Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Προσωπικά δεδομένα, δικηγόροι.

Περίληψη. Παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα Ποινική ευθύνη. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Έννοια επεξεργασίας και έννοια αρχείου. Αρχεία κρυφά που δεν έχουν δημοσιοποιηθεί και δημοσιοποιημένα αρχεία. Για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος τα αρχεία απαιτείται να είναι κρυφά και να μην έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί, άλλως δεν πληρούται η υπόσταση του εγκλήματος. Πραγματικά περιστατικά. Δικηγόροι και παραβίαση προσωπικών δεδομένων από στο πλαίσιο δίκης. Δημοσιοποίηση κλητηρίου θεσπίσματος. Αθώωση του κατηγορουμένου δικηγόρου για την ως άνω πράξη, αφού αφ’ ενός ο επίδικος ισχυρισμός του αναφέρεται σε αληθινό γεγονός (κλητήριο θέσπισμα με συγκεκριμένες κατηγορίες) και αφ’ ετέρου η δημοσιοποίηση του κλητηρίου θεσπίσματος αφορούσε στην ουσία δημοσιοποίηση ήδη δημοσιοποιημένων προσωπικών δεδομένων. Βλ. αντίθετη εισαγγελική πρόταση. 
  
Τριμελές Εφετείο Πατρών 837/ 2013.

Πρόεδρος Ε. Κοτσομύτη, Προεδρεύουσα Εφέτης Μέλη Ε. Κασιαλμά, Μ. Γαϊτάνη. Εισαγγελέας Γ. Μπισμπίκης, Αντεισαγγελέας.

Η μη γενομένη δεκτή εισαγγελική πρόταση έχει ως εξής:
Η κατηγορία συνίσταται στο εξής: Ο κατηγορούμενος, δικηγόρος στο επάγγελμα, κατά την αντιδικία του με τον εγκαλούντα επί αστικής φύσεως διαφοράς, εξήγαγε με αδιαφανή τρόπο από ποινική δικογραφία, που βρισκόταν σε γραφείο της Εισαγγελίας Εφετών Πατρών, αντίγραφο κλητηρίου θεσπίσματος δυνάμει του οποίου παραπεμπόταν ο τελευταίος ενώπιον του Μον/λούς Εφετείου Κακ/των Πατρών για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, το οποίο ακολούθως χρησιμοποίησε σε διαδοχικές δίκες που είχαν διανοίγει μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος, προκειμένου να καταδείξει ότι ο τελευταίος δεν ήταν κάποιος αδαής από συναλλαγές άνθρωπος, όπως ο τελευταίος διατεινόταν προς θεμελίωση του ισχυρισμού του ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύθηκε την απειρία του κατά την κατάρτιση μεταξύ τους συμβάσεως σχετικά με το ύψος της αμοιβής του κατηγορουμένου από τον χειρισμό αστικής φύσεως υποθέσεως, αλλά ένας εγκληματίας που γνώριζε καλά πώς να προφυλάσσει τον εαυτό του στις συναλλαγές του με τρίτους και συγκεκριμένα είτε χρησιμοποίησε αυτό, αφού το αναπαρήγαγε, την 14.2.2008 ενώπιον του Εφετείου Πατρών, με τις προτάσεις-προσθήκη-αντίκρουση που υπέβαλε κατά τη συζήτηση της αριθμ...72007 έφεσης του κατά της αριθμ. .../2007 απόφασης του Μον. Πρωτ. Αγρινίου, είτε ανέφερε ολόκληρο το περιεχόμενο αυτού τόσο την 4.6.2008 με την κατάθεση της με αριθμ. .../2008 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της προαναφερομένης εφετειακής αποφάσεως όσο και την 5.6.2008 με την κατάθεση της αιτήσεως αναστολής της αποφάσεως αυτής. Προς αντίκρουση δε της κατηγορίας ότι επενέβη σε αρχείο παρανόμως και ακολούθως επεξεργάστηκε χωρίς δικαίωμα τα προερχόμενα από αυτό ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, όπως είναι η ποινική δίωξη σε βάρος κάποιου για αξιόποινη πράξη, ο κατηγορούμενος προέβαλε τον ισχυρισμό ότι στην προκειμένη υπόθεση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής ο Ν 2472/1997, για τον απλό λόγο ότι η εκκρεμής ως άνω ποινική δικογραφία δεν είναι αρχείο, όπως άλλωστε παγίως αποδέχεται η νομολογία και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (προσκομίζει σχετικές αποφάσεις). Και είναι αλήθεια ότι η λειτουργία της έννοιας «αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη δομή του Ν 2472/1997, λειτουργώντας ως πύλη εισόδου στο ρυθμιστικό πεδίο του ανωτέρω νόμου (βλ. Γ. Νούσκαλη, Ποινική προστασία προσωπικών δεδομένων, εκδ. 2005 σελ. 64). Αλήθεια είναι επίσης ότι τόσο η νομολογία όσο και η προαναφερομένη Αρχή διά της αριθμ. 147/2001 αποφάσεως της συγκλίνουν στην παραδοχή ότι η εκκρεμής ποινική δικογραφία δεν συνιστά αρχείο. Η Αρχή όμως με την ανωτέρω απόφαση της εννόησε τούτο για να διευκρινίσει ότι αρμοδιότητα για τη συλλογή και χρήση προσωπικών δεδομένων έχουν μόνο οι εισαγγελικές και δικαστικές αρχές και, περαιτέρω, ότι η παραδοχή αυτή δεν σημαίνει ότι είναι ελεύθερα ανακοινώσιμη κάθε πληροφορία που βρίσκεται στην ποινική δικογραφία (Βλ. Νούσκαλη, σελ. 65). Υπόρρητα η Αρχή με το τελευταίο θέλησε να επισημάνει ότι ο εισαγγελικός ή δικαστικός λειτουργός ως υπεύθυνος επεξεργασίας θα έπρεπε ν` αποφανθεί επί αιτήματος λήψεως πληροφορίας από την εκκρεμή ποινική δικογραφία στα πλαίσια του άρθρου 147 ΚΠΔ. Στην προκειμένη όμως περίπτωση προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν απευθύνθηκε σε εισαγγελικό λειτουργό για την έγκριση λήψεως αντιγράφου του επίμαχου κλητηρίου θεσπίσματος, αλλά επί πλέον σχημάτισε ο ίδιος νέο αρχείο με αντίγραφα του ανωτέρω κλητηρίου θεσπίσματος και ακολούθως επεμβαίνοντας επ` αυτού ως υπεύθυνος επεξεργασίας (βλ. σχετ. για τη δυνατότητα επέμβασης σε αρχείο από τον ίδιο τον υπεύθυνο επεξεργασίας σε Νούσκαλη, σελ. 75) είτε έκανε χρήση του αναπαραχθέντος εγγράφου του κλητηρίου θεσπίσματος είτε ανακοίνωσε, κατέστησε προσιτό, ολόκληρο το περιεχόμενο του τελευταίου ανακοινώνοντας τα εις αυτό περιεχόμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στα ανωτέρω δικαστήρια. Δηλαδή και παράνομα επενέβη σε αρχείο ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, το οποίο σχημάτισε παρανόμως, αφού δεν ζήτησε άδεια της Αρχής, και, ακολούθως, παράνομα επεξεργάστηκε αυτά ως ανωτέρω (Βλ. σχετ. την αριθμ. 38/2004 απόφαση της Αρχής σε Νούσκαλη, σελ. 190 επ.).
Με βάση λοιπόν τα παραπάνω καθίσταται αβάσιμος κατ` ουσίαν ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν έλαβε γνώση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων από αρχείο. Στο σημείο δε αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι ακόμη και νομίμως, δηλ. κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, να ελάμβανε γνώση ο κατηγορούμενος της παραπομπής του εγκαλούντος για την κακουργηματική πράξη της διακίνησης ναρκωτικών, τούτο δεν θα καθιστούσε άνευ ετέρου νόμιμη και την περαιτέρω δημοσιοποίηση των ανωτέρω δεδομένων, αλλά θα συνέβαινε αυτό μόνο υπό τους όρους των άρθρων 7 και 7Α του Ν 2472/1997. Ούτε όμως και οι όροι αυτοί συνέτρεχαν εν προκειμένω, διότι η επεξεργασία των παραπάνω ευαίσθητων δεδομένων δεν ήταν αναγκαία για την υπεράσπιση δικαιώματος του κατηγορουμένου στα δικαστήρια που χρησιμοποίησε αυτά, δεδομένου ότι θα μπορούσε για την ικανοποίηση του σκοπού αυτού να χρησιμοποιήσει ηπιότερα μέσα (βλ. Ι. Ιγγλεζάκη, Ευαίσθητα Προσωπικά Δεδομένα, σελ. 228 επ.), ήτοι αναφέροντας άλλο τρόπο καταδείξεως της πείρας του εγκαλούντος από συναλλαγές τέτοιου είδους, όπως για παράδειγμα το είδος του επαγγέλματος που ασκούσε, το μορφωτικό του επίπεδο, την εμπειρία του από τον τρόπο αμοιβής των δικηγόρων κατά την ανάθεση σ` αυτούς παρόμοιων υποθέσεων. Ούτε λοιπόν και υπό την οπτική της με δικαίωμα επεξεργασίας λειτούργησε ο κατηγορούμενος και θα πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις αφενός της παράνομης επέμβασης σε αρχείο, που ο ίδιος σχημάτισε, και αφετέρου της παράνομης επεξεργασίας των εις αυτό περιεχομένων ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων.

Η απόφαση έχει ως εξής:

Κατά το άρθρο 22 παρ. 2, 4, 6 του Ν 2472/1997:1) όποιος, κατά παράβαση του άρθρου 7 του παρόντος νόμου, διατηρεί αρχείο χωρίς την άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της αδείας της Αρχής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως πέντε (5.000.000) δραχμών (παρ. 2), 2) όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει, με οποιονδήποτε τρόπο, σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου, έως δέκα εκατομμυρίων, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις (παρ. 4) και 3) αν ο υπαίτιος των πράξεων των παρ. 1 έως και 5 του παρόντος άρθρου είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να Βλάψει τρίτον, επιβάλλεται κάθειρξη έως 10 ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων δραχμών έως δέκα εκατομμυρίων δραχμών (παρ. 6). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 εδ. α`, β`, γ` και δ` του αυτού νόμου: α) δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συνιστά κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων, β) ευαίσθητα δεδομένα είναι αυτά που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, γ) υποκείμενο των δεδομένων είναι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική. Βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική και δ) αποδέκτης είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι. 
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο Ν 2472/1997 τιμωρεί μόνο, έστω και αν δεν εκφράζεται με σαφήνεια, την παραβίαση του απορρήτου της ιδιωτικής ζωής, δηλαδή μόνο τις επεμβάσεις σε αρχεία που είναι κρυφά και δεν έχουν δημοσιοποιηθεί και την επεξεργασία, μετάδοση, ανακοίνωση, γνωστοποίηση σε τρίτους κ.λπ. δεδομένων που είναι κρυφά και δεν έχουν δημοσιοποιηθεί. Η ύπαρξη αρχείου και μάλιστα κρυφού και η ύπαρξη κρυφών (μη δημοσιοποιημένων) προσωπικών δεδομένων είναι οι βασικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν 2472/1997, οι οποίες διαγράφουν και τα όρια του ρυθμιστικού πλαισίου, της περιοχής ισχύος, του πεδίου εφαρμογής του νόμου, ο οποίος θεωρεί ότι άξια ποινικού κολασμού είναι η επεξεργασία των κρυφών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ακολουθεί την επέμβαση σε κρυφό αρχείο. Οσο η ιδιωτική ζωή είναι απόρρητη είναι άξια προστασίας - αντίθετα, όταν πλέον έχει ευρέως δημοσιοποιηθεί στον κοινωνικό περίγυρο, η προσβολή είναι ήδη ολοκληρωμένη και παύει να είναι άξια προστασίας κατά το Ν 2472/1997. Αλλωστε, και οι διατάξεις του ΚΠΔ και του ΚΠολΔ που σχετίζονται με την ενώπιον των Ποινικών και Πολιτικών Δικαστηρίων εν γένει αποδεικτική διαδικασία (εκτίμηση των αποδείξεων, προβολή ισχυρισμών, προσκόμιση . στοιχείων) δεν μπορούν να ανατραπούν από τις διατάξεις του Ν 2472/1997 (πρβλ. ΑΠ 1945/2002 ΠοινΔικ 2003,626, ΣυμΒΕφΑΘ 984/2001 ΠοινΧρ ΝΓ, 56). Εξάλλου, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με την 147/2001 απόφαση της απεφάνθη ότι όσον αφορά προσωπικά δεδομένα που περιλαμβάνονται σε δικογραφία ή ανακριτικό-προανακριτικό υλικό, η Αρχή δεν έχει αρμοδιότητα γιατί ο φάκελος της δικογραφίας εκκρεμούς δίκης και κατ` αναλογία το ανακριτικό-προανακριτικό υλικό δεν αποτελεί αρχείο σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 2472/1997, όπως έκρινε η Αρχή και με μεταγενέστερες αποφάσεις της (5/2002,49/2005 Βλ. και Αρμαμέντου/Σωτηρόπουλου, Προσωπικά Δεδομένα, σελ. 75 επ.).

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, την ανάγνωση των εγγράφων του κατηγορητηρίου καθώς και των άλλων εγγράφων που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αγρινίου, βρισκόταν σε αντιδικία με τον εγκαλούντα Π.Κ., λόγω άσκησης της από 31.1.2006 αγωγής του τελευταίου κατά του κατηγορουμένου, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η .../2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εγκαλών άσκησε την από 26.6.2007 έφεση του ενώπιον του Εφετείου Πατρών. Στις 14.2.2008 συζητήθηκε η εν λόγω έφεση και ο κατηγορούμενος κατέθεσε τις από 14.2.2008 προτάσεις του προς το Δικαστήριο. Γνωρίζοντας ότι ο αντίδικος του, Π.Κ., ήταν κατηγορούμενος για «αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από μη τοξικομανή» και είχε παραπεμφθεί για να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, θέλησε να αξιοποιήσει αποδεικτικά το γεγονός στο πολιτικό δικαστήριο προς το συμφέρον του. Έτσι, στις προαναφερθείσες προτάσεις του περιέλαβε και το ακόλουθο κείμενο: «... Συγκεκριμένα το αθώο αυτό παιδί το οποίο εγώ δήθεν εκμεταλλεύθηκα κ.κ. Εφέται έχει παραπεμφθεί να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, κατηγορούμενος για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από μη τοξικομανή αφού: "Στο Αγρίνιο και ειδικότερα στην κεντρική πλατεία αγόρασε ναρκωτικές ουσίες από άτομο αλβανικής καταγωγής, ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, συνολικού βάρους 49,1 γρ. καθώς και ένα (1) γρ. ανακατεμένο με καπνό, με σκοπό τη μεταπώληση τους σε τρίτα άγνωστα πρόσωπα έναντι αγνώστου ανταλλάγματος". Επίσης "την 28.12.2005 κατόπιν νομότυπης έρευνας που έγινε στην οικία του στο ... του Δήμου..., κατελήφθη να κατέχει ναρκωτικές ουσίες από αυτές που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και ειδικότερα κατείχε 49 γρ. ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, κατείχε δε τις ως άνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία" (ορ. το προσαγόμενο μετ` επικλήσεως κατηγορητήριο). Ειρήσθω εν προκειμένω ότι η εν λόγω υπόθεσις δεν έχει εκδικασθεί ακόμη αφού ανεβλήθη δύο (2) φορές μέχρι σήμερα υπό του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών...». Το ως άνω δε κλητήριο θέσπισμα προσκόμισε μετ` επικλήσεως ενώπιον του Εφετείου Πατρών. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η .../2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε την από 4.6.2008 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου και την από 5.6.2008 αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ../2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, στα δικόγραφα των οποίων διέλαβε επί λέξει: «... όταν συλλαμβάνεται στο Αγρίνιο να εμπορεύεται ναρκωτικές ουσίες, όπως αυτό σαφέστατα προκύπτει από το υπό ημεροχρονολογία 5.6.2006 κατηγορητήριο της Εισαγγελίας Εφετών Πατρών υπ` αριθμ. .../2006, το οποίο και προσεκόμισα μετ` επικλήσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου...». Το συγκεκριμένο κλητήριο θέσπισμα είναι υπαρκτό, η δε σχετική ποινική δίκη είχε οριστεί αρχικώς για τη δικάσιμο της 2.5.2007 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, όταν δε ο κατηγορούμενος έκανε χρήση αυτού προσκομίζοντας το ενώπιον του Εφετείου Πατρών κατά τη δικάσιμο της 14.2.2008, η ανωτέρω δίκη σε βάρος του εγκαλούντος είχε ήδη αναβληθεί από το προαναφερθέν Δικαστήριο κατά τη δημόσια συνεδρίαση του της 2.5.2007 για μεταγενέστερη δικάσιμο. Εκτός αυτών όμως ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πολύ πριν προσκομίσει το άνω κλητήριο θέσπισμα κατά του εγκαλούντος ενώπιον του Εφετείου Πατρών κατά τη δικάσιμο της 14.2.2008, την εμπλοκή του εγκαλούντος στην προαναφερθείσα ποινική υπόθεση, είχε κάμει αναφορά περί αυτού, καταθέτοντας ως μάρτυς κατηγορίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου συνεδριάζοντος κατά την 16.11.2006 με κατηγορούμενο τον ήδη εγκαλούντα για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, αναφέροντας επί λέξει: «... Αφού ξέρει ο αθώος του Δημοτικού πιάστηκε με 50 δόσεις χασίς, δεν τον θεωρώ αθώο...». Επίσης σε άλλη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, κατά τη συζήτηση στις 7.2.2007 αγωγής αποζημιώσεως που είχε ασκήσει κατά του ήδη εγκαλούντος ο κατηγορούμενος, στην προσθήκη των προτάσεων του ανέφερε επί λέξει: «... Παρέλειψε όμως ο εν λόγω μάρτυς να καταθέσει στο ακροατήριο -για να ισχυροποιήσει το αθώο προφίλ του αντιδίκου, που προσπάθησε να κατασκευάσει- ότι ο εναγόμενος παραμονές Χριστουγέννων 2005 συνελήφθη από τα όργανα της Ασφαλείας Αγρινίου για κατοχή ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα για κατοχή χασίς, διώκεται δε ποινικά για την ανωτέρω πράξιν του, πέραν βεβαίως ότι είχε προφυλακιστεί δι` αυτήν...». Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγονται τα ακόλουθα: i) Ο επίδικος ισχυρισμός του κατηγορουμένου αναφέρεται σε αληθινό γεγονός (κλητήριο θέσπισμα με συγκεκριμένες κατηγορίες), ii) Οι ποινικές κατηγορίες που εκκρεμούσαν κατά του ήδη εγκαλούντος Π.Κ. αποτελούσαν εν τοις πράγμασι δημοσιοποιημένα στον κοινωνικό περίγυρο προσωπικά δεδομένα. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 22 παρ. 4 Ν 2472/1997 κατά την αντικειμενική και υποκειμενική αυτού υπόσταση, αφού, κατά τα ήδη σημειωθέντα, πρόκειται για δικονομική - αποδεικτική αξιοποίηση στο Πολιτικό Δικαστήριο ήδη δημοσιοποιημένων προσωπικών δεδομένων (στοιχείων εκκρεμούς, μετ` αναβολή, δημόσιας ποινικής δίκης) και όχι για επεξεργασία (κρυφού) αρχείου ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...