα 225 παρ. 2, 325, 83 και 741 ΚΠολΔ - ΜΠρΘεσ 7656/2015 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ), προσαρμοσμένη στις ιδιορρυθμίες της δίκης της εκουσίας δικαιοδοσίας και εν τέλει η υπόθεση να συζητηθεί μεταξύ του αιτούντος, των λοιπών μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, από την οποία θα αντιπροσωπευόταν και η απολιπόμενη πιστώτρια και μετέχουσα της δίκης εταιρία, η οποία υπέχει κατ’ αρχάς θέση αναγκαίου ομοδίκου της (βλ. άρθρα 83 και 741 ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, ωστόσο, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν διέλαβε σκεπτικό ερημοδικίας και δίκασε την υπόθεση «αντιμωλία των διαδίκων», χωρίς περαιτέρω διακρίσεις, απορρίπτοντας εν συνεχεία την αίτηση κατ’ ουσίαν. Ο εκκαλών στρέφει πλέον την έφεσή του σε βάρος των δύο εκ των τριών μετασχουσών της πρωτοβάθμιας δίκης ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, χωρίς να στρέψει αυτήν και σε βάρος της πιστώτριάς του ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα ..... Α.Ε.», στην οποία είχε κοινοποιήσει σε πρώτο βαθμό την αίτησή του και η οποία κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας μεταβίβασε τα ένδικα δικαιώματά της στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Τράπεζα ............. Α.Ε.», η οποία μετέσχε στην πρωτοβάθμια δίκη υπό την ιδιότητα της «κυρίως» (και ορθότερα αυτοτελώς προσθέτως) παρεμβαίνουσας, ενώ στρέφει την έφεσή του και σε βάρος της τελευταίας. Και ενώ η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσα σε πρώτο βαθμό νομιμοποιείται παθητικώς στην άσκηση της έφεσης του εκκαλούντος, όπως και οι λοιπές μετασχούσες της πρωτοβάθμιας δίκης πιστώτριες εταιρίες (βλ. άρθρο 762 ΚΠολΔ), εγείρεται το ερώτημα ως προς το αν η έφεση θα έπρεπε να στραφεί και κατά της πιστώτριας του εκκαλούντος ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα............Α.Ε.», προς την οποία είχε κοινοποιηθεί αρχικώς η αίτηση, ήτοι της δικαιοπαρόχου της ως άνω αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσας και ήδη εφεσίβλητης, ή αν η τελευταία θα έπρεπε να έχει κληθεί στη δίκη και ελλείψει τέτοιας κλήτευσης, αν αυτή (η κλήτευση) θα έπρεπε να διαταχθεί από το παρόν Δικαστήριο. Αν εφαρμοστέα εν προκειμένω ήταν η τακτική διαδικασία, η έφεση θα έδει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατ’ άρθρο 517 ΚΠολΔ, ενόψει της δημιουργούμενης σχέσης αναγκαίας ομοδικίας μεταξύ αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος και υπέρ ου η παρέμβαση (ΕφΑθ 3495/2004 ΕλλΔνη 2005. 559, Μ. Μαργαρίτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τ. Ι, υπό το άρθρο 517, στον αρ. παρ. 10). Αν επρόκειτο για οιαδήποτε άλλη περίπτωση απλής πρόσθετης (και όχι αυτοτελώς πρόσθετης) παρέμβασης, εξάλλου, θα αρκούσε (αλλά και θα ήταν αναγκαία) η απεύθυνση της έφεσης σε βάρος της υπέρ ης η παρέμβαση αρχικής διαδίκου, η δε παρεμβάσα θα έπρεπε απλώς να κληθεί στη δίκη (ΕφΑθ 15955/2007 ΑρχΝ 2007. 294). Ωστόσο, εν προκειμένω εφαρμοστέα τυγχάνει η εκουσία δικαιοδοσία, όπου και εφαρμόζεται τόσο το άρθρο 762 ΚΠολΔ, όσο και το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ. Από το συνδυασμό των δύο αυτών διατάξεων προκύπτει ότι η έφεση κατ’ αποφάσεως, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, πρέπει μεν να απευθύνεται κατά όλων εκείνων, που έλαβαν μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε περίπτωση, ωστόσο, παράλειψης απεύθυνσης της έφεσης σε οιοδήποτε εκ των ανωτέρω προσώπων, ως κύρωση δεν επέρχεται το απαράδεκτο της έφεσης, καθώς το δικαστήριο δύναται και στην περίπτωση αυτή να διατάξει την κλήτευση «τρίτων», που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, ως τέτοιων νοουμένων και των διαδίκων εκείνων, που είχαν λάβει μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά των οποίων δεν απευθύνθηκε το ένδικο μέσο, καθόσον το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 760 ΚΠολΔ, δεν καταλαμβάνει μόνο τους τρίτους, που δεν κατέστησαν διάδικοι στην πρωτοβάθμια δίκη (ΜΠρΘεσ 9/2016 ΕλλΔνη 2016. 550 επ. με σημείωση Αθ. Κρητικού), αλλά και τους κατ’ αυτήν διαδίκους, κατά των οποίων δεν στρέφεται η έφεση (ΟλΑΠ 6/1999 ΕλλΔνη 1999. 274, ΕφΑθ 8561/2004 ΕλλΔνη 2005. 869, ΕφΛαρ 54/2005 Δ. 2005. 1175). Υπό τα ως άνω δεδομένα προκύπτει το ενδιάμεσο συμπέρασμα ότι η μη απεύθυνση της έφεσης σε βάρος της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση σε πρώτο βαθμό ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα Κύπρου Α.Ε.», όπως και η μη κλήτευση αυτής στη δίκη από μέρους του εκκαλούντος, δεν άγει σε απαράδεκτο της έφεσης ή σε αυτόματη κήρυξη ως απαράδεκτης της συζήτησης αυτής. Απομένει, συνεπώς, η εξέταση του αν το παρόν Δικαστήριο θα έδει να αναβάλει την έκδοση της απόφασής του επί της υπό κρίση έφεσης, προς το σκοπό να διαταχθεί από το Δικαστήριο τούτο η κλήτευση της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα Κύπρου Α.Ε.» σύμφωνα με τα προεκτεθέντα [βλ. υπέρ αυτής της λύσης ΜΠρΘεσ 7656/2015 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΜΠρΘεσ 11625/2015 αδημ., ΜΠρΘεσ 11629/2015 αδημ., ΜΠρΘεσ 11301/2015 αδημ., ΜΠρΘεσ 11303/2015 αδημ., εκδοθείσες σε δεύτερο βαθμό επί εφέσεων κατ’ αποφάσεων Ειρηνοδικείων, εκδοθεισών επί αιτήσεων του ν. 3869/2010, με τις οποίες (αποφάσεις) αναβάλλεται η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάσσεται η κλήτευση της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, που μετέσχε της δίκης σε πρώτο βαθμό και μεταβίβασε την ένδικη απαίτησή της κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και δη ήδη πριν τη συζήτηση της αίτησης σε πρώτο βαθμό, η έφεση, όμως, δεν στράφηκε εναντίον της ούτε αυτή κλητεύθηκε στη δίκη σε δεύτερο βαθμό, αντιθέτως δε, η έφεση στράφηκε μόνο κατά της ειδικής διαδόχου της και αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσας υπέρ αυτής σε πρώτο βαθμό, η οποία ήταν και η μόνη από τις δύο που παρέστη σε πρώτο βαθμό). Το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι τέτοια κλήτευση δεν είναι αναγκαία στην προκείμενη περίπτωση για τους ακόλουθους λόγους. Η ασκούμενη κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με τον υπέρ ου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται ως κατά πλάσμα δικαίου αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες σε αυτόν δικονομικές εξουσίες, χωρίς, όμως, να έχει στη διάθεσή του εκείνες τις διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΕφΑθ 9560/1991 ΝοΒ 1991. 1407). Από την άλλη πλευρά, οι διατάξεις περί ομοδικίας στην εκουσία δικαιοδοσία πρέπει να προσαρμόζονται στις ιδιαιτερότητες της εν γένει διαδικασίας και ειδικότερα της διαδικασίας, που υιοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ν. 3869/2010. Ειδικότερα, παρά τον χαρακτηρισμό της οικείας δικαστικής κρίσης περί τη ρύθμιση των οφειλών κατά τον ν. 3869/2010 ως διαπλαστικής αποφάσεως επί μη γνήσιας υπόθεσης της εκουσίας δικαιοδοσίας, η ισχύς της σχετικής απόφασης τελικά παρουσιάζεται ως περιορισμένη τόσο ως προς τη διαπλαστική της ενέργεια, όσο και ως προς το παραγόμενο δεδικασμένο για τα προδικαστικώς κριθέντα ουσιαστικού δικαίου ζητήματα (βλ. σχετικώς Αρβανιτάκη, Το διαδικαστικό πλαίσιο του Ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, Αρμ. 2010. 1461 επ. και ιδία 1470-1471). Ειδικότερα, η απόφαση αυτή, αναπροσαρμόζοντας ή και μηδενίζοντας το ύψος των οφειλών του αιτούντος, έχει διαπλαστικό χαρακτήρα και θα έπρεπε κατ’ αρχάς να συνοδεύεται από την erga omnes ισχύ των διαπλαστικών αποφάσεων. Μολαταύτα το άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 3869/2010, ακόμα και μετά την υιοθέτηση της αρχής της καθολικότητας με τον ν. 4161/2013 (βλ. άρθρο 8 παρ. 1 εδ. γ΄ του ν. 3869/2010), εξακολουθεί να διακηρύσσει ότι δεν επηρεάζονται οι απαιτήσεις των πιστωτών εκείνων, που δεν συμπεριελήφθησαν στην κατάσταση της παρ. 1 του άρθρου 4 του ιδίου ως άνω νόμου. Περαιτέρω, καθώς το δικαστήριο κρίνει παρεμπιπτόντως την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 για την υπαγωγή ορισμένου προσώπου στις ρυθμίσεις του ανωτέρω νόμου, κατά δε τα λοιπά, δεν πρόκειται περί γνησίας, αλλά περί μη γνησίας υπόθεσης της εκουσίας δικαιοδοσίας, τίθεται το ζήτημα αν εκλύεται η δεσμευτική ενέργεια του δεδικασμένου για τα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα. Αναφορικά, όμως, και με το ερώτημα αυτό, ο νόμος παρέχει εμμέσως αρνητική απάντηση, αφού στο άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 προβλέπεται ότι η τελεσίδικη απόρριψη ή επιδίκαση αμφισβητούμενης απαίτησης, που εντάχθηκε ή δεν εντάχθηκε αντιστοίχως στη ρύθμιση, επιδρά στη ρύθμιση αυτή, και δη είτε με υποκατάσταση των λοιπών πιστωτών, στη θέση του πιστωτή, που τελικώς αποβάλλεται (αφού η αξίωσή του απορρίφθηκε τελεσιδίκως), είτε με υποκατάσταση του πιστωτή, που τελικώς η απαίτησή του επιδικάζεται τελεσιδίκως στην αμφισβητούμενη δικαιοδοσία, αναλογικά στη θέση των λοιπών πιστωτών, εξέλιξη μη αναμενόμενη και μη συμβατή με ένα σύστημα, όπου η προδικαστική περί την ύπαρξη της απαίτησης κρίση θα καλυπτόταν από το δεδικασμένο. Το τελευταίο αυτό στοιχείο της προδικαστικής κάλυψης, βέβαια, δυσχερώς θα πληρούτο σε κάθε περίπτωση λόγω και του απαιτούμενου στοιχείου της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του κρίναντος δικαστηρίου για την παρεμπιπτόντως εξετασθείσα απαίτηση (βλ. και άρθρο 331 ΚΠολΔ), που σπανίως θα πληρούται λόγω της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου επί αιτήσεων του ν. 3869/2010. Από την πλευρά των καθών η αίτηση, εξάλλου, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι υφίσταται μία σχέση οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, όπου, όμως, όπως επισημαίνεται, το άρθρο 76 του ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται σε όλη την έκτασή του, παρά μόνο στο μέτρο, που δεν είναι ασυμβίβαστη με τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας (βλ. σχετικώς Αθ. Κρητικό, ο.π., σελ. 17, στον αρ. περ. 39). Από την άλλη, βέβαια, πλευρά, η σχέση αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος και υπέρ ου η παρέμβαση δεν αποτελεί σχέση μεταξύ πλειόνων πιστωτών, αλλά σχέση μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος ειδικού διαδόχου της ίδιας μοναδικής απαίτησης, που ως τέτοια η σχέση αυτή καθορίζεται εν τέλει από τις διατάξεις των άρθρων 225 παρ. 1 και 325 περ. 2 ΚΠολΔ, που υποδεικνύουν τη μεταξύ των ανωτέρω σχέση αναγκαίας ομοδικίας, χωρίς την ανάγκη προσφυγής στις διατάξεις των ειδικότερων διατάξεων του ν. 3869/2010, που εν τέλει είναι κρίσιμες για τον καθορισμό της σχέσης μεταξύ των ανωτέρω προσώπων αφενός και των λοιπών πιστωτών αφετέρου. Εντούτοις, η θέση αυτή είναι εν μέρει μόνο ακριβής, διότι αν είναι ούτως ή άλλως αδύνατο να εκλυθεί δεδικασμένο για την παρεμπιπτόντως κρινόμενη απαίτηση της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, τότε είναι απορίας άξιον, το ποιο είναι αυτό εν τέλει το δεδικασμένο, το οποίο επεκτεινόμενο κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 325 περ. 2 ΚΠολΔ θα ισχύει και υπέρ και κατά και του ειδικού διαδόχου του ανωτέρω. Καθώς, άλλωστε, η διαπλαστική ενέργεια της επί της αίτησης του ν. 3869/2010 απόφασης είναι ούτως ή άλλως περιορισμένη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η επιγενόμενη σχέση αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος και υπέρ ου η παρέμβαση στο περιβάλλον, μάλιστα, της ιδιαίτερης διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας, καθίσταται οριακή αναφορικά και με την ίδια της την υπόσταση ως τέτοιας. Η αξίωση, συνεπώς, για συμμετοχή στη δευτεροβάθμια δίκη (επί αιτήσεως του ν. 3869/2010) σε κάθε περίπτωση του υπέρ ου η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, όταν τουλάχιστον παρίσταται στη δίκη ο σε πρώτο βαθμό προσθέτως παρεμβάς, αποτελεί, κατά την άποψη, που το παρόν Δικαστήριο προκρίνει ως ορθότερη, αυστηρό φορμαλισμό και δογματισμό, από τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να αποστεί. Όπως, άλλωστε, χαρακτηριστικώς παρατηρείται, μετά την επίδοση της αίτησης στον οικείο πιστωτή, εφόσον λάβει χώρα εκχώρηση της ένδικης απαίτησης, επιβάλλεται να ενημερωθεί ο νέος πιστωτής, καθόσον «…συμμετοχή στην περαιτέρω διαδικασία του αρχικού πιστωτή δεν έχει καμία αξία. Για να γίνει αυτό, πρέπει να γίνει επίδοση της αιτήσεως στον νέο πιστωτή χωρίς να δημιουργείται ανάγκη καταθέσεως νέας αιτήσεως περιλαμβανούσης το όνομα του νέου πιστωτή. Διαφορετικά επέρχεται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην όλη διαδικασία. Όσα εγένοντο στο παρελθόν καλώς εγένοντο. Εφεξής στην όλη διαδικασία θα μετέχει ο νέος πιστωτής…» (βλ. σχετικώς Αθ. Κρητικό, ο.π., σελ. 129-130, στον αρ. περ. 43). Και πράγματι ο νέος πιστωτής, ήτοι εν προκειμένω η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσα πιστώτρια τράπεζα ως εκδοχέας της υπό ρύθμιση απαίτησης, η οποία μεταβιβάστηκε στην ανωτέρω μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, είναι η κατεξοχήν ενδιαφερόμενη να συμμετάσχει στη δίκη, πολλώ δε μάλλον που η ρύθμιση των τυχόν δόσεων, επί εκδόσεως μη απορριπτικής απόφασης, γίνεται με την επιβολή της υποχρέωσης καταβολής τους προς την εκδοχέα της απαίτησης και όχι προς την εκχωρήτρια (βλ. ενδεικτικά ΜΠρΚαλαμ 65/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ υπό το στ. Α του διατακτικού της, ΕιρΠατρ 287/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, μάλιστα, δεν έχει καν τεθεί υπό αμφισβήτηση η ύπαρξη της απαίτησης της δικαιοπαρόχου της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσας - εφεσίβλητης πιστώτριας παρ’ οιουδήποτε των ενδιαφερομένων, γεγονός, που αποδυναμώνει έτι περαιτέρω την ανάγκη κλήτευσης της δικαιοπαρόχου της στη δίκη, ιδία αν ληφθεί υπόψη και το ενδεχόμενο αναγκαιότητας πραγματοποίησης της επίδοσης αυτής σε ξένο Κράτος (Κύπρος - βλ., όμως, σχετικώς ήδη και άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 3869/2010). Σε κάθε περίπτωση, τα τυχόν ζητήματα ευθύνης στη σχέση μεταξύ της υπέρ ης η παρέμβαση - δικαιοπαρόχου και της νυν εφεσίβλητης - εκδοχέα ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 467 επ. ΑΚ. Ενόψει των ανωτέρω, συνεπώς, και δη της ελαστικότητας της διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας, της περιορισμένης διαπλαστικής ενέργειας της εκδιδόμενης απόφασης, της μη κάλυψης από το «δεδικασμένο» της απόφασης των τιθέμενων προδικαστικών ζητημάτων, της εντεύθεν περιορισμένης επίδρασης της παρούσας απόφασης στη μεταξύ εκχωρήτριας και εκδοχέα έννομη σχέση, της μη αμφισβήτησης της ύπαρξης ή του ύψους της απαίτησης της εκχωρήτριας παρ’ οιουδήποτε των μετεχόντων της δίκης μερών, του γεγονότος ότι η εκχωρήτρια της απαίτησης δεν παρέστη καν στη δίκη σε πρώτο βαθμό, της συνδρομής μείζονος σημασίας και βαρύτητας εννόμου συμφέροντος στην κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας καταστάσα εκδοχέα της απαίτησης, με την οποία θα γίνει εν τέλει και η ρύθμιση του χρέους επί ευδοκίμησης της αίτησης και αντιθέτως της καθυστέρησης της διαδικασίας και των δυσχερειών, που πιθανώς θα επιφέρει η αναγκαιότητα επίδοσης στην απολιπόμενη πιστώτρια εταιρία, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι αναγκαία η κλήτευση και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ........Α.Ε.» στη δίκη. Εξάλλου, για το παραδεκτό της υπό κρίση έφεσης κατατέθηκε και το προβλεπόμενο στη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ παράβολο, στην καταβολή του οποίου υποχρεούται η εκκαλούσα (βλ. Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, γ΄ έκδ., σελ. 423), όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση στην υπ’ αριθμ. 756/2014 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του αρμόδιου Γραμματέα. Επομένως, η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). 

