Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

Παραδικαστικό, ηθική αυτουργία, ποινική δίωξη, απόρρητο, παράνομη απόδειξη.

Περίληψη. Παραδικαστικό κύκλωμα. Ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Πρόκληση αποφάσεως από τον κατηγορούμενο στη φυσική αυτουργό - δικαστή να τελέσει την παράβαση καθήκοντος, εκμεταλλευόμενος τη φιλία τους, και δη να εκδικάσει υπόθεσή του προς όφελος των εναγόντων μεταξύ των οποίων και ένας ιεροδιάκονος. Αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως κατ΄εξακολούθηση. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Αποσιώπηση από δικαστή - πρωτοδίκη λόγων εξαιρέσεώς της από την εκδίκαση ποινικών και αστικών υποθέσεων, ενόψει των στενών φιλικών σχέσεών της με διαδίκους και πληρεξουσίους δικηγόρους. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Ελαφρυντικές περιστάσεις. Πρότερος έντιμος βίος. Αιτιολογημένη απόρριψή του. Ελλειψη αιτιολογίας.

Απόλυτη ακυρότητα. Υπέρβαση εξουσίας. Μεταβολή κατηγορίας. Ακριβέστερος προσδιορισμός του χρόνου τελέσεως της πράξεως δεν συνιστά μεταβολή της κατηγορίας, αφού δεν επηρεάζεται η ταυτότητα της πράξεως ή η παραγραφή αυτής. Απόλυτη ακυρότητα. Υπεράσπιση - υπερασπίσεως δικαιώματα. Μέσα αποδείξεως. Αποδεικτική αξιολόγηση απολογίας συγκατηγορουμένου. Το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην απολογία αυτή. Αρχή ηθικής αποδείξεως. Απόρρητο τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Αποδεικτική αξιολόγηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων χωρίς άρση του απορρήτου. Το απόρρητο αφορά στο περιεχόμενο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και όχι στα εξωτερικά στοιχεία αυτών (αριθμός συνδέσεως, ονοματεπώνυμα συνδρομητών κ.λ.π.). Εν προκειμένω δεν είχε γίνει άρση του απορρήτου, ωστόσο έγινε αξιολόγηση μόνο των εξωτερικών στοιχείων (καταστάσεις εισερχομένων και εξερχομένων κλήσεων). Καταδίκη για τον πρώτο κατηγορούμενο από το πρωτοβάθμιο για απλή συνέργεια σε κακουργηματική απάτη. Μετατροπή της με επιεικέστερο νόμο (4055/2012) σε πλημμεληματική και εξάλειψη του αξιοποίνου από το δευτεροβάθμιο, λόγω παραγραφής. Αθώωση λόγω αμφιβολιών για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Αποζημίωση από το Δημόσιο των αθωωθέντων. Εν προκειμένω η απόφαση που εξάλειψε το αξιόποινο λόγω νομοθετικής μεταβολής του νομικού χαρακτηρισμού της πράξεως δεν είναι αθωωτική. Αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος αποζημίωσης. Επιπλέον, η απαλλαγή για την πράξη της νομιμοποίησης οφειλόταν όχι σε έλλειψη αντικειμενικών στοιχείων, αλλά σε αμφιβολίες για το υποκειμενικό στοιχείο. Εσφαλμένη ερμηνεία του άρθ. 99 ΠΚ. Αφαίρεση του χρόνου προσωρινής κρατήσεως από την ποινή. Αναστολή της ποινής κατ΄άρθρο 99 ΠΚ, καίτοι μετά την αφαίρεση του χρόνου προσωρινής κρατήσεως, δεν υπήρχε υπόλοιπο προς έκτιση. Αναιρεί εν μέρει την υπ΄αριθ. 193, 268, 299, 342, 773, 805, 903, 1487/2012 απόφαση του Πεντ. Εφ. Αθηνών ως προς τον ένα εκ των κατηγορουμένων και μόνο ως προς τη διάταξη αναστολής εκτέλεσης της ποινής. Απορρίπτει κατά τα λοιπά αναιρέσεις.
  
