Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Δυσφημιστικές διαδόσεις, ηθική βλάβη, εξύβριση, Δικηγόροι.

Περίληψη. Προσβολή προσωπικότητας. Αδικοπραξία. Διάδοση αναληθών ειδήσεων εις βάρος δικηγόρου. Συκοφαντική δυσφήμιση. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση του σχετικού αδικήματος. Άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης κατ’ άρθ. 367 παρ. 1 ΠΚ. Οι εξαιρέσεις κατ’ άρθ. 367 παρ. 2 ΠΚ. Αγωγή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Η διάδοση ενώπιον τρίτων εκ μέρους του αναιρεσείοντος των επίδικων ψευδών πραγματικών περιστατικών, με σκοπό τη βλάβη της τιμής και ατομικής και επαγγελματικής υπόστασης και υπόληψης των αναιρεσιβλήτων ως δικηγόρων, πληρούσαν το πραγματικό των νομικών εννοιών της συκοφαντικής δυσφήμησης τρίτου και της προσβολής της προσωπικότητάς του με παράνομη και υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά, δικαιολογούσαν τη παραδοχή της αγωγής των αναιρεσίβλητων για προστασία της προσωπικότητάς τους και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τους. 
  
Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α1, 1322/ 2014. 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους, παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζομένης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας ασκηθέντες και προς τους αναιρεσιβλήτους επιδοθέντες, από 29-12-08 προσθέτους λόγους (Ολ.ΑΠ 33/1996), ζητείται η αναίρεση, για τους διαλαμβανομένους στα παραπάνω δικόγραφα λόγους, της 4678/2007 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 576 και 226 παρ.4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβληθεί με επισημείωση στο πινάκιο, και κατά τη νέα, μετ` αναβολή, δικάσιμο δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Αρειος Πάγος ερευνά, αυτεπαγγέλτως, αν ο διάδικος αυτός είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί σ` αυτήν από τον παριστάμενο διάδικο και, μόνο στην περίπτωση που διαπιστώσει τη συνδρομή κάποιας από τις παραπάνω προϋποθέσεις, προχωρεί στη συζήτηση χωρίς την κλήτευση (για τη μετ` αναβολή δικάσιμο) του εν λόγω διαδίκου, αφού η δοθείσα αναβολή και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ` αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση και του μη εμφανισθέντος ως άνω διαδίκου. Αν, αντιθέτως, δεν αποδεικνύεται η συνδρομή της μίας ή της άλλης από τις παραπάνω προϋποθέσεις ούτε κλήτευση του απόντος διαδίκου για τη μετ` αναβολή, δικάσιμο, ο Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1569/05).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3β ΚΠολΔ "σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Κατ` ακολουθίαν αυτού πρέπει, χωριζομένης της υπόθεσης, η οποία νόμιμα φέρεται προς συζήτηση με την από 13-5-13 κλήση του αναιρεσείοντος, α) να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση αυτής ως προς των πρώτο αναιρεσίβλητο (Β. Κ.), ενόψει αφενός της μη εμφανίσεως αυτού κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (17-2-14), που ορίστηκε, μετ` αναβολή, απ` αυτή της 4-11-13, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και της μη υποβολής της, από το άρθρο 242 ΚΠολΔ, δήλωσης και αφετέρου της μη αποδεικνυομένης από τους παρισταμένους διαδίκους (αναιρεσείοντα και δεύτερο αναιρεσίβλητο) κλητεύσεως αυτού (πρώτου αναιρεσιβλήτου) προς παράστασή του κατά την αρχική δικάσιμο της 4-11-13, [όντας αναγκαίας ως εκ της μη προκύπτουσας επίσπευσης της συζήτησης για τη δικάσιμο αυτή (4-11-13) από τον απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο], οπότε και μόνο δεν θα ήταν απαραίτητη νέα κλήτευση για τη μετ` αναβολή δικάσιμο της 17-2-14 ενόψει της διατάξεως του άρθρου 226 ΚΠολΔ και β) να χωρήσει η συζήτηση αυτής (υπόθεσης) ως προς τους λοιπούς παρισταμένους διαδίκους καθόσον η κατά τα παραπάνω έλλειψη κλητεύσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν συνέφελκτει την κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης ως προς όλους τους διαδίκους, ενόψει του χαρακτήρα της συνδέουσας τους αναιρεσιβλήτους ομοδικίας ως απλής (αρθ. 576 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και 4/20051). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 495/13, 1254/10, 179/2013). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης (του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1703/2009). 