Με την από 12-04-2012 και με αρ. εκθ. καταθ. 5898/18-04-2012 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (την οποία άσκησε από κοινού με την ήδη αποβιώσασα σύζυγό του) ο αιτών και ήδη εκκαλών, όπως η αίτησή του παραδεκτά συμπληρώθηκε με τις προτάσεις του (άρθρα 744, 745 και 751 ΚΠολΔ), επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητάς του και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις αναφερόμενες στην αίτηση πιστώτριές του, ζήτησε την επικύρωση του προταθέντος από αυτόν (και τη συναιτούσα σύζυγό του) σχεδίου διευθέτησης των οφειλών του, άλλως τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του, με εξαίρεση της αντικειμενικής αξίας 466.113,73 ευρώ κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, ως ίσχυαν τότε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και εν γένει οικονομικής του κατάστασης, με σκοπό την εν μέρει απαλλαγή του από αυτά. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 5505/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την αίτηση ως ουσία αβάσιμη λόγω της συνδρομής εμπορικής ιδιότητας στο πρόσωπο του αιτούντος (όπως και στο πρόσωπο της ήδη αποβιώσασας συζύγου του). Ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεση και για τους λόγους, που περιέχονται σε αυτή, παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση με σκοπό την παραδοχή της αίτησής του. 

Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η αίτηση τυγχάνει ορισμένη και παραδεκτή. Ειδικότερα, εν προκειμένω εφαρμοστέες τυγχάνουν οι διατάξεις του ν. 3869/2010, ως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους από τον ν. 4161/2013 και ως εξακολουθούν να ισχύουν ήδη σήμερα, κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου (βλ. ΑΠ 236/ 2015 ΕλλΔνη 2015. 1061 με σημείωση Αθ. Κρητικού ως προς το ότι στις υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας εφαρμοστέος ήδη και προ της εξαφάνισης της προσβαλλομένης αποφάσεως, τυγχάνει ο ισχύων κατά τη δημοσίευση της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου νόμος, λαμβανομένου υπόψη ότι η εκλυόμενη εκ του άρθρου 744 ΚΠολΔ ενέργεια του ανακριτικού συστήματος δεν περιορίζεται μόνο στο δίκαιο της αποδείξεως, αλλά εξικνείται μέχρι της μη εφαρμογής στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ), για τις κατατεθείσες προς της ενάρξεως ισχύος του ν. 4336/2015 και 4346/2015 αιτήσεις, οία τυγχάνει και η ένδικη (βλ. την παρ. 5 του άρθρου 2 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015, σύμφωνα με την οποία οι περιεχόμενες στο νόμο αυτό νέες ρυθμίσεις καταλαμβάνουν κατ’ αρχάς μόνο τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, εξαιρουμένων των αναφερομένων ρητώς στο νόμο περιπτώσεων, κατά δε το άρθρο 14 παρ. 11 του ν. 4346/2015 η τροποποιηθείσα από τον νόμο αυτό διάταξη του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 εφαρμόζεται υπό την προγενέστερη μορφή της στις κατατεθείσες ως τις 31-12-2015 και εκκρεμείς κατά τη θέσπιση του νόμου αυτού αιτήσεις - βλ. σχετικώς ΜΠρΘεσ 500/2016 ΕλλΔνη 2016. 556 επ., καθώς και Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων με βάση τον ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά τις επελθούσες νομοθετικές μεταβολές, δ΄ έκδ., 2016, σελ. 559 επ.). Λαμβανομένου, περαιτέρω, υπόψη ότι η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 19 του ν. 4161/2013, σύμφωνα με την οποία για τις εκκρεμούσες κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού αιτήσεις εφαρμόζεται η προδικασία, που ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του νόμου αυτού, αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 5 του ν. 3869/2010, που ρυθμίζει την προδικασία, και όχι σε εκείνη του άρθρου 4 παρ. 2β του ιδίου ως άνω νόμου, καθώς και ότι οι παραλείψεις ή ατέλειες της προβλεπόμενης από την τελευταία αυτή διάταξη υπεύθυνης δήλωσης δεν δημιουργούν οριστικό απαράδεκτο, που να οδηγεί σε έκδοση απορριπτικής της αίτησης απόφασης, η αίτηση τυγχάνει πλήρως ορισμένη, παρά τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι εφεσίβλητες. Ανεξαρτήτως, δηλαδή, του γεγονότος ότι ο εκκαλών ούτως ή άλλως τήρησε τη διαδικασία, που ίσχυε κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησής του α) με την απόπειρα επίτευξης εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου εξ αυτών, που κατά τον νόμο διέθεταν τη σχετική εξουσία (άρθρο 2 του ν. 3869/2010 ως ίσχυε κατά τον ανωτέρω χρόνο) και ο οποίος απέτυχε, όπως βεβαιώθηκε στην από 19-03-2012 βεβαίωση αποτυχίας εξωδικαστικού συμβιβασμού του ΚΕΠΚΑ Θεσσαλονίκης ως διαμεσολαβητή, β) με την κατάθεση της αίτησής του εντός της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ως τότε ίσχυε, από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού και γ) με την άσκησή της χωρίς να εκκρεμεί άλλη αίτηση του αιτούντος για ρύθμιση των χρεών του στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης ή σε άλλο Ειρηνοδικείο της Χώρας και χωρίς να έχει απορριφθεί για ουσιαστικούς λόγους άλλη προγενέστερη αίτησή του, ο αιτών κλήτευσε επιπλέον στη δίκη εκείνες από τις πιστώτριές του, έναντι των οποίων επιθυμούσε τη ρύθμιση των χρεών του, και κατέθεσε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 και 4 του ν. 3869/2010, ως ίσχυαν τότε (βεβαίωση αποτυχίας εξωδικαστικού συμβιβασμού, υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων κλπ.). Αναφορικά με την κλήτευση των ως άνω πιστωτριών και την προσκόμιση της προβλεπόμενης από το άρθρο 4 παρ. 2 β΄ του ν. 3869/2010 υπεύθυνης δήλωσης πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Υπό το προ του ν. 4161/2013 καθεστώς κρατούσε σημαντική αμφισβήτηση ως προς το αν ίσχυε ή όχι η αρχή της καθολικότητας στη διαδικασία του ν. 3869/2010, ήτοι ως προς το αν θα έπρεπε ο υπέρχρεος οφειλέτης, που επιθυμούσε να ρυθμίσει τα χρέη του, να συμπεριλάβει στην αίτησή του το σύνολο των χρεών και πιστωτών του, επιδιώκοντας τη ρύθμιση και των χρεών αυτών, και σε καταφατική περίπτωση ως προς το ποία θα έπρεπε να είναι η συνέπεια επί παραβίασης της υποχρέωσης αυτής. Οι υποστηριχθείσες απόψεις ήταν πολλές (βλ. σχετικώς Αθ. Κρητικό, ο.π., σελ. 126 επ., στους αρ. περ. 32 ε., όπου και περαιτέρω παραπομπές σε πλούσια νομολογία), κράτησε, ωστόσο, στη θεωρία και τη νομολογία (βλ. ενδεικτικά ΕιρΠειρ 85/2011 ΕΠολΔ 2012. 79, ΕιρΘεσ 5104/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Αρβανιτάκη, ο.π., σελ. 1466) η άποψη ότι ο οφειλέτης μπορούσε να επιλέξει τα χρέη, που επιθυμούσε να ρυθμίσει, καθώς ουδεμία αντίθετη ρητή πρόβλεψη υφίστατο στον νόμο, κατά δε τα λοιπά ρητώς προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 3869/2010 ότι, αν δεν συμπεριληφθεί πιστωτής στην κατάσταση της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, η απαίτηση δεν επηρεάζεται από την πορεία της διαδικασίας, που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης, που προβλέπεται στην παράγραφο 1 (βλ., ωστόσο, ενδεικτικά και ΕιρΘεσ 804/2012 ΕλλΔνη 2013. 868 με σημ. Κρητικού, ΕιρΞάνθ 145/2013 ΧρηΔικ 2013. 331 επ. με παρατ. Ρούσση, σύμφωνα με τις οποίες η οικεία αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ΕιρΕδεσ 48/2012 ΕΠολΔ 2012. 213, ΕιρΒέρ 63/2012 ΕΠολΔ 2012. 211, με τις οποίες η αίτηση απορρίπτεται ως αόριστη, ΕιρΜεγ 4/2012 ΕΠολΔ 2012. 215 με παρατηρήσεις Αρβανιτάκη, που απορρίπτει αίτηση, στην οποία δεν συμπεριελήφθησαν άπαντα τα χρέη, ως νόμω αβάσιμη και βλ. σε αυτή την τελευταία κατεύθυνση και Κρητικό, ο.π., σελ. 127, στον αρ. περ. 37). Δεδομένου ότι η υιοθέτηση της συγκεκριμένης άποψης δυναμίτιζε τη συλλογικότητα της διαδικασίας και υπονόμευε τη δυνατότητα επίτευξης συμβιβασμού, λαμβανομένης υπόψη της απροθυμίας των λοιπών πιστωτών να συναινέσουν σε ρύθμιση των χρεών τους την ίδια στιγμή, που έτεροι πιστωτές, επιλεκτικά και προνομιακά, ουδεμία θυσία υφίσταντο, με τη θέσπιση του νόμου 4161/2013 και συγκεκριμένα με το άρθρο 16 αυτού προστέθηκε νέο εδάφιο στο άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με το οποίο προβλέφθηκε ότι «Σε περίπτωση που πιστωτής δεν έχει ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης του οφειλέτη και δεν έχει ασκηθεί από αυτόν κύρια παρέμβαση, το δικαστήριο ρυθμίζει και τις απαιτήσεις αυτού κατά το άρθρο 744 ΚΠολΔ ή διατάζει την κλήτευσή του κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 748 του ΚΠολΔ ορίζοντας νέα δικάσιμο». Με την τελευταία αυτή διάταξη το παλαιότερα αμφίρρηστο κατά τα προεκτεθέντα ζήτημα επιλύεται και ο νομοθέτης λαμβάνει πλέον σαφή θέση υπέρ της αρχής της καθολικότητας των προς ρύθμιση χρεών του οφειλέτη. Η παραβίαση, όμως, της αρχής δεν επισύρει ως κύρωση την απόρριψη της αίτησης και δη είτε ως αόριστης, είτε ως αβάσιμης κατά νόμο, αντιθέτως δε, για μεν τον παραλειφθέντα τρίτο υιοθετείται η δυνατότητα άσκησης κύριας παρέμβασης από μέρος του και η κατά τον τρόπο αυτό δυνατότητα συμμετοχής του στη δίκη, για δε το δικαστήριο θεσμοθετείται η δυνατότητά του είτε να κλητεύσει στη δίκη τον παραλειφθέντα τρίτο, είτε να ρυθμίσει την απαίτηση και του τρίτου αυτού, παρά τη μη συμμετοχή του στη δίκη (βλ. σχετικώς Αθ. Κρητικό, ο.π., σελ. 128, ιδία στον αρ. περ. 39). Η διατήρηση της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 6 του ν. 3869/2010 δεν αποτελεί αξιολογική αντινομία στο σύστημα του ν. 3869/2010, καταλλήλως δε ερμηνευόμενη, τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση που ο οφειλέτης έχει λησμονήσει να περιλάβει στο σχέδιο διευθετήσεως οφειλή του έναντι κάποιου πιστωτή και γι’ αυτό δεν επιδιώκει τη ρύθμισή της, το δε δικαστήριο δεν διαπιστώνει την παράλειψη αυτή και για τον λόγο αυτό δεν ρυθμίζει και την απαίτηση αυτή ούτε διατάσσει την κλήτευση του συγκεκριμένου πιστωτή (βλ. Αθ. Κρητικό, ο.π., σελ. 323, στον αρ. περ. 36). Η διάταξη έχει ιδιαίτερη σημασία και για τις εκκρεμείς κατά τον χρόνο θέσπισης του ν. 4161/2013 αιτήσεις ενόψει του γεγονότος ότι η δυνατότητα του δικαστηρίου να διατάξει την κλήτευση πιστωτή μη περιλαμβανομένου στην αίτηση του οφειλέτη και στο σχέδιο διευθετήσεως των οφειλών του εφαρμόζεται, σύμφωνα με το πνεύμα του άρθρου 19 του νόμου αυτού, και επί εκκρεμών κατά την έναρξη ισχύος του αιτήσεων, που δικάζονται διαρκούσης της ισχύος του (βλ. έτσι Αθ. Κρητικό, ο.π., σελ. 326, στον αρ. περ. 48). Η παρεχόμενη στο δικαστήριο από τον νόμο δυνατότητα να ρυθμίσει χρέη του οφειλέτη προς μη κλητευθέντα και μη παρεμβάντα στη δίκη πιστωτή θέτει ζητήματα ως προς τη συμβατότητά της με το θεμελιώδες αξίωμα της ακροάσεως κατά το άρθρο 110 ΚΠολΔ (βλ. σχετικές ενστάσεις σε Αθ. Κρητικό, ο.π., σελ. 325, στους αρ. περ. 43 επ.). Οι ανωτέρω πιστωτές στερούνται πρακτικώς της δυνατότητας να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους και να προβάλουν διάφορους ισχυρισμούς κατά της αιτήσεως του οφειλέτη και τούτο όχι μόνο καταλείπει εκτεθειμένη την τυχόν ρύθμιση στην άσκηση τριτανακοπής από τον ανωτέρω πιστωτή στο πλαίσιο μιας ex post άσκησης του δικαιώματος ακροάσεως, που εν τέλει θα προκαλέσει και καθυστέρηση στη συνολική διαδικασία της ρύθμισης, με εκ των υστέρων ανατροπές επί ήδη ρυθμισθέντων χρεών, αλλά καθιστά προβληματική εν γένει την εφαρμογή της, που θα πρέπει να περιοριστεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ως ιδία επί ιδιαίτερα μικρού ύψους απαιτήσεων του μη μετασχόντος στη δίκη πιστωτή έναντι των συνολικών οφειλών του αιτούντος, επί πρόσφατης εξωδικαστικώς εκφρασθείσας δήλωσης του πιστωτή περί τη ρύθμιση του χρέους του με συγκεκριμένο περιεχόμενο, και επί ανάγκης ταχείας διεκπεραίωσης της όλης διαδικασίας λόγω ειδικών συνθηκών (πχ ιδιαίτερα μεγάλη ηλικία του αιτούντος οφειλέτη, χωρίς μόνη αυτή πάντως να ασκεί καταλυτική επίδραση). Ενόψει των ανωτέρω, συνεπώς, κανόνα πρέπει να αποτελεί η κλήτευση από το Δικαστήριο του παραλειφθέντος πιστωτή, περιοριζομένης της δυνατότητας ρύθμισης της απαίτησης μη μετασχόντος στη δίκη πιστωτή μόνο σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις. Όλα τούτα, όμως, ανακύπτουν κατά την εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της αίτησης ρύθμισης των χρεών του οφειλέτη και η παράλειψη πλέον του οφειλέτη να συμπεριλάβει στο σχέδιο ρύθμισης ή στην αίτησή του την απαίτηση συγκεκριμένου πιστωτή δεν επισύρει ως κύρωση το απαράδεκτο της αίτησης για διαδικαστικό λόγο (μη τήρηση της προδικασίας ως προς τη συγκεκριμένη απαίτηση), για αοριστία πραγματική ή νομική της αίτησης ή την απόρριψη της τελευταίας ως νόμω αβάσιμης. Εντεύθεν, κατά το σκέλος αυτό, το και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο ζήτημα του ορισμένου της αιτήσεως, όπως και το ζήτημα της τυχόν νομικής αβασιμότητας της αιτήσεως αυτής λόγω παραβίασης της αρχής της καθολικότητας, δεν δημιουργούν προβληματισμό και οι σχετικές περί του αντιθέτου αιτιάσεις δεν ερείδονται σε κάθε περίπτωση στον νόμο. Εξάλλου, ήδη η μη προσκόμιση της υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 4 παρ. 2 β του ν. 3869/2010 δεν άγει πλέον στο απαράδεκτο της αιτήσεως, κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου (ΑΠ 236/2015 ΕλλΔνη 2015. 