Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

συζυγικά αποκτήματα, οικιακές υπηρεσίες.

Περίληψη. Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα - Τεκμήριο συμβολής - Φύση αξίωσης - Παροχή υπηρεσιών εντός οικίας -. Η απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου. Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γενέσεως της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

 Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής εννόμου προστασίας, ήτοι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της αξιώσεως (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ενστάσεως, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή της συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Ο εναγόμενος δε, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο (1/3) ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρ. 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση. Η συμβολή του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου μπορεί να γίνει είτε με την παροχή κεφαλαίων (εισφορά χρήματος, κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση), είτε με παροχή υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα και δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Ειδικότερα, η παροχή υπηρεσιών, που η σύζυγος προσφέρει εντός της οικίας ή για την ανατροφή των τέκνων, αποτελεί δική της συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου, μόνο όταν οι υπηρεσίες αυτές των οποίων προσδιορίζεται το είδος και η αξία, είναι περισσότερες από αυτές, που επιβάλει η υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2, 3/ 2016.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

    Επειδή, κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 του Α.Κ: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ’ αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ. ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου γενέσεως της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής εννόμου προστασίας, ήτοι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της αξιώσεως (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ενστάσεως, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή της συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Ο εναγόμενος δε, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ’ αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 Α.Κ. τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση. Η συμβολή τέλος του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου μπορεί να γίνει είτε με την παροχή κεφαλαίων (εισφορά χρήματος, κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση), είτε με παροχή υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα και δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (άρθρο 1390 ΑΚ). Ειδικότερα, η παροχή υπηρεσιών, που η σύζυγος προσφέρει εντός της οικίας ή για την ανατροφή των τέκνων, αποτελεί δική της συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου, μόνο όταν οι υπηρεσίες αυτές των οποίων προσδιορίζεται το είδος και η αξία, είναι περισσότερες από αυτές, που επιβάλει η υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (Α.Π.287/2011, 625/2011).

    Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο...γάμο στις 31-12-1987...Από το γάμο τους... απέκτησαν δύο τέκνα... Ο γάμος αυτός λύθηκε με την... 33746/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 6-9-2010...Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους η εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα, δεν διέθετε κανένα περιουσιακό στοιχείο...., απέκτησε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους ... α) ποσοστό εξ αδιαιρέτου 50% ενός διαμερίσματος, εμβαδού 109 τ.μ..., έναντι του συνολικού τιμήματος (αγοράς το έτος 2000)...47.000.000 δρχ., β) ποσοστό εξ αδιαιρέτου 50% ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 5.590 τ.μ..., με το επ’ αυτού βιομηχανικό κτίριο, δύο ορόφων, συνολικής επιφάνειας 823 τ.μ,...γ) την πλήρη κυριότητα μιάς μονώροφης ισόγειας οικίας, εμβαδού 49,50 τ.μ...., επί οικοπέδου εμβαδού 200,45 τ.μ., στην ... ... Το ακίνητο αυτό εμφανίζεται ως δωρεά εν ζωή στην εναγόμενη από τη δωρήτρια θεία της, όμως πρόκειται για εικονική δωρεά που υποκρύπτει σύμβαση πώλησης, γι’ αυτό και περιλαμβάνεται στα αποκτήματά της και δ) την πλήρη κυριότητα ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES ΒΕΝΖ, έναντι συνολικού τιμήματος αγοράς το έτος 2003 ανερχομένου στο ποσό των 51.094 ευρώ. Ειδικότερα, Α) ως προς το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου... διαμερίσματος, εμβαδού 109 τ.μ., στον Δήμο ..., πρόκειται για ένα αυτοτελές και ανεξάρτητο οροφοδιαμέρισμα...Το ανωτέρω ακίνητο αγοράστηκε κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο), και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από την εναγόμενη,..., συνολικού τιμήματος 44.000.000 δραχμών ή 128.749 ευρώ, επί πιστώσει το οποίο καταβλήθηκε σε δόσεις...Το παραπάνω διαμέρισμα αγοράσθηκε από τους διαδίκους από κοινού, όχι μόνο από χρήματα του ενάγοντα, αλλά και της εναγομένης. Ειδικότερα, η εναγομένη για την αγορά του ως άνω ιδανικού μεριδίου της κατέβαλε εξ ιδίων...το συνολικό ποσό των 22.000.000 δραχμών που προέρχονταν: α) ποσό 7.500.000 δραχμών ... από την πώληση του εξ αδιαιρέτου μεριδίου της διαμερίσματος...που είχε αποκτηθεί κατά τη διάρκεια του γάμου τους, αλλά εξ ιδίων αυτής χρημάτων, β) ποσό 10.000.000 δραχμών που αυτή κατέβαλε εξ ιδίων αυτής χρημάτων προερχομένων από την εργασία της σε επιχειρήσεις του πατέρα της... και γ) ποσό 4.500.000 δραχμών που εδώρησε σ’ αυτήν ο πατέρας της για τον ως άνω σκοπό. Συνεπώς, ο ενάγων δεν είχε καμμία συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης ως προς το 50% εξ αδιαιρέτου ποσοστό της στο διαμέρισμα...Β) ως προς το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου... αγροτεμαχίου, εκτάσεως 5.590 τ.μ,...στην κτηματική περιοχή ... με το επ’ αυτού βιοτεχνικό κτίριο...συνολικής επιφάνειας 823 τ.μ, με τίτλο ιδιοκτησίας το υπ’ αριθμ. .../5-9-2000 συμβόλαιο...Το υπόλοιπο 50% εξ αδιαιρέτου ανήκει στον ενάγοντα, δυνάμει του ανωτέρω συμβολαίου....Το ανωτέρω αγροτεμάχιο αγοράσθηκε έναντι τιμήματος 15.000.000 δραχμών ή 44.020 ευρώ. Η δαπάνη έκδοσης της... οικοδομικής άδειας... και... ανέγερσης...ανήλθε συνολικά στο ποσό των 290.000 ευρώ. Κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής, που είναι και ο χρόνος αμετακλήτου λύσης του γάμου των διαδίκων, η αξία συνολικά του αγροτεμαχίου και του επ’ αυτού βιοτεχνικού κτιρίου ανέρχεται σε (130.000 ευρώ + 390.000 ευρώ=) 520.000 ευρώ, με συνέπεια το ιδανικό μερίδιο της εναγομένης, δηλ. ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, να ανέρχεται στο ποσό των (520.000 Χ1/2=) 260.000 ευρώ...Η αγορά του ως άνω αγροτεμαχίου, αλλά και η κατασκευή του βιοτεχνικού κτιρίου αποκτήθηκαν με χρήματα αποκλειστικά του ενάγοντα και η εναγομένη δεν είχε καμμία συμβολή στο ιδανικό της μερίδιο (βλ. την από 30-9-2002 απόδειξη του Χ. Γ. όπου αναφέρεται ότι ο ενάγων προσωπικά πλήρωσε και εξόφλησε τις δόσεις του τιμήματος του αγροτεμαχίου...και προσκομιζόμενα έγγραφα - τιμολόγια και αποδείξεις - στο όνομα του ενάγοντος). Τα χρήματα του ενάγοντα προήλθαν από την κερδοφόρα δραστηριότητα της επιχείρησής του. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο ενάγων είχε συμμετοχή 100% στην επαύξηση της περιουσίας της εναγόμενης στο 50% εξ αδιαιρέτου ποσοστό στο αγροτεμάχιο και στο επ’ αυτού ανεγερθέν βιοτεχνικό κτίριο στο ... Γ) ως προς την... κυριότητα... μονώροφης ισόγειας κατοικίας, εμβαδού 49,50 μικτού, ..., επί οικοπέδου εμβαδού 200,45 τ.