                                       Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα Ε', 689/ 2014

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη) και Εισηγήτρια, Δήμητρα Μπουρνάκα, Χρυσούλα Παρασκευά, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Κατ’ άρθρο 259 Π.Κ. "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Το έγκλημα αυτό αποτελεί ιδιαίτερο τοιούτο, διαπραττόμενο μόνον από υπάλληλο και προστατεύει το έννομο αγαθό της λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας, που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της παραβάσεως καθήκοντος, όπως εκ των διατάξεων του άνω άρθρου προκύπτει, απαιτείται να συντρέχουν, εκτός από την ιδιότητα του δράστου ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ.α’ και 263 Α’ Π.Κ. α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος (όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος), όπως καθορίζεται από το νόμο ή την διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου β) δόλος του δράστου (αρκούντος και του ενδεχομένου δόλου), ήτοι πρόθεση που περιέχει την θέληση παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός του δράστου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του άνω σκοπού. Για να συντρέχει δε αυτός πρέπει όχι μόνον η βούληση του δράστου να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να δύναται αντικειμενικώς να οδηγήσει στην επίτευξή του αφού ο όρος του σκοπού του προσπορισμού στον εαυτό του ή σε κάποιον άλλον παρανόμου οφέλους ή βλάβης του κράτους ή κάποιου άλλου σημαίνει ότι η πράξη όπως επιχειρείται από τον δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παρανόμου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο) και επι πλέον η βούληση του δράστου κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης (υποκειμενικό στοιχείο). Ούτω μεταξύ της πράξεως και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει τοιαύτη αιτιώδης σχέση ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης, πράγμα που συμβαίνει όταν το σκοπούμενο όφελος, η βλάβη δεν δύναται να επιτευχθεί παρά μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Περαιτέρω υπάλληλοι θεωρούνται και οι κρατικοί λειτουργοί μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται και οι δικαστικοί λειτουργοί επί των οποίων εφαρμόζονται τα άρθρα 259 και 13 στοιχ.α’ Π.Κ. Η εσφαλμένη δικαιοδοτική επί της ουσίας κρίση αυτών δεν αποτελεί κατ’ αρχήν παράβαση καθήκοντος, όταν όμως αυτοί οι λειτουργοί δικαστές ή εισαγγελείς κατά την διαμόρφωση της κρίσεώς των παραμορφώνουν ή διαστρέφουν αποδεικτικά στοιχεία, (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα, εκθέσεις) ή δεν τα λαμβάνουν υπ’ όψη ή τα κρίνουν κατά τρόπον διάφορον αυτού που ο νόμος ορίζει ότι πρέπει να εκτιμηθούν, τότε η τοιαύτη κρίση των (μπορεί να) συνιστά παράβαση καθήκοντος αν συντρέχουν και τα υπόλοιπα στοιχεία του εγκλήματος

