Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Αναγκαστική ομοδικία, έφεση, συγκυριότητα, κοινωνία.

Περίληψη. Συγκυριότητα επί ακινήτου. Εκμίσθωση του επίκοινου. Αναγνώριση της ακυρότητας της μισθωτικής σύμβασης η οποία λειτουργεί στα πλαίσια της κοινωνίας. Η κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης είναι πράξη διαχείρισης, οπότε επιβάλλεται η έκδοση όμοιας απόφασης. Αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των συγκοινωνών-συγκυρίων. Λόγω του αδιαίρετου της χρήσης του μισθίου, που αποτελεί τη βάση του μισθωτικού δικαιώματος και επομένως και της κοινωνίας, δεν νοείται η έκδοση διαφορετικών αποφάσεων, ώστε η ίδια νομική πράξη της μισθωτικής σύμβασης να είναι έγκυρη για τον ένα από τους κοινωνούς συνεκμισθωτές και κατ’ ανάλογο ποσοστό για το μισθωτή και κατά το υπόλοιπο άκυρη. 

Αυτό ισχύει και όταν δεν επιδιώκεται μεν κυρίως η αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης, αυτή, όμως, τίθεται ως προδικαστικό ζήτημα - προϋπόθεση, για την άσκηση περαιτέρω δικαιωμάτων. Παράλειψη της κλήτευσης του αναγκαίου ομοδίκου. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης της απόφασης κατά της υπ’ αριθμ. 2546/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.  
Περίληψη
Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α 2,  42/ 2016 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ. "Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους. Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται". Η διάταξη αυτή προσδίδει ευρύτερα όρια στην έννοια της αναγκαστικής ομοδικίας, εφόσον αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες, αν και δεν υπάρχει κίνδυνος συγκρούσεως δεδικασμένου, δεν νοείται, όμως, η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, αλλά κατά τους κανόνες της λογικής και του δικαίου επιβάλλεται η έκδοση όμοιας απόφασης. Έτσι, αναγκαστική ομοδικία υφίσταται και σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει πλήρης ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης κάθε ομοδίκου, καθόσον η λογική αναγκαιότητα επιβάλλει την έκδοση όμοιας απόφασης και, συνεπώς, δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων (ΑΠ 1683/13). Τέτοια περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει μεταξύ συγκοινωνών-συγκυρίων (άρθρα 785, 788, 789, 1113 ΑΚ), όταν επιδιώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της μισθωτικής σύμβασης η οποία λειτουργεί στα πλαίσια της κοινωνίας και η κατάρτιση της είναι πράξη διαχείρισης, οπότε επιβάλλεται η έκδοση όμοιας απόφασης. Πράγματι, λόγω του αδιαίρετου της χρήσης του μισθίου, που αποτελεί τη βάση του μισθωτικού δικαιώματος και επομένως και της κοινωνίας, δεν νοείται η έκδοση διαφορετικών αποφάσεων, ώστε η ίδια νομική πράξη (μισθωτική σύμβαση) να είναι έγκυρη για τον ένα από τους κοινωνούς συνεκμισθωτές και βέβαια κατ` ανάλογο ποσοστό για το μισθωτή και κατά το υπόλοιπο άκυρη. Τα ίδια ισχύουν και όταν δεν επιδιώκεται μεν κυρίως η αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης, αυτή, όμως, τίθεται ως προδικαστικό ζήτημα -προϋπόθεση, για την άσκηση περαιτέρω δικαιωμάτων αποζημίωσης κ.λπ. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις λοιπές διατάξεις του άρθρου 76 παρ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, στις περιπτώσεις αναγκαστικής ομοδικίας, το ένδικο μέσο που ασκείται από τον ένα από τους αναγκαστικούς ομοδίκους, ναι μεν δεν πρέπει να στρέφεται και κατά του αναγκαστικού ομοδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διάταξη εις βάρος του ασκούντος το ένδικο μέσο, πλην όμως έχει αποτελέσματα και υπέρ του ομοδίκου που δεν άσκησε το ένδικο μέσο, ο οποίος πρέπει να καλείται για να μετάσχει στη συζήτηση του ένδικου μέσου. Αλλιώς, σε περίπτωση μη εμφάνισης τούτου, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης, ως προς όλους, εφόσον δεν πρόκειται περί απλής ομοδικίας, κατ` εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 576 ίδιου Κώδικα (όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 62 Ν. 4139/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 2546/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν το Εφετείο, μεταξύ άλλων, αφού έκρινε άκυρη, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την απόφαση της πλειοψηφίας των συγκοινωνών της υπάρχουσας μεταξύ της αναιρεσείουσας, της αναιρεσίβλητης και του Ι. Σ. κοινωνίας, για εκμίσθωση στην αναιρεσίβλητη των ανηκόντων στην εξ αδιαιρέτου συγκυριότητά τους ακινήτων, καθώς και τη συναφθείσα σε εκτέλεση αυτής σύμβαση μισθώσεως, επιδίκασε σε βάρος της αναιρεσείουσας αποζημίωση χρήσεως για την εντεύθεν αυθαίρετη χρήση των επίκοινων ακινήτων από εκείνη, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά μερική παραδοχή της από 27/12/2007 αγωγής της αναιρεσίβλητης, ενώ απέρριψε τον προβληθέντα με πρόσθετους λόγους έφεσης ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί μεταγενέστερης, με νέα απόφαση των συγκοινωνών, επικύρωσης της επίμαχης σύμβασης μισθώσεως. Ήδη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως (τρίτος και τέταρτος λόγοι αυτής), υπό την επίκληση των πλημμελειών από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη, για την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, περί επικύρωσης με αναδρομική ενέργεια της ως άνω σύμβασης μισθώσεως και εκ τούτου για την παραδοχή της περί ακυρότητας της τελευταίας που αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή σε βάρος της αναιρεσείουσας αποζημίωσης χρήσεως των επίκοινων ακινήτων.

Συνεπώς, μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Ι. Σ., συγκοινωνού στην ανωτέρω κοινωνία και συνεναγομένου της στην από 27/12/2007 αγωγή της αναιρεσείουσας, υπάρχει αναγκαστική ομοδικία στην επί της αγωγής αυτής δίκη. Όμως, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει κλήτευση του αναγκαίου ομοδίκου Ι. Σ., να μετάσχει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αυτής, ούτε επικαλείται τέτοια κλήτευσή του η αναιρεσείουσα. Κατ` ακολουθίαν πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ως προς όλους τους διαδίκους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 25 Ιουνίου 2014 αιτήσεως της Ά. Σ. συζ. Β. Σ. και των από 10 Σεπτεμβρίου 2015 πρόσθετων λόγων αυτής κατά της 2546/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...