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 398/2011, ΑΠ 657/2005).

Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι, και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 920 ΑΚ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του, ή στερήθηκε της ελευθερίας του. Από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 του ΑΚ προκύπτει με σαφήνεια ότι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: 1) η υποστήριξη ή η διάδοση αναληθών ειδήσεων. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων ενώπιον τρίτων με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωσή τους. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο κατά τον χρόνο της υποστήριξης ή της διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην εν λόγω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου. Επίσης, πρέπει να αποδεικνύονται τελικά και αναληθείς, δηλαδή το σχετικό γεγονός να μην αληθεύει εξ ολοκλήρου ή να παρουσιάζεται παραποιημένο, 2) γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας, 3) κίνδυνος για την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του προσώπου. Ειδικότερα, οι διαδιδόμενες ή υποστηριζόμενες αναληθείς ειδήσεις πρέπει να εκθέτουν αιτιωδώς σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά. Ετσι, η πίστη, το μέλλον ή το επάγγελμα ενός προσώπου θεωρείται ότι βρίσκεται σε κίνδυνο, όταν δημιουργούνται δυσμενείς παραστάσεις σε τρίτους και ειδικότερα σ` εκείνους με τους οποίους σχετίζεται κοινωνικά, οικονομικά ή επαγγελματικά και 4) ζημία, αιτιωδώς προκαλούμενη από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά
Επίσης, σύμφωνα α) με την Π Κ 361 § 1 "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται ...", β) με την ΠΚ 362 "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται ...", και γ) με την ΠΚ 363 "αν στην περίπτωση του όρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται ...". Ειδικότερα, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι, για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοσή της από άλλον γενομένης ανακοινώσεως. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία έχει ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361. Τέλος, κατά το άρθρο 367 § 1 περ. α` -δ1 ΠΚ το άδικο των προβλεπομένων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ` και δ`). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ, 920 του ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 § 2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 920 του ΑΚ. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 § 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος από δυσφημιστικές διαδόσεις (ένσταση) ως λόγος άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας των διαδόσεων ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχουν δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 § 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου. Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από την ΠΚ 367 § 2 αποτελεί αντένσταση κατά της ΠΚ 367 § 1 ενστάσεως που μπορεί να αποτελέσει και περιεχόμενο της ιστορικής βάσης της αγωγής, όταν αυτή στηρίζεται σε αδικοπρακτική συμπεριφορά, συνισταμένη σε προσβολή παράνομη και υπαίτια της προσωπικότητας του ενάγοντος εκ μέρους του εναγομένου με την εν γνώσει διάδοση απ` αυτόν ψευδών και δυσφημιστικών για τον πρώτο γεγονότων και αναληθών αξιολογικών κρίσεων, που συνιστούν προσβολή της τιμής και υπόληψής του (ενάγοντος). 