Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Η αναδημοσίευση πρ. δεδομένων δεν προστατεύεται. Τύπος.

Περίληψη.  Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και ανακοίνωση αυτών διά του Τύπου. Αναδημοσίευση κειμένου στο διαδίκτυο. Προστασία της ιδιωτικής σφαίρας του προσώπου. Η αναδημοσίευση (εκ νέου δημοσίευση) των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν υπάγεται στο πεδίο ποινικής προστασίας του νόμου, αφού το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής έχει ήδη καταλυθεί με την πρώτη δημοσίευση. Παράνομη επέμβαση σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Έννοια αυτής. Ποινική ευθύνη. Ανάγκη ενημέρωσης του κοινού.

Πραγματικά περιστατικά. Δημοσίευση σε εφημερίδα και αναδημοσίευση στο διαδίκτυο φυσικών προσώπων και νομικών προσώπων - καταθετών σε Τράπεζα με έδρα τη Γενεύη Ελβετίας και ποσών κινήσεων λογαριασμών τους που συμπεριλαμβάνονται στην επονομαζόμενη λίστα Λαγκάρντ (η οποία προέκυψε κατόπιν επεξεργασίας από το ΣΔΟΕ αρχείων που είχαν αποσταλεί από τις γαλλικές αρχές). Βάσει των ως άνω δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για το ως άνω έγκλημα, αφού με την πρώτη δημοσίευση της λίστας Λαγκάρντ έγιναν ευρύτατα γνωστά στην κοινή γνώμη τα ονόματα, έτσι ώστε με την πρώτη δημοσίευση αναλώθηκε πλήρως η έννοια της μυστικότητας και του απορρήτου. Επιπλέον, η ανάγκη ενημέρωσης του κοινού για ένα θέμα που άπτεται της οικονομικής ζωής της χώρας και συνέχεται με την αξιοπιστία των θεσμών του κράτους είναι καταφανής εν προκειμένω
  
Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών 1281/ 2014.

Πρόεδρος: Α. Αναστασίου. Μέλη: Σ. Μπελδέκα, Ι. Μασσαλής.
Εισαγγελέας: Μ. Κωστίμπας, Αντεισαγγελέας

Η γενομένη δεκτή εισαγγελική πρόταση έχει ως εξής:

Εν προκειμένω, η ποινική δίωξη ασκήθηκε αυτεπαγγέλτως, κατόπιν αναδημοσίευσης 2.059 φυσικών προσώπων και νο­μικών προσώπων - καταθετών στην Τράπεζα HSBC με έδρα τη Γενεύη Ελβετίας και ποσών κινήσεων λογαριασμών τους, που συμπεριλαμβάνονται σε λίστα - επονομαζόμενη και ως λίστα Λαγκάρντ- (η οποία προέκυψε κατόπιν επεξεργασίας από το ΣΔΟΕ αρχείων που είχαν αποσταλεί από τις γαλλικές αρχές) σε άρθρο με τίτλο «Η λίστα Λαγκάρντ - Όλα τα ονό­ματα» που δημοσιεύθηκε στις 29.10.2012 στην εφημερίδα «...» και κατόπιν αναδημοσίευσης των εγγραφών της λίστας Λαγκάρντ σε δημοσίευμα με τίτλο «Λίστα Λαγκάρντ: Όλα τα ονόματα και τα ποσά» που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο, στην ιστοσελίδα της εφημερίδας <<...» στις 21.3.2013.