1061 με σημείωση Αθ. Κρητικού), κατά μείζονα δε λόγο τούτο ισχύει στην περίπτωση που η προσκομισθείσα υπεύθυνη δήλωση εμφανίζει τυχόν επιμέρους αταξίες στη συμπλήρωσή της. Τυχόν αναλήθειά της, άλλωστε, δεν αποτελεί ζήτημα παραδεκτού της αίτησης, αλλά ζήτημα προβολής σχετικής εκ του άρθρου 10 του ν. 3869/2010 ένστασης. Κατά τα λοιπά, η υποβολή κοινής αίτησης από μέρους δύο οφειλετών και δη συζύγων, οι βιοτικές ανάγκες των οποίων είναι κοινές και το οικογενειακό τους εισόδημα συμπροσδιοριζόμενο από τα εισοδήματα ενός εκάστου, δεν καθιστά την αίτηση απαράδεκτη. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για περίπτωση απλής ενεργητικής ομοδικίας των άρθρων 74 επ. του ΚΠολΔ, οι κανόνες της οποίας εφαρμόζονται κατάλληλα προσαρμοσμένοι και σε μη γνήσιες υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, ως η ένδικη, πολλώ δε μάλλον, που τούτο επιτάσσουν και λόγοι πρακτικής σκοπιμότητας και μείωσης των εξόδων, ήτοι λόγοι οικονομίας της δίκης (βλ. αντί άλλων Αθ. Κρητικό, ο.π., σελ. 15-16, στον αρ. περ. 39). Για το ορισμένο της αίτησης, άλλωστε, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010 αρκεί η σαφής αναφορά και παράθεση α) της ιδιότητας του αιτούντος ως προσώπου, που δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, β) της περιέλευσης του ανωτέρω σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, γ) της κατάστασης της περιουσίας του οφειλέτη και των εισοδημάτων αυτού και του/της συζύγου του, δ) της κατάστασης των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους, στ) του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών, καθώς και ζ) του αιτήματος ρύθμισης των οφειλών (βλ. αναλυτικά για το περιεχόμενο εκάστης εκ των ανωτέρω προϋποθέσεων Βενιέρη/Κατσά, ο.π., σελ. 152-187, Αθ. Κρητικό, ο.π., σελ. 115 επ.). Η αίτηση του εκκαλούντος περιέχει άπαντα τα ανωτέρω στοιχεία και ιδία κατάσταση των χρεών και των πιστωτών του, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι στην ίδια αίτηση αναφέρονται και τα χρέη και οι πιστωτές της συναιτούσας συζύγου του. Παρά την παράθεση των χρεών αμφοτέρων των ως άνω προσώπων υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ των χρεών ενός εκάστου και ως εκ τούτου ουδεμία αοριστία εξ αυτού του λόγου προκαλείται. Συνεπώς, ορθώς κρίθηκε ορισμένη η αίτηση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ορθώς, εξάλλου, κρίθηκε και νόμω βάσιμη η αίτηση ως προς το αίτημα ρύθμισης των χρεών του εκκαλούντος με την καταβολή δόσεων στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 8 του ν. 3896/2010 ως ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8 και 9 του ν. 3896/2010. 
Ωστόσο, εσφαλμένα κρίθηκε ως νόμω βάσιμο το επιμέρους αίτημα του εκκαλούντος περί την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως η παρ. 2 ισχύει μετά την αντικατάσταση του δεύτερου εδαφίου της από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 4161/2013, η οποία υπό την τελευταία αυτής μορφή ισχύει άμεσα από της θεσπίσεώς της ακόμα και για τις υποβληθείσες πριν από τη θέσπισή της και εκκρεμείς κατά τον χρόνο αυτό αιτήσεις (βλ. Βενιέρη/Κατσά, ο.π., σελ. 464-465) «Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας…». Η ανωτέρω ρύθμιση έχει μεν ήδη εκ νέου αντικατασταθεί με την παρ. 18 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, ωστόσο, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του ιδίου ως άνω νόμου, η νέα ρύθμιση καταλαμβάνει μόνο τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ενώ η επακολουθήσασα εκ νέου αντικατάσταση του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 από το άρθρο 14 παρ. 1, 7 και 11 του ν. 4346/2015, δεν επηρεάζει, κατά το άρθρο 14 παρ. 11 του τελευταίου αυτού νόμου, τις κατατεθείσες ως τις 31-12-2015 και εκκρεμείς κατά τη θέσπιση του ν. 4346/2015 αιτήσεις, στις οποίες η διάταξη του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 εφαρμόζεται υπό την προγενέστερη μορφή της (βλ. σχετικώς ΜΠρΘεσ 500/2016 ΕλλΔνη 2016. 556 επ., καθώς και Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων με βάση τον ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά τις επελθούσες νομοθετικές μεταβολές, δ΄ έκδ., 2016, σελ. 559 επ.). Από την προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ιδίου ως άνω νόμου προκύπτει ότι το στερούμενο της εμπορικής ιδιότητας φυσικό πρόσωπο, το οποίο αδυνατεί να ανταποκριθεί κατά τρόπο μόνιμο στην πληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και το οποίο πληροί εν γένει τις προϋποθέσεις υπαγωγής του στις διατάξεις του ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, σε περίπτωση που δεν επιτύχει με τους πιστωτές του σχετικό συμβιβασμό (συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστασης της ελλείπουσας συναίνεσης τινών εκ των πιστωτών του υπό τους όρους του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 3869/2010), έχει το δικαίωμα υποβολής αιτήματος ρύθμισης των χρεών του προς το αρμόδιο δικαστήριο. Για την ικανοποίηση των πιστωτών υπόκειται κατ’ αρχάς σε ρευστοποίηση (ή οικονομική αξιοποίηση) η περιουσία του οφειλέτη κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010 (βλ. σχετικώς σημείωση Αθ. Κρητικού υπό την ΜΠρΘεσ 500/2016 ΕλλΔνη 2016. 556 επ., καθώς και παρατηρήσεις του ιδίου ως άνω υπό την ΜΠρΚορ 8/2015 σε ΕφΑΔ 2015. 659 επ.). Η εν λόγω εκποίηση ή αξιοποίηση και ικανοποίηση των πιστωτών διενεργείται από ειδικώς προς το σκοπό αυτό οριζόμενο από το δικαστήριο εκκαθαριστή (βλ. σχετικώς Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων με βάση τον Ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά τις επελθούσες νομοθετικές μεταβολές, β΄ έκδ., σελ. 15, στον αρ. περ. 35 και σελ. 312, στον αρ. περ. 3). Εφόσον η περιουσία δεν επαρκεί, με τις περιεχόμενες στο άρθρο 8 του ν. 3869/2010 διατάξεις επιδιώκεται η ικανοποίηση των πιστωτών όχι από την περιουσία, αλλά από τα διαθέσιμα εισοδήματα του οφειλέτη και δη με τον καθορισμό, βάσει των εισοδημάτων αυτών, μηναίων δόσεων, για μία τριετία ή το πολύ πενταετία, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το οποίο (Δικαστήριο) συνυπολογίζει κατά τον καθορισμό των δόσεων αυτών και τις βιοτικές ανάγκες του οφειλέτη κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο νόμο (βλ. αντί άλλων Βενιέρη/Κατσά, ο.π., σελ. 352 επ.). Εφόσον ο οφειλέτης τηρήσει τους όρους της ρύθμισης απαλλάσσεται των λοιπών χρεών του και τούτο δύναται να πιστοποιηθεί υπό τους ειδικότερους στο άρθρο 11 του ν. 3869/2010 όρους (βλ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων με βάση τον Ν.3869/2010, όπως ισχύει μετά τις επελθούσες νομοθετικές μεταβολές, β΄ έκδ., σελ. 244 επ. και δ΄ έκδ., σελ. 473 επ.). Στο πλαίσιο, βέβαια, της διάταξης του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, που αφορά στην εκποίηση ή οικονομική αξιοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη προς το σκοπό ικανοποίησης των δανειστών του, ο νομοθέτης, στην παρ. 2 του άρθρου 9, παρέσχε στον οφειλέτη την πρόσθετη δυνατότητα αποφυγής της εκποίησης του σημαντικότερου, κατά την αξιολόγησή του (του νομοθέτη), οικονομικά και κοινωνικά αγαθού του (του οφειλέτη), ήτοι αυτού της κύριας κατοικίας του. Η δυνατότητα αυτή, όμως, δεν χορηγείται άνευ προϋποθέσεων. Ως πρώτη προϋπόθεση τίθεται η αξία του ακινήτου να μην υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 1078/1980, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του ν. 3842/2010, η οικεία φορολογική απαλλαγή παρέχεται για αγορά κατοικίας από άγαμο (με τον οποίο εξομοιώνεται και ο χήρος, εφόσον δεν έχει την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της οικογένειας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α΄ του ιδίου ως άνω νόμου) μέχρι ποσού αξίας διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, από έγγαμο μέχρι ποσού αξίας διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ ενώ, από έγγαμο ο οποίος παρουσιάζει αναπηρία τουλάχιστον 67% από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία, μέχρι ποσού αξίας διακοσίων εβδομήντα πέντε χιλιάδων (275.000) ευρώ. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα αυτού και κατά τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα του. Λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της ανωτέρω διάταξης, η εν λόγω προϋπόθεση στην πλειονότητα των περιπτώσεων πληρούται, καταλειπομένων εκτός πεδίου εφαρμογής της διάταξης μεγάλης αξίας ακινήτων, που χρησιμοποιούνται, ωστόσο, ως κύριες κατοικίες. Στην προκείμενη περίπτωση, ωστόσο, ο ίδιος ο εκκαλών εξέθετε στην αίτησή του ότι τύγχανε έγγαμος, χωρίς να έχει αποκτήσει τέκνα, ενώ ήδη με τις προτάσεις του επί της υπό κρίση εφέσεως εκθέτει ότι λόγω αποβιώσεως της εν ζωή συζύγου του κατέστη χήρος, χωρίς να εκθέτει ότι έχει την επιμέλεια ανηλίκων τέκνων. Βάσει των ως άνω το όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας για τον εκκαλούντα κατά μεν την άσκηση της αιτήσεώς του ανερχόταν στο ποσό των [250.000,00 ευρώ (όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας για έγγαμο) + (50 % Χ 250.000,00 ως προσαύξηση 50 %) =] 375.000,00 ευρώ, ενώ ήδη το ποσό αυτό έχει κατέλθει βάσει των ισχυρισμών του στο ποσό των [200.000,00 ευρώ (όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας για χήρο χωρίς επιμέλεια ανηλίκων τέκνων) + (50 % Χ 200.000,00 ως προσαύξηση 50 %) =] 300.000,00 ευρώ. Ο ίδιος ο εκκαλών, ωστόσο, εκθέτει ότι η αντικειμενική αξία της ανήκουσας σε αυτόν κατά ποσοστό 100 %, επιφανείας 261,96 τ.μ., κύριας κατοικίας του, οικοδομηθείσας επί ανήκοντος στην κυριότητά του οικοπέδου, επιφανείας 281,50 τ.μ., στη Νέα Κρήνη Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης ανέρχεται στο ποσό των 466.113,73 ευρώ. Το ποσό αυτό υπερβαίνει κατά πολύ το τιθέμενο από το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 όριο για τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος εξαίρεσης της κύριας κατοικίας από την εκποίηση, που στην περίπτωση του εκκαλούντος, κατά μεν την άσκηση της αιτήσεώς του ανερχόταν στο ποσό των 375.000,00 ευρώ, ήδη δε, ανέρχεται στο ποσό των 300.000,00 ευρώ. Πρέπει, δηλαδή, ιδιαιτέρως να τονισθεί ότι ο παρεχόμενος από τον ν. 3869/2010 μηχανισμός διευκόλυνσης του υπέρχρεου οφειλέτη, προς το σκοπό ομαλής επανένταξής του στην κοινωνική και οικονομική ζωή, δεν είναι ένας μηχανισμός αυτόματης και ανώδυνης διαγραφής χρέους, χωρίς διακινδύνευση της ατομικής περιουσίας του οφειλέτη σε κάθε περίπτωση, όπως γίνεται αντιληπτός από τον εκκαλούντα με βάση τα εκτιθέμενα στην αίτησή του στοιχεία. Η περιουσία του υπέρχρεου οφειλέτη είναι κατ’ αρχάς υπέγγυα στους δανειστές του και με τη ρευστοποίησή της, εφόσον αυτή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι δυνατόν να αποφέρει θετικά αποτελέσματα για τους δανειστές του, σκοπείται η ικανοποίηση των πιστωτών. Εφόσον η περιουσία δεν επαρκεί, στη διάθεση των δανειστών τίθενται και τα εισοδήματα του οφειλέτη, στο μέτρο, όμως, που ορίζει το Δικαστήριο, με λήψη υπόψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη, ώστε να μην προσβάλλεται η αξία του ως ανθρώπου, και με μέγιστο χρόνο ρύθμισης τα πέντε έτη. Επί συνδρομής των εξαιρετικών συνθηκών του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3869/2010 δυνατή είναι ακόμα και η ρύθμιση του χρέους με την πραγματοποίηση μηδενικών καταβολών. Εφόσον μετά την προεκτεθείσα ρευστοποίηση της περιουσίας και την αξιοποίηση των εισοδημάτων του οφειλέτη στο προπεριγραφέν χρονικό και εν γένει οικονομικό πλαίσιο, απομένει υπόλοιπο οφειλής, αυτό (και μόνο αυτό) διαγράφεται και ο οφειλέτης απαλλάσσεται από το σωρευόμενο σε αυτόν επιπλέον άχθος, ώστε να είναι δυνατόν να έχει μία νέα ευκαιρία, με επανεκκίνηση της οικονομικής του δραστηριότητας από μηδενική βάση. Από όλα τα δυνητικά ρευστοποιήσιμα στοιχεία, ο νομοθέτης παρέχει στον οφειλέτη τη δυνατότητα να αιτηθεί τον αποκλεισμό της κύριας κατοικίας του, όχι, όμως, σε κάθε περίπτωση και όχι χωρίς «αντίτιμο» (βλ. σχετικώς σημείωση Αθ. Κρητικού υπό την ΜΠρΘεσ 500/2016 ΕλλΔνη 2016. 556 επ., καθώς και παρατηρήσεις του ιδίου ως άνω υπό την ΜΠρΚορ 8/2015 σε ΕφΑΔ 2015. 