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ` αριθ. ... απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμησή των αποδείξεων: "Ο εναγόμενος, Κ. Α. βρίσκεται σε δικαστική διαμάχη με τον Η. Μ., λόγω των μεταξύ τους οικονομικών διαφορών. Την 8-1-2001, 20-1-2001 και 25-7-2001 έλαβαν χώρα εκρήξεις στον περιβάλλοντα χώρο του κτιρίου όπου στεγάζονται τα γραφεία των επιχειρήσεων του Η. Μ.. Ο τελευταίος θεώρησε ότι υποκινητής των εκρήξεων αυτών είναι ο Κ. Α.. Για τις δύο πρώτες εκρήξεις, ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη για ηθική αυτουργία σε έκρηξη κατά συρροή και μετά την διενέργεια κύριας ανάκρισης, εκδόθηκε το υπ` αρ. 3848/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατ` αυτού, μετά από έφεση όμως του Η. Μ. κατ` αυτού, με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, κρίθηκε ότι πρέπει να διαταχθεί περαιτέρω ανάκριση. Ως προς την τρίτη έκρηξη, της 15/7/2001, ασκήθηκε ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων και κατά του εναγομένου Κ. Α., για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή. Κατά το στάδιο προανάκρισης εξετάστηκε ως μάρτυρας ο Ι. Λ., την 13-3-2002 και 15-3-2002, κρατούμενος τότε στις φυλακές Κορυδαλλού και κατέθεσε για τον Α. ότι αυτός έπεισε τους αυτουργούς της πιο πάνω πράξης να προβούν σ` αυτή. Ο Κ. Α. θεώρησε τον εν λόγω μάρτυρα ότι "κατασκευάστηκε" από τον Η. Μ. και κατέθεσε κατ` αυτού μήνυση για ψευδορκία. Ο Η. Μ., ο οποίος για τις εν λόγω εκρήξεις είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, διόρισε τον Ιούλιο 2002 πληρεξουσίους δικηγόρους του τους ενάγοντες, οι οποίοι στα πλαίσια των ως άνω καθηκόντων τους επισκέφθηκαν στις 5-12-2002, στις φυλακές Μαλανδρίνου, τον πιο πάνω μάρτυρα. Ο εναγόμενος πληροφορήθηκε την επίσκεψη αυτή, και την επόμενη, ήτοι την 6-12- 2002, υπέβαλε στην Ανακρίτρια του 16ου Ανακριτικού Τμήματος, την υπ` αρ. 9420/6-12-2002 αναφορά του, την οποία κοινοποίησε και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει για τους ενάγοντες τα εξής: "Μετ` εκπλήξεως όμως διαπίστωσα τις ακόλουθες παραβάσεις του Ποινικού Κώδικα ως και του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων. Τούτο διότι την 5-12-2002, οι δικηγόροι Β. Κ. και Κ. Δ., πληρεξούσιοι δικηγόροι του κατ` εμού πολιτικώς ενάγοντος Η. Μ. - παραστάντες κατά την ανακριτική διαδικασία - επεσκέφθησαν τον Ι. Λ. εις την φυλακή Μαλανδρίνου, γεγονός ανεπίτρεπτο και παράνομο, διότι η ως άνω επίσκεψη προφανή σκοπό είχε τον επηρεασμό του κατ` εμού μάρτυρος .... Επειδή οι άνω δικηγόροι Β. Κ. και Κ. Δ. με την προτροπή ως λογικώς εξάγεται - του Η. Μ., αυτουργού, ανεπιτρέπτως και κατά παράβαση νόμου επεσκέφθησαν τον κατ` εμού μάρτυρα Ι. Λ. . Ως εκ τούτου, παρακαλώ να ενεργήσετε τα δέοντα προς προστασία μου και αποκατάσταση της αληθείας...". Στη συνέχεια, στις 9-12-2002, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Αμφισσας την υπ` αρ. 3220/9-12-2002 μήνυσή του, που στρεφόταν κατά του Ι. Λ., Η. Μ. και κατά παντός συναιτίου και συνεργού, κοινοποιουμένη, όπως αναγράφεται σε αυτή, και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, στον Πρόεδρο του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών και στην 16η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει για τους ενάγοντες τα εξής: "... Ως να μην αρκούσαν όμως όλες οι ανωτέρω εγκληματικές πράξεις, συνέβη το ακόλουθο περιστατικό, το οποίο παραβιάζει κατάφωρα κάθε ποινικό και ηθικό νόμο, θέτει εν αμφιβόλω την εφαρμογή του Κώδικα Δεοντολογίας των Δικηγόρων και θεσμοθετεί την εκτέλεση άλλων ποινικών αδικημάτων. Οι κ.κ. Β. Κ. και Κ. Δ. είναι συνήγοροι - πληρεξούσιοι δικηγόροι του Η. Μ. εις την μετ` αυτού αντιδικία μου (πολιτική και ποινική). Ενώ λοιπόν είναι σε κορύφωση και πλήρη εξέλιξη η άνω αντιδικία (αναμένεται ανά πάσα στιγμή η έκδοση βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών), οι άνω δικηγόροι, κατά το απογευματινό επισκεπτήριο των Δικηγόρων εις τις φυλακές Μαλανδρίνου όπου κρατείται ο κυρίως χρησιμοποιηθείς μοχλός του οργανωμένου με άριστη δομή εγκλήματος (άρθρο 187 ΠΚ), εναντίον μου Ι. Λ., την 5-12-2002 τον επεσκέφθησαν όπου εκτίει ποινές κάθειρξης 12 και 8 ετών δια ληστεία και διακεκριμένες κλοπές, μεταχθείς εκ των δικαστικών φυλακών Κορυδαλλού. Γιατί