Σύμφωνα με το άρθρο 245 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως αντικαταστά­θηκε από το άρθρο 14 παρ. 2 Ν 3904/2010 «Πρόταση στο συμβούλιο γίνεται, εφόσον ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο...». Ο όρος «επαρκείς εν­δείξεις» δε νοείται μόνο από απόψεως ουσίας αλλά και από απόψεως «νόμω βασιμότητας» (Αθ. Κονταξής, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας - Θεωρία και Πράξη, Δ` Έκδοση, τόμ. Α` σελ. 1533). Από την κατάφαση των συστατικών στοιχείων της έννοιας του εγκλήματος, όπως αυτά δια­λαμβάνονται στο άρθρο 14 παρ. 1 ΠΚ, καθώς και των δια­δικαστικών προϋποθέσεων του, όπως αυτές παρατίθενται στα άρθρα 310 παρ. 1 εδ. γ` και 370 εδ. γ` ΚΠΔ, εξαρτά­ται, αλλά και έμμεσα προσδιορίζεται, η έννοια της νομικής αβασιμότητας της ποινικής κατηγορίας (βλ. Κ. Σταμάτη, Η προκαταρκτική εξέταση στην ποινική διαδικασία και οι αρ­χές της νομιμότητας και της σκοπιμότητας, 1984, σελ. 189). Ως αστήρικτη, δηλαδή, στο νόμο είναι η κατηγορία όταν δεν συντρέχει ορισμένη ανθρώπινη συμπεριφορά ή λείπει οποιοδήποτε στοιχείο της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος ή υπάρχει λόγος που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα ή τον καταλογισμό της πράξεως ή εξα­λείφει το αξιόποινο της πράξεως ή συντρέχει υποχρεωτικός λόγος απαλλαγής από την ποινή. Η κύρια ή στενή έννοια του νομικά αστήρικτου «αβάσιμου» της προδιαλαμβανομένης κατηγορίας περιλαμβάνει όλους τους ουσιαστικούς λόγους που γενικά εμποδίζουν ή καταλύουν τη γένεση της ποινικής ευθύνης του δράστη και τη διάγνωση της ποινικής έννομης σχέσεως και του ποινικού του κολασμού.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 Ν 2472/1997, «Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 95/46/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24.10.1995 και όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 8 Ν 2819/2000 και το άρθρο 34 Ν 2915/2001, αντικεί­μενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Κατά το άρθρο 2 στοιχ. α`, β`, γ`, δ`, ε` και Γ του αυτού νόμου για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) «δεδο­μένα προσωπικού χαρακτήρα», κάθε πληροφορία που ανα­φέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων, β) «ευ­αίσθητα δεδομένα», τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευ­ τικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοι­νωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (με την παρ. 1 του άρθρου 18 Ν 3471 /2006 και στη συνέχεια με την παρ. 3 του άρθρου 8 Ν 3625/2007, ρυθμίστηκαν οι περιπτώσεις, όπου, ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρ­χή), γ) «υποκείμενο των δεδομένων», το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτό­τητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολι­τική ή κοινωνική, δ) «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («επεξεργασία»), κάθε εργασία ή σειρά εργα­σιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυ­τοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύν­δεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) «αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («αρχείο»), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απο­τελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο (κατά τη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 18 Ν 3471/2006, με την οποία αντικαταστά­θηκε το εδάφιο αυτό, κατά την έννοια του νόμου νοείται ως «αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («αρχείο»), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια), στ) «αποδέκτης» είναι το φυσικό πρόσωπο ή νομι­κό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλ­λος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ζ) «συγκατάθεση» (άρθρα 5 παρ. 1, 7 παρ. 2α` Ν 2472/1997) του υποκειμένου των δεδομένων (για την επεξεργασία όσων από αυτά είναι ευαίσθητα) θεωρείται κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση Βουλήσεως που εκφράζεται με τρόπο σα­φή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχε­ται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν (ΑΠ 1564/2010 ΝΟΜΟΣ, 2100/2009 ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 Ν 2472/1997, οι διατά­ξεις του Νόμου «εφαρμόζονται στην εν άλω ή εν μέρει αυ­τοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματο­ποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 4 του ίδιου νόμου «1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμι­μης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών. Β) Να είναι συναφή, πρόσφο­ρα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) Να διατηρούνται σε μορφή που να επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας των υποκειμένων τους μόνο κατά τη διάρ­κεια της περιόδου που απαιτείται, κατά την κρίση της Αρχής, για την πραγματοποίηση των σκοπών της συλλογής τους και της επεξεργασίας τους. Μετά την παρέλευση της περιόδου αυτής, η Αρχή μπορεί, με αιτιολογημένη απόφαση της, να επιτρέπει τη διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτή­ρα για ιστορικούς, επιστημονικούς ή στατιστικούς σκοπούς, εφόσον κρίνει ότι δεν θίγονται σε κάθε συγκεκριμένη περί­πτωση τα δικαιώματα των υποκειμένων τους ή και τρίτων. Η τήρηση των διατάξεων της παραγράφου αυτής βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας. 2) Δεδομένα προσωπικού χαρακτή­ρα που έχουν συλλεχθεί ή υφίστανται επεξεργασία κατά πα­ράβαση της προηγούμενης παραγράφου, καταστρέφονται με ευθύνη του υπεύθυνου επεξεργασίας ...». Ακολούθως, το άρθρο 22 παρ. 4 του ίδιου νόμου προβλέπει ποινικές κυ­ρώσεις σε περιπτώσεις παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα: «Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιον­δήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτή­ρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρό­ σωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάΒουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκα­τομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις», ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 6 του ίδιου άρθρου «Αν ο υπαίτιος των πράξεων των παρ. 1 έως 5 του παρό­ντος άρθρου είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ή να βλάψει τρί­τον, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών». 
Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι κυρώσεις που προβλέ­πονται στο Ν 2472/1997, ενόψει της ιδιάζουσας βαρύτητας τους, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε πα­ράβαση των διατάξεων του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Με εξαίρεση δε των περιπτώσεων του άρθρου 22 παρ. 5, η οποία ποινικοποιεί τις παραβάσεις συγκεκριμένων αποφάσεων της Αρχής προσωπικών δεδομένων, το κοινό συνδετικό γνώ­ρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 Ν 2472/1997 και εκείνο που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση «αρχείων προ­σωπικών δεδομένων». Έτσι, κατά την παρ. 1 του άρθρου 22, γίνεται αξιόποινη η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή σύσταση και λειτουργία αρχείου προσωπικών δεδομένων, κατά την παρ. 2 η διατήρηση «αρχείου», χωρίς άδεια ή κατά παράβα­ση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της αρχής, κατά την παρ. 3 η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή και άδεια απ` αυτήν διασύνδεση αρχείων. Συνεπώς, για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται: α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε «αρχείο», ως τέτοιο δε θεωρείται κατ` άρθρο 2 περ. ε`, το σύνολο δεδομένων προ­σωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να απο­τελούν αντικείμενο «επεξεργασίας» και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη, Β) υποκείμενο των δεδο­μένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπο­ρεί να εξακριβωθεί, και γ) να πρόκειται για δεδομένα προ­σωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις. Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατά­ξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορί­ες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρ­χείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως. Τούτο συνάγεται επίσης ευ­θέως και από τη διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποιήσεως του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα (ΑΠ 1381 /2009). Όσον αφορά στην επεξεργασία («διάδοση») των προσωπι­κών δεδομένων, μέσω της δημοσιεύσεως τους στο διαδίκτυο, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως έχει ήδη κρίνει το ΔΕΚ, η εργασία που συνίσταται στην αναγραφή, σε ιστοσελίδα του διαδικτύου, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρ­πει να θεωρηθεί ότι αποτελεί τέτοια επεξεργασία. Η σχετική εργασία πραγματοποιείται, εν μέρει, κατά τρόπο αυτοματο­ποιημένο, καθόσον η αναγραφή στοιχείων σε ιστοσελίδα του διαδικτύου προϋποθέτει, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες σήμερα τεχνικές και μηχανογραφικές διαδικασίες, την εκτέ­λεση μιας εργασίας τοποθετήσεως της σελίδας αυτής σε ένα διακομιστή του διαδικτύου (server), καθώς και τις αναγκαίες εργασίες για να μπορούν να έχουν πρόσβαση στη σελίδα αυ­τή τα πρόσωπα που συνδέονται με το διαδίκτυο. Συνεπώς, η εργασία που συνίσταται στην αναφορά, επί ιστοσελίδας του διαδικτύου, σε διάφορα πρόσωπα και στον προσδιορι­σμό τους, είτε με το όνομα τους, είτε με άλλα μέσα, συνιστά αυτοματοποιημένη, εν άλω ή εν μέρει, επεξεργασία δεδομέ­νων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 της Οδηγίας 95/46 (ΔΕΚ, απόφ. της 6.11.2003, υποθ.C-101/2001, Lindgvist, Σκέψεις αρ. 25-27, απόφ. 17/2008 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ΔιΜΕΕ 2008, 124) (ΑΠ 1564/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2638/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2079/2007 ΠοινΧρ 2008, 312).