659 επ.). Η δυνατότητα διάσωσης της κύριας κατοικίας προϋποθέτει ότι η αντικειμενική αξία της δεν υπερβαίνει ένα ορισμένο ποσό σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διότι κείται εκτός του πνεύματος του νόμου, στην προσπάθεια εξισορρόπησης των αντικρουομένων συμφερόντων οφειλέτη και πιστωτών, οι μεν πιστωτές να υφίστανται σημαντική οικονομική θυσία ως προς τις απαιτήσεις τους, ο δε οφειλέτης να εξακολουθεί να διατηρεί ένα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ακίνητο, παρά το γεγονός ότι τούτο είναι κατ’ αρχάς υπέγγυο στους δανειστές του. Η καταβολή «αντιτίμου», εξάλλου, ήτοι η από μέρους του οφειλέτη καταβολή ποσού ανερχομένου σε ποσοστό 80 % επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου σε μηνιαίες δόσεις έως και 20 έτη ή κατ’ εξαίρεση και υπό τις προϋποθέσεις του νόμου έως και 35 έτη, προϋποθέτει την σε προηγούμενο στάδιο κατάφαση της δυνατότητας διάσωσης της κατοικίας. Αν αυτή, ως εκ της ιδιαίτερα μεγάλης αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, δεν είναι δυνατή, ο οφειλέτης είναι κατ’ αρχάς υποχρεωμένος να υποστεί την εκποίησή της (ή την οικονομική αξιοποίησή της) στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, διοριζομένου από το Δικαστήριο σχετικού εκκαθαριστή. Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκκαλών - αιτών, κατά μεν τα εκτιθέμενα στην αίτησή του διατηρεί χρέη προς τους πιστωτές του ύψους 62.177,71 ευρώ, κατά δε τα εκτιθέμενα στις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις του τα χρέη του ανέρχονται στο ποσό των 77.035,85 ευρώ κατ’ ελάχιστον, ενώ η αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας του εν γένει, αποτελούμενης από δύο ακίνητα, ήτοι αυτό της κύριας κατοικίας του και ενός ακινήτου 28,00 τ.μ. στη συμβολή των οδών Μητροπόλεως και Πλουτάρχου, ανέρχεται κατά τα εκτιθέμενα στο ποσό των 504.208,93 ευρώ. Κατά τα εκτιθέμενα, δηλαδή, ο εκκαλών δεν εμφανίζει πρόβλημα υπερχρέωσης, αφού το ενεργητικό της περιουσίας του είναι πολλαπλάσιο του παθητικού της (βλ. αντί άλλων Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο & δίκαιο ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ε΄ έκδ., σελ. 46, στον αρ. περ. 144 ως προς την έννοια της υπερχρέωσης, που δεν σηματοδοτεί πάντοτε παύση πληρωμών λόγω της πιθανότητας διατήρησης ρευστότητας με δανεισμό). Εμφανίζει, ωστόσο, πρόβλημα ρευστότητας, που κατά τους ισχυρισμούς του τον έχει οδηγήσει σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του. Πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι η διαδικασία του ν. 3869/2010 φαίνεται να είναι κατάλληλα προσαρμοσμένη στη συνηθέστερη των περιπτώσεων, ήτοι αυτή, κατά την οποία συντρέχει και ζήτημα υπερχρέωσης, οπότε και εν τέλει ο οφειλέτης εξέρχεται πράγματι σημαντικά ωφελημένος από την υπαγωγή του στον ν. 3869/2010, με διάσωση της όχι ιδιαίτερα υψηλής αντικειμενικής αξίας κύριας κατοικίας του, με ρύθμιση των κατάλληλων δόσεων για τη διάσωση αυτής, εφόσον του αιτηθεί, με την εκποίηση των λοιπών περιουσιακών του στοιχείων, εκτός και αν αυτά κρίνεται ότι δεν είναι δυνατό να ρευστοποιηθούν ή δεν δύνανται να αποδώσουν για οιονδήποτε λόγο ωφέλεια, και με τη ρύθμιση μηνιαίων δόσεων βάσει των εισοδημάτων του οφειλέτη το πολύ επί πενταετία, μετά την καταβολή των οποίων ο οφειλέτης πράγματι απαλλάσσεται του υπολοίπου των χρεών του. Ανεξαρτήτως πάντως του επιδιωκόμενου από τον εκκαλούντα οφέλους στην προκείμενη περίπτωση από την κίνηση της σχετικής διαδικασίας υπό τις ως άνω συνθήκες, το αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση της πρώτης κατοικίας του τυγχάνει απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο για τους λόγους που εκτέθηκαν, υποκείμενη, συνεπώς, και η κύρια κατοικία του στην προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία ρευστοποίησης, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στην περίπτωση ευδοκίμησης κατά τα λοιπά της αίτησής του. Λαμβανομένου, συνεπώς, υπόψη ότι, όπως και το ορισμένο της αίτησης, έτσι και η νομική βασιμότητα αυτής, καθώς και των επιμέρους αιτημάτων της, ερευνάται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, ήτοι και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, αρκεί να ζητείται από τον αιτούντα η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία η αίτηση απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη, έστω και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ως εν προκειμένω (ΑΠ 1138/1993 ΕλλΔνη 1995. 1052, ΕφΠειρ 787/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΙωαν 62/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 460/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑλεξ 105/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσ 3436/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Μ. Μαργαρίτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, υπό το άρθρο 522, στον αρ. παρ. 6, ο ίδιος σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τ. Ι, υπό το άρθρο 522, στον αρ. παρ. 3, Σαμουήλ, Η Έφεση κατά τον ΚΠολΔ, 2009, σελ. 346, στον αρ. 854, όπου και αναφορά τόσο στο ζήτημα ότι η εκδιδόμενη κατά τα ως άνω απόφαση είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα, όσο και στο ζήτημα ότι η απλή αντικατάσταση των αιτιολογιών δεν αρκεί), το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε την αίτηση του εκκαλούντος ως νόμω βάσιμη στο σύνολό της, ήτοι και ως προς το αίτημα εξαίρεσης της εκποίησης της κύριας κατοικίας του εκκαλούντος, έσφαλε και πρέπει να εξαφανιστεί κατά το μέρος αυτό η εκκαλουμένη, απορριπτομένης της αίτησης του εκκαλούντος - αιτούντος κατά το ίδιο ως άνω μέρος ως νόμω αβάσιμης και αυτεπαγγέλτως. Κατά τα λοιπά, ήτοι αναφορικά με τα λοιπά κεφάλαια της προσβαλλομένης απόφασης, που συνδέονται με το μη εξαφανισθέν κατά τα ως άνω τμήμα της, η έφεση πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 34 του ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρου 61 του ΑΚ να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναφέρει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου. Επομένως, νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς, που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται κατά τον τρόπο αυτό σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία από αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα. Η νομική, λοιπόν, προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σε αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι, συνεπώς, το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρ. 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του. Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται, όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρ. 83 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρ. 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του. Ειδικότερα, η εταιρία ως σύνολο εννόμων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 και 12 παρ. 1 και 3. Η χρησιμοποίηση ως εκ τούτου της εταιρίας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρίας. Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Υπάγεται, όμως, και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι συνέπειές της πρέπει να αντιμετωπίζονται σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρίας ή των μεριδίων εταιρίας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρίας και την ελέγχει κατά τον τρόπο αυτό τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρία (ανώνυμη, ναυτική ή ΕΠΕ, βλ. και άρθρο 1 παρ. 3 του κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3604/2007, 41 παρ. 2 του ν. 959/1979, 43α του ν. 3190/1955, που προστέθηκε με το άρθρο 2 του π.δ/τος 279/1993), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά, επίσης, καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες, με σκοπό η εταιρία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρία. Συνεπώς, δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες, που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας, για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι’ αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρία και η μεταφορά κατά τον τρόπο αυτό στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας. Περαιτέρω, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρίας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική από αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρίας, ούτε η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρία επιχείρησης, αφού η εταιρία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρίας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι και η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης. Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρίας ως νομικού προσώπου. Όμως, η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρίας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί, όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει, για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρίας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της, που σκόπιμα παραλλάσσονται ή, αντιστρόφως, όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρία, από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν. Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρίας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρίας, για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση, που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ’ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρίας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξαιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρίας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρία σε βάρος των ατομικών του δανειστών. Καταχρηστική τυγχάνει και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρία, όταν η εταιρία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας ή, κατ’ άλλη έκφραση, η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή, αντιστρόφως, η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σε αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης. Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρίας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρον (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρ. 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση. Με διαφορετική άλλωστε εκδοχή, δηλαδή αν αποκλεισθεί η ευθύνη της εταιρίας ή αναλόγως του βασικού μετόχου ή εταίρου της και γίνει δεκτή η ευθύνη του ενός μόνον από αυτούς, θα υφίσταται το νομικό παράδοξο να διατηρείται μεν για την εταιρία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο ο ενοχικός δεσμός από τη συναλλαγή τους, να μην αναδύονται, όμως, γι’ αυτούς έννομες συνέπειες και μάλιστα στην περίπτωση αυτή θα μπορούν να επικαλεσθούν τη μεταφορά (μετακύλιση) των συνεπειών από την εταιρία στο βασικό μέτοχο ή εταίρο της ή αντιστρόφως από το μέτοχο αυτό ή εταίρο στην εταιρία και τον αποκλεισμό κατά τον τρόπο αυτό της ευθύνης του άλλου, όχι μόνον οι αντισυμβαλλόμενοι, αλλά και τρίτα πρόσωπα ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή, μολονότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν προϋποθέτει διαπλαστική δήλωση του ενδιαφερομένου, αλλά ως έννομη κατάσταση, που συνεπάγεται αντίστοιχες έννομες συνέπειες, προκύπτει αυτοδικαίως, εφόσον υπάρξει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συνηθισμένη στη ναυτιλία επιχειρηματική δραστηριότητα, κατά την οποία ο επιχειρηματίας, που δεν επιθυμεί να διακινδυνεύσει απεριόριστα κεφάλαια, συνιστά μία ή περισσότερες εταιρίες στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό της Χώρας, οι οποίες αγοράζουν ένα ή περισσότερα πλοία και τα εκμεταλλεύονται για δικό τους λογαριασμό, είτε απευθείας οι ίδιες είτε με ανάθεση της διαχείρισής τους σε άλλη εταιρία, η οποία προϋπάρχει ή ιδρύεται για το σκοπό αυτό και ενεργεί για λογαριασμό τους. Κατ’ αυτό τον τρόπο, τον έλεγχο της πλοιοκτήτριας, αλλά συνήθως και της διαχειρίστριας εταιρίας, διατηρεί ο επιχειρηματίας, που συμμετέχει κατά κανόνα στη διοίκησή τους και ως κύριος μέτοχος κερδοσκοπεί έμμεσα με την απόληψη των κερδών της πλοιοκτήτριας εταιρίας. Η επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα δεν προσδίδει από μόνη της την ιδιότητα και τις έννομες συνέπειες του εφοπλιστή στον επιχειρηματία, αφού λείπει από αυτόν η βούληση της εκμετάλλευσης του πλοίου για λογαριασμό του. Αντίθετα, ο επιχειρηματίας θα είναι και εφοπλιστής κατά την έννοια του άρθρ. 105 του ΚΙΝΔ, αν αποδειχθεί ότι οι παραπάνω εταιρίες είναι εικονικές ή δραστηριοποιούνται κυρίως για λογαριασμό του και ότι αυτός ασκεί συνεπώς στην πραγματικότητα για τον εαυτό του την εκμετάλλευση του πλοίου και τη ναυτιλιακή επιχείρηση, οπότε εκτός από την απολαβή των κερδών πρέπει να επωμίζεται ο ίδιος και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευσή του (ΟλΑΠ 2/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 149/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 689/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 11/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 945/2013 ΔΕΕ 2014. 138, ΕφΠειρ 586/2012 ΕΝΔ 2012. 409, ΕφΠειρ 473/2011 ΔΕΕ 2012. 661, ΕφΠειρ 601/2011 ΔΕΕ 2012. 30, ΕφΠειρ 225/2010 ΔΕΕ 2010. 912 - ΔΕΕ 2011. 685, ΠΠρΘεσ 7941/2013 ΕλλΔνη 2013. 1426, ΠΠρΠειρ 2400/2010 ΔΕΕ 2011. 56, Ρήγας, Η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, passim, Λιακόπουλος, Η άρση της αυτοτέλειας του νομικού ποσώπου στη νομολογία, 1993, passim).

