Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Πολιτική αγωγή, δεδικασμένο, αδικοπραξία, αμέλεια, έλλειψη νόμιμης βάσης, τεχνικό έργο, αρχή αναλογικότητας.

Περίληψη. Δεδικασμένο. Δεν παράγεται δεδικασμένο, δεσμευτικό για τα πολιτικά δικαστήρια ως προς τα αστικής φύσεως θέματα από τις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, εκτός εάν αυτά κρίθηκαν στο πλαίσιο πολιτικής αγωγής για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, που άσκησαν οι νομιμοποιούμενοι προς τούτο. Σε κάθε περίπτωση δεν δημιουργείται για τον εναγόμενο, σε σχέση με την αστική ευθύνη του για αποζημίωση, δεσμευτικό για τα πολιτικά δικαστήρια δεδικασμένο από αθωωτική γι` αυτόν απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Μέτρα ασφαλείας επί τεχνικών έργων. Εργατικό ατύχημα. Αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης περί ύπαρξης ασάφειας σχετικά με το εάν ο ίδιος ο παθών είχε το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις συνθήκες εργασίας του, 

χωρίς να υπόκειται σε ειδικότερες οδηγίες ή εντολές των εκπροσώπων της εναγομένης, καθόσον δεν αφορά ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση, με την έννοια, ότι η ύπαρξη ή μη εντολής του εκπροσώπου της εναγομένης εταιρείας, προς τον παθόντα, δεν έχει καμία σχέση με την υποχρέωση λήψης των απαραιτήτων μέτρων ασφαλείας και την ύπαρξη ή μη αυτών κατά τον κρίσιμο χρόνο και συνακόλουθα την επέλευση του ατυχήματος, ούτε με την υποχρέωση του 2ου εναγομένου, ως επιβλέποντος μηχανικού, να υποδείξει στην πρώτη εναγομένη τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας για την προστασία των απασχολουμένων στον εργασιακό χώρο με οποιαδήποτε σχέση. Προσδιορισμός χρηματικής ικανοποίησης του παθόντα. Δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε και από άποψη παραβίασης ή μη της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας. 
  
Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Β1, 874/ 2015

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη-Εισηγητή, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Νικολάου Λεοντή και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Ανδρέα Δουλγεράκη, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

I. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 34, 35, 127 ΑΚ, 62, 63, 286 επ., 313§1 περ. δ`, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει ν` απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, αν δε αυτός πεθάνει πριν την άσκησή της και το γεγονός αυτό είναι σε γνώση του αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης, αυτή πρέπει ν` απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων του κλπ., διαφορετικά απορρίπτεται αυτεπάγγελτα ως απαράδεκτη (ΑΠ 625/2012, 1818/2011, 512/2011). Σύμφωνα με τα παραπάνω και κατ` επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ), η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της 2590/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον μέρος της στρέφεται κατά του, φερομένου ως απόντος, 2ου αναιρεσιβλήτου Μ. Κ., διότι αυτός είχε ήδη πεθάνει κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης και οι αναιρεσείοντες γνώριζαν το γεγονός αυτό, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, κατά την ενώπιον του Εφετείου, κατ` αντιμολία όλων των διαδίκων, συζήτηση της υπόθεσης έγινε δήλωση βίαιης διακοπής της δίκης λόγω του θανάτου του αρχικού ως άνω διαδίκου την 18-4-2010 (μετά την άσκηση της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη) και συνέχισης της δίκης από τις εκκαλούσες και ήδη αναιρεσίβλητες 3η, 4η και τις εκπροσωπούμενες, ως ανήλικες, από την ασκούσα την γονική μέριμνα επ` αυτών 1η (Μ. Μ.) Ε.-Ε. και Ν. Κ., ενώ δεν τίθεται θέμα απαραδέκτου αυτής, καθόσον μέρος της στρέφεται κατά της 1ης αναιρεσίβλητης Μ. Μ. και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της θυγατέρας της Ε.-Ε. Κ. ως ανήλικης, την οποία και εκπροσώπησε στην ενώπιον του Εφετείου Αθηνών δίκη (όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 2590/2012 απόφαση), και όχι κατ` αυτής ατομικά, φερομένης ως ενηλικιωθείσης την 4-8-2012, αφού, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, αυτή προσήλθε και συνέχισε ατομικά την δίκη κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, υποβάλλοντας κοινές με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους προτάσεις στο όνομά της, και επομένως (και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι περιέχουσες τον σχετικό ισχυρισμό προτάσεις των αναιρεσιβλήτων κατατέθηκαν την 8-5-2015, δηλ. μετά την συζήτηση, άρθ.570§1 ΚΠολΔ) νόμιμα συνεχίζεται η δίκη για την αναίρεση με την διάδικο αυτή ατομικά και στο δικό της όνομα (άρθ. 63, 64§1, 286 επ. ΚΠολΔ, 127, 1510 ΑΚ, πρβλ. ΑΠ 1436/2010, 1396/2010).

ΙI. (Α) Σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο (έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων (η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα) η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003, 3/1997, ΑΠ 2234/2013), ως εκ τούτου δε ισχυρισμοί μη νόμιμοι ή απαραδέκτως προταθέντες δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προδιαληφθείσα έννοια και κατά συνέπεια η μη λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον λόγο αυτόν αναίρεσης, όπως, επίσης, δεν αποτελεί "πράγμα" η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης κλπ. (ΑΠ 946/2014) 
(Β) Περαιτέρω, κατά τον αριθ.16 της ίδιας ως άνω διάταξης, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο αναιρετικός λόγος από την διάταξη του αριθ.8 του άρθ.559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε καθόλου υπόψη προταθέντα ισχυρισμό περί δεδικασμένου και δεν απάντησε σ` αυτόν, ενώ ο λόγος αναίρεσης από την διάταξη του αριθ.16 του ίδιου άρθρου στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον σχετικό ισχυρισμό και τον ερεύνησε, αλλά εσφαλμένα δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, από το άρθ. 321 ΚΠολΔ που ορίζει ότι όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, σε συνδυασμό και με το άρθ. 250 ΚΠλΔ, συνάγεται ότι υπό το κράτος του ΚΠολΔ, που δεν περιέχει διάταξη όμοια με εκείνη του άρθ. 12 τις προϊσχύσασας πολιτικής δικονομίας, δεν παράγεται δεδικασμένο, δεσμευτικό για τα πολιτικά δικαστήρια ως προς τα αστικής φύσεως θέματα από τις (αμετάκλητες) αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, εκτός εάν αυτά κρίθηκαν στο πλαίσιο πολιτικής αγωγής για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω (ηθικής βλάβης ή) ψυχικής οδύνης, που άσκησαν οι νομιμοποιούμενοι προς τούτο κατ` άρθ.63 ΚΠΔ. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθ. 65 και 67 ΚΠΔ προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο, εάν καταδικάσει τον κατηγορούμενο, είναι υποχρεωμένο ν` αποφασίσει και για την πολιτική αγωγή (με την επιφύλαξη της §2 του άρθ.65), δεχόμενο ή απορρίπτοντας αυτήν, και ότι η πολιτική αγωγή που κρίθηκε ήδη από το ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί να ασκηθεί πλέον στα πολιτικά δικαστήρια (παρά μόνο για την εκκαθάριση των ζημιών που γεννήθηκαν μετά την απόφαση), αυτό δε σημαίνει ότι από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δημιουργείται δεδικασμένο που δεσμεύει και τα πολιτικά δικαστήρια, μόνον, όμως, κατά το μέρος, κατά το οποίο κρίθηκε η αξίωση του παθόντος από το ποινικό δικαστήριο (ΑΠ 1098/2011), δηλ. ως προς το κύριο ζήτημα της επιδίκασης ή μη της αποζημίωσης ή της χρηματικής ικανοποίησης, όχι όμως και ως προς την έννομη σχέση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1735/2013), ούτε ως προς την υπαιτιότητα του υποχρέου. Αντίθετα και σε κάθε περίπτωση δεν δημιουργείται για τον εναγόμενο, σε σχέση με την αστική ευθύνη του για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση και τις συναφείς κατ` αυτού αξιώσεις, δεσμευτικό για τα πολιτικά δικαστήρια δεδικασμένο από αθωωτική γι` αυτόν απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αφού, κατά την ρητή διάταξη του άρθ.65 § 1 ΚΠΔ, το ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί να ασχοληθεί με την πολιτική αγωγή, όταν απαλλάσσει, για οποιονδήποτε λόγο τον κατηγορούμενο, εάν δε παρά ταύτα επιληφθεί της πολιτικής αγωγής, υπερβαίνει την εξουσία του (άρθ.510 § 1 στοιχ.Η` ΚΠΔ, ΟλΑΠ 1/1997, ΑΠ 550/2010). 
Με τον με στοιχ. Α λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχθέν ευθύνη (υπαιτιότητα) του 2ου αναιρεσείοντος για το επίδικο ατύχημα, παρά την αθώωσή του με την 3731/1-4-2011 απόφαση του Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών για (την αντίστοιχη της αποτελούσης την βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων αδικοπραξίας) ανθρωποκτονία εξ αμελείας σε βάρος του συγγενούς αυτών Ε. Κ., λόγω έλλειψης αμελείας του, και (παρά) την εντεύθεν (δηλ. ως εκ της αθώωσής του συναγομένη) απόρριψη των αστικών αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων που ασκήθηκαν στο δικαστήριο εκείνο με δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής "παραβίασε το δεδικασμένο που είχε και έχει παραχθεί" από την ως άνω ποινική (αθωωτική) απόφαση, το οποίο είχαν επικαλεσθεί με την προσθήκη των ενώπιον αυτού προτάσεών τους ως "νέο περιστατικό ουσιώδες για την...έφεση". Ο λόγος αυτός, κατ` ορθή εκτίμησή του από την διάταξη του αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (δηλ. για μη λήψη υπόψη προταθέντων "πραγμάτων") ως εκ του περιεχομένου του και της ρητής αναφοράς της ως άνω διάταξης για την θεμελίωσή του (η επίσης αναφερομένη διάταξη του αριθ. 14 του ίδιου άρθρου δεν έχει σε κάθε περίπτωση σχέση με την προβαλλομένη αιτίαση), αλλά και του γεγονότος ότι το Εφετείο ουδόλως ασχολήθηκε με τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου από την ως άνω ποινική απόφαση και δη απορρίπτοντας αυτόν, είναι απορριπτέος προεχόντως και πέραν άλλων ως αβάσιμος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου, στον οποίο ερείδεται, ήταν (και ανεξάρτητα από την μη αναφορά ότι η ως άνω ποινική απόφαση κατέστη αμετάκλητη) και μη νόμιμος, καθόσον δεν παρήχθη δεδικασμένο από την προαναφερθείσα αθωωτική ποινική απόφαση. Επίσης, απορριπτέες είναι και οι περιεχόμενες στους (επικαλυπτόμενους ενμέρει και με τρόπο ασαφή) με στοιχ.Β3 και Β4 λόγους αναίρεσης και στα σχετικά σκέλη τους αιτιάσεις από τον ίδιο αριθμό ότι το Εφετείο "παρέλειψε να αποφανθεί επί των ισχυρισμών" των αναιρεσειόντων περί του είδους της "εξωτερικής αμέλειας" που τους βαρύνει, και δη τον 2ο αυτών, καθώς και περί του (ελλείποντος) "αιτιώδους συνδέσμου", καθόσον αυτοί δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά αρνήσεις της αγωγής, όπως και οι περιεχόμενοι στον με στοιχ. Β4 λόγο περαιτέρω ισχυρισμοί, προταθέντες κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, στο Εφετείο, ότι την επίβλεψη του έργου είχε ο νόμιμος εκπρόσωπος της 1ης αναιρεσείουσας εναγομένης εταιρείας, ενώ ο 2ος (α) δεν είχε καμία ουσιαστική ανάμειξη σ` αυτήν, περιορισθείς σε γενικές οδηγίες (β) δεν είχε ενημερωθεί ότι ο θανών θα πήγαινε στο εργοστάσιο ημέρα Σάββατο και με κακές καιρικές συνθήκες (γ) εργάζεται στην εταιρεία "..." από το 2001 και η συμμετοχή του στην κατασκευή του εργοστασίου ήταν τυπική για λόγους φιλίας και συγγένειας με τους ιδιοκτήτες της 1ης αναιρεσείουσας εταιρείας χωρίς να έχει κάποιο οικονομικό όφελος, ως εκ τούτου δε πρέπει ν` απορριφθεί η κατ` εκτίμηση προβαλλομένη και ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς ως άνω αιτίαση.

IIΙ.(Α) Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα (και δη αποδεικτικά έγγραφα) που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να εξειδικεύονται, πέραν των άλλων, τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη (πρβλ. ΑΠ 812/2013). Κατά συνέπεια ο με στοιχ. Β` λόγος αναίρεσης κατά το συναφές μέρος του, με το οποίο αποδίδεται η από την ως άνω διάταξη αναιρετική πλημμέλεια, πρέπει ν` απορριφθεί προεχόντως ως πλήρως αόριστος, διότι, πέραν της παράθεσης στο αναιρετήριο της συναγομένης από τα άρθ. 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ υποχρέωσης του δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, δεν αναφέρονται ούτε στοιχειωδώς (κατ` είδος) τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα. Επίσης πλήρως αόριστες και γι` αυτό απορριπτέες είναι και οι αιτιάσεις από (α) τον αριθ. 9 του αυτού άρθρου, ότι δηλ. το Εφετείο "επιδίκασε πράγματα που δεν ζητήθηκαν από τους ενάγοντες", καθόσον ουδόλως προσδιορίζεται, τι επιδίκασε το δικαστήριο, αν και δεν ζητήθηκε από τους ενάγοντες και (β) από τον αριθ.1 εδ. β` του ίδιου άρθρου, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφού πέραν της διάταξης αυτής και της έννοιάς της, δεν αναφέρονται τα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρεται ότι παρέβη το δικαστήριο, ούτε οι κανόνες δικαίου, στους οποίους αυτά αφορούν, αλλά ούτε το σφάλμα του δικαστηρίου ως προς αυτά και οι συναφείς παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης (Β) Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Tο κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών. Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2236/2013). Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται, ως γνωστόν, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (δηλ. στα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά) και επομένως δεν ιδρύεται, όταν οι αποδιδόμενες με την αναίρεση ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην μείζονα πρόταση αυτού (ΑΠ 1208/2008). Επομένως και σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα, ο με στοιχ. Β1 λόγος αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη για εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και δη για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με τα αναφερόμενα στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (νομική σκέψη) της προσβαλλομένης απόφασης ότι "...Η προς κίνδυνο ενέργεια του προσώπου πληρούται, όταν τούτο συνειδητά εκτίθεται σε κατάσταση αυτοδιακινδύνευσης. Κατά την άποψη που το Δικαστήριο θεωρεί ως ορθότερη, η περίπτωση αυτή αξιολογείται όχι ως σιωπηρώς εκ των προτέρων εκφραζομένη συναίνεση του προσώπου να υποστεί ζημία, για την οποία αποκλείεται η ευθύνη τρίτου λόγω άρσης του παράνομου χαρακτήρα της πράξης του (τρίτου) συνεπεία της συναίνεσης του αυτοδιακινδυνεύοντος, αλλά ως συντρέχουσα αμέλεια του τελευταίου, ο οποίος, αν υποστεί ζημία από παράνομη πράξη τρίτου, πρέπει να επωμισθεί ένα μέρος αυτής βάσει του άρθρου 300 ΑΚ..." πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (Γ) Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 914 και 932 ΑΚ, που ορίζουν αντίστοιχα, ότι (α) όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει και (β) σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθ. 71, 297, 298, 299, 300 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία είναι (α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) του υποχρέου ή επί νομικού προσώπου των προσώπων που το αντιπροσωπεύουν (ευθυνομένων εις ολόκληρον με αυτό), καθώς και των προστηθέντων αυτών (β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης (γ) υπαιτιότητα του υποχρέου ή του απ` αυτόν προστηθέντος κλπ., που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και (δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Αμέλεια, ειδικότερα, υπάρχει κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφώς νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέλος, υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (πρβλ. ΑΠ 145/2014).
Εξάλλου: (i) Σύμφωνα με το άρθ.2 ν. 1396/1983 "Για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού θεωρούνται : 1.Τεχνικό Έργο : Κάθε οικοδομή ή άλλη εργοταξιακή κατασκευή χρονικής διαρκείας, όπως ανέγερση, προσθήκη, επισκευή, καθαίρεση και ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση. 2. Μέτρα ασφαλείας: Όλα τα μέτρα που αφορούν σε τεχνικά έργα και προβλέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας. 3. Κύριος του έργου: Ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος του ακινήτου, στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του, τεχνικό έργο....7. Επιβλέπων: Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης". Κατά το άρθ.4§§1 και 2 του ίδιου νόμου "1. Σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ` έναν εργολάβο ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι. 2.Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λάβει όλα τα μέτρα, τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο και να τα διατηρεί αναλλοίωτα καθόλη τη διάρκεια της διακοπής", ενώ κατά το άρθ.7§5 του ως άνω νόμου ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις οφείλει "να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4§§1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου" (ii) Κατά το άρθ.111§1 ΠΔ 1073/1981 για την διαρκή επίβλεψη και επιμέλεια της εφαρμογής αυτού, καθώς και του ΠΔ 788/1980, στις οικοδομικές και ενγένει εργοταξιακές εργασίες παρίστανται, ανελλιπώς καθόλη την διάρκεια της ημερήσιας εργασίας, οι κατά το νόμο υπόχρεοι εργοδότες ή οι εκπρόσωποι αυτών (iii) (1) Σύμφωνα με το άρθ. 38§§1 και 2 ΠΔ 1073/1981 πεζογέφυρες κ.λπ., ευρισκόμενες σε ύψος μεγαλύτερο των 75cm από το δάπεδο, πρέπει να έχουν, χάριν προστασίας κατά της πτώσεως ανθρώπων, ασφαλές στηθαίο, ύψους τουλάχιστον 1m με χειρολισθήρα (κουπαστή), σανίδα μεσοδιαστήματος και θωράκιο (σοβατεπί), και να είναι τουλάχιστον πλάτους 75cm και όταν χρησιμεύουν για μεταφορά φορτίων τουλάχιστον 1,25m (2) Σύμφωνα με το 82§1 του ως άνω ΠΔ 1073/1981, εργασίες πραγματοποιούμενες κατά τις νυκτερινές ώρες ή σε χώρους σκοτεινούς, πρέπει να διεξάγονται με τεχνητό φωτισμό διανεμόμενο σε ολόκληρο το πεδίο εργασιών, ειδικότερα δε απαιτείται η ύπαρξη (α) γενικού φωτισμού οδών, κλιμακοστασίων και διαδρόμων προσπέλασης (β) γενικού κατευθυνομένου φωτισμού του τόπου εργασίας (γ) ειδικού φωτισμού της θέσης εργασίας εξαρτωμένου από το είδος της πραγματοποιουμένης εργασίας, ενώ κατά τις ιδίου ουσιαστικά περιεχομένου, συμπληρωματικές και εξειδικεύουσες διατάξεις του άρθ.12 παράρτ. IV εδ.8.1 του ΠΔ 305/1996, οι θέσεις εργασίας, οι χώροι και οι οδοί κυκλοφορίας πρέπει όσο είναι δυνατό να διαθέτουν επαρκή φυσικό φωτισμό και να φωτίζονται κατάλληλα και επαρκώς με τεχνητό φωτισμό κατά την διάρκεια της νύχτας και όταν το φως της ημέρας δεν επαρκεί, εφόσον είναι απαραίτητο, πρέπει να χρησιμοποιούνται φορητές πηγές φωτισμού με προστασία κατά των κραδασμών (3) Κατά τις διατάξεις του άρθ.3§§1 και 2 ΠΔ 105/1995 ο εργοδότης πρέπει να προβλέπει και εξασφαλίζει την ύπαρξη σήμανσης ασφαλείας, σε κάθε περίπτωση, όμως, η σηματοδότηση ασφαλείας στον χώρο εργασίας δεν υποκαθιστά ή περιορίζει την λήψη των αναγκαίων κάθε φορά μέτρων προστασίας των εργαζομένων. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων (από τους οποίους ο 2ος Μ. Κ.ς, που πέθανε πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, γενομένης σ` αυτό, όπως προαναφέρθηκε, σχετικής δήλωσης βίαιης διακοπής και επανάληψης της δίκης, κληρονομήθηκε από τους 3η, Ε. Κ., και 4η, Ε. Κ., αναιρεσίβλητες και ατομικά ενάγουσες, και τις εκπροσωπηθείσες από την 1η αναιρεσίβλητη-και ατομικά-ενάγουσα, ως ασκούσα την επ` αυτών γονική μέριμνα, ανήλικες θυγατέρες της Ε.-Ε., ήδη ενήλικη, και Ν. Κ.) κατά των τώρα αναιρεσειόντων (καθώς και κατά της Α. Π., που δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη) με αντικείμενο την επιδίκαση (αποζημίωσης και) χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη λόγω θανάτου του συγγενούς τους Ε. Κ. συνεπεία ατυχήματος, με την προσβαλλομένη 2590/2012 απόφασή του και όπως απ` αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι η 1η αναιρεσείουσα εναγομένη ανώνυμη εταιρεία "......" είχε μισθώσει από την (αρχικά εναγομένη) Α. σύζ. Ν. Π. για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-12-2000 ένα οικόπεδο στην θέση "..." ..., επιφανείας 13.370m2, μετά του επ` αυτού παλαιού κτίσματος (παλαιάς αποθήκης), εμβαδού 606m2, για το οποίο εκδόθηκε στο όνομα της 1ης εναγομένης από το Πολεοδομικό Γραφείο ... η με αριθ..../2003 άδεια οικοδομής "για εργοστάσιο κατασκευής μονωτικών υλικών και δομικών στοιχείων από αφρώδες μπετόν και ξυλουργείο συναρμολογούμενα", η γενική δε επίβλεψη του έργου, καθώς και του φέροντος οργανισμού της οικοδομής, ανατέθηκαν από την ως άνω εταιρεία, ενεργούσα εν προκειμένω ως αποκλειστική κυρία του συγκεκριμένου έργου (κατά την έννοια του άρθ.2§3 ν.1396/1983) στον 2ο αναιρεσείοντα εναγόμενο Σ. Κ., πολιτικό μηχανικό, ότι ο Ε. Κ., σύζυγος της 1ης αναιρεσίβλητης ενάγουσας και πατέρας των εκπροσωπηθέντων απ` αυτήν ανηλίκων, τότε, τέκνων τους (Ε.-Ε. και Ν. Κ.), υιός των 2ου (ήδη θανόντος) και 3ης, αδελφός της 4ης και γαμβρός των 5ου και 6ης αυτών, που πέθανε την 21-2-2004, ήταν μηχανολόγος και εργαζόταν ως προϊστάμενος του μηχανουργείου της εταιρείας "..........", από τις αρχές δε του 1999 παρείχε τις υπηρεσίες του στην ως άνω αναιρεσείουσα εταιρεία κατά τον ελεύθερο χρόνο του και ειδικότερα τα απογεύματα και τα Σαββατοκύριακα, εκπονώντας μελέτες για λογαριασμό της και πραγματοποιώντας κατασκευές και συντηρήσεις των μηχανημάτων της, ενώ στις αρχές του 2004 η ως άνω εναγομένη εταιρεία του ανέθεσε την λειτουργία και συντήρηση, και πάλι κατά τον ελεύθερο χρόνο του, των μηχανημάτων επεξεργασίας ξύλου που βρίσκονταν στο υπό ανέγερση τότε εργοστάσιό της στην προαναφερθείσα περιοχή, ότι η συνεργασία του θανόντος με την εναγομένη εταιρεία ήταν διαρκής και κατ` αυτήν ο ως άνω της παρείχε τις υπηρεσίες του διατηρώντας το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις συνθήκες εργασίας του, χωρίς να υπόκειται σε ειδικότερες οδηγίες ή εντολές των εκπροσώπων της, ούτε στο έλεγχο και την εποπτεία τους, υπό την έννοια ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με τις εντολές και τις οδηγίες τους ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και κατά συνέπεια η σύμβαση που καταρτίσθηκε άτυπα μεταξύ τους ήταν σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ότι την 21-2-2004 ημέρα Σάββατο και περί ώρα 12.30`, μετά από συνεννόηση με το νόμιμο εκπρόσωπο (και μη διάδικο) της εταιρείας Ν. Π., ο Ε. Κ. και ο συνεργάτης του ... , συνάδελφός του στην εταιρεία "...", μετέφεραν στον χώρο του υπό ανέγερση εργοστασίου (της εναγομένης εταιρείας) τα μεταλλικά εξαρτήματα ενός μηχανήματος συσκευασίας επεξεργασμένης ξυλείας, που είχαν αποσυναρμολογήσει και παραλάβει για συντήρηση περί τα μέσα Ιανουαρίου του ιδίου έτους, προκειμένου να εναποθέσουν τα εξαρτήματα αυτά προς φύλαξη στην υπάρχουσα στον χώρο αυτόν παλαιά αποθήκη και να επανέλθουν την Τρίτη 24-2-2004 και να τα συναρμολογήσουν, ότι στον χώρο του εργοστασίου τους ανέμενε ο Ν. Π. με τους απ` αυτόν προσληφθέντες και απασχολουμένους στο συγκεκριμένο οικοδομικό έργο Ινδούς εργάτες S. J. και S. J., οι οποίοι θα καθάριζαν την αποθήκη από τα εντός αυτής οικοδομικά υλικά, ώστε να εναποτεθούν στην συνέχεια τα εξαρτήματα, ότι στην παλαιά αυτήν αποθήκη και σε ύψος 2,5m από το δάπεδο υπήρχαν παράθυρα, σε ορισμένα από τα οποία είχαν σπάσει οι υαλοπίνακες, προκειμένου δε να προστατευθούν τα εξαρτήματα από τον κίνδυνο οξείδωσης λόγω των κακών καιρικών συνθηκών (χιονοπτώσεων, βροχών) που επικρατούσαν εκείνη την ημέρα, ο Ε. Κ. έκρινε ότι έπρεπε να τοποθετηθούν νάιλον στην θέσει των σπασμένων υαλοπινάκων, με την πρόθεσή του δε αυτή συμφώνησε ο Ν. Π. και του είπε ότι στο χώρο του παρακειμένου σιλό υπήρχε σκάλα κατάλληλη για τον σκοπό αυτό, δεδομένου ότι η υπάρχουσα στην αποθήκη σκάλα ήταν μικροτέρου ύψους, ότι ακολούθως αποχώρησε από τον χώρο του εργοστασίου ο Ν. Π. και στην συνέχεια ο Ε. Κ. και ο εργάτης S. J. μετέβησαν στο υπό κατασκευή σιλό για να μεταφέρουν την σκάλα, δεδομένου ότι η μεταφορά της από ένα μόνο άτομο θα εγκυμονούσε κινδύνους λόγω των ιδιαίτερων και επικίνδυνων συνθηκών που επικρατούσαν στο εργοτάξιο, ειδικότερα δε (1) το υπό κατασκευή σιλό είχε ύψος από το έδαφος 8m περίπου, ενώ ο πυθμένας του εκτεινόταν περίπου 2m κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, το ωφέλιμο δηλ. ύψος του ανερχόταν σε 10m περίπου, ήταν κενό στο εσωτερικό του, προκειμένου να αποθηκεύεται σ` αυτό πριονίδι, και είχε δύο εισόδους, στα επίπεδα των οποίων υπήρχαν και αντίστοιχα δάπεδα εργασίας, συγκεκριμένα δε η μία είσοδος βρισκόταν στην επιφάνεια του εδάφους και η άλλη σε ύψος 6m περίπου από το έδαφος, δηλ. 8m περίπου από τον πυθμένα του σιλό (2) στο επίπεδο αυτό είχε διαμορφωθεί ξύλινο δάπεδο, στο οποίο είχαν εγκατασταθεί τα μηχανήματα και οι σωλήνες για την λειτουργία του σιλό, καθώς επίσης και μία ξύλινη πεζογέφυρα μήκους 4m περίπου και πλάτους 1,5m περίπου, επί της οποίας γίνονταν τις προηγούμενες ημέρες εργασίες και βρισκόταν η μεταλλική κλίμακα που ήθελαν να μεταφέρουν τα ως άνω δύο άτομα στην αποθήκη (3) η πεζογέφυρα δεν έφερε, σε καμία από τις δύο πλευρές της, προστατευτικό κιγκλίδωμα για την προστασία των εργαζομένων από πτώση, η είσοδος δε στο επίπεδο αυτό γινόταν από την σκεπή του εργοστασίου μέσω θύρας και έτερης, εξωτερικά του σιλό, πρόχειρης πεζογέφυρας, η οποία συνέδεε την σκεπή του εργοστασίου με την θύρα του σιλό στο ανώτερο επίπεδο (4) η εξωτερική αυτή πεζογέφυρα, μήκους 2m και πλάτους 0,6m, περίπου, είναι φτιαγμένη από δύο μαδέρια που δεν είναι προσδεδεμένα μεταξύ τους, με συνέπεια να μην είναι σταθερή, ενώ, επίσης, δεν έφερε, σε καμία από τις δύο πλευρές της, κατάλληλο προστατευτικό κιγκλίδωμα για την προστασία των εργαζομένων από πτώση (5) η πρόσβαση στην σκεπή του εργοστασίου (ύψος 6m περίπου) γινόταν με αυτοσχέδια μεταλλική κάθετη κλίμακα σταθερά τοποθετημένη στον εξωτερικό τοίχο του εργοστασίου (6) το σιλό στο εσωτερικό του δεν είχε σταθερό φωτισμό και γι` αυτό κατά την διάρκεια των εργασιών τις προηγούμενες ημέρες οι εργαζόμενοι στον συγκεκριμένο χώρο χρησιμοποιούσαν φορητό ηλεκτρικό φωτιστικό, ότι ο Ε. Κ. και ο S. J. εισήλθαν στο σιλό από την θύρα που υπήρχε στο επίπεδο ύψους 8m περίπου από τον πυθμένα, στο οποίο βρισκόταν η προαναφερομένη ξύλινη πεζογέφυρα και η μεταλλική κλίμακα που ήθελαν να μεταφέρουν, με τον Ινδό να προπορεύεται, επειδή γνώριζε καλά τον χώρο αυτόν, λόγω της εκεί απασχόλησής του τις προηγούμενες ημέρες, τον δε Κ. να ακολουθεί, αφού εισερχόταν για πρώτη φορά στον χώρο του σιλό, ότι λόγω του σκότους που επικρατούσε και της έλλειψης των απαιτουμένων στην συγκεκριμένη περίπτωση μέτρων ασφαλείας, ο Ε. Κ. κατέπεσε από την ξύλινη πεζογέφυρα στον πυθμένα του σιλό, δηλ. από ύψος 8m περίπου, με αποτέλεσμα να υποστεί βαριές κακώσεις θώρακος, σπονδυλικής στήλης και κοιλίας, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του περί την 17.30` της ίδιας ημέρας, ότι ειδικότερα η έλλειψη μέτρων ασφαλείας στο συγκεκριμένο εργοτάξιο συνίσταται στο ότι (α) η πεζογέφυρα από την οποία κατέπεσε ο θανών, δεν έφερε ασφαλές στηθαίο ύψους τουλάχιστον 1m με χειρολισθήρα, σανίδα μεσοδιαστήματος και θωράκιο (β) το σιλό στο εσωτερικό του και ειδικότερα ο χώρος της πεζογέφυρας ήταν απολύτως σκοτεινός και δεν χρησιμοποιήθηκε τεχνητός φωτισμός (γ) δεν υπήρχε στον χώρο του υπό ανέγερση εργοστασίου και του σιλό σήμανση ασφαλείας, η οποία πάντως δεν υποκαθιστά και δεν περιορίζει την λήψη των αναγκαίων εκάστοτε μέτρων προστασίας των εργαζομένων, ότι ο θάνατος του Ε. Κ., ο οποίος επήλθε υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες, οφείλεται σε υπαιτιότητα και δη αμέλεια (τόσο του ίδιου κατά ποσοστό 20%, όσο και δη κατά ποσοστό 80%) των εναγομένων "...." και Σ. Κ., ότι ειδικότερα (1) η πρώτη εναγομένη εταιρεία, την οποία κατά τον χρόνο του ατυχήματος εκπροσωπούσε ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής Ν. Π., ευθύνεται, διότι (α) από έλλειψη της προσοχής που όφειλε να καταβάλει ο ανωτέρω νόμιμος εκπρόσωπός της, δεν παρίστατο κατά τον χρόνο εκείνο στον χώρο του εργοταξίου, αλλά είχε αποχωρήσει απ` αυτόν λίγο ενωρίτερα, μολονότι αφενός μεν ο Ε. Κ. του είχε γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να τοποθετήσει νάιλον στη θέση των σπασμένων υαλοπινάκων των παραθύρων της παλαιάς αποθήκης, χρησιμοποιώντας μάλιστα προς τούτο την μεταλλική σκάλα που υπήρχε εντός του παρακειμένου υπό κατασκευή σιλό, την οποία αυτός του υπέδειξε ως κατάλληλη για την συγκεκριμένη εργασία, αφετέρου δε γνώριζε ότι τα ληφθέντα στο εργοτάξιο μέτρα ασφαλείας ήταν ελλιπή, η απουσία δε του ως άνω εκπροσώπου της κυρίας του έργου- εργοδότριας του θύματος εταιρείας, κατά την διάρκεια της προαναφερομένης βοηθητικής εργασίας που είχε σκοπό να πραγματοποιήσει ο τελευταίος, συνιστά παράβαση της επιβαλλομένης από το άρθ.111§1 ΠΔ 1073/1981 ανελλιπούς παρουσίας του εργοδότη ή εκπροσώπου του καθόλη την διάρκεια της ημερήσιας εργασίας, ενώ η υποχρέωση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το ατύχημα συνέβη ημέρα Σάββατο, όταν δεν πραγματοποιούνταν άλλες εργασίες στο εργοτάξιο, καθόσον ο θανών παρείχε τις υπηρεσίες του μόνο στον ελεύθερο χρόνο του, δηλ. τα Σαββατοκύριακα και τα απογεύματα των εργασίμων ημερών (β) παράλληλα, η απουσία του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρείας συνδέεται αιτιωδώς με τον θάνατο του Ε. Κ., καθόσον αυτός, αν παρίστατο στον χώρο του εργοταξίου, θα μπορούσε να αποτρέψει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενημερώνοντας τον θανόντα για την επικινδυνότητα του χώρου του σιλό, εντός του οποίου αυτός αποφάσισε να εισέλθει για να πάρει την μεταλλική κλίμακα και να την μεταφέρει στην παλαιά αποθήκη, χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων τις επικρατούσες επικίνδυνες συνθήκες (2) ο εναγόμενος Σ. Κ., πολιτικός μηχανικός, ο οποίος είχε την γενική επίβλεψη του εκτελουμένου τεχνικού έργου, είναι υπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του Ε. Κ., διότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε να καταβάλει δεν υπέδειξε στην εναγομένη εταιρεία-κυρία του έργου, ούτε στον Ε. Κ., εργολάβο, στον οποίο είχε ανατεθεί απ` αυτήν η κατασκευή των ξύλινων τοίχων του σιλό, την λήψη των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας, (παραβαίνοντας έτσι την επιβαλλομένη ως άνω υποχρέωσή του), και ειδικότερα δεν υπέδειξε σ` αυτούς ότι (α) η πεζογέφυρα, από την οποία κατέπεσε ο θανών, έπρεπε να φέρει ασφαλές στηθαίο ύψους τουλάχιστον 1m με χειρολισθήρα, σανίδα μεσοδιαστήματος και θωράκιο (β) στο εσωτερικό του σιλό και ειδικότερα στον χώρο της πεζογέφυρας, που ήταν απολύτως σκοτεινός, έπρεπε απαραιτήτως να υπάρχει και να χρησιμοποιείται πάντοτε τεχνητός φωτισμός (γ) στον χώρο του υπό ανέγερση εργοστασίου και του σιλό έπρεπε να υπάρχει σήμανση ασφαλείας κλπ. Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά περιστατικά, καθώς και άλλα που δεν ενδιαφέρουν εδώ, το Εφετείο κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσειόντων εναγομένων εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς τα προσδιοριζόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κεφάλαια, δέχθηκε ενμέρει την αγωγή και το μεν αναγνώρισε ότι οι αναιρεσείοντες οφείλουν, το δε υποχρέωσε αυτούς να καταβάλουν στους ενάγοντες, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα αναφερόμενα εκεί ποσά. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και δη ως προς την υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων, και ειδικότερα του 2ου αυτών, και την ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της αποδιδομένης σ` αυτούς ως άνω συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος (θανάτου του Ε. Κ.) και επομένως είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου συναφείς αιτιάσεις από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, που περιέχονται στους με στοιχ. Β μερικότερους λόγους αναίρεσης. Ειδικότερα, ο με στοιχ. Β.2 λόγος (με τον οποίο και μόνο συγκεκριμενοποιείται) για ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες "διότι αφενός μεν δέχεται το δικάσαν δικαστήριο,...ότι ο θανών διατηρούσε το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις συνθήκες εργασίας του, χωρίς να υπόκειται σε ειδικότερες οδηγίες ή εντολές των εκπροσώπων της (ενν. της 1ης αναιρεσείουσας εταιρείας) ούτε στον έλεγχο και την εποπτεία τους, υπό την έννοια ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με τις εντολές και τις οδηγίες τους ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, ταυτόχρονα όμως ο Ε. Κ. έκρινε ότι έπρεπε να τοποθετηθεί νάιλον στη θέση των σπασμένων υαλοπινάκων, την πρόθεσή του γνωστοποίησε αμέσως στο Ν. Π., ο οποίος συμφώνησε και του είπε ότι στο χώρο του παρακείμενου σιλό υπάρχει σκάλα κατάλληλη για το σκοπό αυτό, δεδομένου ότι εντός του χώρου της αποθήκης υπήρχε μία σκάλα, μικρότερου όμως ύψους. Με τις παραδοχές αυτές προκύπτει ασάφεια, αν υφίσταται εντολή του Ν. Π., ο οποίος, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, συμφώνησε στο ερώτημα του Ε. Κ. και του υπέδειξε ότι υπάρχει η σκάλα στο παρακείμενο σιλό, ενώ έχει δεχθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι ο Ε. Κ. διατηρούσε το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις συνθήκες εργασίας του, χωρίς να υπόκειται σε ειδικότερες οδηγίες ή εντολές των εκπροσώπων της ούτε στον έλεγχο και την εποπτεία τους, υπό την έννοια ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με τις εντολές και τις οδηγίες τους ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του" πρέπει ν` απορριφθεί, διότι είναι αλυσιτελής και δεν αφορά ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με την έννοια, ότι η ύπαρξη ή μη εντολής του Ν. Π. (εκπροσώπου της αναιρεσείουσας εταιρείας, όπως έγινε δεκτό σε άλλο σημείο της αναιρεσιβαλλομένης) προς τον θανόντα για την μεταφορά σκάλας από το σιλό στην αποθήκη, ενώ αυτός διατηρούσε το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις συνθήκες της εργασίας του κλπ., δεν έχει καμία σχέση με την υποχρέωση λήψης των απαραιτήτων μέτρων ασφαλείας και την ύπαρξη ή μη αυτών κατά τον κρίσιμο χρόνο και συνακόλουθα την επέλευση του ατυχήματος, ούτε με την υποχρέωση (του 2ου αναιρεσείοντος εναγομένου) ως επιβλέποντος μηχανικού να υποδείξει στην 1η τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας για την προστασία των απασχολουμένων στον ως άνω χώρο με οποιαδήποτε σχέση.

IV. Με το άρθρο 25§1 εδ. δ` του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτύπωσής της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι (α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού (β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος (γ) υπό στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/ 2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ` αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93§4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ. ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Με την διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25§1 εδάφιο δ` του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ` εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.ΑΠ 6/2009, ΑΠ 1266/2014, 81/2013). Εξάλλου, το Δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ, μπορεί να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών. Ο προσδιορισμός από το Δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (Ολ.ΑΠ 13/2002, ΑΠ 1266/2014, 81/2013). Κατά συνέπεια και σύμφωνα με τα παραπάνω, ο με στοιχ. Γ` λόγος αναίρεσης (τελευταίος) από τους αριθ.1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας στους αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφασή του υπερβολικά, κατά τους αναιρεσείοντες, ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης αυτών, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθ.25 § 1 του Συντάγματος, καθώς και την καθιερουμένη με αυτό αρχή της αναλογικότητας, πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος στο σύνολό του, διότι με αυτόν και υπό την επίκληση της παραβίασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, ενώ, κατά τα προλεχθέντα, η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 25 § 1 του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση και συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίασή της. Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα, πρέπει ν` απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-4-2013 αίτηση των ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." και Σ. Κ. για αναίρεση της 2590/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...