Η πρόβλεψη του άρθρου 22 παρ. 4 του Νόμου έχει σκοπό να προστατέψει ως έννομο αγαθό το δικαίωμα στην πληροφο­ριακή αυτοδιάθεση ως ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Ουσιαστικά ποινικοποιεί την κατάργηση του απορρήτου και της μυστικότητας της ιδιωτικής ζωής και την αποκάλυψη των στοιχείων της, η οποία ακολουθεί την κατάργηση του απορρήτου. Αλλωστε και όταν ο Ποινικός Κώδικας προστατεύει την ιδιωτική σφαίρα του προσώπου (άρθρα 370, 370Α, 371 ΠΚ) τιμωρεί την παραβίαση κάποιου απορρήτου και συγκεκριμένα την παραβίαση του απορ­ρήτου των επιστολών, την παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας και την πα­ραβίαση της επαγγελματικής εχεμύθειας (ΣυμΒΠλημΣάμου 34/2001 ΠοινΔικ 2002, 881). Η γνωστοποίηση και δημοσίευ­ση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αίρει την έννοια του απορρήτου, της μυστικότητας της ιδιωτικής ζωής, διότι αυτά καθίστανται κοινά τοις πάσι και προσιτά στον καθένα. Ως εκ τούτου, η εκ νέου δημοσίευση (αναδημοσίευση) των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν υπάγεται στο πεδίο ποινικής προστασίας του νόμου, για τον λόγο ότι το απόρρη­το της ιδιωτικής ζωής, ως μοναδική έκφανση με την οποία αυτή προστατεύεται ποινικά ως έννομο αγαθό από το Νόμο, δεν υφίσταται πλέον, έχει ήδη καταλυθεί με την πρώτη ενέρ­γεια (με την πρώτη δημοσίευση). Ως εκ των ανωτέρω, σε περίπτωση αναδημοσίευσης δεν υφίσταται προσβολή του εννόμου αγαθού της ιδιωτικής ζωής, διότι έχει ήδη πληγεί στον πυρήνα της η έννοια της «ιδιωτικότητας», αφού αυτή ήδη έχει καταλυθεί με την προγενέστερη πράξη της δημο­σιοποίησης. Όσο η ιδιωτική ζωή είναι απόρρητη είναι άξια προστασίας, ενώ όταν έχει πλέον ευρέως δημοσιοποιηθεί στον κοινωνικό της περίγυρο, η προσβολή της είναι ήδη ολο­κληρωμένη και παύει να είναι άξια προστασίας κατά το Ν 2472/1997 (ΤρΕφΑΘ 175/ 2014, αδημ., ΤρΕφΑΘ 7960/ 2011, αδημ., ΣυμΒΠλημΣάμου 34/ 2001 ΠοινΔικ 2002, 881).

Στην κρινόμενη υπόθεση από την προανάκριση που έγινε και ειδικότερα από τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολο­γίες των κατηγορουμένων, προκύπτουν τα εξής κρίσιμα πε­ριστατικά: Στις 29.10.2012, αναδημοσιεύθηκε φύλλο της καθημερινής εφημερίδας «...», εκδότης της οποίας τυγχάνει ο τρίτος κατηγορούμενος, όπου στις σελίδες 25-30 αυτού υπήρχε άρθρο του τέταρτου κατηγορουμένου με τίτλο «Η λίστα Λαγκάρντ όλα τα ονόματα», το οποίο ακολουθούσε η δημοσίευση 2.059 φυσικών προσώπων και νομικών προ­σώπων - καταθετών στην Τράπεζα HSBC με έδρα τη Γενεύη Ελβετίας και ποσών κινήσεων λογαριασμών τους, που συ­μπεριλαμβάνονται σε λίστα -επονομαζόμενη και ως λίστα Λαγκάρντ- η οποία προέκυψε κατόπιν επεξεργασίας από το ΣΔΟΕ αρχείων που είχαν αποσταλεί από τις γαλλικές αρ­χές για τη διερεύνηση φορολογικών παραβάσεων ή άλλων οικονομικών εγκλημάτων. Στις 21.3.2013 αναρτήθηκε στο διαδίκτυο και συγκεκριμένα στην ιστοσελίδα της εφημερί­δας «...», διαχειριστής και υπεύθυνος της οποίας τυγχάνει ο πρώτος κατηγορούμενος, εκ νέου αναδημοσίευση των εγ­γραφών της λίστας Λαγκάρντ σε άρθρο του δεύτερου κατη­γορουμένου με τίτλο «Λίστα Λαγκάρντ: Όλα τα ονόματα και τα ποσά». Η πρώτη δημοσίευση με τα ονόματα και τις ιδιό­τητες των προσώπων είχε γίνει ήδη την 27.10.2012 από τον Β.Κ., ως εκδότη του περιοδικού ..., στο οποίο και δη­μοσίευσε τη συγκεκριμένη λίστα Λαγκάρντ. Για την ενέργεια του αυτή ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος απηλλάγη τόσο με την υπ` αριθ. 96336/2012 απόφαση του Β` Αυτοφώρου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όσο και κατόπιν εφέσεως Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την υπ` αριθ. 61677/2013 απόφαση του Α` Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η πρωτοβάθμια απόφαση κατ` εφαρμογή του άρθρου 10 ΕΣΔΑ και της αρχής της στάθμισης (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.) αναγνώρισε ότι η δημοσιοποίηση της λίστας Λαγκάρντ από το περιοδικό ..., αν και συνιστά παραβίαση των προσωπικών δεδομένων των προσώπων της λίστας, εν τούτοις η μειωμένη προσβολή των δικαιωμά­των τους επιβαλλόταν από την ανάγκη για ενημέρωση του κοινού για ένα θέμα που άπτεται της οικονομικής ζωής της χώρας και συνέχεται με την αξιοπιστία των θεσμών του κρά­τους. Ως εκ των ανωτέρω, η πρώτη δημοσίευση της «λίστας Λαγκάρντ» αναγνωρίστηκε από τα Δικαστήρια ως θεμιτή και μη αξιόποινη, θα ήταν επομένως επί της ουσίας αντιφατικό στις ανωτέρω αποφάσεις να κριθούν εν προκειμένω αξιόποι­νες οι αναδημοσιεύσεις της λίστας.

