Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Ατελής επιταγή, πλαστογραφία, ενστάσεις.

Περίληψη.  Ατελής επιταγή. Η επιταγή μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία, εφόσον φέρει απλή υπογραφή του εκδότη, με την πρόθεση να δημιουργηθεί ηθελημένα ατελής επιταγή, η οποία όμως μπορεί να συμπληρωθεί με βάση την συμφωνία που έγινε με τον λήπτη. Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής δεν αποτελεί πλαστογράφηση αυτής. Τέτοια πλαστογράφηση υπάρχει, αν συμπληρωθεί ατελής επιταγή, για την οποία δεν υπάρχει συμφωνία για τη συμπλήρωσή της. Προσωπικές ενστάσεις. Τα από την επιταγή εναγόμενα πρόσωπα δεν μπορούν ν’ αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις, που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, εκτός αν ο κομιστής, κατά την απόκτηση της επιταγής, ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη. Στον κανόνα του απαραδέκτου των ενστάσεων αυτών που ευθύνονται από επιταγή κατά του κομιστή αυτής, δεν περιλαμβάνονται οι απόλυτες ενστάσεις, οι οποίες δεν στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις του εναγόμενου μετά του εκδότη ή των προηγουμένων κομιστών.

Τέτοια είναι και η ένσταση πλαστογραφίας, η οποία προτείνεται κατά παντός κομιστή, έστω και καλής πίστεως. Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής δεν αποτελεί πλαστογράφησή της και επομένως δεν μπορεί να προταθεί κατά παντός κομιστή. Κατά του κομιστή της επιταγής στην περίπτωση αυτή μπορεί να αντιταχθεί από τον εκδότη αυτής η ένσταση της αντισυμβατικής συμπλήρωσης των ελλειπόντων στοιχείων, με την σαφή προϋπόθεση ότι αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή εάν διέπραξε κατά την απόκτησή της βαρύ πταίσμα. Σφάλμα του Εφετείου που έκρινε ότι η υποβληθείσα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ένσταση συνιστούσε αυτή της πλαστογραφίας της επίδικης λευκής επιταγής, δυνάμενη να προβληθεί κατά παντός τρίτου κομιστή, ενώ επρόκειτο για ένσταση αντισυμβατικής συμπλήρωσης των ελλειπόντων στοιχείων της επιταγής αυτής, η οποία μπορούσε να αντιταχθεί κατά της κομίστριας αναιρεσείουσας υπό την προϋπόθεση ότι αυτή απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή εάν διέπραξε κατά την απόκτησή της βαρύ πταίσμα. Αναιρεί την υπ` αριθ. 17/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Παραπέμπει.  
Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α1,  544/ 2015

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη-Εισηγητή (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", εάν επιταγή ατελής κατά την έκδοση συμπληρώθηκε εναντίον αυτών που συμφωνήθηκαν, η μη τήρηση των συμφωνιών αυτών δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του κομιστή, εκτός αν αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή αν κατά την κτήση της διέπραξε βαρύ πταίσμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επιταγή μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία, εφόσον φέρει απλή υπογραφή του εκδότη, με την πρόθεση να δημιουργηθεί θεληματικά ατελής επιταγή, η οποία όμως μπορεί να συμπληρωθεί με βάση την συμφωνία που έγινε με τον λήπτη. Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής, που μπορεί να είναι και σιωπηρή, τεκμαιρόμενη μάλιστα σε περίπτωση που αφέθηκε σε αυτήν (επιταγή) συγκεκριμένο κενό προφανώς με σκοπό μεταγενέστερης συμπλήρωσής της, δεν αποτελεί πλαστογράφηση αυτής. Τέτοια υπάρχει, αν συμπληρωθεί ατελής επιταγή, για την οποία δεν υπάρχει συμφωνία για τη συμπλήρωσή της (ΑΠ 738/2006). ΄