άραγε; Η απάντηση νομίζω εξάγεται αβιάστως. Τούτο έγινε εν αγνοία του συνηγόρου του Ι. Λ. κ. Ν. Β., ο οποίος, χολωθείς δια την ενέργειαν των συναδέλφων του παρητήθη αμέσως της υποθέσεως όταν διεπίστωσε ότι κατά την επίσκεψή του εις τον πελάτη του στις φυλακές Μαλανδρίνου, δηλ. την 5-12-2002, ημερομηνία επίσκεψης και των συνηγόρων του Η. Μ., συνομιλούσαν με αυτόν οι άνω δικηγόροι του Η. Μ. επί μισή ώρα και πλέον, και μάλιστα προ της επισκέψεως του δικηγόρου του Λ. Ν. Β., και χωρίς μάλιστα να τον έχουν ενημερώσει, ως όφειλαν από τον κώδικα Δεοντολογίας των δικηγόρων, ο οποίος χρησιμοποιεί - ως εξέθεσα - τον Ι. Λ. ως μοχλό και ως μάρτυρα κατηγορίας εναντίον μου, για ένα δήθεν αδίκημα το οποίο και ο Η. Μ. και ο Ι. Λ. γνωρίζουν ότι δεν εκτελέστηκε και δεν έχω καμία σχέση με αυτό ... . Αξιότιμε κ. Εισαγγελέα, απλώς για να έχετε έστω και αμυδρή ιδέα της απίστευτης ταλαιπωρίας την οποία υφίσταμαι σας υποβάλλω συνημμένως 35-37 έγγραφα. Απλή ανάγνωση τούτων θα σας πείσει ότι βρίσκεσθε ενώπιον τεραστίου ποινικού και οικονομικού σκανδάλου, όχι απτομένου του Ποινικού Κώδικα, αλλά κατάφωρα παραβιάζοντος τούτον, καθώς και τους ειδικούς ποινικούς νόμους, αφού όλα αυτά αποδεικνύουν ότι η σχεδίαση, η δομή και η εφαρμογή του πιο πάνω εγκληματικού σχεδίου προσιδιάζει με πρακτικές άγνωστες σε εμάς, αλλά γνωστές σ` όμορη ώρα σ` εμάς χώρα πρότυπα της ...". Στη συνέχεια, υπέβαλε στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών το από 27-12-2002 "Συμπληρωματικό Υπόμνημα και Κατάθεση Εγγράφων", κοινοποιούμενο και αυτό στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, στον Πρόεδρο του Ποινικού Τμήματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και στην 16η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, για τους ενάγοντες, τα εξής: "... Πάντα τα ανωτέρω έγιναν κατά παράβαση του άρθρου 350 παράγραφος 2 του ΚΠΔ, το οποίο εν προκειμένω εφαρμόζεται αναλογικώς και στην παρούσα περίπτωση, τούτο διότι οι δικηγόροι Κ. Β. και Κ. Δ. του Η. Μ. - πολιτικώς ενάγοντος επεχείρησαν και συναντήθηκαν με τον μοναδικό μοχλό τους κατασκευασμένο ψευδομάρτυρα κατηγορίας Ι. Λ., διανύσαντες προς τούτο 600 χιλιόμετρα αυθημερόν, προκειμένου να μεταβούν στις φυλακές Γ.Κ.Κ. Μαλανδρίνου, η δε απόφαση και επιθυμία των παραπάνω δικηγόρων ασφαλώς δεν είναι δική τους έμπνευση και πρωτοβουλία, αλλά σίγουρα σχέδιο δράσης εκπορευόμενο από την ομάδα του Η. Μ., και έτσι αποδεικνύεται περίτρανα και η τέλεση του αδικήματος 187 Π.Κ., καθώς και όλων των άλλων που αναφέρω στην μήνυσή μου ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αμφισσας την 9-12-2002, και η συνάντηση αυτή ήταν επιθυμία των δικηγόρων του Η. Μ. και του Ι. Λ.... Από την βεβαίωση με αριθμό 9286/6-12- 2002 της φυλακής Μαλανδρίνου και σε συνδυασμό με την υπ` αριθμ. πρωτ. 9959/23-12-2002 της ίδιας φυλακής Μαλανδρίνου, σαφώς, απεριφράστως και πέραν αμφισβήτησης προκύπτει ότι οι δικηγόροι του μηνυτή Η. Μ., δηλ. οι Β. Κ. και Κ. Δ., σε συνεννόηση με τον ψευδομάρτυρα Ι. Λ. επεσκέφθηκαν τον τελευταίο εις τις φυλακές Μαλανδρίνου προκειμένου να συνεννοηθούν μετ` αυτού και να μεθοδεύσουν νέα κατάθεση κατ` εμού. Τούτο δε και πέτυχαν, δεδομένου ότι ο Ι. Λ. προσήλθε ενώπιον της 16ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών την 23-12-2002 και συνέχισε να καταθέτει αναληθείς σε σχέση με την υφ` υμών κρινόμενη υπόθεση ....". Ο εναγόμενος, τέλος, υπέβαλε την 15-1-2003, στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών το υπό την ίδια ημερομηνία Υπόμνημα, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρει για τους ενάγοντες τα εξής: "Την 5η Δεκέμβρη 2002 οι μόνιμοι δικηγόροι του Η. Μ., Β. Κ. και Κ. Δ., επισκεφθήκανε τον Ι. Λ. στις φυλακές του Μαλανδρίνου, οι οποίες απέχουν από την Αθήνα 600 χιλ. Φυσικά, κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει το περιεχόμενο της συνομιλίας τους ...".