μ., στην ... Αυτή, αποτελείται...,περιγράφεται...στο υπ’ αριθμ. .../2002 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της...Σύμφωνα με το ως άνω συμβόλαιο πρόκειται για δωρεά εν ζωή δυνάμει του οποίου φαίνεται ότι η εναγομένη απέκτησε από την δωρήτρια θεία της το εν λόγω ακίνητο το έτος 2002. Πλην, όμως, η σύμβαση αυτή της δωρεάς είναι εικονική, υποκρύπτουσα σύμβαση αγοραπωλησίας. Περιβλήθηκε τον τύπο της δωρεάς για καθαρά φορολογικούς λόγους, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα με ημεροχρονολογία 29-7-2002 ... ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο συντάχθηκε μεταξύ της πωλήτριας - δωρήτριας Ε. Α. και της αγοράστριας -δωρεοδόχου ....Ε. Α.. Από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει ότι για τη μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου κατά κυριότητα στην εναγόμενη από τη θεία της, καταβλήθηκε τίμημα, συνολικού ποσού 8.365 ευρώ. Από το ποσό αυτό αποδεικνύεται ότι ο ενάγων με δικά του χρήματα, κατέβαλε το ποσό των 5.430 ευρώ (βλ. την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα υπ’ αριθμ. ... σε φωτοαντίγραφο επιταγή της ΕΤΕ με ημερομηνία έκδοσης 30-10-2002 σε συνδυασμό με την από 20-6-2001 απόδειξη είσπραξης της ΕΤΕ από την οποία προκύπτει ότι δικαιούχος του λογαριασμού ... που αναγράφεται στην επιταγή είναι ο ενάγων). Για το υπόλοιπο ποσό των 2.935 ευρώ, δεν αποδεικνύεται ότι καταβλήθηκε με χρήματα του ενάγοντα, εφόσον δεν προσκομίζεται απ’ αυτόν η υπ’ αριθμ. ... επιταγή της ... ΒΑΝΚ. Επομένως, ο ενάγων είχε συμμετοχή στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης, ως προς την πλήρη κυριότητά της στη μονώροφη...οικία στην ... κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου. Κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής που είναι και ο χρόνος αμετακλήτου λύσης του γάμου των διαδίκων η αξία της ανωτέρω κατοικίας μαζί με το οικόπεδο ανέρχεται,...λόγω της παλαιότητας και της μείωσης της αξίας των ακινήτων λόγω της επικρατούσας οικονομικής κρίσης, συνολικά στο ποσό των 42.000 ευρώ, η δε δαπάνη ανακαίνισής της, ύψους 20.000 ευρώ υπολογίζεται στην αξία του ακινήτου....Δ) ως προς την πλήρη κυριότητα...ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής DAIMLER CHRYSLER τύπου C 200 ΚΟΜΡRΕSOOR, το οποίο η εναγομένη απέκτησε στις αρχές του 2003, αντί τιμήματος 51.094 ευρώ...η εναγομένη, η ίδια, κατέβαλε σε μετρητά το ποσό των 8.467 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος ύψους 42.627 ευρώ σε 15 τετράμηνες διαδοχικές δόσεις... και σε χρονικό διάστημα από 30-10-2003 έως 30-6-2008 με συναλλαγματικές αποδοχής της, τριτεγγυημένες από τον ενάγοντα... εκδόθηκε η... άδεια κυκλοφορίας..., με αριθμό ... στις 16-7-2008, στο όνομα της εναγόμενης, κατά ποσοστό κυριότητας του αυτοκινήτου 100%. Επομένως, ο ενάγων καμμία συμβολή δεν είχε στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης, ως προς το αυτοκίνητο. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση....να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση...και... αφού κρατηθεί η υπόθεση ... και δικαστεί η αγωγή, ν’ απορριφθεί αυτή (αγωγή) ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς το... διαμέρισμα, εμβαδού 109 τ.μ.... και ως προς το ΙΧΕ αυτοκίνητο..., να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή...για τα ακίνητα: α) ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 5.590 τ.μ,...,με το επ’ αυτού βιομηχανικό κτίριο δύο (2) ορόφων, συνολικής επιφάνειας 823 τ.μ, ως προς το ποσοστό συμβολής του ενάγοντα...στο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, κυριότητας της εναγόμενης και β) μιας μονώροφης ισόγειας κατοικίας, εμβαδού 49,50 τ.μ...επί οικοπέδου εμβαδού 200,45 τ.μ., στην ..., ως προς το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος κατά 2/3 εξ αδιαιρέτου, στην πλήρη κυριότητα της εναγομένης επ’ αυτού, να υποχρεωθεί η εναγομένη στην αυτούσια απόδοση στον ενάγοντα του ποσοστού συμβολής του που είναι 100% στο 50% εξ αδιαιρέτου κυριότητάς της επί του αγροτεμαχίου και του επ’ αυτού βιομηχανικού κτιρίου...και των 2/3 εξ αδιαιρέτου μιας μονώροφης ισόγειας κατοικίας επί οικοπέδου, εμβαδού 205,45 τ.μ, στην .... ..., πλήρους κυριότητάς της...".

    Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 β’ του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή νομικώς αβάσιμοι ισχυρισμοί ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989, 11/1996, 3/1997, 12/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Εφετείο υπέπεσε με την προσβαλλομένη απόφασή του στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 β’ του Κ.Πολ.Δ., διότι δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό τον οποίον παραδεκτώς, λόγω της ερημοδικίας της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προέβαλε το πρώτον ενώπιόν του, με το εξής περιεχόμενο: "καθόλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής μας είχα επιφορτιστεί αποκλειστικά εγώ με την φροντίδα του νοικοκυριού μας, την επιμέλεια, την φροντίδα, τη διαπαιδαγώγηση και περιποίηση των τέκνων αλλά και εν γένει της οικογένειας μας ... υπήρξε αποκλειστική απασχόλησή μου στις ανάγκες της οικογένειας, ώστε η συνδρομή μου υπερέβαινε το μέτρο της υποχρέωσης, όπως αυτή καθορίζεται από το άρθρο 1939 Α.Κ., ώστε η συνδρομή μου αυτή θα πρέπει να αποτιμηθεί με βάση τα αντικειμενικά δεδομένα της αμοιβής μίας υποκατάστατης δύναμης οικιακής βοηθού...". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι όπως σαφώς συνάγεται από τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσειούσης, ο οποίος, ειρήσθω, ελλείψει αποτιμήσεως των υπηρεσιών της προς κάλυψη των οικογενειακών αναγκών και προσδιορισμού εντεύθεν της συνεισφοράς στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, τυγχάνει ορισμένος μόνο ως προς την τεκμαρτή συμβολή της στην εν λόγω επαύξηση, ελήφθη υπόψιν από το Εφετείο και απερρίφθη στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που προεβλήθησαν για την συγκρότησή του και συγκεκριμένα ότι η αγορά του αγροτεμαχίου, στην κτηματική περιοχή ... ... και η κατασκευή επ’ αυτού του βιοτεχνικού κτιρίου έγιναν αποκλειστικώς με χρήματα του αναιρεσιβλήτου, προερχόμενα από την κερδοφόρο επιχείρηση τούτου, χωρίς καμιά απολύτως συμβολή στη σχετική δαπάνη της αναιρεσειούσης και επίσης ότι στην δαπάνη αγοράς και ανακαινίσεως της οικίας στην ... ... η συμβολή του αναιρεσιβλήτου ανήλθε σε ποσοστά 2/3 και της αναιρεσιβλήτου σε 1/3.

    Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη των προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μόνο αν από την γενική αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα τοιαύτα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11 γ’ Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη προσκομισθέντα, μετ’ επικλήσεως, αποδεικτικά μέσα και δη: "επικολλημένα ένσημα επ’ ονόματί μου επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ως σχετικά υπ’ αρ. 15,15Α,15Β,15Γ,15Δ), τα οποία αφενός, αποδεικνύουν ότι εργαζόμουν στην επιχείρηση του πρώην συζύγου μου και αποκέρδαινα το ατομικό μου μηνιαίο εισόδημα, ήδη από το έτος 1995 που το διέθετα εξ ολοκλήρου για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών του κοινού μας συζυγικού οίκου και αφετέρου την αιτιολογημένη άρνησή μου καθώς και το ψεύδος του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου ...ότι ουδέποτε εργάστηκα πραγματικά στην επιχείρησή του και ότι προσελήφθην στην επιχείρησή του εν έτει 2000 εκμεταλλευόμενος ...ευνοϊκό νόμο για την ασφάλιση συζύγων και συγγενών πρώτου και δευτέρου βαθμού". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριό του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν αλλά και από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τον ισχυρισμό της αναιρεσειούσης προς απόδειξη του οποίου επικαλέσθηκε τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά.

    Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολ.Α.Π.2/2008). Επιπροσθέτως για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα να κριθεί από τον ’ρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το γενόμενο δεκτό από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο. Αν ο λόγος αναιρέσεως δεν περιέχει τα ανωτέρω αναφερόμενα στοιχεία, είναι αόριστος και απορριπτέος (Α.Π. 2310/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεώς της μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη ειδικότερα στο ότι το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την συμβολή του αναιρεσιβλήτου στην απόκτηση των δύο ως άνω ακινήτων (του οικοπέδου και του επ’ αυτού βιοτεχνικού κτιρίου στο ... και της οικίας στην ... ...), έλαβε υπόψη α) την προσκομισθείσα από τον αναιρεσίβλητο υπ’ αριθμ. ... σε φωτοαντίγραφο επιταγή της … με ημερομηνία εκδόσεως 30-10-2002 σε συνδυασμό με την από 20-6-2001 απόδειξη εισπράξεως της … από την οποία προκύπτει ότι δικαιούχος του λογαριασμού ... που αναγράφεται στην επιταγή είναι ο ενάγων και β) την από 30-9-2002 απόδειξη του Χ. Γ. και προσκομιζόμενα έγγραφα-τιμολόγια και αποδείξεις στο όνομα του αναιρεσιβλήτου. Όμως, παρεμόρφωσε το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, διότι στο μεν προσκομισθέν φωτοαντίγραφο της ρηθείσης επιταγής δεν εμφαίνεται η υπογραφή του πληρωτού και επί πλέον έχει τεθεί επ’ αυτού η λέξις "ΑΚΥΡΟΝ", στα δε προσκομισθέντα από τον αναιρεσίβλητο με αριθμ. σχετ. 3 και 17 τιμολόγια- αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του συντάξαντος την μελέτη και εκδόσαντος την οικοδομική άδεια πολιτικού μηχανικού, η ιδία (αναιρεσείουσα) φέρεται συμμετέχουσα από κοινού με τον αναιρεσίβλητο στην σχετική δαπάνη.

    Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες στο Εφετείο πλημμέλειες αναγόμενες στην εκτίμηση και αξιολόγηση των προαναφερομένων εγγράφων δεν συνιστούν παραμόρφωση του περιεχομένου αυτών υπό την διαληφθείσα του όρου τούτου έννοια. Ειδικότερα, οι πλημμέλειες που επικαλείται η αναιρεσείουσα ως προς το προσκομισθέν φωτοαντίγραφο της επιταγής, δεν συνιστούν παραμόρφωση του περιεχομένου της ούτε βεβαίως και την καθιστούν μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, ενόψει μάλιστα και του συνδυασμού της με την από 20-6-2001 απόδειξη εισπράξεως της … Επίσης, η ύπαρξη τιμολογίων-αποδείξεων, που εμφανίζουν συμμετοχή της αναιρεσειούσης σε γενόμενες δαπάνες ανοικοδομήσεως του βιοτεχνικού κτιρίου, δεν συνιστά παραμόρφωση των μνημονευομένων στην προσβαλλομένη απόφαση (άλλων) τιμολογίων και αποδείξεων στο όνομα του αναιρεσιβλήτου. Εξάλλου η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει το φερόμενο ως παραμορφωθέν περιεχόμενο των τιμολογίων-αποδείξεων παροχής υπηρεσιών και εκείνο που δέχθηκε ως προς τα ίδια έγγραφα η προσβαλλομένη απόφαση ώστε να κριθεί αν υφίσταται ή όχι διαγνωστικό σφάλμα. Από την εκτίμηση δε του περιεχομένου του αντιστοίχου λόγου, προκύπτει ότι προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση απόδοση στα επίμαχα έγγραφα νοήματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, δηλαδή εκτιμητικό (και όχι διαγνωστικό) σφάλμα, το οποίο δεν ιδρύει τον υπό έρευνα αναιρετικό λόγο.

    Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Οκτωβρίου 2014 αίτηση της Ε. Α. του Π. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1754/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

    Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...