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", τα από την επιταγή εναγόμενα πρόσωπα δεν μπορούν ν’ αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις, που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, εκτός αν ο κομιστής, κατά την απόκτηση της επιταγής, ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη. Στον παραπάνω όμως κανόνα του απαραδέκτου των ενστάσεων αυτών που ευθύνονται από επιταγή κατά του κομιστή αυτής, δεν περιλαμβάνονται οι λεγόμενες απόλυτες ενστάσεις, οι οποίες δεν στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις του εναγόμενου μετά του εκδότη ή των προηγουμένων κομιστών. Τέτοια δε είναι και η ένσταση πλαστογραφίας, η οποία προτείνεται κατά παντός κομιστή, έστω και καλής πίστεως. Όμως, κατά τα προεκτεθέντα, η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής δεν αποτελεί πλαστογράφησή της και επομένως δεν μπορεί να προταθεί κατά παντός κομιστή. Κατά του κομιστή της επιταγής στην περίπτωση αυτή μπορεί να αντιταχθεί από τον εκδότη αυτής η ένσταση της αντισυμβατικής συμπλήρωσης των ελλειπόντων στοιχείων, με την σαφή προϋπόθεση ότι αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή εάν διέπραξε κατά την απόκτησή της βαρύ πταίσμα (ΑΠ 738/2006, ΑΠ 1202/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ο αναιρεσίβλητος (ανακόπτων) επεδίωκε με την από 28- 07-2009 ανακοπή του την ακύρωση της υπ` αριθ. 532/2009 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, ισχυριζόμενος ειδικότερα με τον πρώτο λόγο αυτής, ότι η τραπεζική επιταγή με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής είναι πλαστή, διότι την επιταγή αυτή, παρέδωσε, μεταξύ άλλων, στον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας με την επωνυμία "...........", δυνάμει του μεταξύ τους από 20-10-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, λευκή, ήτοι μόνο με την υπογραφή του και ασυμπλήρωτη καθ` όλα τα υπόλοιπα στοιχεία, ως εγγύηση για την εκτέλεση της πώλησης προς αυτόν μηχανημάτων (προκαταβολή τιμήματος), η οποία ματαιώθηκε από δική της υπαιτιότητα, αλλά παρόλα αυτά, εν αγνοία του, και χωρίς τη συναίνεσή του, ούτε την εκ των υστέρων έγκρισή του, προέβη ο νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρείας στη συμπλήρωση της επιταγής κατά το ποσό, την ημερομηνία έκδοσης και τον δικαιούχο αυτής, κατά παράβαση σαφούς όρου της μεταξύ τους σύμβασης, ως προς την συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων της επιταγής, και στην συνέχεια, την μεταβίβασε λόγω ενεχύρου στην αναιρεσείουσα (καθής η ανακοπή) τράπεζα, η οποία επεδίωξε και πέτυχε την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής. Επί της εν λόγω ανακοπής, εκδόθηκε, η υπ` αριθ. 30/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία, κατά παραδοχή του ως άνω πρώτου λόγου της ανακοπής, και ειδικότερα ότι η ως άνω ένδικη τραπεζική επιταγή είναι πλαστή, ακύρωσε την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, βάσει της οποίας εκδόθηκε αυτή. Επί της ασκηθείσης από την αναιρεσείουσα (καθής η ανακοπή) από 28-02-2012 εφέσεως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 17/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, με κατ` ουσίαν παραδοχή επί του ως άνω λόγου της ανακοπής κρίση, και αντίστοιχη απόρριψη του σχετικού λόγου της έφεσης, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατά το μέρος που ενδιαφέρουν εν προκειμένω: "Ο ανακόπτων (αναιρεσίβλητος) εξέδωσε στην Κέρκυρα μία επιταγή, με βάση την οποία εκδόθηκε η υπ` αριθ. 532/2009 διαταγή πληρωμής με αίτηση της καθής (αναιρεσείουσας), η οποία την απέκτησε από την εδρεύουσα στο Αίγιο Κορινθίας ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." με οπισθογράφηση της τελευταίας προς αυτήν λόγω ενεχύρου. Ο ανακόπτων είχε μακροχρόνια εμπορική συνεργασία με την ως άνω εταιρία, καθώς η τελευταία τον προμήθευε με φωτογραφικά είδη, αναλώσιμα και εξοπλισμό εκτύπωσης φωτογραφιών. Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, τον Οκτώβριο του έτους 2008, ο ανακόπτων συμφώνησε με το νόμιμο εκπρόσωπό της, να του προμηθεύσει η εταιρία μηχανήματα εκτύπωσης φωτογραφιών, παραδοτέα μέχρι τα τέλη του μηνός Ιανουαρίου 2009 και αξίας περίπου 130.000 ευρώ, συντάχθηκε δε για την παραγγελία αυτή το υπ` αριθ. Ζ202/30-5-2008 δελτίο παραγγελίας για τα ως άνω μηχανήματα, με αναγραφόμενη αξία το ποσό των 130.000 ευρώ περίπου, δεδομένου ότι δεν γνώριζε η προμηθεύτρια εταιρία το ακριβές ποσό του τιμήματος, αφού και εκείνη θα τα προμηθευόταν από την κατασκευάστρια εταιρία. Η εταιρία, προκειμένου να προχωρήσει στην παραγγελία αυτή και να παραδώσει τα μηχανήματα στον ανακόπτοντα σε εκτέλεση της σύμβασης, ζήτησε δια του νομίμου εκπροσώπου της, ως εγγύηση καλής εκτέλεσης της σύμβασης, να του παραδώσει ο ανακόπτων για λογαριασμό της εταιρίας, επιταγές έναντι της αξίας των παραγγελθέντων μηχανημάτων, οι οποίες θα ήταν λευκές ως προς τα ποσά και τις ημερομηνίες, με τη συμφωνία να συμπληρωθούν μόνο από τον ίδιο τον ανακόπτοντα όταν αυτή θα του παρέδιδε τα μηχανήματα στο συμφωνηθέντα χρόνο (μέχρι τέλη Ιανουαρίου 2009) και σε πλήρη λειτουργία και σε περίπτωση μη παράδοσης, η εταιρία, που, κατά τη συμφωνία τους δεν είχε δικαίωμα να συμπληρώσει και κυκλοφορήσει τις επιταγές σε καμία περίπτωση, και μάλιστα εξ αρχής, όφειλε να του επιστρέψει τα σώματα των επιταγών. Η συμφωνία αυτή καταρτίσθηκε εγγράφως με το από 20-10-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό. Ο ανακόπτων, σε εκτέλεση της άνω συμφωνίας εξέδωσε για την ως άνω αιτία, μεταξύ άλλων επιταγών, και την με αριθ. ... επιταγή (επίδικη), που ήταν πληρωτέα στην καθής και από τον παρ` αυτής τηρούμενο με αριθ. ... λογαριασμό του και την παρέδωσε στην προμηθεύτρια εταιρία λευκή, ήτοι φέρουσα μόνον την υπογραφή του, χωρίς να έχουν συμπληρωθεί τα λοιπά απαραίτητα στοιχεία, ήτοι ο δικαιούχος, το ποσό και η ημεροχρονολογία έκδοσης, όπως άλλωστε είχαν συμφωνήσει, η εταιρία δε παρέλαβε τις επιταγές και μεταξύ αυτών και την επίδικη. Τον Ιανουάριο όμως του έτους 2009 του γνωστοποίησε εγγράφως, με την από 9-1-2009 επιστολή της, ότι αδυνατούσε να εκτελέσει την παραπάνω παραγγελία, δηλαδή να του παραδώσει τα μηχανήματα, που είχαν συμφωνήσει. Η αδυναμία αυτή οφειλόταν σε σοβαρά οικονομικά της προβλήματα, τα οποία αγνοούσε ο ανακόπτων. Μετά από τη γνωστοποίηση για ακύρωση της παραγγελίας, ο ανακόπτων ζήτησε τα σώματα των παραδοθέντων, μεταξύ των οποίων και της επίδικης, επιταγών, αφού δεν υπήρχε πλέον αιτία για να τις κατέχει η εταιρία. Η τελευταία όμως, ουδέποτε του επέστρεψε τα σώματα γιατί τα είχε εξ αρχής μεταβιβάσει στην καθής, η οποία του είχε εξοφλήσει τις επιταγές και μεταξύ αυτών την ένδικη, καταβάλλοντας σ` αυτήν το ποσό των 17.815 ευρώ. Το ποσό αυτό είχε συμπληρωθεί εκ των υστέρων και εν αγνοία του ανακόπτοντος, όπως και όλα τα λοιπά στοιχεία. Η καθής όμως, αμέσως μετά την ματαίωση της ως άνω πώλησης, ήτοι τον Ιανουάριο 2000 είχε ενημερωθεί από τον ανακόπτοντα με τις από 14-1-2009 και 17-1- 2009 εξωδίκους που αυτός είχε κοινοποιήσει προς την εταιρία "...", που κοινοποιήθηκαν και στην ίδια, ότι είχε ματαιωθεί η αιτία για την οποία είχαν εκδοθεί και παραδοθεί σ` αυτήν και τις ανακάλεσε. Η καθής όμως, που είχε καταβάλει στην κομίστρια εταιρία το ως άνω ποσό της επιταγής όπως και τα ποσά των άλλων επιταγών του ανακόπτοντος εκδοθέντων για τους προαναφερόμενους λόγους και υπό τους ίδιους ως άνω όρους, αδιαφόρησε και εμφάνισε εμπρόθεσμα σύμφωνα με την αναγραφόμενη σ` αυτήν ημερομηνία, προς πληρωμή, πλην όμως δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησής της από τον ανακόπτοντα. Τη μη πληρωμή η καθής βεβαίωσε επί του σώματος αυτής, λόγω ανάκλησης που ισοδυναμούσε με έλλειψη επαρκούς υπολοίπου και στη συνέχεια προέβη με βάση αυτή σε κατάθεση αίτησης κατά του ανακόπτοντος και των λοιπών στην αίτηση αναφερομένων προς έκδοση διαταγής πληρωμής και εκδόθηκε επ` αυτής η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής. Εξ όλων των παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι η εταιρία "...", είχε συμπληρώσει την επιταγή αμέσως μόλις την παρέλαβε από τον ανακόπτοντα και παρά τα όσα είχαν συμφωνήσει εγγράφως δυνάμει του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού και ειδικότερα συμπλήρωσε αυτήν κατά ποσό, ημερομηνία έκδοσης και την ίδια ως δικαιούχο εν αγνοία του ανακόπτοντος και χωρίς αυτή να έχει εκτελέσει την παραγγελία των φωτογραφικών μηχανημάτων και να του παραδώσει αυτά, ήτοι παρά τη μη εκτέλεση της ως άνω συναλλαγής (αγοράς φωτογραφικών μηχανημάτων) και της παρέδωσε άμεσα στην καθής λόγω ενεχύρου, η οποία την προεξόφλησε, στη συνέχεια δε η καθής εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή, παρά το ότι την είχε ειδοποιήσει ο ανακόπτων ότι εξέλιπε πλέον η αιτία για την οποία την είχε παραδώσει στην εταιρία και δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης. Η συμπλήρωση αυτή, της ένδικης επιταγής από την εταιρία "..." παρά την ύπαρξη της ανωτέρω έγγραφης συμφωνίας μεταξύ αυτής και του ανακόπτοντος και παρά την ματαίωση της μεταξύ τους καταρτισθείσης σύμβασης αγοραπωλησίας, και επί πλέον, της ειδικής συμφωνίας ότι σε καμία περίπτωση η εταιρία θα είχε δικαίωμα να συμπληρώσει την επιταγή (όπως και τις άλλες παραδοθείσες) κατά τα ελλείποντα στοιχεία παρά μόνο ο ανακόπτων και ότι δεν θα την κυκλοφορούσε (μεταβίβαζε) αυτή, παρά μόνο μετά την παράδοση σ` αυτόν (ανακόπτοντα) και σε πλήρη λειτουργία των παραγγελθέντων μηχανημάτων, αποτελεί νόθευση του εν λόγω αξιογράφου, ήτοι πλαστογραφία, αφού η συμπλήρωση έγινε εν αγνοία και παρά την θέληση του ανακόπτοντος, με δόλο που κατέτεινε στο να εισπράξει η φερόμενη ως δικαιούχος εταιρία, το ποσό της επιταγής, εν γνώσει της ότι δεν είχε δικαίωμα προς τούτο αφού δεν παρέδωσε στον ανακόπτοντα τα παραγγελθέντα είδη. Συγκεκριμένα, η πλαστογράφηση τελέστηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας και αφορούσε τη συμπλήρωση του ονόματος του δικαιούχου της επιταγής, το ποσό και την ημερομηνία έκδοσης. Στην ίδια πράξη προέβη ο τελευταίος, όπως ήδη ειπώθηκε, και για άλλες επιταγές πελατών της εταιρίας αυτής, ενώ τελούσε σε γνώση της πολύ κακής οικονομικής κατάστασης της εταιρίας και ότι δεν θα παραδώσει προϊόντα σε πελάτες ... . Κατά συνέπεια, τα υποστηριζόμενα υπό της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας), ότι ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος περί συμπλήρωσης των επιταγών εσφαλμένα χαρακτηρίστηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ως ένσταση πλαστότητας και ότι αποτελούσε μόνο ένσταση περί συμπληρώσεως εναντίον των συμφωνιών και συγκεκριμένα την ένσταση της συμπλήρωση της επιταγής, κατά παράβαση της μεταξύ τους ως άνω συμφωνίας, ήτοι του ανακόπτοντος και της εταιρίας "...", η οποία δεν μπορεί να προβληθεί κατά παντός τρίτου και κατά συνέπεια και σε βάρος της ως κομίστριας της ένδικης επιταγής εφόσον δεν επικαλείται ο ανακόπτων ότι ήταν κακής πίστεως ή ότι διέπραξε κατά την κτήση των επιταγών βαρύ πταίσμα, είναι αβάσιμα και απορριπτέα". Με βάση τις άνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η υποβληθείσα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ένσταση συνιστούσε τοιαύτη πλαστογραφίας της επίδικης λευκής επιταγής, δυνάμενη να προβληθεί κατά παντός τρίτου κομιστή και εν προκειμένω της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την βασιμότητα του άνω λόγου της ανακοπής και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε ακυρώσει κατόπιν αυτού την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 13 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν δικαιολογούσαν πλαστογραφία της ένδικης επιταγής η οποία μπορούσε να θεμελιώσει ένσταση απόλυτης ακυρότητας δυνάμενη να προβληθεί κατά παντός τρίτου κομιστή, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του ίδιου ως άνω νόμου, αλλά ένσταση αντισυμβατικής συμπλήρωσης των ελλειπόντων στοιχείων της επιταγής αυτής, η οποία μπορούσε να αντιταχθεί κατά της κομίστριας αυτής αναιρεσείουσας υπό την προϋπόθεση ότι αυτή απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή εάν διέπραξε κατά την απόκτησή της βαρύ πταίσμα. Ειδικότερα, δεν δικαιολογούσαν την παραδοχή του ως άνω λόγου της ανακοπής, οι παραδοχές της αναιρεσιβαλομένης, ότι η συμπλήρωση της ένδικης επιταγής από το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας "...", που ενεργούσε για λογαριασμό της, έγινε, παρά την ύπαρξη της έγγραφης συμφωνίας μεταξύ της εταιρίας αυτής και του ανακόπτοντος και παρά την ματαίωση της μεταξύ τους καταρτισθείσης σύμβασης αγοραπωλησίας, και επί πλέον, της ειδικής συμφωνίας ότι σε καμία περίπτωση η εταιρία θα είχε δικαίωμα να συμπληρώσει την επιταγή κατά τα ελλείποντα στοιχεία παρά μόνο ο ανακόπτων και ότι δεν θα την κυκλοφορούσε (μεταβίβαζε) αυτή, παρά μόνο μετά την παράδοση σ` αυτόν (ανακόπτοντα) και σε πλήρη λειτουργία των παραγγελθέντων μηχανημάτων, καθόσον οι παραδοχές αυτές συνιστούσαν μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της επίδικης λευκής επιταγής και δεν αποτελούσαν πλαστογράφηση αυτής, η οποία υπάρχει κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, μόνο αν συμπληρωθεί ατελής επιταγή, για την οποία δεν υπάρχει συμφωνία για τη συμπλήρωσή της. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την παραδοχή του παραπάνω λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει και τους λοιπούς, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 17/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου ως άνω Εφετείου που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθ. 17/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

1 σχόλιο:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

"Από την διάταξη της παραγ.1 του άρθρου 216 του Π.Κ, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει άλλον με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Διαπράττεται δε πλαστογραφία με την ειδικότερη μορφή της νόθευσης εγγράφου, στην περίπτωση συμπλήρωσης από τον λήπτη λευκής επιταγής, με περιεχόμενο αντίθετο ή διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά με τον εκδότη (Α.Π. 1224/2001 Ποιν. Χρον. ΝΒ 426, Α.Π. 280/2002 Ποιν Λογ. 2002/226), ενώ η περίπτωση της συμπλήρωσης επιταγής που φέρει μόνο την υπογραφή του εκδότη, δια καταχρήσεως εν λευκώ τεθείσης υπογραφής του, θεωρείται ως κατάρτιση πλαστού εγγράφου, εφόσον βεβαίως συντρέχουν και τα λοιπά στοιχεία της ποινικής υπόστασης του άρθρου 216 παρ. 1 του Π.Κ. Διότι στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται έγγραφο, αφού το χαρτί της λευκής επιταγής, δεν ενσωματώνει εξωτερίκευση ανθρώπινης σκέψης (Α.Π. 662/2001)". Ομοίως και ΑΠ 228/ 2013.
Γίνεται δεκτό από τον καθηγητή Ι. Μάρκου "...παρά την γενόμενη αντισυμβατική συμπλήρωση, υφίσταται η εκ μέρους του εκδότη προς τα έξω εξουσία (εξουσιοδότηση) προς συμπλήρωση του εγγράφου της επιταγής, δηλαδή η εξουσιοδότηση όπως ο λήπτης ή ο τρίτος κομιστής συμπληρώσει την επί του τίτλου δήλωση στο όνομα του εκδότη, και αφ' ετέρου ότι προϋπόθεση για την νόθευση του εγγράφου είναι η προηγουμένη συμπλήρωση του ως εγγράφου, η οποία στην επιταγή αυτή γίνεται από τον λήπτη. Λόγω της ως άνω εξουσιοδότησης του εκδότη, με την εκ μέρους του λήπτη αντισυμβατική συμπλήρωση της λευκής επιταγής, δεν προσβάλλεται η ασφάλεια των εγγράφων συναλλαγών, την οποία προστατεύει η ΠΚ 216, πιθανόν όμως με αυτήν να προσβάλλεται η εκ μέρους του εκδότη δοθείσα στον λήπτη εμπιστοσύνη και η εξ αυτής δημιουργηθείσα μεταξύ των μερών ενοχική δέσμευση ή να γίνεται κακή χρήση της δοθείσας εξουσίας προς συμπλήρωση" (Δίκαιο της επιταγής, 2012, σελ. 197). Δηλαδή κατά την άποψη αυτή το πρόβλημα υπάρχει έναντι τρίτων, στις σχέσεις όμως μεταξύ εκδότη και λήπτη; Βάσει του Ακυρωτικό η ΠΚ 216 προστατεύει την ασφάλεια και την εγκυρότητα των συναλλαγών, επομένως με την αποψη του Μάρκου ο εκδότης μένει απροστάτευτος, ποινικά, έναντι του νοθευτή λήπτη!

Addthis