Τα πιο πάνω, με τα οποία ο εναγόμενος εμφανίζει τους ενάγοντες δικηγόρους να ενεργούν αντιδεοντολογικά, και κατά παράβαση των ποινικών νόμων, και ειδικότερα κατά παράβαση των άρθρων 187 και 228 παράγραφος 2 Π.Κ. (εγκληματική οργάνωση και παραπλάνηση σε ψευδορκία, αντίστοιχα), ότι είναι άτομα που στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, κινούνται με παράνομες μεθόδους, όμοιες με αυτές των εγκληματικών οργανώσεων της Μαφία και της Καμόρα και ότι η συμπεριφορά τους αυτή είχε σκοπό να επηρεάσει τον μάρτυρα Ι. Λ. να καταθέσει εκ νέου εις βάρος του εναγομένου, είναι αναληθή, την αναλήθεια δε αυτή γνώριζε ο τελευταίος, εφόσον στο από 15-4-2003 ως άνω υπόμνημά του (τελευταίο), αναφέρει: "Φυσικά, κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει το περιεχόμενο της συνομιλίας τους" (των εναγόντων δηλαδή και του Ι. Λ.). Εξάλλου, το περιεχόμενο της από 23-12-2002 κατάθεσης του τελευταίου στην 16η Τακτική Ανακρίτρια, που δόθηκε μετά την επίσκεψη των εναγόντων στις φυλακές Μαλανδρίνου, την 5-12- 2002, και την συνάντησή τους με αυτόν, όσον αφορά τον εναγόμενο, δεν είναι διαφορετικό από αυτό των καταθέσεών του που έλαβαν χώρα στις 13-3-2002 και 15-3-2002, κατά την προανάκριση. Παρότι, συνεπώς, ο εναγόμενος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει το περιεχόμενο της πιο πάνω συνομιλίας, εν τούτοις συμπεριέλαβε όλα τα ανωτέρω στα αναφερόμενα έγγραφα, με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων. Πράγματι, τα γεγονότα αυτά έβλαψαν την τιμή και την υπόληψή τους, αλλά και την επαγγελματική τους υπόσταση ως δικηγόρων και προσβλήθηκε η προσωπικότητά τους, λαμβανομένου επί πλέον υπόψη ότι του περιεχομένου των εγγράφων αυτών έλαβαν γνώση οι δικαστικές αρχές, στις οποίες αυτά, κατά τα πιο πάνω, απευθύνθηκαν, προκάλεσαν δε στους ενάγοντες ηθική βλάβη, δικαιούμενοι προς αποκατάστασή της χρηματική ικανοποίηση. Περαιτέρω, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ως άνω αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που τελέστηκαν οι πιο πάνω άδικες πράξεις σε βάρος των εναγόντων, το είδος της προσβολής αυτών, τον βαθμό του πταίσματος του εναγομένου, τις επιπτώσεις που είχαν και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης των εναγόντων, ανέρχεται σε 50.000 ευρώ για τον καθένα".

Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις παραπάνω σκέψεις τους αντιστοίχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ, 361-363 του ΠΚ, καθόσον τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, της εν γνώσει δηλαδή της αναληθείας τους διαδόσεως ενώπιον τρίτων εκ μέρους του αναιρεσείοντος των εν λόγω ψευδών πραγματικών περιστατικών, με σκοπό τη βλάβη της τιμής και ατομικής και επαγγελματικής υπόστασης και υπόληψης των αναιρεσιβλήτων ως δικηγόρων, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της συκοφαντικής δυσφήμησης τρίτου και της προσβολής της προσωπικότητάς του με παράνομη και υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά δικαιολογούντα την παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων για προστασία της προσωπικότητάς τους και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τους. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, καλύπτουσα με πληρότητα και σαφήνεια χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και τον δεύτερο λόγο του προσθέτου δικογράφου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά το σκέλος των οποίων προβάλλεται η από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμός 19 και 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, αποκρούονται από το γεγονός ότι αυτός αγνοούσε την αναλήθεια των σε βάρος τους εγγράφως διατυπωθέντων ισχυρισμών του, κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, και ανεξάρτητα του ότι κατά τα προεκτεθέντα το από τις αποδείξεις εξαχθέν πόρισμα εκτίθεται με πληρότητα σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση, από την επίκλησή τους εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997 και ΑΠ 1933/2006). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Με τον τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την επίκληση ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο Εφετείο με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων έφεσης, ότι έχει αρθεί ο οποιοσδήποτε παράνομος χαρακτήρας της ένδικης συμπεριφοράς του καθόσον "προέβη στις ένδικες σε βάρος των αναιρεσειόντων διαδόσεις και κρίσεις αγωνιζόμενος για την υπεράσπιση της προσωπικής ελευθερίας του κατά της σκευωρίας των Μ. - Λ.". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον τον παραπάνω ισχυρισμό, που αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, τον απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμο το Εφετείο, με την παραδοχή της απόδειξης γεγονότων καταλυτικών αυτών που συγκροτούν τον εν λόγω ισχυρισμό συνισταμένων στο ότι "ο ενιστάμενος-αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθεια των όσων ισχυρίσθηκε για τους αναιρεσείοντες" και αποκλειόντων συνακολούθως την ευδοκίμηση του προβληθέντος ισχυρισμού. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, υπό την εκδοχή της πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο με τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές του κατά τη σιωπηρή (εκ του πράγματος) με σαφή τρόπο απόρριψή του ίδιου ισχυρισμού δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 του ΑΚ, 361, 363, 367 του ΠΚ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως η αγωγή. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ` έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.ΑΠ 1/1999). Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος. Από δε τον συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και επανάκριση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία όμως δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1573/2006 και 194/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση που αναφέρεται στην πρώτη σκέψη της παρούσας και να απορρίψει την έφεση του αναιρεσείοντος, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και τα αφορώντα στον Ι. Λ. από 13.3.02, 15.3.02, 31.10.02 και 23.12.02 έγγραφα τα οποία χρησιμοποίησε για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης απόφασής του και επομένως, εφόσον η τελευταία δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα αλλά προέβη σε συνεκτίμηση αυτού με τα λοιπά προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος ως άνω λόγος με τον οποίο, υπό την επίκληση της παραμόρφωσης των παραπάνω εγγράφων, πλήττεται η αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού η τελευταία, ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγμάτων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (αρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι συνάγεται εξώδικη, κατ` άρθρο 352 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ, ομολογία διαδίκου από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 297/09, ΑΠ 815/09), ούτε δημιουργείται αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση β` του ΚΠολΔ, όταν η συναγόμενη εξώδικη ομολογία χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα του Δικαστηρίου που σχετίζεται με την ουσιαστική εκτίμηση από αυτό των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την επί της ουσίας παραδοχή του ότι "... τα πιο πάνω είναι αναληθή, την αναλήθεια δε αυτών γνώριζε ο αναιρεσείων εφόσον στο από 15.1.2003 ως άνω υπόμνημά του αναφέρει: Φυσικά κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει το περιεχόμενο της συνομιλίας των αναιρεσιβλήτων και του Ι. Λ.", δεν υπέπεσε στην αντίστοιχη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση β` του ΚΠολΔ, δηλονότι της παρά το νόμο λήψης υπόψη εξώδικης ομολογίας που δεν προσκομίστηκε, εφόσον η τελευταία προέκυψε κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση από το Εφετείο του περιεχομένου του από 15.1.2003 υπομνήματος που προσκόμισε ο αναιρεσείων για τη συναγωγή αντίστοιχου επιχειρήματος. Επομένως, ο πρώτος σχετικός λόγος του προσθέτου δικογράφου κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου κυρίου ή προσθέτου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν` απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο (Β. Κ.).
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-2-07 και με αριθμ. καταθ. 290/08 αίτηση και τους από 29.12.08 και με αριθμ. κατ. 290/-08 προσθέτους λόγους αναίρεσης της 4678/07 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσίβλητου (Κ. Δ.) από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis