Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Τράπεζες υπό εκκαθάριση, περιεχόμενο αίτησης, μηδενικές καταβολές για ζευγάρι.

Περίληψη. Ρύθμιση χρεών φυσικών προσώπων. Ο μικροέμπορος υπάγεται στη ρύθμιση. Πιστωτικό ίδρυμα σε εκκαθάριση. Ο ευεργετικός νόμος για τη ρύθμιση χρεών φυσικών προσώπων ισχύει και στην περίπτωση που πιστωτικό ίδρυμα τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση. Στις υπεύθυνες δηλώσεις αυτό που ενδιαφέρει είναι ο χρόνος κατάθεσης των υπεύθυνων δηλώσεων και όχι η χρονολογία που φέρουν, σκοπός των δηλώσεων είναι η διευκόλυνση του πιστωτή για την προβολή της ένστασης δολιότητας, ενώ η μη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής σε αυτές δεν επιφέρει ακυρότητα. Ψευδής δήλωση. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ψευδούς δήλωσης κρίσιμη είναι η τελευταία τριετία πριν την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης. Ενσταση δολιότητας. 

Χωρίς τη χρήση μέσων εξαπάτησης του πιστωτικού ιδρύματος και με μόνη τη λήψη του δανείου δεν μπορεί πιστωτικό ίδρυμα, που ως γνωστόν διαθέτει μηχανισμούς ελέγχου, να ισχυρίζεται ότι ο δανειολήπτης περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμών. Περίοδος χάριτος. Το δικαστήριο έκρινε ότι οι αιτούντες δεν θα έπρεπε ακόμη να καταβάλλουν δόσεις ούτε ότι θα έπρεπε ακόμη να εκποιηθεί η κύρια κατοικία. Ομοδικία. Ο δεσμός των πιστωτών στην αίτηση αυτή είναι αυτός της αναγκαστικής ομοδικίας, όμως ο απολιπόμενος πιστωτής δεν αντιπροσωπεύεται από αυτόν που παρίσταται.  

Ειρηνοδικείο Ρόδου 18/ 2014.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη Ρόδου Μαρία Ζαχαριάδου.

Από την υπ’ αριθμ. 9307Γ/12-06-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών (…), που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αιτούντες, προκύπτει ότι ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης μετά πράξης ορισμού δικασίμου και κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τρίτη των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών. Η τρίτη των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών, όμως, δεν παραστάθηκε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, και συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο ωστόσο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 754 παρ. 2 ΚΠολΔ), χωρίς η πιστώτρια αυτή να θεωρείται πως αντιπροσωπεύεται από τους λοιπούς παριστάμενους πιστωτές, παρά το γεγονός ότι στη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους «μετέχοντες στη δίκη» πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας (άρθρο 76 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ), καθόσον στην εκούσια δικαιοδοσία, κατά την ορθότερη γνώμη, - δεν εφαρμόζεται - όπως στην αμφισβητούμενη - η διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, κατά την οποία «οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται». Και τούτο διότι η έκταση του επηρεασμού στις έννομες σχέσεις του αιτούντος και των άλλων ενδιαφερομένων είναι διάφορη (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνευτική - Νομολογιακή Ανάλυση ΚΠολΔ, τόμος Δ’, έκδοση 1996, άρθρο 754, αρ. Ια’). Ειδικά, στο Ν. 3869/2010 -όπου συντρέχουν αντίθετα συμφέροντα των πιστωτών- δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη (βλ. Π. Αρβανιτάκη «Η εκούσια δικαιοδοσία ως διαδικαστικό πλαίσιο του Ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», περιθ. αριθ. 4.2, Γ. Ευστρατιάδη, «Ν. 3869/2010 (ΦΕΚ Α’ 130/03.08.2010): Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις», σελ. 6, εισήγηση σε σεμινάριο επιμορφώσεως Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή δικαστικών λειτουργών, κατά την 29η-30η/9/2010, πρβλ. και ΑΠ 98/2001, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘεσ 7319/2012, αδημ., ΕιρΠαμίσου 1/2012, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΚουφαλίων 1/2012, ΝΟΜΟΣ).

Με την κρινόμενη αίτηση, όπως το περιεχόμενό της συμπληρώθηκε και διορθώθηκε παραδεκτά με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού αλλά και με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις τους, οι αιτούντες επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, ζητούν να ρυθμιστούν από το Δικαστήριο αυτό οι οφειλές τους προς τις πιστώτριές τους, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και εισοδηματική τους κατάσταση, όπως αυτή εκτίθεται, εξαιρουμένης της εκποιήσεως της κύριας κατοικίας τους.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αίτηση αρμόδια φέρεται για συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, κατά την προκείμενη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 Ν. 3869/2010), εφόσον για το παραδεκτό της α) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με την διαμεσολάβηση προσώπου από αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. άρθρο 2 Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε προ τροποποιήσεως με το άρθρο 11 του Ν. 4161/2013, και σε συνδυασμό με το άρθρο 19 παρ. 3 του Ν. 4161/2013), ο οποίος απέτυχε, όπως βεβαιώνεται από την διαμεσολαβητή δικηγόρο τους, Ε.-Σ. Μιχαήλου (βλ. προσκομιζόμενη βεβαίωση περί αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού την 27.04.2012 όσον αφορά τον πρώτο των αιτούντων και προσκομιζόμενη βεβαίωση περί αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού την 27.04.2012 όσον αφορά την δεύτερη των αιτούντων), β) κατατέθηκε η αίτηση μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 2 παρ. 1 Ν. 3869/2010 από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση των αιτούντων για ρύθμιση των χρεών τους στο Δικαστήριο αυτό ή σε άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή τους για ουσιαστικούς λόγους όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ` άρθρο 13 παρ. 2 Ν. 3869/2010 (βλ. σχετ. υπ’ αριθμ. πρωτ. 912γ/2014 βεβαίωση της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Περαιτέρω παραδεκτά εισάγεται για συζήτηση μετά: α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των πιστωτριών, β) την εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου αυτού των εγγράφων του άρθρου 4 παρ. 2 και 4 Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του με το άρθρο 12 του Ν. 4161/2013 (βεβαίωση αποτυχίας εξωδικαστικού συμβιβασμού, υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων κλπ) και γ) την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού μεταξύ των αιτούντων και των πιστωτριών τους, καθώς το προταθέν από αυτούς σχέδιο διευθέτησης οφειλών δεν έγινε δεκτό από τις πιστώτριες (βλ. έγγραφες παρατηρήσεις αυτών που κατατέθηκαν εμπροθέσμως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου). Οσον αφορά την υποβληθείσα ένσταση από την πρώτη των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών ότι η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη διότι οι προσκομιζόμενες υπεύθυνες δηλώσεις φέρουν ημερομηνία σύνταξης σε χρόνο προγενέστερο της υποβολής της υπό κρίση αίτησης, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του με το άρθρο 12 του Ν. 4161/2013, η εν λόγω υπεύθυνη δήλωση πρέπει να προσκομίζεται στο δικαστήριο μέσα σε ένα (1) μήνα από την υποβολή της αίτησης και επομένως είναι νομικά αδιάφορη η φερόμενη στην υπεύθυνη δήλωση ημερομηνία σύνταξης, αλλά νομικά σημαντική είναι η ημερομηνία υποβολής αυτής στο δικαστήριο και, επομένως, ορθά προσκομίστηκαν στην προκειμένη περίπτωση οι υπεύθυνες δηλώσεις των αιτούντων, αφού κατατέθηκαν εντός μηνός από την υποβολή της αίτησης, καθότι η μεν αίτηση κατατέθηκε στις 01.06.2012, οι δε υπεύθυνες δηλώσεις στις 11.06.2012 (βλ. ΕιρΘεσ 5668/2013, αδημ.). Ενισχυτικό της παραπάνω άποψης είναι το γεγονός ότι ο νόμος ζητεί να βεβαιώνεται στην εν λόγω υπεύθυνη δήλωση του αιτούντος - οφειλέτη, πέραν των μεταβιβάσεων εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων την τελευταία τριετία, και η πληρότητα και η ορθότητα της κατάστασης της περιουσίας του και των κάθε φύσης εισοδημάτων του ίδιου και της συζύγου του και η κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Η δε σύνταξη των παραπάνω καταστάσεων προηγείται της υπεύθυνης δήλωσης, οι οποίες πλέον, μετά την τροποποίηση του άρθρου 5 εδ. β’ με το άρθρο 85 του Ν. 3996/2011 εμπεριέχονται στην αίτηση του άρθρου 4 Ν. 3869/2010 (ΕιρΘεσ 5668/2013, αδημ.). Εξάλλου, ο λόγος που ζητείται η παραπάνω ενημέρωση προς το δικαστήριο, είναι το ότι εάν παρουσιάζεται μια τάση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, ενώ αυτός έχει δυσχέρεια να εξυπηρετήσει τα χρέη του, είναι πολύ πιθανό να ευδοκιμήσει πιθανή ένσταση δολιότητας που θα προβάλλει ο πιστωτής, ώστε να μην υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου ή και ακόμα και να τεθεί ζήτημα καταδολιευτικής συμπεριφοράς (βλ. Δ. Μακρή, Ερμηνεία Ν. 3869/2010, σελ. 90-91). Ουσιαστικά η εν λόγω υπεύθυνη δήλωση προφανώς καλύπτει το κενό που μπορεί να δημιουργηθεί στην απόδειξη της περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη, ο οποίος μπορεί να προσκομίσει ένα λευκό Ε9 χωρίς να προκύπτει εάν είχε στην κυριότητά του ακίνητα κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα (βλ. Δ Μακρή, ό.π.). Δηλαδή η τελευταία υποχρέωση έχει θεσπισθεί για τη διευκόλυνση του πιστωτή προς υποβολή της παραπάνω ένστασης. Τέλος, όσον αφορά τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του ποινικού αδικήματος της ψευδούς δήλωσης του άρθρου 22 παρ. 6 του Ν. 1599/1986, το οποίο προβλέπεται στην παρ. 2 περ. β’ του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010, σ` αυτή περιλαμβάνεται η τελευταία τριετία, η οποία αρχίζει από το χρόνο υποβολής αυτής (υπεύθυνης δήλωσης) ενώπιον του Δικαστηρίου και προγενέστερα μέχρι τη συμπλήρωση τριετίας (βλ. ΕιρΘεσ 5668/2013, αδημ.). Εξάλλου, αναφορικά με τη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής στις υπεύθυνες δηλώσεις πρέπει να σημειωθεί ότι στο νόμο (άρθρο 4 παρ. 2 Ν. 3869/2010), στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 3869/2010, στην Κ.Υ.Α. Ζ1- 1398/20.12.2010 (ΦΕΚ Β’ 1/03.01.2011), δυνάμει της οποίας καθορίστηκε το περιεχόμενό τους, δεν προβλέπεται η τήρηση ορισμένου τύπου, όπως η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής πριν την κατάθεσή τους, ελλείψει της οποίας μάλιστα να επέρχεται ακυρότητα των υπεύθυνων δηλώσεων καθώς κάτι τέτοιο δεν επιτάσσεται από το νόμο και συνεπώς ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της πρώτης των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, όσον αφορά την υποβληθείσα ένσταση από την πρώτη των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών ότι η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθότι η καταβολή προσπάθειας εκ μέρους των αιτούντων επίτευξης εξωδικαστικού συμβιβασμού με τους πιστωτές τους και η αποτυχία αυτής δεν έγινε κατά το τελευταίο πριν την υποβολή της αίτησης εξάμηνο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη καθόσον στις εν λόγω βεβαιώσεις αποτυχίας εξωδικαστικού συμβιβασμού των αιτούντων αναφέρεται ρητά ότι η προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού με τους πιστωτές τους απέτυχε την 27η Απριλίου 2012 και η υπό κρίση αίτηση κατατέθηκε την 01.06.2012 (βλ. έκθεση κατάθεσης δικογράφου). 
Η υπό κρίση αίτηση είναι αρκούντως ορισμένη, καθότι εκτίθενται σε αυτήν όλα τα απαραίτητα εκ του νόμου στοιχεία, ήτοι: α) ότι οι αιτούντες είναι φυσικά πρόσωπα, χωρίς πτωχευτική ικανότητα, και βρίσκονται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, β) ότι προηγήθηκε απόπειρα εξωδικαστικού συμβιβασμού και αποτυχία αυτής εντός του τελευταίου εξαμήνου προ της υποβολής της αίτησης (για τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 4161/2013 αιτήσεις - άρθρο 19 παρ. 3 Ν. 4161/2013), γ) κατάσταση της περιουσίας τους και των εισοδημάτων τους, δ) κατάσταση των πιστωτών τους και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, ε) σχέδιο διευθέτησης οφειλών και στ) αίτημα. Πέραν δε των παραπάνω στοιχείων ουδέν άλλο στοιχείο απαιτείται για το ορισμένο της εν λόγω αίτησης (Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση Ν. 3869/2010, εκδ. 2012, σελ. 90-98 και 103-107, Αθ. Κρητικός, «Αοριστία της κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 αιτήσεως του οφειλέτη περί υπαγωγής του στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010», εισήγηση σε σεμινάριο επιμορφώσεως Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή δικαστικών λειτουργών, κατά την 28η-30η/1/2013, Ε. Κιουπτσίδου σε Αρμ./64 - Ανάτυπο, σελ. 1.477, Ι. Βενιέρης - Θ. Κατσάς, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, εκδ. 2013, σελ. 152 επ. και 180 επ., ΜΠρΧαν 654/2013, αδημ., ΜΠρΑλεξ 190/2012 αδημ., ΕιρΘεσ 5105/2011, ΝΟΜΟΣ), και παρά τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται η πρώτη και η δεύτερη των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών. Ειδικότερα, στοιχείο του ορισμένου της αίτησης δεν αποτελεί η αναφορά της εισοδηματικής κατάστασης των αιτούντων κατά τον χρόνο ανάληψης των χρεών και οι λόγοι που οδήγησαν αυτούς σε μόνιμη αδυναμία, καθώς τα ανωτέρω αποτελούν αντικείμενο απόδειξης (ΜΠρΧαν 654/2013, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘεσ 9268/2013, αδημ., ΕιρΑθ 161/2013, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό της δεύτερης των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών ότι το προταθέν από έκαστο των αιτούντων σχέδιο διευθέτησης οφειλών είναι αόριστο, τούτος (ο ισχυρισμός), στο συγκεκριμένο στάδιο δηλαδή της παρέλευσης του σταδίου του δικαστικού συμβιβασμού και της μετάβασης πλέον στο στάδιο της δικαστικής ρύθμισης, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθότι κατά το στάδιο του δικαστικού συμβιβασμού, το οποίο αρχίζει με την υποβολή από έκαστο των αιτούντων του σχεδίου διευθέτησης, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις της δεύτερης πιστώτριας τράπεζας, η τελευταία δεν υπέβαλε τον ισχυρισμό ότι εξ αυτού του λόγου δηλαδή της αοριστίας του σχεδίου διευθέτησης δεν δύναται να απαντήσει επ’ αυτού. Προσέτι, η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 8 και 9 Ν. 3869/2010, πλην του αιτήματος α) να επικυρωθεί το σχέδιο διευθέτησης κατ’ άρθρο 7 Ν. 3869/2010, το οποίο είναι μη νόμιμο, αφού η επικύρωση του σχεδίου διευθέτησης ή η επικύρωση του τροποποιημένου από τους διαδίκους, κατ` άρθρο 7 Ν. 3869/2010, σχεδίου δεν αποτελεί αντικείμενο της αίτησης του άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 3869/2010, αλλά νόμιμη συνέπεια της ελεύθερης συμφωνίας των διαδίκων, στην περίπτωση που κανένας πιστωτής δεν προβάλλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, οπότε ο Ειρηνοδίκης αφού διαπιστώσει την κατά τα άνω επίτευξη συμβιβασμού, με απόφασή του επικυρώνει το σχέδιο ή το τροποποιημένο σχέδιο, το οποίο από την επικύρωσή του αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Το Δικαστήριο στο δικονομικό στάδιο από την κατάθεση της αίτησης στην Γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την συζήτηση, δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει σε συμβιβασμό τους διαδίκους ή τους πιστωτές, και συνεπώς το εν λόγω αίτημα δεν έχει νόμιμη βάση. Πρέπει συνεπώς η αίτηση, καθ` ο μέρος κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Η πρώτη των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών ανώνυμη τραπεζική εταιρία προέβαλε τον ισχυρισμό ότι πρόκειται για νομικό πρόσωπο που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση και τυχόν εφαρμογή της απόφασης σύμφωνα με το Ν. 3869/2010 στην εκκαθάριση έρχεται σε σύγκρουση με τον περιορισμένο χρονικά χαρακτήρα αυτής και γι` αυτό το λόγο ζητεί να απορριφθεί η αίτηση ως νόμω αβάσιμη. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 68 του Ν. 3601/2007, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 4021/2011 με την επιφύλαξη των διατάξεων του Ν. 3458/2006 και του άρθρου 63Ε του Ν. 3601/2007: «α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ` αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης, β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8 αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, γ) Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης, τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος αναλαμβάνει ειδικός εκκαθαριστής, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ορίζεται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος (...), δ) ... , ε) Από την κοινοποίηση στο πιστωτικό ίδρυμα της απόφασης περί ειδικής εκκαθάρισης, το πιστωτικό ίδρυμα απαγορεύεται να δέχεται καταθέσεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να περιορίζει και άλλες εργασίες του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, στ) Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται, μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών εκκαθάρισης και χάριν προστασίας της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και ενίσχυσης της εμπιστοσύνης του κοινού στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα, να υποχρεωθεί ο ειδικός εκκαθαριστής στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχειών του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, ή σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα κατά το άρθρο 63Ε. Στην περίπτωση αυτή, οι διατάξεις του άρθρου 63Δ εφαρμόζονται ανάλογα (…)» ενώ κατά την παρ. 2 «Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκειται στο παρόν άρθρο όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα». Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι συνέπειες της ανάκλησης της άδειας ενός πιστωτικού ιδρύματος είναι καταρχήν οι ειδικά προσδιοριζόμενες συνέπειες στο Ν. 3601/2007 (άρθρο 68) και στο Ν. 3458/2006, που όμως αφορά περιπτώσεις που τα εκκαθαριζόμενα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποκαταστήματα σε άλλα κράτη-μέλη. Σύμφωνα με τις διατάξεις τους, το πιστωτικό ίδρυμα τίθεται σε εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος η οποία διορίζει και τους εκκαθαριστές. Ο οριζόμενος με αυτόν τον τρόπο εκκαθαριστής αναλαμβάνει τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος υποκείμενος στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Η περαιτέρω ιδιορρυθμία της εκκαθάρισης αυτής έγκειται στο ότι επιτρέπεται η συνέχιση των τραπεζικών εργασιών, πλην της αποδοχής καταθέσεων και όσων εργασιών ρητά εξαιρούνται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. Αν και δεν αναφέρεται ο λόγος της συνέχισης των εργασιών, φαίνεται πως αυτή θεωρείται αναγκαία προς διεξαγωγή και περαίωση ιδιαίτερα κερδοφόρων εργασιών προς όφελος των πιστωτών. Από της δημοσιεύσεως της περί εκκαθαρίσεως απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η τράπεζα δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση, ενώ κατά τα λοιπά επέρχονται οι γενικές συνέπειες που προβλέπονται στο νόμο σε περιπτώσεις λύσεως ανωνύμων εταιρειών, δηλαδή επακολουθεί εκκαθάριση της εταιρικής περιουσίας με είσπραξη των εκκρεμών απαιτήσεων, πληρωμή των χρεών και ρευστοποίηση περιουσίας. Περαιτέρω, δυνάμει της με αριθμό 7/3/18-01-2013 απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «...» και τέθηκε αυτό υπό ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 68 του Ν. 3601/2007 (βλ. ΦΕΚ Β’ 76/18.01.2013). Σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί η αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 να θεωρηθεί ως ατομικό καταδιωκτικό μέτρο κατά του καθ’ ου του πιστωτικού ιδρύματος, αφενός λόγω της ιδιότητας του αιτούντος ως οφειλέτη του καθ’ ου η αίτηση πιστωτικού ιδρύματος, αφετέρου λόγω της διαδικασίας ρύθμισης οφειλών πτωχεύσαντος, και δεν έχει χαρακτήρα αγωγής (αναγνωριστικής - καταψηφιστικής), καθόσον δεν κατάγεται προς δικαστική κρίση ιδιωτική έννομη σχέση, αλλά ασκείται δικαίωμα παρεχόμενο από τον νόμο προς ρύθμιση των οφειλών, και συγκεκριμένα παρέχεται η δυνατότητα στον υπερχρεωμένο ιδιώτη να εκκαθαρίσει τις οφειλές του προς τους δικούς του πιστωτές, ενδεχομένως δε και προς πιστωτικά ιδρύματα υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του γεγονότος ότι ο νομοθέτης δεν εξαρτά τη διαδικασία ρύθμισης από τη νομική κατάσταση των πιστωτικών ιδρυμάτων, ούτε εξαιρεί της ρυθμίσεως απαιτήσεις ιδρυμάτων που ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας τους (άρθρο παρ. 2 Ν. 3869/2010 για τις αποκλειόμενες της ρυθμίσεως απαιτήσεις), ούτε είναι, τέλος, δυνατόν η ανάγκη περαίωσης της εκκαθάρισης μιας εταιρίας υπό ειδική εκκαθάριση να ανατρέψει τις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 (ΕιρΠολυγ 64/2014, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 1017/2013, αδημ., ΕιρΘεσ 9268/2013, αδημ.). Συνεπώς για όλους αυτούς τους λόγους ο ως άνω ισχυρισμός της πρώτης πιστώτριας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Προσέτι, η πρώτη μετέχουσα πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, προέβαλε πέραν της ενστάσεως αοριστίας και της ενστάσεως απαραδέκτου, για τις οποίες ελέχθησαν τα ανωτέρω, τον ισχυρισμό ότι η αίτηση ασκείται καταχρηστικά, καθότι από αυτήν (αίτηση) δεν προκύπτει ποιο γεγονός μετέβαλε την κατάστασή τους σε σχέση με τον χρόνο λήψης των δανείων ώστε να περιέλθουν σε αδυναμία πληρωμής ούτε αναφέρονται αναπάντεχα γεγονότα που να τους περιάγουν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι ακόμη και αληθή υποτιθέμενα τα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν καταχρηστική την άσκηση της υπό κρίση αίτησης κατά το άρθρο 281 ΑΚ, αλλά είναι απολύτως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του Ν. 3869/2010, ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα της ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του με απαλλαγή από αυτά, με παράλληλη ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του πιστωτή, η ρύθμιση δε αυτή βρίσκει νομιμοποίηση ευθέως στο ίδιο κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος.

Προσέτι, η δεύτερη των μετεχουσών στη δίκη πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, προέβαλε πέραν της ενστάσεως αοριστίας, για την οποία ελέχθησαν τα ανωτέρω, την ένσταση περί δολίας περιελεύσεως των αιτούντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, καθώς προέβησαν στη λήψη των δανείων και δη στη σταδιακή εκταμίευση αυτών, αν και ήδη είχαν μειωθεί τα εισοδήματά τους. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από αυτόν πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές και δη ο δανειολήπτης να εξαπάτησε τους υπαλλήλους της τράπεζας προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία αποκρύπτοντας υποχρεώσεις που για οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες, για την οικονομική συμπεριφορά των υποψηφίων πελατών τους, πλην όμως η δεύτερη πιστώτρια δεν επικαλείται τέτοια περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η εκ μέρους των αιτούντων δόλια πρόκληση άγνοιας στην δεύτερη πιστώτρια. Προσθέτως κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, ο δανειολήπτης δεν έχει καμία εξουσία διαμόρφωσης ή τροποποίησης όρων των δανειακών συμβάσεων που συνάπτονται με τις τράπεζες, διότι πρόκειται περί συμβάσεων προσχωρήσεως προς εκτέλεση των οποίων αυτές, αφού εκτιμούσαν ορισμένες παραμέτρους στο πρόσωπο του δανειολήπτη και βαθμολογούσαν την πιστοληπτική τoυ ικανότητα, χορηγούσαν το τραπεζικό προϊόν (ΜΠρΕδ 20/2013, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘηβ 3/2013, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΓυθ 11/2013, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΛαυρ 24/2013, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 759/2013, ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 59811/2013, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σημειώνεται ότι ο δανειολήπτης που αιτείται τη λήψη δανείου δεν έχει την ευχέρεια να υποχρεώσει τον πιστωτή να αποδεχθεί την πρότασή του, ο οποίος, ενόψει και της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ), έχει τη δυνατότητα να απορρίψει την πρόταση για την κατάρτιση της σύμβασης (185 επ. ΑΚ), ιδιαίτερα δε όταν οι τράπεζες έχουν την δυνατότητα, εκτός από την έρευνα των οικονομικών δυνατοτήτων του αιτούμενου δανείου (μέσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωσης αποδοχών), να διαπιστώσουν και τυχόν δανειακές υποχρεώσεις του σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα και την εν γένει οικονομική του συμπεριφορά (ύπαρξη ακάλυπτων επιταγών, κατασχέσεων κλπ), μέσω του συστήματος «Τειρεσίας» (σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς και σύστημα συγκέντρωσης κινδύνων).

Από την ένορκη ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης (η πρώτη και η δεύτερη πιστώτρια δεν πρότειναν μάρτυρα προς εξέταση) που περιέχεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, από το σύνολο των μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενων εγγράφων, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, από τις άμεσες και έμμεσες ομολογίες που προκύπτουν από τους ισχυρισμούς τους (άρθρα 261, 352 και 339 του ΚΠολΔ), από τα διδάγματα της κοινής πείρας που αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ) και από την εν γένει διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής: Ο πρώτος των αιτούντων, ηλικίας 36 ετών είναι έγγαμος με την δεύτερη των αιτούντων και από τον γάμο τους έχουν αποκτήσει ένα ανήλικο άρρεν τέκνο, αβάπτιστο, ηλικίας 1 έτους (ημερ. γέννησης 30.05.2013), απολύτως οικονομικά εξαρτώμενο από τους αιτούντες (βλ. υπ’ αριθμ. πρωτ. 50477/13.05.2014 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Ρόδου και υπ’ αριθμ. πρωτ. 1775/3043/13.05.2014 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γέννησης της Ληξίαρχου …), πλην όμως οι αιτούντες από τον Μάιο του έτους 2014 βρίσκονται σε διάσταση, και ήδη οι αιτούντες έχουν υποβάλλει την από 21.05.2014 και με αριθμό κατάθεσης 131/28.05.2014 αίτηση έκδοσης συναινετικού διαζυγίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία πρόκειται να συζητηθεί στις 09.10.2014 (βλ. αντίγραφο της από 21.05.2014 και με αριθμό κατάθεσης 131/28.05.2014 αίτησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου). Η δεύτερη των αιτούντων, ηλικίας 35 ετών, από τον Μάιο του έτους 2014 μαζί με το ως άνω ανήλικο τέκνο διαμένει προσωρινά στο Ηράκλειο Κρήτης (βλ. κατάθεση μάρτυρα απόδειξης στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης). Ο πρώτος των αιτούντων από το έτος 2010 και συγκεκριμένα από 16.03.2010 ασχολούνταν ατομικά με τη δραστηριότητα της τοποθέτησης μεταλλικών κουφωμάτων, χωρίς να χρησιμοποιεί βοηθητικό προσωπικό, χωρίς επενδύσεις σε εξοπλισμό, χωρίς ριψοκίνδυνη ανάληψη οικονομικού κινδύνου, αποκομίζοντας για το έτος 2011 το ποσό των 902,34 ευρώ, για το έτος 2012 το ποσό των 1.231,13 ευρώ, για το έτος 2013 το ποσό των 359,48 ευρώ, ενώ για το έτος 2014 το εισόδημά του είναι μηδενικό (βλ. εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2011, 2012, 2013 και 2014), δραστηριότητα την οποία διέκοψε οριστικά στις 20.08.2012 (βλ. βεβαίωση διακοπής εργασιών της Δ.Ο.Υ. Ρόδου), έκτοτε δε παραμένει άνεργος και είναι εγγεγραμμένος από 20.11.2012 στο μητρώο ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ. (βλ. υπ’ αριθμ. 911366 κάρτα ανεργίας), χωρίς να λαμβάνει επίδομα ανεργίας, και αναζητεί συνεχώς εργασία (βλ. κατάθεση μάρτυρα απόδειξης στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης). Η δραστηριότητα αυτή που ασκούσε ο πρώτος των αιτούντων προσδίδει σ’ αυτόν την ιδιότητα του μικρεμπόρου, αφού το κέρδος που αποκόμιζε αποτελούσε περισσότερο αμοιβή του σωματικού του κόπου και μόχθου και της προσωπικής του εργασίας και όχι αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών (βλ. ΑΠ 947/1995, ΕΕΜΠΔ 1996, 62, ΑΠ 463/1991, ΕλλΔνη 1991, 1216, ΕφΑθ 11433/1995, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3924/1981, ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΚαβ 745/2011, ΕΕΜΠΔ 2011, 711, ΕιρΑχαρν 6/2013, αδημ., ΕιρΚαλαμ 94/2013, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΚοζ 95/2013, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΧαλαν 18/2013, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕιρΑθ 395/2013, αδημ., ΕιρΑθ 29/2012, αδημ., ΕιρΧαλαν 90/2012, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕιρΠατρ 16/2012, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘεσ 6119/2012, αδημ., ΕιρΘεσ 4765/2012, αδημ., ΕιρΘεσ 5642/2012, αδημ., ΕιρΛιβαδ 11/2012, αδημ., ΕιρΑθ 264/2012, αδημ., ΕιρΕρινέου 2/2012, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘηβ 18/2011, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΠαμίσου 2/2011, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘεσ 5074/2011, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 225/2011, αδημ., ΕιρΑθ 138/2011, αδημ., Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, εκδ. 2014, σελ. 36-37, Ι. Βενιέρη - Θ. Κατσά, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, εκδ. 2013, σελ. 67-71, Περάκη, Γενικό Μέρος του Εμπορικού Δικαίου, σελ. 252). Ως εκ τούτου ο πρώτος των αιτούντων ως μικρέμπορος υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, απορριπτόμενης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης της σχετικής ένστασης της πρώτης μετέχουσας στη δίκη πιστώτριας. Η δεύτερη των αιτούντων εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος και συγκεκριμένα ως πωλήτρια στην επιχείρηση «… Ε.Ε.», με μηνιαίες καθαρές αποδοχές 680,00 ευρώ (βλ. κατάθεση μάρτυρα απόδειξης στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης), και από τον Μάιο του έτους 2014 μαζί με το ανήλικο τέκνο διαμένει προσωρινά στο Ηράκλειο Κρήτης, σε μισθωμένο διαμέρισμα καταβάλλοντας ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 150,00 ευρώ (βλ. απόδειξη υποβολής δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών). Από την παράθεση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων και των δηλώσεων φόρου εισοδήματος που προσκομίζει η δεύτερη των αιτούντων προέκυψε ότι τα εισοδήματά της κατά τα οικονομικά έτη 2014, 2013, 2012, 2011 και 2010 ανέρχονταν σε 6.274,71 - 13.290,90 - 13.333,47 - 14.447,75 - 16.396,02 ευρώ αντίστοιχα. Δεν αποδείχθηκε άλλη πηγή εισοδημάτων των αιτούντων, οι δε βιοτικές τους δαπάνες ανέρχονται σε αυτές που απαιτούνται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη της ηλικίας του τέκνου τους. Σημειώνεται δε όσον αφορά τη βοήθεια των αιτούντων από συγγενικά πρόσωπα αποδείχθηκε ότι αυτή συνίσταται στην παροχή υλικών αγαθών από τους γονείς των αιτούντων, όπως τροφίμων (βλ. κατάθεση μάρτυρα απόδειξης στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης), και έκτακτης, περιστασιακής βοήθειας από ηθικό καθήκον σε εξαιρετικές περιπτώσεις αδυναμίας κάλυψης των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών τους, και όχι σε σταθερή και μηνιαία βάση, και ως εκ τούτου δεν υπολογίζεται ως σταθερό εισόδημα το οποίο πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση (βλ. Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, εκδ. 2014, σελ. 99-100). Ο πρώτος των αιτούντων διαμένει σε κατοικία του πρώτου (Α) ορόφου με στοιχείο πίνακα Α1, ιδιοκτησίας του κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, που βρίσκεται στη (…) Ρόδου, η οποία και αποτελεί την κύρια κατοικία του και για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια, και η δεύτερη των αιτούντων από τον Μάιο του έτους 2014 διαμένει μόνο προσωρινά στο Ηράκλειο Κρήτης και όταν επιστρέψει στη Ρόδο θα κατοικεί στην ως άνω κύρια κατοικία της, όπως και πριν την αναχώρησή της από τη Ρόδο, ήτοι κατοικία του πρώτου (Α) ορόφου με στοιχείο πίνακα Α1, ιδιοκτησίας της κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, που βρίσκεται στην (…) Ρόδου, η οποία και αποτελεί την κύρια κατοικία της και για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ο πρώτος των αιτούντων ανέλαβε τα παρακάτω χρέη, αφού οι μετέχουσες πιστώτριες δεν προβάλλουν ισχυρισμό ότι η ανάληψη αυτών έγινε εντός του τελευταίου έτους, και τα οποία θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και για τα εμπραγμάτως εξασφαλισμένα, ο εκτοκισμός τους συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α’ Ν. 3869/2010), ενώ οι λοιπές απαιτήσεις παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους (άρθρο 6 παρ. 3 εδ. β’ Ν. 3869/2010). Ειδικότερα: 1) Από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…» τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση: α) με την υπ’ αριθμ. .........../2008 σύμβαση στεγαστικού δανείου από την οποία οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 23.04.2012 το συνολικό ποσό των 51.889,07 ευρώ. Η παραπάνω απαίτηση της πιστώτριας είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης β’ σειράς στην κύρια κατοικία του πρώτου των αιτούντων. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι οι τόκοι πέραν της ως άνω ημερομηνίας και μέχρι του χρόνου εκδόσεως της αποφάσεως, μέχρι του οποίου χρονικού σημείου συνεχίζει να εκτοκίζεται η απαίτηση της καθ` ης, δεδομένου ότι είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη επί της κατοικίας του πρώτου των αιτούντων, δεν προκύπτει, αφού η πιστώτρια δεν προβαίνει στον υπολογισμό τους κατά μήνα τουλάχιστον μέχρι το χρόνο συζήτησης της αίτησης, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να προβεί αναλογικά στον υπολογισμό τους μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασής του. Σημειώνεται ότι προσκομίζεται μετ` επικλήσεως η από 12.07.2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών, σύμφωνα με την οποία το οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται την 12.07.2013 στο ποσό των 54.552,35 ευρώ, πλην όμως δεν προκύπτει εάν συνέχισε να εκτοκίζεται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής και όχι με επιτόκιο υπερημερίας, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010, συνεπώς πρέπει να υπολογιστεί στο ύψος που την εισφέρει ο πρώτος των αιτούντων στην αίτησή του, β) με την υπ’ αριθμ. ........./2008 σύμβαση στεγαστικού δανείου από την οποία οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 23.04.2012 το συνολικό ποσό των 85.129,47 ευρώ. Η παραπάνω απαίτηση της πιστώτριας είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης α’ σειράς στην κύρια κατοικία του πρώτου των αιτούντων. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι οι τόκοι πέραν της ως άνω ημερομηνίας και μέχρι του χρόνου εκδόσεως της αποφάσεως, μέχρι του οποίου χρονικού σημείου συνεχίζει να εκτοκίζεται η απαίτηση της καθ` ης, δεδομένου ότι είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη επί της κατοικίας του πρώτου των αιτούντων, δεν προκύπτει, αφού η πιστώτρια δεν προβαίνει στον υπολογισμό τους κατά μήνα τουλάχιστον μέχρι το χρόνο συζήτησης της αίτησης, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να προβεί αναλογικά στον υπολογισμό τους μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασής του. Σημειώνεται ότι προσκομίζεται μετ` επικλήσεως η από 12.07.2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών, σύμφωνα με την οποία το οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται την 12.07.2013 στο ποσό των 88.130,78 ευρώ, πλην όμως δεν προκύπτει εάν συνέχισε να εκτοκίζεται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής και όχι με επιτόκιο υπερημερίας, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010, συνεπώς πρέπει να υπολογιστεί στο ύψος που την εισφέρει ο πρώτος των αιτούντων στην αίτησή του. 2) Από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Τράπεζα … Α.Ε.»: α) με την υπ’ αριθμ. ............. σύμβαση πιστωτικής κάρτας από την οποία οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 23.04.2012 το συνολικό ποσό των 2.787,89 ευρώ, έκτοτε δε και μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης την 12.06.2012 το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί στον υπολογισμό των τόκων, καθότι δεν προσκομίζεται κάποιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει το συμφωνηθέν επιτόκιο προκειμένου να υπολογισθούν οι εν λόγω τόκοι. Με βάση τα ανωτέρω, το συνολικό ύψος των οφειλών του πρώτου των αιτούντων ανέρχεται στο ποσό των 139.806,43 ευρώ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η δεύτερη των αιτούντων ανέλαβε τα παρακάτω χρέη, αφού οι μετέχουσες πιστώτριες δεν προβάλλουν ισχυρισμό ότι η ανάληψη αυτών έγινε εντός του τελευταίου έτους, και τα οποία θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και για τα εμπραγμάτως εξασφαλισμένα, ο εκτοκισμός τους συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α’ Ν. 3869/2010), ενώ οι λοιπές απαιτήσεις παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους (άρθρο 6 παρ. 3 εδ. β’ Ν. 3869/2010). Ειδικότερα: 1) Από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…» τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση: α) με την υπ’ αριθμ. 68200/2008 σύμβαση στεγαστικού δανείου από την οποία οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 23.04.2012 το συνολικό ποσό των 51.889,07 ευρώ. Η παραπάνω απαίτηση της πιστώτριας είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης β’ σειράς στην κύρια κατοικία της δεύτερης των αιτούντων. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι οι τόκοι πέραν της ως άνω ημερομηνίας και μέχρι του χρόνου εκδόσεως της αποφάσεως, μέχρι του οποίου χρονικού σημείου συνεχίζει να εκτοκίζεται η απαίτηση της καθ` ης, δεδομένου ότι είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη επί της κατοικίας της δεύτερης των αιτούντων, δεν προκύπτει, αφού η πιστώτρια δεν προβαίνει στον υπολογισμό τους κατά μήνα τουλάχιστον μέχρι το χρόνο συζήτησης της αίτησης, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να προβεί αναλογικά στον υπολογισμό τους μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασής του. Σημειώνεται ότι προσκομίζεται μετ` επικλήσεως η από 12.06.2014 αναλυτική κατάσταση οφειλών, σύμφωνα με την οποία το οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται την 12.06.2014 στο ποσό των 54.974,63 ευρώ, πλην όμως δεν προκύπτει εάν συνέχισε να εκτοκίζεται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής και όχι με επιτόκιο υπερημερίας, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010, συνεπώς πρέπει να υπολογιστεί στο ύψος που την εισφέρει η δεύτερη των αιτούντων στην αίτησή της, β) με την υπ’ αριθμ. ......../2008 σύμβαση στεγαστικού δανείου από την οποία οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 23.04.2012 το συνολικό ποσό των 85.129,47 ευρώ. Η παραπάνω απαίτηση της πιστώτριας είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης α’ σειράς στην κύρια κατοικία της δεύτερης των αιτούντων. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι οι τόκοι πέραν της ως άνω ημερομηνίας και μέχρι του χρόνου εκδόσεως της αποφάσεως, μέχρι του οποίου χρονικού σημείου συνεχίζει να εκτοκίζεται η απαίτηση της καθ` ης, δεδομένου ότι είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη επί της κατοικίας της δεύτερης των αιτούντων, δεν προκύπτει, αφού η πιστώτρια δεν προβαίνει στον υπολογισμό τους κατά μήνα τουλάχιστον μέχρι το χρόνο συζήτησης της αίτησης, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να προβεί αναλογικά στον υπολογισμό τους μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασής του. Σημειώνεται ότι προσκομίζεται μετ` επικλήσεως η από 12.06.2014 αναλυτική κατάσταση οφειλών, σύμφωνα με την οποία το οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται την 12.06.2014 στο ποσό των 89.100,13 ευρώ, πλην όμως δεν προκύπτει εάν συνέχισε να εκτοκίζεται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής και όχι με επιτόκιο υπερημερίας, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010, συνεπώς πρέπει να υπολογιστεί στο ύψος που την εισφέρει η δεύτερη των αιτούντων στην αίτησή της, γ) με την υπ’ αριθμ. λογαριασμού ............. σύμβαση πιστωτικής κάρτας από την οποία οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 23.04.2012 το συνολικό ποσό των 1.496,06 ευρώ, έκτοτε δε και μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης την 12.06.2012 το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί στον υπολογισμό των τόκων, καθότι δεν προσκομίζεται κάποιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει το συμφωνηθέν επιτόκιο προκειμένου να υπολογισθούν οι εν λόγω τόκοι, δ) με την υπ’ αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου από την οποία οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 23.04.2012 το συνολικό ποσό των 7.588,08 ευρώ, έκτοτε δε και μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης την 12.06.2012 το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί στον υπολογισμό των τόκων, καθότι δεν προσκομίζεται κάποιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει το συμφωνηθέν επιτόκιο προκειμένου να υπολογισθούν οι εν λόγω τόκοι. 2) Από την Κυπριακή Δημόσια Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «… LTD»: α) με την υπ’ αρ. χορήγησης ... καταναλωτικού δανείου από την οποία οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 24.04.2012 το συνολικό ποσό των 3.418,48 ευρώ, έκτοτε δε και μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης την 12.06.2012 το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί στον υπολογισμό των τόκων, καθότι δεν προσκομίζεται κάποιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει το συμφωνηθέν επιτόκιο προκειμένου να υπολογισθούν οι εν λόγω τόκοι. Με βάση τα ανωτέρω, το συνολικό ύψος των οφειλών της δεύτερης των αιτούντων ανέρχεται στο ποσό των 149.521,16 ευρώ. Οι αιτούντες περιήλθαν σε πραγματική, μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους, η οποία οφείλεται στην μείωση των μηνιαίων εισοδημάτων αυτών, και στην αύξηση του κόστους διαβίωσης, λόγω της οικονομικής κρίσης, που πλήττει τη χώρα τα τελευταία έτη. Εξαιτίας της μείωσης των εισοδημάτων τους, σε συνδυασμό και με την αντιστρόφως ανάλογη αύξηση του κόστους ζωής και τα φοροεισπρακτικά και λοιπά δημοσιονομικά μέτρα των τελευταίων ετών και την εν γένει γνωστή κοινωνικοοικονομική κατάσταση της χώρας τα τελευταία έτη, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη και της αύξησης των μηνιαίων δαπανών διαβίωσης, οι αιτούντες έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής και εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους προς τις πιστώτριες τράπεζες, καθώς μετά την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ίδιων και του προστατευόμενου μέλους της οικογένειάς τους, η υπολειπόμενη ρευστότητά τους δεν τους επιτρέπει να ανταποκριθούν στον όγκο των οφειλών τους, ενώ δεν αναμένεται βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των αιτούντων στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και η ρύθμιση των οφειλών τους προς τις πιστώτριές τους. Στα περιουσιακά στοιχεία των αιτούντων περιλαμβάνεται μία κατοικία του πρώτου (Α) ορόφου με στοιχείο πίνακα Α1, κατά το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός εκάστου, έτους κατασκευής 2007, επί αγρού για οικοπεδική χρήση επιφάνειας 303,00 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια (…) Ρόδου με κτηματολογικά στοιχεία (…), η οποία κατοικία έχει καθαρή επιφάνεια 69,11 τ.μ. και συνολική επιφάνεια 83,19 τ.μ., και αποτελείται από κουζίνα, σαλόνι, δύο (2) δωμάτια, W.C. και Η/Χ, η αντικειμενική αξία της οποίας, ανερχόμενη συνολικά στο ποσό των 30.504,60 ευρώ (βλ. Ε.Τ.ΑΚ. έτους 2009), η δε αντικειμενική αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού εκάστου αιτούντα (50%) ανέρχεται σε αυτό των 15.252,30 ευρώ (30.504,60: 2) και δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για έγγαμο με ένα παιδί, όπως οι αιτούντες, προσαυξανόμενο κατά 50%. Το παραπάνω ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία των αιτούντων για την οποία υποβάλλουν αίτημα εξαίρεσης από την ρευστοποίηση, ζητώντας την υπαγωγή του στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 ρύθμιση. Επίσης, ο πρώτος των αιτούντων έχει στην κυριότητά του ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, με αριθμό κυκλοφορίας .., εργοστασιακής κατασκευής Fiat, τύπου Panda, κυβ. εκ. 770, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1990, και με τρέχουσα εμπορική αξία περί 1.000,00 ευρώ, το οποίο πρέπει να εξαιρεθεί της εκποίησης, επειδή δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε να αποφέρει αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών του πρώτου των αιτούντων, ενόψει της ως άνω εμπορικής του αξίας, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ) (βλ. Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, εκδ. 2012, άρθρο 9, σελ. 208-209). Επίσης, η δεύτερη των αιτούντων έχει στην κατοχή της ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, με αριθμό κυκλοφορίας .., εργοστασιακής κατασκευής Fiat, τύπου Punto, κυβ. εκ. 1242, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2004, με παρακράτηση της κυριότητας από τον πωλητή (βλ. προσκομιζόμενη άδεια κυκλοφορίας). Το αυτοκίνητο αυτό δεν περιλαμβάνεται στη ρευστοποιήσιμη περιουσία της δεύτερης των αιτούντων και δεν μπορεί να διαταχθεί η κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 Ν. 3869/2010 εκποίησή του, αφού η δεύτερη των αιτούντων έχει δικαίωμα προσδοκίας το οποίο εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση της αποπληρωμής του τιμήματος, κύριος δε και νομέας αυτού παραμένει ο πωλητής του και επομένως δεν τίθεται θέμα εκποίησης αυτού αφού η δεύτερη των αιτούντων δεν είναι κύρια αυτού (βλ. ΕιρΠατρ 111/2014, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘεσ 1752/2012, αδημ., ΕιρΘεσ 3902/2012, αδημ.). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των αιτούντων σήμερα δεν δύναται με την παρούσα οικονομική κατάσταση του ίδιου και της συζύγου του, να διαθέσει κανένα ποσό προς τις πιστώτριες, δεδομένου ότι είναι άνεργος, χωρίς να εισπράττει επίδομα ανεργίας, αλλά και της ανάγκης κάλυψης του ελαχίστου επιπέδου οικονομικής διαβίωσης αυτού (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 3869/2010) και του ελαχίστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσής του (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.), καθώς και των αναγκών του ανήλικου τέκνου του, το οποίο τυγχάνει προστατευόμενο μέλος. Σύμφωνα με τα προλεχθέντα συντρέχουν στο πρόσωπο του πρώτου των αιτούντων εξαιρετικές περιπτώσεις και συγκεκριμένα ανεπάρκεια ατομικού εισοδήματος λόγω ανεργίας για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών του. Περαιτέρω, όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 8 Ν. 3869/2010, σε κάθε περίπτωση ο οφειλέτης οφείλει να εργάζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης ή αν δεν εργάζεται να καταβάλει εύλογη προσπάθεια για την εξεύρεση ανάλογης εργασίας. Επειδή η παρούσα δυσμενής οικονομική κατάσταση του πρώτου των αιτούντων, η οποία οφείλεται κατά κύριο λόγο στη δύσκολη οικονομική κατάσταση της χώρας, κρίνεται προσωρινή, δεδομένου ότι είναι 36 ετών και επομένως δύναται να εργασθεί, καθότι δεν αποδείχθηκε ότι λόγω κάποιου προβλήματος αδυνατεί και κατ’ ακολουθία δεν μπορεί να εκτιμηθεί για πόσο χρονικό διάστημα ο πρώτος των αιτούντων θα παραμείνει στην ίδια οικονομική κατάσταση, το Δικαστήριο στα πλαίσια της κατ’ άρθρο 8 παρ. 5 Ν. 3869/2010 δυνατότητάς του, και στα πλαίσια του ανακριτικού συστήματος που ισχύει στην εκούσια δικαιοδοσία και χωρίς να περιορίζεται από το αίτημα περί δικαστικής ρύθμισης και το σχέδιο αποπληρωμής που προτείνει ο οφειλέτης (βλ. ΕιρΑλεξ 13/2014, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΝίκαιας 12/2012, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΚαβαλ 161/2012, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΝίκαιας 39/2012, ΝοΒ 2012, 1444, Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, εκδ. 2014, σελ. 303-308, Ι. Βενιέρη - Θ. Κατσά, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, εκδ. 2013, σελ. 394-399), θα πρέπει να ορίσει μηνιαίες μηδενικές καταβολές και συγχρόνως νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών την 10η Ιουνίου 2015, στον συνήθη τόπο και χρόνο συνεδρίασης του Δικαστηρίου, θεωρώντας ότι εντός του χρονικού διαστήματος μέχρι τη νέα δικάσιμο, θα βελτιωθεί σημαντικά η οικονομική του κατάσταση, στο μεταξύ όμως οφείλει κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξεύρεση κατάλληλης ή ανάλογης εργασίας, γεγονός που θα εκτιμηθεί από το δικαστήριο κατά τη νέα δικάσιμο λαμβανομένων υπόψη και των αντικειμενικών συνθηκών της αγοράς εργασίας, και να προσδιοριστούν μηνιαίες καταβολές από τρία έως πέντε έτη. Περαιτέρω όσον αφορά την δεύτερη των αιτούντων σήμερα δεν δύναται με την παρούσα οικονομική κατάσταση της ίδιας και του συζύγου της, να διαθέσει κανένα ποσό προς τις πιστώτριες, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης κάλυψης του ελαχίστου επιπέδου οικονομικής διαβίωσης αυτής (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 3869/2010) και του ελαχίστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσής της (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.), καθώς και των αναγκών του ανήλικου τέκνου της, το οποίο τυγχάνει προστατευόμενο μέλος. Σύμφωνα με τα προλεχθέντα συντρέχουν στο πρόσωπο της δεύτερης των αιτούντων εξαιρετικές περιπτώσεις και συγκεκριμένα ανεπάρκεια ατομικού εισοδήματος για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών της. Επειδή η παρούσα δυσμενής οικονομική κατάσταση της δεύτερης των αιτούντων, λόγω του μειωμένου, χαμηλού εισοδήματός της και της μη συμμετοχής του συζύγου της στις οικογενειακές δαπάνες, λόγω της ανεργίας του, η οποία οφείλεται κατά κύριο λόγο στη δύσκολη οικονομική κατάσταση της χώρας, κρίνεται προσωρινή, δεδομένου ότι είναι 35 ετών και κατ΄ ακολουθία δεν μπορεί να εκτιμηθεί για πόσο χρονικό διάστημα θα παραμείνει στην ίδια οικονομική κατάσταση, ενώ εκτιμάται ως πιθανή η ανεύρεση εργασίας από τον σύζυγό της, το Δικαστήριο στα πλαίσια της ως άνω κατ` άρθρο 8 παρ. 5 Ν. 3869/2010 δυνατότητάς του, και στα πλαίσια του ανακριτικού συστήματος που ισχύει στην εκούσια δικαιοδοσία και χωρίς να περιορίζεται από το αίτημα περί δικαστικής ρύθμισης και το σχέδιο αποπληρωμής που προτείνει ο οφειλέτης (βλ. ΕιρΑλεξ 13/2014, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΝίκαιας 12/2012, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΚαβαλ 161/2012, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΝίκαιας 39/2012, ΝοΒ 2012, 1444, Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, εκδ. 2014, σελ. 303-308, Ι. Βενιέρη - Θ. Κατσά, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, εκδ. 2013, σελ. 394-399), θα πρέπει να ορίσει μηνιαίες μηδενικές καταβολές και συγχρόνως νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών την 10η Ιουνίου 2015, στον συνήθη τόπο και χρόνο συνεδρίασης του Δικαστηρίου, θεωρώντας ότι εντός του χρονικού διαστήματος μέχρι τη νέα δικάσιμο, θα βελτιωθεί σημαντικά η οικονομική της κατάσταση. Ακολούθως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, θα εξαιρεθεί της εκποίησης το ως άνω ακίνητό τους που αποτελεί την κύρια κατοικία τους. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις (ύψος δόσεων, χρόνο κλπ) εξαίρεσης της εκποίησης της κύριας κατοικίας των αιτούντων, αυτές, θα οριστούν πιθανώς κατά την παραπάνω δικάσιμο, οπότε ενδεχομένως, θα γίνει η συνολική ρύθμιση, παρέχοντας από τώρα περίοδο χάριτος μέχρι την ημερομηνία επαναπροσδιορισμού και για τυχόν επιμήκυνση αυτής (της περιόδου χάριτος), ενδεχομένως να αποφανθεί το Δικαστήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, και να ρυθμιστούν οι οφειλές των αιτούντων, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β’ Ν. 3869/2010. Τέλος, δεν ορίζεται παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους της απολειπόμενης πιστώτριας, διότι δυνατότητα άσκησης τέτοιας ανακοπής δεν παρέχεται από το Ν. 3869/2010 (άρθρο 14 Ν. 3869/2010).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της τρίτης των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ την αίτηση.

ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ προσωρινά μηνιαίες μηδενικές καταβολές από τους αιτούντες.
ΟΡΙΖΕΙ νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών των αιτούντων την 10η Ιουνίου 2015, κατά το χρόνο και τόπο που συνεδριάζει το Δικαστήριο αυτό, προκειμένου να ελεγχθεί η τυχόν μεταβολή της περιουσιακής τους κατάστασης και των εισοδημάτων τους και να προσδιοριστούν ενδεχομένως μηνιαίες καταβολές για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών καθώς και καταβολές για να εξαιρεθεί από την εκποίηση το ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία τους.
ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί της κύριας κατοικίας του πρώτου των αιτούντων, ήτοι μιας κατοικίας του πρώτου (Α) ορόφου με στοιχείο πίνακα Α1, καθαρής επιφάνειας 69,11 τ.μ., που βρίσκεται στην (…) Ρόδου, και περιγράφεται στο σκεπτικό της απόφασης.
ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί της κύριας κατοικίας της δεύτερης των αιτούντων, ήτοι μιας κατοικίας του πρώτου (Α) ορόφου με στοιχείο πίνακα Α1, καθαρής επιφάνειας 69,11 τ.μ., που βρίσκεται στην (…) Ρόδου, και περιγράφεται στο σκεπτικό της απόφασης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...