Πέραν ωστόσο των ανωτέρω παραδοχών, οι αναδημοσιεύ­σεις της λίστας μετά την πρώτη δημοσίευση δε μπορεί να θεωρηθεί ότι μπορούν να κριθούν προστατευτέες ποινικά από το Νόμο, σύμφωνα με τα όσα παρατέθηκαν στη μείζο­να σκέψη της παρούσης. Δεν υφίσταται προσβολή του εννό­μου αγαθού της ιδιωτικής ζωής διότι αυτή προστατεύεται ως προς το απόρρητο, το οποίο με την πρώτη δημοσίευση των ονομάτων και των στοιχείων από το περιοδικό ... παύει να υφίσταται και δεν προσβάλλεται πλέον με την αναδημοσί­ευση (εκτός εάν με την αναδημοσίευση υπάρχει για πρώτη φορά δημοσίευση περαιτέρω νέων στοιχείων και πληροφο­ριών, γεγονός το οποίο δεν υφίσταται εν προκειμένω). Στην προκειμένη δε περίπτωση, ήδη με την πρώτη δημοσίευση της λίστας από τον Β.Κ. στο περιοδικό ..., έγινε αμέσως ευ­ρύτατα γνωστό στην κοινή γνώμη το γεγονός της δημοσίε­σης και κατ` επέκταση της λίστας με τα ονόματα, λόγω της παραπομπής του ανωτέρω για το ίδιο αδίκημα με την αυτό­φωρη διαδικασία, η οποία (παραπομπή) έλαβε μεγάλη δημο­σιότητα από τα λοιπά ΜΜΕ, έτσι ώστε δικαίως να θεωρείται ότι με την πρώτη δημοσίευση αναλώθηκε πλήρως η έννοια της μυστικότητας και του απορρήτου, ενόψει και του γεγο­νότος ότι η όλη υπόθεση με τη λίστα Λαγκάρντ λόγω της σημαντότητας για την οικονομική ζωή της χώρας για τον προ­φανή λόγο ότι πρόκειται για ημεδαπούς μεγαλοκαταθέτες σε αλλοδαπή Τράπεζα στα πλαίσια διερεύνησης των πηγών των καταθέσεων τους, έγινε αμέσως -με την πρώτη δημο­σίευση- αντικείμενο δημοσιογραφικού και όχι μόνο σχολια­σμού και ανάλυσης ως προς το περιεχόμενο της. Ενόψει των προεκτεθέντων, δεν προέκυψαν επαρκείς ενδεί­ξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εις βάρος των κατηγορουμένων για τις αξιόποι­νες πράξεις της ανακοίνωσης δεδομένων προσωπικού χα­ρακτήρα διά του Τύπου τελεσθείσας και μη, για τις οποίες κατηγορούνται και πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 245 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ, 2 Ν 3904/2010, 309 παρ. 1 εδ. α` και 310 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως το Συμβούλιο Σας αποφανθεί να μη γίνει κατηγορία εις βάρος των κατηγορουμένων για τις προαναφερόμενες πράξεις, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. Ια`, 27 παρ. 1, 51, 53, 57, 61, 63, 79, 80 ΠΚ και του άρθρου 22 παρ. 4 περ. α` Ν 2472/1997 σε συνδυασμό με άρθρο 47 ΑΝ 1092/1938, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 4 παρ. 2 Ν 1738/1987 και διατη­ρήθηκε σε ισχύ με άρθρο μόνο παρ. 1, 2, 3, 4 Ν 2243/1994.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...