Από την κατάθεση του ανωμοτί εξετασθέντος ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εκκαλούντος - αιτούντος ως διαδίκου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω δικαστηρίου, καθώς και από όλα τα έγγραφα, που νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης: Ο εκκαλών τυγχάνει ηλικίας 85 ετών και ήταν παντρεμένος με τη συναιτούσα στην ένδικη αίτηση .., η οποία απεβίωσε στις 20-02-2015, χωρίς από τον μεταξύ τους γάμο να αποκτήσουν τέκνα. Από το έτος 1984, ο εκκαλών τυγχάνει συνταξιούχος του Ταμείου Δημοσίων Υπαλλήλων του αμερικανικού Δημοσίου, από όπου και λαμβάνει μηνιαία σύνταξη, ύψους ήδη 1.562,00 δολαρίων ΗΠΑ (βλ. σχετικώς την από 14-01-2015 βεβαίωση της Πρεσβείας των ΗΠΑ), που με βάση την τρέχουσα ισοτιμία αντιστοιχεί στο ποσό των 1.391,41 ευρώ. Η ως άνω σύνταξή του καταβάλλεται σε τραπεζικό λογαριασμό, ο δε εκκαλών κατοικεί στη Νέα Κρήνη Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης σε ιδιόκτητο ακίνητο, επιφανείας 236,00 τ.μ. σύμφωνα με τα κατωτέρω αναφερόμενα. Πλέον της ως άνω σύνταξης, εξάλλου, ο αιτών, μετά τον θάνατο της συζύγου του, η οποία εν ζωή εργαζόταν ως εκπαιδευτική λειτουργός στο ελληνικό Δημόσιο, λαμβάνει και μηνιαία σύνταξη χηρείας ύψους 566,52 ευρώ, διαμορφουμένων των μηνιαίων εισοδημάτων του από τις προμνησθείσες αιτίες, στο συνολικό ποσό των (1.391,41 + 566,52 =) 1.957,93 ευρώ. Πέραν των ανωτέρω εισοδημάτων, ο εκκαλών, μέχρι και τη συζήτηση της αίτησής του σε πρώτο βαθμό λάμβανε ποσό 523,80 ευρώ ετησίως, ήτοι το ποσό των 43,65 ευρώ μηνιαίως, από εκμίσθωση επαγγελματικής στέγης, καθώς και μέρους του ακινήτου, που αποτελεί την κύρια κατοικία του, στην ανώνυμη, τεχνική και βιομηχανική εταιρία με την επωνυμία «...», της οποίας τυγχάνει ο ίδιος μέτοχος σε ποσοστό άνω του 84 %, κατέχοντας 1.692,00 μετοχές σε σύνολο 2.000,00 ονομαστικών μετοχών, ονομαστικής αξίας εκάστης 29,35 ευρώ (βλ. σχετικώς άρθρο5 του προσκομιζόμενου καταστατικού της εταιρίας), εκ των οποίων οι λοιπές τουλάχιστον 162 μετοχές ανήκαν, μέχρι τον θάνατό της, στην ήδη αποβιώσασα σύζυγό του, καθ’ ομολογία και του ιδίου του εκκαλούντος. Ο καταστατικός σκοπός της κατά τα ως άνω συσταθείσας το έτος 1985 ανώνυμης εταιρίας ήταν ευρύς, περιλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, και την εκμετάλλευση συγκεκριμένων ευρεσιτεχνιών, τη βιομηχανοποίηση και παραγωγή μεταλλικών ή πλαστικών συνδέσμων, σωλήνων και λοιπών εξαρτημάτων, που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ραφιών, ικριωμάτων, τραπεζικών, γραφείων κλπ., τη διακόσμηση και τον εξοπλισμό καταστημάτων, ξενοδοχείων και εν γένει εσωτερικών και εξωτερικών χώρων, αλλά και την «…κατασκευή, ανάπτυξη, λειτουργία και συντήρηση ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, αναμεταδοτών και γενικώς πάσης φύσεως μέσων επικοινωνίας και ηλεκτρονικής τεχνολογίας». Μολονότι, όμως, η εταιρία ανέπτυξε αρχικώς κερδοφόρα εμπορική δραστηριότητα και στους λοιπούς τομείς της, κατά το καταστατικό, εμπορικής της δράσης, σταδιακά από το έτος 2003, οπότε και οι χρήσεις της κατέστησαν ως επί το πλείστον ζημιογόνες, εγκατέλειψε τις λοιπές εμπορικές της δραστηριότητες και περιόρισε την εμπορική της δράση αποκλειστικά στη λειτουργία του ραδιοφωνικού σταθμού με τον διακριτικό τίτλο «...», ο οποίος εκπέμπει στη Θεσσαλονίκη από τη συχνότητα των 106,1 μεγακύκλων. Ο εν λόγω ραδιοφωνικός σταθμός είναι κατ’ ουσίαν εγκατεστημένος και εκπέμπει από τον χώρο της κατοικίας του αιτούντος στην Καλαμαριά. Σύμφωνα με τον νομίμως δημοσιευθέντα ισολογισμό της ανωτέρω εταιρίας για τη χρήση έτους 2014 (01-01-2014 έως 31-12-2014), η εν λόγω χρήση ήταν κερδοφόρα με τον συνολικό κύκλο εργασιών της εταιρίας να ανέρχεται στο ποσό των 14.435,42 ευρώ και τα κέρδη της χρήσεως να ανέρχονται στο ποσό των 136,26 ευρώ. Λόγω, όμως, των ζημιών από προηγούμενες χρήσεις, το συνολικό ύψος των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 121.640,17 ευρώ, το ποσό των εις νέον ζημιών ανήλθε στο ποσό των 121.503,91 ευρώ. Σύμφωνα με τον ίδιο ισολογισμό, πάντως, στο ταμείο της εταιρίας υφίστανται διαθέσιμα ύψους 40.356,60 ευρώ και, μάλιστα, αυξημένα κατά το ποσό των 5.448,84 ευρώ σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη χρήση. Ο εκκαλών, πέραν της προμνησθείσας ιδιότητάς του ως μετόχου, τυγχάνει και Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και εκπρόσωπος της εταιρίας, ενώ η εν ζωή σύζυγός του υπήρξε Αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου αυτής. Υπό τα ως άνω δεδομένα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήχθη στην κρίση ότι τόσο ο εκκαλών, όσο και η συναιτούσα κατά τον χρόνο αυτό σύζυγός του, διατηρούσαν την εμπορική ιδιότητα, αφού «…έχουν το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών και η συμμετοχή τους καθορίζει την εξακολούθηση, την πορεία, αλλά και την ίδια την ύπαρξη της εταιρίας». Βάσει των ως άνω, ωστόσο, πλήρως αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών στερείται της εμπορικής ιδιότητας και εντεύθεν και της πτωχευτικής ικανότητας. Όπως ήδη εξετέθη στην προπαρατεθείσα μείζονα πρόταση, κανόνα αποτελεί η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων, χωρίς κατ’ αρχάς να είναι δυνατός ο καταλογισμός στους μετόχους, ιδιοτήτων, που αφορούν το νομικό πρόσωπο της εταιρίας. Τούτο αποτελεί και το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, απόρροια της οποίας είναι είναι και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους. Ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός, βέβαια, δικαιολογείται, όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται ακόμα και κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρ. 281, 288 και 200 του ΑΚ, όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε και είναι δυνατό να καταφαθεί κατ’ εξαίρεση η άρση της αυτοτέλειάς του. Η εν λόγω άρση είναι αναγκαίο να επιχειρείται μετά μεγίστης φειδούς, διότι διαφορετικά, παρά την περί του αντιθέτου ρητώς εκπεφρασθείσα νομοθετική βούληση, η σχετική εφαρμογή θα λειτουργεί ως επενδυτικό αντικίνητρο για τον υποψήφιο επενδυτή, που επιθυμεί εκ των προτέρων να γνωρίζει το κεφάλαιο, που επενδύει και το οποίο αποκλειστικά κινδυνεύει να απωλέσει. Μόνο κατ’ εξαίρεση, συνεπώς, είναι δυνατό η προπεριγραφείσα αυτοτέλεια του νομικού προσώπου να αρθεί, όταν η χρησιμοποίηση της εταιρίας γίνεται για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, οπότε και η οικεία συμπεριφορά συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρίας. Η συγκέντρωση εν προκειμένω των περισσότερων μετοχών της ως άνω ανώνυμης εταιρίας από τον εκκαλούντα δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο ανωτέρω τυγχάνει και διευθύνων σύμβουλός της, Πρόεδρος του διοικητικού της σουμβουλίου και εν γένει εκπρόσωπός της, ελέγχοντας κατά τον τρόπο αυτό τυπικά και ουσιαστικά την εταιρία, αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρία (βλ. πχ άρθρο 1 παρ. 3 του κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3604/2007), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές της. Ούτε, άλλωστε, συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή από τον εκκαλούντα του τύπου της ανώνυμης εταιρίας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας, με σκοπό η εταιρία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρία. Συνεπώς, δεν λειτουργεί αθέμιτα ο εκκαλών, με μόνη την ανωτέρω επιλογή του, που αποσκοπεί και στο να θωρακίσει με τα πλεονεκτήματα, που προσφέρει ο μηχανισμός της ανώνυμης εταιρίας, την επιχειρηματική δραστηριότητά του, για τον λόγο δε αυτό, δεν δικαιολογείται και η ταύτισή του με την εταιρία και ο καταλογισμός ιδιοτήτων που την αφορούν στον ίδιο προσωπικά. Ακόμα και η ταύτιση των μεταξύ τους συμφερόντων, άλλωστε, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά, όπως προς τούτο δεν αρκεί και η τυχόν εμφάνιση του εκκαλούντος ως ουσιαστικού φορέα της ασκούμενης από την εταιρία επιχείρησης, αφού η εταιρία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα του προσώπου αυτού και αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου είναι και η εμφάνιση του προσώπου αυτού ως του ουσιαστικού φορέα της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης. Εν προκειμένω ουδόλως αποδεικνύεται και δη σε βαθμό σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως ότι, για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, οι πράξεις της ως άνω εταιρίας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου της, που σκόπιμα παραλλάχθηκαν, ή ότι οι πράξεις του εκκαλούντος συνέχονται με την εταιρία και αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν από αυτήν. Ειδικότερα, η κατοχή του μεγαλύτερου μέρους των μετοχών, η ιδιότητα εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρίας, αλλά και το κατ’ ουσίαν χρησιδάνειο ακινήτου από την πλευρά του εκκαλούντος προς την ανώνυμη εταιρία, της οποίας ο ίδιος είναι κυρίαρχος μέτοχος, δεν αποδεικνύουν μόνα αυτά ότι ο ανωτέρω χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρίας, για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση, που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο ή για να αποφύγει την εκπλήρωση εταιρικών ή ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ’ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών δυνατοτήτων του. Η σύγχυση των περιουσιών αποτελεί επιμέρους ένδειξη όχι, όμως, και αυτόματη απόδειξη κατάχρησης. Εν προκειμένω, ουδόλως αποδεικνύεται ότι η ίδρυση ή η λειτουργία της προμνησθείσας εταιρίας αποσκοπεί στην καταστρατήγηση κάποιας νομοθετικής πρόβλεψης ή απαγόρευσης ή ότι η εξακολούθηση της λειτουργίας της εταιρίας συνέχεται με πρόθεση δόλιας πρόκλησης ζημίας σε άπαντες εν γένει τους δανειστές του εκκαλούντος. Αν, άλλωστε, οι πιστωτές θεωρούσαν ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση, τότε πρώτοι αυτοί επικαλούμενοι την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της εταιρίας, θα αιτούνταν τον καταλογισμό της εμπορικής ιδιότητας στον ίδιο τον εκκαλούντα και ακολούθως την κήρυξή του σε πτώχευση, γεγονός το οποίο δεν συμβαίνει και αντανακλά κατά τρόπο εναργή τον σεβασμό της αρχής του χωρισμού από μέρους και των ίδιων των δανειστών του. Μόνη, άλλωστε, η διατήρηση λειτουργίας της προαναφερθείσας εταιρίας δεν αποδεικνύεται ότι αποσκοπεί στην αποφυγή εκπλήρωσης υποχρεώσεων, αφού ακόμα και αν τέτοια αποφυγή εκπλήρωσης συντρέχει, εν τέλει ουδόλως συνδέεται αιτιωδώς με τη λειτουργία της εταιρίας, προς την οποία σημειωτέον δεν αποδεικνύεται και διοχέτευση σημαντικών κεφαλαίων από μέρους του εκκαλούντος. Η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εκκαλούντος σε όλη τους την έκταση, στην περίπτωση που η ένδικη αίτηση του τελευταίου γινόταν δεκτή, θα ήταν εν τέλει απότοκη των ίδιων των ρυθμίσεων του ν. 3869/2010 και όχι της διατήρησης λειτουργίας της εταιρίας. Υπό διαφορετική θεώρηση, η υποβολή αιτήματος ρύθμισης των οφειλών ενός στερούμενου της εμπορικής ιδιότητας φυσικού προσώπου θα μπορούσε πάντοτε να εκληφθεί ως προσπάθεια αποφυγής εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του, όπερ άτοπο. Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό ότι με την εκκαλουμένη απόφαση η εμπορική ιδιότητα αποδόθηκε όχι μόνο στον εκκαλούντα, αλλά και στην τότε εν ζωή, ήδη αποβιώσασα σύζυγό του, η οποία κατείχε μόλις 162 μετοχές και τυπική θέση Αντιπροέδρου στην εταιρία, χωρίς οιαδήποτε περαιτέρω ανάμιξη στη λειτουργία της. Τέτοια διαστολή του μηχανισμού της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, όμως, είναι ανεπίτρεπτη σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην προπαρατεθείσα μείζονα πρόταση. Με το να κρίνει, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι ο εκκαλών διατηρεί την εμπορική ιδιότητα και εντεύθεν διαθέτει και πτωχευτική ικανότητα, απορρίπτοντας ακολούθως την αίτησή του για τον λόγο αυτό, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και η εκκαλουμένη πρέπει να εξαφανισθεί και ως προς τα λοιπά, μη εξαφανισθέντα ήδη κατά τα ως άνω κεφάλαιά της, διατασσομένης της επιστροφής στον εκκαλούντα του παραβόλου κατάθεσης έφεσης ποσού 200,00 ευρώ, που κατατέθηκε από αυτόν (υπ’ αριθμ. 2869250, 2869248, 2869249, 2869247, 93929 και 93930 παράβολα του Δημοσίου), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως του τελικού αποτελέσματος της έκβασης της δίκης επί της αιτήσεως του εκκαλούντος - αιτούντος (βλ. ενδεικτικά ΜΕφΘρ 287/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ως προς το ότι επί αγωγής, που σε πρώτο βαθμό απορρίπτεται, και ακολούθως ασκείται έφεση από τον ενάγοντα, η οποία γίνεται δεκτή και εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, το παράβολο επιστρέφεται σε αυτόν, ακόμα και αν η αγωγή εν τέλει απορριφθεί για άλλο λόγο, πχ επειδή γίνεται δεκτή ένσταση του εναγομένου - βλ. και Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, υπό το άρθρο 495, στον αρ. παρ. 19, σύμφωνα με τον οποίο η έννοια της νίκης στη διάταξη του άρθρου 495 ΚΠολΔ για την επσιτροφή του παραβόλου στον εκκαλούντα «…πρέπει να συναρτηθεί προς το διατακτικό μόνο της απόφασηας του δικαστηρίου, που δίκας το ένδικο μέσο. Αν γίνει το ένδικο μέσο δεκτό και εξαφανισθεί εν όλω ή εν μέρει η απόφαση, δεν ενδιαφέρει αν η τελική κρίση του δικάσαντος το ένδικο μέσο είναι ή όχι ευνοϊκότερη για τον ασκήσαντα αυτό»). Ακολούθως, πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να δικαστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Όπως ήδη ανωτέρω σημειώθηκε, ο αιτών, πέραν των ύψους 1.957,93 ευρώ μηνιαίων εισοδημάτων του από τη λήψη των δύο συντάξεων, είναι κάτοχος των προαναφερθεισών μετοχών, η εσωτερική αξία των οποίων παρίσταται ως μειωμένη λόγω των συνολικών σωρευθεισών διαχρονικώς ζημιών της εταιρίας. Για τον ίδιο λόγο, δεν αποδεικνύεται ότι οι άνω μετοχές αποφέρουν στον αιτούντα εισόδημα από μερίσματα. Πέραν αυτών, ο αιτών είναι αποκλειστικός κύριος δύο ακινήτων. Το πρώτο εξ αυτών αποτελεί μία οριζόντια ιδιοκτησία 22,80 τ.μ.. η οποία κείται στον τέταρτο όροφο οικοδομής, που ευρίσκεται στη συμβολή των οδών .. και .., στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, η οποία περιήλθε στην κυριότητα του αιτούντος δυνάμει του υπ’ αριθμ. 16361/01-09-1986 συμβολαίου αγοραπωλησίας και μεταβίβασης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Τριαντάφυλλου Κωνσταντίνου Τσαγανά - Τακαντζά, και η αντικειμενική της αξία ανέρχεται σε 38.095,20 ευρώ. Το εν λόγω ακίνητο (μαζί με τμήμα της κάτωθι αναφερόμενης κύριας κατοικίας του) εκμίσθωνε ο αιτών προς την προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρία, της οποίας ο ίδιος είναι ο κυρίαρχος μέτοχος, έναντι ποσού 523,80 ευρώ ετησίως, ήτοι έναντι ποσού 43,65 ευρώ μηνιαίως, το οποίο ήδη κατά δήλωση του ιδίου του αιτούντος δεν εισπράττεται λόγω πλήρους αδυναμίας της εταιρίας να το καταβάλει, με αποτέλεσμα η χρήση των δύο χώρων να παραχωρείται πλέον άνευ ανταλλάγματος, παραλλαχθείσας της νομικής φύσης της σύμβασης, δυνάμει της οποίας παραχωρείται η χρήση, από μίσθωση σε χρησιδάνειο. Είναι, βέβαια, πλέον ή πρόδηλο ότι η μισθωτική αξία ενός επαγγελματικού χώρου της ανωτέρω επιφανείας στο κέντρο της Θεσσαλονίκης είναι κατά πολύ μεγαλύτερη, ανερχόμενη σύμφωνα και με το ισχύον στην εκουσία δικαιοδοσία ανακριτικό σύστημα στο ποσό των 300,00 ευρώ μηνιαίως κατ’ ελάχιστον. Το ποσό αυτό αποτελεί εισόδημα, δηλαδή, που ο αιτών με επωφελή αξιοποίηση της περιουσίας του θα μπορούσε να πορισθεί, παρά το γεγονός ότι προτιμά να παραχωρεί τη χρήση του χώρου άνευ ανταλλάγματος σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Σημειώνεται ότι το ως άνω ακίνητο είναι ελεύθερο βαρών (βλ. το υπ’ αριθμ. 16242/18-11-2015 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Θεσσαλονίκης). Πέραν του ανωτέρω ακινήτου, εξάλλου, ο αιτών διατηρεί στην αποκλειστική του κυριότητα το κάτωθι ακίνητο, το οποίο χρησιμοποιείται και ως κύρια κατοικία του, ήτοι ένα ακίνητο, συνολικής επιφανείας 261,96 τ.μ., εκ των οποίων οι κύριοι χώροι είναι επιφανείας 231,96 τ.μ. και οι βοηθητικοί χώροι καταλαμβάνουν επιφάνεια 30,00 τ.μ., αποτελούμενο από υπόγειο, ισόγειο και δύο ορόφους. Το ως άνω κτίριο έχει οικοδομηθεί επί επιφάνειας 281,50 τ.μ. οικοπέδου δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2892/1973 οικοδομικής άδειας του τότε Γραφείου Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, ευρίσκεται στη Νέα Κρήνη Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης και δη στη συμβολή των οδών .. και περιήλθε στην κυριότητα του αιτούντος δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας (Τ. 769, αρ. 238 του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης), υπ’ αριθμ. ....../10-04-1973 πράξης αποδοχής κληρονομίας, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Νικόλαος Δεληβοριάς και του νομίμως μεταγραφέντος (Τ. 297, αρ. 31 του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης), υπ’ αριθμ. 3905/1962 παραχωρητηρίου της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης (βλ. ήδη το υπ’ αριθμ. .../0/0 ΚΑΕΚ και τη σχετική πρώτη εγγραφή στο Κτηματολογικό Γραφείο Καλαμαριάς). Η αντικειμενική αξία του εν λόγω ακινήτου, ήδη και μετά την αναπροσαρμογή των σχετικών αντικειμενικών αξιών με την εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982, υπ’ αριθμ. 1009/18-01-2016 (ΦΕΚ Β 48/20.1.2016) ΠΟΛ. του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με την οποία έλαβε χώρα αναπροσαρμογή των τιμών του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, που ευρίσκονται σε περιοχές εντός σχεδίου, με έναρξη ισχύος αναδρομικώς από τις 21-05-2015, κατά συμμόρφωση της Διοίκησης προς τα δικαστικώς κριθέντα με τις υπ’ αριθμ. 4003/2014 και 4446/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ, ανέρχεται στο ποσό των 192.683,00 ευρώ για το οικόπεδο και 278.627,00 ευρώ για το κτίσμα (λόγω μη εξάντλησης και του συντελεστή δόμησης), ήτοι συνολικά στο ποσό των 471.310,00 ευρώ, μετά την προμνησθείσα μείωση της τιμής ζώνης από το ποσό των 2.100,00 ευρώ/τ.μ. στο ποσό των 1.700,00 ευρώ/τ.μ.. Η αντικειμενική αξία, δηλαδή, του ακινήτου είναι ανώτερη της αναφερόμενης στο από 30-11-2015 εκκαθαριστικό ΕΝΦΙΑ, το οποίο σημειωτέον έχει εκδοθεί υπό το κράτος των προϊσχυσασών αντικειμενικών αξιών, ήτοι με τιμή ζώνης 2.100,00/τ.μ., όπου, όμως, το ακίνητο έχει καταχωρηθεί με πλήθος προσόψεων «0», ήτοι ως μη έχον πρόσοψη σε οδό ακίνητο, παρά το γεγονός ότι τούτο ευρίσκεται και έχει οικοδομηθεί στη συμβολή δύο οδών (..), στις οποίες διατηρεί και αντίστοιχες προσόψεις, γεγονός, το οποίο και επιδρά καταλυτικά στην τελική διαμόρφωση της αντικειμενικής του αξίας. Όπως ήδη ανωτέρω σημειώθηκε κατά την (αυτεπάγγελτη) εξέταση της νομικής βασιμότητας της αίτησης, λόγω της ιδιαίτερα μεγάλης αντικειμενικής της αξίας, δεν είναι δυνατή κατά νόμο η εξαίρεση της κύριας κατοικίας του αιτούντος από την εκποίησή της έναντι καταβολής μηνιαίως δόσεων, το ύψος των οποίων θα ανέρχεται στο 80 % της αντικειμενικής της αξίας. Το εν λόγω ακίνητο, δηλαδή, το οποίο σημειωτέον είναι ελεύθερο βαρών (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτοκ. 52/1996/08-07-2011 πιστοποιητικό βαρών της Υποθηκοφύλακα Καλαμαριάς σε συνδ. με το υπ’ αριθμ. πρωτοκ. 4975/11-11-2015 πιστοποιητικό κτηματολογικών εγγραφών αντικειμένου εγγραπτέων δικαιωμάτων του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς), ακόμα και αν η υπό κρίση αίτηση γίνει κατ’ ουσίαν δεκτή, κατά το μέρος που τυγχάνει νόμω βάσιμη, είναι υπέγγυο έναντι των δανειστών του αιτούντος και δύναται κατ’ αρχάς να εκποιηθεί από εκκαθαριστή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ώστε από το προϊόν της ρευστοποίησης να ικανοποιηθούν οι πιστωτές του αιτούντος. Αξιόλογες τραπεζικές καταθέσεις ο αιτών δεν διαθέτει, το ύψος δε των (τουλάχιστον εν Ελλάδι) τηρουμένων τραπεζικών του καταθέσεων δεν υπερβαίνει το ποσό των 500,00 ευρώ συνολικά. Ο αιτών, εξάλλου, αποποιήθηκε την επαχθείσα σε αυτόν εξ αδιαθέτου κληρονομία της ήδη αποβιώσασας εν ζωή συζύγου του, στο ενεργητικό της οποίας περιλαμβανόταν η κυριότητα του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας........ΙΧ αυτοκινήτου, 1400 cc, μάρκας Ford, τραπεζικές καταθέσεις ύψους 5,13 ευρώ και 162 μετοχές στην προμνησθείσα ανώνυμη εταιρία, το δε παθητικό της αποτελείτο από χρέη συνολικού ποσού 162.517,52 ευρώ τουλάχιστον. Συγκεκριμένα, ποσό 18.146,00 ευρώ οφείλετο από την ανωτέρω προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από λήψη επισκευαστικού δανείου, ποσό 8.633,71 ευρώ οφείλετο προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με τον διακριτικό τίτλο «.......» (από λήψη ενός καταναλωτικού δανείου και από μία σύμβαση πιστωτικής κάρτας), ποσό 63.884,24 ευρώ οφείλετο προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «........ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» (24.962,33 ευρώ από δύο συμβάσεις καταναλωτικών δανείων και 38.921,91 ευρώ από τρείς συμβάσεις πιστωτικής κάρτας), ποσό 28.217,35 ευρώ προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με τον διακριτικό τίτλο «........BANK» (από δύο συμβάσεις πιστωτικών καρτών) και ποσό 43.636,22 ευρώ οφείλετο προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με τον διακριτικό τίτλο «........» (5.346,71 ευρώ από μία σύμβαση καταναλωτικού δανείου και 38.289,51 ευρώ από τρεις συμβάσεις πιστωτικής κάρτας). Την επαχθείσα κληρονομία, μάλιστα, αποποιήθηκε όχι μόνο ο σύζυγος, αλλά και οι λοιποί πλησιέστεροι συγγενείς της κληρονομούμενης και συγκεκριμένα η αδελφή της ... (βλ. το υπ’ αριθμ. 22115/18-03-2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών της αποβιώσασας, που συνέταξε ο αρμόδιος υπάλληλος του Δήμου Θεσσαλονίκης σε συνδυασμό με τις υπ’ αριθμ. 1959/13-05-2015 και 1958/13-05-2015 εκθέσεις δήλωσης αποποίησης κληρονομίας του αρμοδίου υπαλλήλου του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, στις οποίες προέβησαν ο αιτών και η ...). Ο αιτών, εξάλλου, βαρύνεται και με πλήθος μη εμπραγμάτως εξασφαλισμένων χρεών. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι ο αιτών, ήδη κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησής του, βαρύνετο με χρέη α) ύψους 16.340,85 ευρώ προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με τον διακριτικό τίτλο «........ BANK», προερχόμενα από δύο συμβάσεις πιστωτικών καρτών, ήτοι τη σχετική με την υπ’ αριθμ. ... πιστωτική κάρτα (VISA), από 06- 12-2005, υπ’ αριθμ. ...σύμβαση, με πιστωτικό όριο 10.000,00 ευρώ, και τη σχετική με την υπ’ αριθμ. ... πιστωτική κάρτα (MASTΕRCARD), από 06-12-2005, υπ’ αριθμ. ........σύμβαση, με πιστωτικό όριο 6.000,00 ευρώ, οι σχετικοί με τις οποίες λογαριασμοί κλείσθηκαν σύμφωνα με τη σύμβαση από τη δανείστρια τράπεζα στις 19-12-2011, με αποτέλεσμα να καταστεί ληξιπρόθεσμο το σύνολο του οικείου ποσού και το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής (στις 06-10-2011) να ανέλθει στο ποσό των 10.146,36 ευρώ από την πρώτη σύμβαση και στο ποσό των 6.194,49 ευρώ από τη δεύτερη αντιστοίχως. Οι ως άνω απαιτήσεις μεταβιβάστηκαν στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ .. Α.Ε.» αιτία πώλησής τους δυνάμει της από 26-03-2013 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης (σε συνδ. με το υπ’ αριθμ. 96/26-03-2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, το οποίο δημοσιεύτηκε στο υπ’ αριθμ. 4640/26-03-2013 φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας, και την υπ’ αριθμ. 66/3/26-03-2013 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), με την οποία μεταβιβάστηκαν εν γένει στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού του Υποκαταστήματος στην Ελλάδα της πωλήτριας προς την νυν τρίτη εφεσίβλητη στο πλαίσιο διαδικασίας εξυγίανσης της πρώτης. Η τρίτη, δηλαδή, εφεσίβλητη κατέστη κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της υπό κρίση αίτησης ειδική διάδοχος της μετασχούσας στη δίκη ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα ...Α.Ε.», ήδη δε η ως άνω εφεσίβλητη προσκομίζει και τα σχετικά με τις προμνησθείσες συμβάσεις έγγραφα. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο αιτών είχε συνάψει με την πρώτη εφεσίβλητη εταιρία ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «..... ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» και δύο μη προσκομιζόμενες από τα διάδικα μέρη συμβάσεις χορήγησης πιστωτικής κάρτας, ήτοι την εξυπηρετούμενη από τον υπ’ αριθμ. ...λογαριασμό σύμβαση και την εξυπηρετούμενη από τον υπ’ αριθμ....σύμβαση πιστωτικής κάρτας. Σύμφωνα με τα μη αμφισβητούμενα από τα λοιπά διάδικα μέρη στοιχεία, οι οφειλές από τις δύο ως άνω συμβάσεις ανέρχονταν στο ποσό των 778,76 ευρώ, καθόσον φορά στην πρώτη σύμβαση, με χρόνο υπολογισμού στις 22-09-2011, και στο ποσό των 7.054,93 ευρώ, καθόσον αφορά στη δεύτερη σύμβαση, με χρόνο υπολογισμού στις 08-10-2011, ήτοι στο συνολικό ποσό των 7.833,69 ευρώ. Λόγω της μη προσκόμισης των συμβάσεων, όμως, δεν είναι δυνατό να διακριβωθεί ο ακριβής χρόνος σύναψής τους. Επιπλέον, μετά την απόρριψη της ένδικης αίτησης σε πρώτο βαθμό και πριν την άσκηση της υπό κρίση έφεσης, ήτοι στις 09-09-2014, ο αιτών προέβη σε διακανονισμούς των οφειλών του με την ανωτέρω πιστώτριά του. Στους εν λόγω διακανονισμούς, βέβαια, ρητώς αναφέρεται ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δεν συνιστούν ανανέωση ή άφεση χρέους και ότι διατηρούνται σε πλήρη ισχύ οι συμβάσεις. Η οφειλή εκ της πρώτης σύμβασης υπολογίστηκε στο ποσό των 1.313,29 ευρώ και στο ποσό των 11.700,89 ευρώ από τη δεύτερη σύμβαση. Ταυτόχρονα, όμως, συμφωνήθηκε ότι οι δύο οφειλές θα θεωρηθούν ολοσχερώς εξοφλημένες, εφόσον καταβληθεί το ποσό των 528,00 ευρώ στην πρώτη περίπτωση και δη σε 24 μηνιαίες δόσεις, ύψους εκάστης 22,00 ευρώ, αρχής γενομένης από τις 30-09-2014 (με καταληκτική δόση στις 31-08-2016), και το ποσό των 4.440,00 ευρώ στη δεύτερη περίπτωση και δη σε 24 μηνιαίες δόσεις, ύψους εκάστης 185,00 ευρώ, αρχής γενομένης από τις 30-09-2014 (με καταληκτική δόση στις 31-08-2016). Ορισμένες δε εκ των ως άνω μηνιαίων δόσεων αποδεικνύεται ότι έχουν ήδη καταβληθεί, τα δε καταβληθέντα ποσά ως τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση έφεσης ανέρχονται, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα έγγραφα, στο ποσό των 286,00 ευρώ, καθόσον αφορά στην πρώτη ρύθμιση, και στο ποσό των 2.405,00, καθόσον αφορά στη δεύτερη ρύθμιση. Ρητά, βέβαια, αναφέρεται σε αμφότερες τις συμβάσεις ρύθμισης χρέους ότι σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οιασδήποτε δόσης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 60 ημερών από την ορισθείσα ημέρα καταβολής, η ρύθμιση δεν ισχύει, και οι πραγματοποιηθείσες καταβολές θα καταλογιστούν στο αρχικό χρέος. Ήδη, πάντως, στην από 09-11-2015 επικαιροποιημένη σχετική βεβαίωση της ανωτέρω τράπεζας αναφέρεται ότι το χρέος από την πρώτη σύμβαση ανήλθε (στις 31-10-2015) στο ποσό των 1.323,43 ευρώ από την πρώτη σύμβαση και στο ποσό των 11.833,07 ευρώ από τη δεύτερη σύμβαση. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο αιτών κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης όφειλε προς τη δεύτερη εφεσίβλητη το ποσό των 38.003,17 ευρώ από τρεις συμβάσεις πιστωτικής κάρτας, οι οποίες δεν προσκομίζονται, χωρίς, όμως, και τα επιμέρους στοιχεία αυτών να αμφισβητούνται. Ειδικότερα, με χρόνο υπολογισμού στις 17-10-2011 οι οφειλές του αιτούντος προς την ανωτέρω τράπεζα ανέρχονταν στο ποσό των 7.852,03 ευρώ για την υπ’ αριθμ. ....... πιστωτική κάρτα, στο ποσό των 15.271,11 ευρώ για την υπ’ αριθμ..........πιστωτική κάρτα και στο ποσό των 14.960,03 ευρώ για την υπ’ αριθμ. ....... πιστωτική κάρτα. Πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι το εν λόγω χρέος δεν επαναλαμβάνεται στις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του εκκαλούντος (βλ. σελ. 6 των προτάσεων του εκκαλούντος στο τέλος), με αποτέλεσμα ευλόγως να δημιουργείται το ερώτημα, ενόψει και της απουσίας από τη δίκη της δεύτερης εφεσίβλητης, παρά την παράστασή της σε πρώτο βαθμό, αν το εν λόγω χρέος έχει εξοφληθεί. Οι σχετικές αναφορές σε πρώτο βαθμό της αιτούσας σε δεύτερο βαθμό δεύτερης εφεσίβλητης, περί το ότι οι ανωτέρω συμβάσεις δεν έχουν στο σύνολό τους συναφθεί με την ίδια, αλλά και με έτερο νομικό πρόσωπο με τον διακριτικό τίτλο «.......» δεν είναι δυνατό να επιβεβαιωθούν στο παρόν στάδιο λόγω της μη προσκόμισης των οικείων δανειακών συμβάσεων. Το ζήτημα, ωστόσο, είναι κρίσιμο και για όλους τους λοιπούς πιστωτές, διότι μετά την υιοθέτηση της αρχής της καθολικότητας με τον ν. 4161/2013, που τυγχάνει και στην ένδικη περίπτωση εφαρμοστέος κατά τα προεκτεθέντα, τυχόν πρόσθετος πιστωτής, θα πρέπει να κληθεί στη δίκη, έστω με πρωτοβουλία του αιτούντος, ώστε να εκφράσει τις απόψεις του, πριν από οποιαδήποτε ρύθμιση του χρέους. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο αιτών, όπως και η τότε εν ζωή σύζυγός του, ήδη από την κατάθεση της αίτησής του, διατηρούσε οφειλές προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με τον διακριτικό τίτλο «......... BANK», στην οποία η αίτηση δεν κοινοποιήθηκε σε πρώτο βαθμό και η οποία δεν άσκησε κύρια παρέμβαση στη δίκη. Όπως ανέφερε στην αίτησή του σχετικώς ο αιτών, οι κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης οφειλές του προς την ανωτέρω τράπεζα ανέρχονταν στο ποσό των 5.108,35 ευρώ και προέρχονται από δύο συμβάσεις καταναλωτικών δανείων υπό την ένδειξη «.......», με αριθμούς .........και ......και αριθμούς λογαριασμών......και .........αντιστοίχως, οι οφειλές εκ των οποίων ανήρχοντο στις 30-12-2011 στο ποσό των 318,25 ευρώ αναφορικά με την πρώτη σύμβαση και στο ποσό των 398,25 ευρώ αναφορικά με τη δεύτερη σύμβαση. Επιπλέον, είχε πρόσθετη οφειλή από την υπ’ αριθμ. ............ σύμβαση πιστωτικής κάρτας, η οποία εξυπηρετείτο από τον υπ’ αριθμ. ...........λογαριασμό, το ύψος δε της οφειλής από την ανωτέρω αιτία στις 14-01-2012, ανήλθε κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος στο ποσό των 4.391,85 ευρώ. Οι λοιπές οφειλές προς την ίδια τράπεζα, συνολικού ύψους 8.633,71 ευρώ, ως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, είναι αποκλειστικές οφειλές της αποβιώσασας συζύγου του αιτούντος. Ο αιτών, όπως και η τότε σύζυγός του, βασιζόμενοι στην ισχυρά υποστηριζόμενη κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησής τους θέση ότι ο επιθυμών να υπαχθεί στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 οφειλέτης έχει δικαίωμα να επιλέξει τα χρέη, έναντι των οποίων επιθυμεί να ρυθμίσει την οφειλή του και δη παρά την έμμεση κατά τον τρόπο αυτό φαλκίδευση της συλλογικότητας της διαδικασίας και την πλήρη υπονόμευση της αρχής της καθολικότητας, καίτοι ανέφεραν στην αίτησή τους τα προμνησθέντα χρέη ρητά δήλωσαν την επιθυμία τους να μη ρυθμισθούν και τα χρέη αυτά, επειδή «εξυπηρετούνταν κανονικά» και δη με την καταβολή ποσού [440,00 ευρώ συνολικό ποσό καταβαλλόμενων δόσεων - (174,09 ευρώ ποσό μηνιαίας δόσης για δάνειο ΤΠΔ παρακρατούμενο τότε από τον μισθό της συζύγου του αιτούντος) =] 265,91 ευρώ μηνιαίως από αμφότερους τους ως άνω, χωρίς περαιτέρω αναφορά του καταβαλλομένου παρ’ εκάστου ποσού. Ήδη, ωστόσο, με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις του, ο αιτών αναφέρει πως η οφειλή του προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με τον διακριτικό τίτλο «... BANK» ανέρχεται στο ποσό των 47.230,65 ευρώ, χωρίς και πάλι να προσκομίζονται οιεσδήποτε συμβάσεις. Το μοναδικό σχετικώς προσκομιζόμενο έγγραφο είναι η από 18-11-2015 κατάσταση οφειλών του αιτούντος, που συνέταξαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ανωτέρω τράπεζας, σύμφωνα με την οποία ο αιτών οφείλει α) το ποσό των 8.888,38 ευρώ από την υπ’ αριθμ. ...σύμβαση (με ημερομηνία αναφοράς υπολοίπου την 15-10-2015), β) το ποσό των 17.078,80 ευρώ από την υπ’ αριθμ...........σύμβαση (με ημερομηνία αναφοράς υπολοίπου την 15- 10-2015), γ) το ποσό των 4.657,35 ευρώ από την υπ’ αριθμ. ... σύμβαση (με ημερομηνία αναφοράς υπολοίπου την 15-10-2015) και δ) το ποσό των 16.606,12 ευρώ από την υπ’ αριθμ. ...σύμβαση (με ημερομηνία αναφοράς υπολοίπου την 01-10-2015) κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο έγγραφο αυτό, στο οποίο πάντως δεν αναφέρεται η ακριβής ημερομηνία σύναψης των συμβάσεων. Με εξαίρεση την υπό στ. γ΄ σύμβαση, μάλιστα, η οποία ταυτίζεται με την αναφερόμενη στην υπό κρίση αίτηση σύμβαση πιστωτικής κάρτας, δεν είναι δυνατό να ταυτοποιηθούν οι ως άνω συμβάσεις με τις αναφερόμενες στην αίτηση, ενώ δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί και αν εν τέλει οι ανωτέρω συμβάσεις αποτελούν νέες συμβάσεις, συναφθείσες κατά τον χρόνο εκκρεμοδικίας της υπό κρίση αίτησης. Το συνολικό ύψος των απαιτήσεων της τελευταίας αυτής τράπεζας είναι ιδιαιτέρως σημαντικό σε σχέση με τις συνολικές οφειλές του αιτούντος, αφού σε συνολικές απαιτήσεις ύψους [47.230,65 ευρώ (... BANK) + 13.465,00 ευρώ (ETE - χωρίς να υπολογίζονται οι γενόμενες στο πλαίσιο του επιτευχθέντος πριν την κατάθεση της έφεσης διακανονισμού) + 16.340,85 (απαιτήσεις τράπεζας...) + 38.003,17 (απαιτήσεις τράπεζας .., στην περίπτωση που δεν έχουν ήδη εξοφληθεί) =] 115.039,67 ευρώ (χωρίς να υπολογίζονται οι σημαντικά χαμηλότερου οφειλές προς ΔΕΗ, ΕΥΑΘ κλπ, για τις οποίες βλ. κατωτέρω), οι απαιτήσεις προς την τράπεζα με τον διακριτικό τίτλο «... BANK» παριστούν ποσοστό 42 % της συνολικής απαίτησης. Ενόψει της υποχρέωσης ρύθμισης από το παρόν Δικαστήριο και των αποδεικνυόμενων ως άνω χρεών προς την τελευταία αυτή τράπεζα, λόγω της άμεσης εφαρμογής του ν. 4161/2013 κατά τα προεκτεθέντα και της υιοθέτησης της αρχής της καθολικότητας, δεν είναι δυνατό να μην παρασχεθεί στην ανωτέρω τράπεζα η δυνατότητα εκθέσεως των απόψεών της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Τέτοια κοινοποίηση της αίτησης προς αυτήν δεν υφίσταται, όπως, άλλωστε, δεν υπάρχει και σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να περιλαμβάνει και τις απαιτήσεις της. Ενόψει του ότι τα χρέη προς την τελευταία αυτή τράπεζα παριστούν σημαντικό τμήμα της συνολικής οφειλής, αλλά και του γεγονότος ότι δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί ο χρόνος σύναψης εκάστης επιμέρους σύμβασης, που πιθανώς έχει σημασία για τον χαρακτήρα της απαίτησης αυτής ως εξαιρούμενης ή μη, αλλά και για την κρισιολόγηση των λοιπών ισχυρισμών των παρόντων πιστωτών, ιδία δε αυτού περί τον δόλο του αιτούντος στην περιέλευσή του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αλλά και περί την καταχρηστική από μέρους του άσκηση δικαιώματος, η κλήτευση στη δίκη της ανωτέρω πιστώτριας είναι επιτακτική. Αποδεικνύεται, εξάλλου, ότι ο αιτών διατηρεί οφειλές τόσο προς την ΕΥΑΘ, όσο και προς τη ΔΕΗ, οι οποίες ανεξαρτήτως της μέχρι σήμερα εξυπηρέτησής τους με ειδικότερες συμφωνίες ρύθμισης μεταξύ του αιτούντος και των ανωτέρω εταιριών, δεν τυγχάνουν εξαιρετέες απαιτήσεις, ρυθμίζονται κατά νόμο (βλ., αντί άλλων, Βενιέρη/Κατσά, ο.π., σελ. 119) και οι δικαιούχοι τους πρέπει να κληθούν στη δίκη για τους ίδιους λόγους, που εκτέθηκαν και ανωτέρω στο πλαίσιο της σχετικής οφειλής προς την τράπεζα με τον διακριτικό τίτλο «ALPHA BANK». Ειδικότερα, ο αιτών, σύμφωνα με το από 05-08-2015 έγγραφο της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΔΕΗ ΑΕ», που προσκόμισε σχετικώς, οφείλει προς την τελευταία αυτή εταιρία το ποσό των 2.236,00 ευρώ. Με την από 05-08-2015 ρύθμιση εξόφλησης ληξιπρόθεσμων οφειλών μεταξύ αυτού και της ανωτέρω εταιρίας φέρεται να συμφωνήθηκε η εξόφληση της οφειλής σε 16 μηνιαίες δόσεις, ύψους εκάστης 133,00 ευρώ, πλην της πρώτης, η οποία συμφωνήθηκε στο ποσό των 226,00 ευρώ, με έναρξη καταβολών στις 05-08-2015 και με την καταληκτική δόση καταβλητέα στις 07-11-2016. Στο πλαίσιο αυτό φέρονται καταβληθείσες δύο μόνο δόσεις (βλ. τις από 03-11-2015 αποδείξεις καταβολών ποσού 130,00 και 140,00 ευρώ στην τράπεζα με τον διακριτικό τίτλο .........BANK). Ανεξαρτήτως, όμως, αυτού, η οφειλή αυτή θεωρείται σε κάθε περίπτωση ληξιπρόθεσμη δυνάμει της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 3896/2015 και πρέπει να ρυθμισθεί από κοινού με τις λοιπές οφειλές ως μη εξαιρετέα εκ του νόμου απαίτηση (βλ. εν γένει ως προς τις εξαιρετέες απαιτήσεις Βενιέρη/Κατσά, ο.π., σελ. 109 επ.). Ο αιτών, άλλωστε, σύμφωνα με το από 05-09-2014 έγγραφο της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «..... ΑΕ», που προσκόμισε σχετικώς, οφείλει προς την τελευταία αυτή εταιρία το ποσό των 957,57 ευρώ. Με την από 05-09- 2014 ρύθμιση εξόφλησης ληξιπρόθεσμων οφειλών μεταξύ αυτού και της ανωτέρω εταιρίας φέρεται να συμφωνήθηκε η εξόφληση της οφειλής σε 18 μηνιαίες δόσεις, ύψους εκάστης 53,20 ευρώ, πλην της τελευταίας, η οποία συμφωνήθηκε στο ποσό των 53,17 ευρώ, με έναρξη καταβολών στις 05- 09-2014 και με την καταληκτική δόση καταβλητέα στις 05- 02-2016. Στο πλαίσιο αυτό φέρεται καταβληθέν μόνο το ποσό των 49,05 ευρώ στις 12-06-2015, ενώ στην ίδια την ανωτέρω απόδειξη ρητά αναφέρεται ότι σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής έστω και μίας δόσης ή μη πληρωμής των λογαριασμών που εκδίδονται μετά τον διακανονισμό, η .....ΑΕ ακυρώνει τον διακανονισμό. Ως εκ τούτου βάσιμη παρίσταται η ένδειξη ότι και στην ανωτέρω εταιρία οφείλεται το προμνησθέν χρηματικό ποσό. Η οφειλή, μάλιστα, θεωρείται σε κάθε περίπτωση ληξιπρόθεσμη δυνάμει της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 3896/2015 και πρέπει να ρυθμισθεί από κοινού με τις λοιπές οφειλές ως μη εξαιρετέα εκ του νόμου απαίτηση. Αποδεικνύεται, εξάλλου, ότι ο αιτών ευρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του. Ενόψει ιδίως του κλεισίματος των λογαριασμών από την δικαιοπάροχο της τρίτης εφεσίβλητης εταιρίας και την αδυναμία άμεσης εξόφλησης του ποσού των 16.340,85 ευρώ βάσει των εισοδημάτων του, ενόψει και των λοιπών ληξιπρόθεσμων οφειλών του, ο αιτών, παρά την επάρκεια της περιουσίας του και την κατά πολύ υπέρβαση του παθητικού της από το ενεργητικό της, ευρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Ενόψει, όμως, όσων ήδη εξετέθησαν, η υποχρεωτική για το Δικαστήριο ρύθμιση του συνόλου των χρεών του αιτούντος, με ρευστοποίηση και των κατά την κρίση του Δικαστηρίου ρευστοποιήσιμων στοιχείων της περιουσίας του (συμπεριλαμβανομένης κατ’ αρχάς και της κύριας κατοικίας του για τους λόγους που εξετέθησαν), δεν είναι δυνατό να γίνει χωρίς να χορηγηθεί η δυνατότητα ακρόασης και στους λοιπούς πιστωτές, ιδία ενόψει του ύψους των χρεών προς την πιστώτρια τράπεζα με τον διακριτικό τίτλο ...BANK». Για το λόγο αυτό πρέπει να διαταχθεί η κλήτευση στη δίκη α) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με τον διακριτικό τίτλο «.......BANK», β) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΕΥΑΘ Α.Ε.» και γ) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΔΕΗ Α.Ε.» επιμελεία του επιμελέστερου των διαδίκων. Καθώς, ωστόσο, είναι χρήσιμο για την κρισιολόγηση και των προβληθέντων ισχυρισμών των πιστωτριών εταιριών περί δολίας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών και περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από μέρους του, οι οποίοι σημειωτέον, προβληθέντες και από μία μόνο των πιστωτριών εταιριών ωφελούν και τις λοιπές, που δεν τον προέβαλαν, λόγω της μεταξύ τους σχέσης ως οιονεί παθητικής ομοδικίας, στην οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω και η διάταξη του άρθρου 76 ΚΠολΔ (βλ. σχετικώς Αθ. Κρητκό, ο.π., σελ. 66, στον αρ. περ. 67), πρέπει για λόγους οικονομίας της δίκης να διαταχθεί ήδη από τούδε η με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων προσκόμιση και των ακόλουθων κρίσιμων εγγράφων, ήτοι : α) επικαιροποιημένης βεβαίωσης οφειλών του αιτούντος προς τη δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με τον διακριτικό τίτλο «.........», β) επικαιροποιημένης βεβαίωσης οφειλών προς τις ανώνυμες εταιρίες με την επωνυμία «ΔΕΗ Α.Ε.» και «ΕΥΑΘ Α.Ε.», γ) των υπ’ αριθμ. ... συμβάσεων του αιτούντος με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με τον διακριτικό τίτλο «..BANK», στο πλαίσιο των οποίων τηρήθηκαν οι υπ’ αριθμ. ... λογαριασμοί ή βεβαίωση περί τον χρόνο σύναψης των αντίστοιχων δανειακών συμβάσεων και το ύψος του δανεισθέντος ποσού ή της χορηγηθείσας πίστωσης με την ανωτέρω πιστώτρια, δ) των συμβάσεων του αιτούντος με τη δεύτερη εφεσίβλητη (ή άλλη τυχόν ανώνυμη τραπεζική εταιρία, που παριστά αυτοτελές νομικό πρόσωπο), βάσει των οποίων εξεδόθησαν οι υπ’ αριθμ.... πιστωτικές κάρτες κατά τα ειδικότερα ανωτέρω αναφερόμενα, ε) των δύο ενδίκων συμβάσεων του αιτούντος με την πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «.... ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.», κατά τα ειδικότερα ως άνω αναφερόμενα, οι οποίες εξυπηρετήθηκαν από τον υπ’ αριθμ. 5278 .... λογαριασμό και τον υπ’ αριθμ....λογαριασμό αντιστοίχως ή βεβαίωση περί τον χρόνο σύναψης των αντίστοιχων δανειακών συμβάσεων με την ανωτέρω πιστώτρια εταιρία και στ) επικαιροποιημένης βεβαίωσης οφειλών του αιτούντος προς την πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «.......... ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» ενόψει και του επιτευχθέντος στον διαδραμόντα χρόνο διακανονισμού και της καταβολής χρηματικών ποσών στο πλαίσιο του διακανονισμού αυτού. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η δίκη πρέπει να θεωρηθεί καταργημένη ως προς τη δεύτερη των εκκαλούντων ανακαλουμένης της σχετικής εκ παραδρομής αναγραφής στο πινάκιο περί τη διακοπή της δίκης ως προς την ανωτέρω διάδικο. Περαιτέρω, κατά παραδοχή ως και ουσία βασίμου του οικείου περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων λόγου της έφεσης, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσία βάσιμη. Πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, να διακρατηθεί, κατ’ άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο το σχετικό με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του αίτημα του αιτούντος και αφού δικασθεί κατ’ ουσία, να αναβληθεί η έκδοση της οριστικής του απόφασης και να διαταχθεί κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου (βλ. σχετικώς ΜΠρΣύρ 110/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΠατρ 127/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 165/2012 ΕΦΑΔ 2012. 972 με σημείωση Κρητικού) προκειμένου Α] να κλητευθούν επιμελεία του επιμελέστερου των διαδίκων τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας πρόσωπα προ δέκα (10) ημερών από την εκ νέου συζήτηση της υπόθεσης και Β] να προσκομισθούν επιμελεία του επιμελέστερου των διαδίκων τα έγγραφα, που αναφέρονται ανωτέρω, καθώς και στο διατακτικό της παρούσας. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται, καθώς η απόφαση είναι μη οριστική, αλλά και κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 6 του ν. 3869/2010, η οποία τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη. Επιπλέον, παράβολο ερημοδικίας για την απολιπόμενη δεύτερη εφεσίβλητη δεν ορίζεται, επειδή η απόφαση είναι μη οριστική, αλλά και επειδή σε κάθε περίπτωση δεν προβλέπεται στο νόμο το ένδικο βοήθημα της ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης. Τέλος, ενόψει και της εξαφάνισης της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον εκκαλούντα του παραβόλου κατάθεσης έφεσης, ποσού 200,00 ευρώ, που κατατέθηκε από αυτόν (υπ’ αριθμ. 2869250, 2869248, 2869249, 2869247, 93929 και 93930 παράβολα του Δημοσίου), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. και ανωτέρω αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα).

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΘΕΩΡΕΙ καταργημένη τη δίκη κατά το κύριο αντικείμενό της ως προς τη δεύτερη των εκκαλούντων.
ΔΙΚΑΖΕΙ κατά τα λοιπά ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθ. 5505/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου κατάθεσης έφεσης (υπ’ αριθμ. 2869250, 2869248, 2869249, 2869247, 93929 και 93930 παράβολα του Δημοσίου), ποσού διακοσίων (200,00) ευρώ, στον εκκαλούντα.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση.
ΔΙΚΑΖΕΙ τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5898/18-04-2012 αίτηση ως προς τον πρώτο των αιτούντων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ο τι κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό της παρούσας.
ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ κατά τα λοιπά την έκδοση της οριστικής του απόφασης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, προκειμένου Ι] να κλητευθούν στη δίκη α) η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με τον διακριτικό τίτλο «........ BANK», β) η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΕΥΑΘ Α.Ε.» και γ) η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΔΕΗ Α.Ε.», επιμελεία του επιμελέστερου των διαδίκων, σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που θα ορισθεί, προ δέκα (10) ημερών από την εκ νέου συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και ΙΙ] να προσκομισθούν επιμελεία του επιμελέστερου των διαδίκων α) επικαιροποιημένη βεβαίωση οφειλών του αιτούντος προς τη δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με τον διακριτικό τίτλο «...........», β) επικαιροποιημένη βεβαίωση οφειλών προς τις ανώνυμες εταιρίες με την επωνυμία «ΔΕΗ Α.Ε.» και «ΕΥΑΘ Α.Ε.», γ) οι υπ’ αριθμ. .... συμβάσεις του αιτούντος με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με τον διακριτικό τίτλο «... BANK», στο πλαίσιο των οποίων τηρήθηκαν οι υπ’ αριθμ. .... και ... λογαριασμοί ή βεβαίωση περί τον χρόνο σύναψης των αντίστοιχων δανειακών συμβάσεων και το ύψος του δανεισθέντος ποσού ή της χορηγηθείσας πίστωσης από την ανωτέρω πιστώτρια, δ) οι συμβάσεις του αιτούντος με τη δεύτερη εφεσίβλητη (ή άλλη τυχόν ανώνυμη τραπεζική εταιρία, που παριστά αυτοτελές νομικό πρόσωπο), βάσει των οποίων εξεδόθησαν οι υπ’ αριθμ...πιστωτικές κάρτες, ε) οι δύο ένδικες συμβάσεις του αιτούντος με την πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «.. ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.», οι οποίες εξυπηρετήθηκαν από τον υπ’ αριθμ. ....λογαριασμό και τον υπ’ αριθμ. ..λογαριασμό πιστωτικής κάρτας αντιστοίχως ή βεβαίωση περί τον χρόνο σύναψης των αντίστοιχων δανειακών συμβάσεων και το ύψος του δανεισθέντος ποσού ή της χορηγηθείσας πίστωσης από την ανωτέρω πιστώτρια εταιρία και στ) επικαιροποιημένη βεβαίωση οφειλών του αιτούντος προς την πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «.. ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...