Περαιτέρω κατά το άρθρο 46 παρ.1 εδ.α’ ΠΚ "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Εκ της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α)πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο όπως με προτροπές ήτοι παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση, με παραινέσεις, συμβουλές υποδείξεις ή εντολές, με πειθώ φορτικότητα ή απειλή ή με την επιβολή ή επιρροή του σε άλλο πρόσωπο λόγω της ιδιότητος και της θέσεώς του ή της σχέσεώς του με τον φυσικό αυτουργό λόγω οποιασδήποτε εξαρτήσεως ή φιλίας β) η διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού ο οποίος περιλαμβάνει 1) συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση για την διάπραξη υπ’ αυτού της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος και 2) συνείδηση της συγκεκριμένης πράξεως στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός τον βασικό - αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός εάν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, (όπως το τελευταίο - ετροποποιήθη και ισχύει, με το άρθρο 2 παρ.5 Ν. 2408/1996) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ. Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και ο\ νομικοί συλλογισμοί, με βάση του οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών των τελευταίων στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη της τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα απεδείχθη η κάθε παραδοχή. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ’ όψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ’ επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005), ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ’ όψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους συσχετίσεως και εκτιμήσεως, καθ’ όσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ειδικότερα, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμον την έννοια αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξεως "εν γνώσει ορισμένου περιστατικού ή με πρόσθετο "σκοπό" ως υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου όπως το τελευταίο αυτό απαιτείται στο έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος ή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά (σκοπό και γνώση) με παράθεση περιστατικών που τα δικαιολογούν. Στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας δια να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτουμένη κατά τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτή ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, χωρίς να είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρει και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στον φυσικό αυτουργό την απόφασή του. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1Ε ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία η εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι προέκυψαν από τη διάταξη που εφηρμόσθη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Μεταβολή της κατηγορίας, η οποία επάγεται αναίρεση της αποφάσεως για απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ Κ.Π.Δ., εν συνδυασμώ με το άρθρο 171 παρ.1 εδ.β’ και δ’ ιδίου Κώδικος, υπάρχει όταν η πράξη για την οποίαν εδιώχθη και παρεπέμφθη στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος είναι διάφορος κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις ιστορικού από εκείνη για την οποία κατεδικάσθη αυτός. Δεν υπάρχει όμως τοιαύτη (ανεπίτρεπτη) μεταβολή, όταν με την απόφαση, συμπληρώνονται και προσδιορίζονται σαφέστερον τα περιστατικά ή καθορίζεται μεν διάφορος χρόνος τελέσεως αυτής, αρκεί τούτο να μην επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως ή να μην αποκλείει τυχόν υπάρχουσα παραγραφή. Εξ άλλου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο εφέσεως του κατηγορουμένου, μπορεί στα πλαίσια της λειτουργικής του αρμοδιότητος να προβεί δια της αποφάσεώς του σε διάφορο προσδιορισμό του χρόνου τελέσεως της πράξεως, χωρίς, εντεύθεν, να χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου κατ’ άρθρο 470 Κ.Π.Δ., εφόσον εξ αυτού δεν επηρεάζεται η παραγραφή της. 
Περαιτέρω από το άρθρο 17 Π.Κ. προκύπτει ότι ο προσδιορισμός του χρόνου καθ’ όν εξεδηλώθη η εγκληματική ενέργεια του δράστου αποτελεί πραγματικό περιστατικό και διά τούτο απόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας το οποίο μπορεί να καθορίσει χρόνο τελέσεως διάφορο του κατηγορητηρίου, εκτός εάν ο χρόνος ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξεως ή αποκλείει την παραγραφή της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 193, 268, 299, 342, 773, 805, 903, 1487/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών δια της υπ’ αριθμ. 4898/2010 (πρωτοδίκου) αποφάσεώς του εκήρυξεν ένοχο τον αναιρεσείοντα Ι.Π.Γ. "για ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος και συγκεκριμένα για το ότι το πρώτο εικοσαήμερο του Μαΐου του 2004, έπεισε την πρωτοδίκη Α. Η. : α) να επιδιώξει να αναλάβει ως δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την εκδίκαση κατά τη δικάσιμο της 20.5.2004 των εγγεγραμμένων στο σχετικό πινάκιο διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η από 24-2-2004 αγωγή του Ιεροδιακόνου Ί. Κ. κατά του Χ. Κ. κλπ, αντικαθιστώντας, με πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, τον αρχικώς ορισθέντα πρωτοδίκη Σ. Σ. και β) να μεροληπτήσει υπέρ του ενάγοντος, κατά παράβαση του απορρέοντος από το Σύνταγμα και το νόμο υπηρεσιακού καθήκοντός της να τηρεί ουδέτερη και αμερόληπτη στάση απέναντι στους διαδίκους αφού εξέδωσε μετά την σχετική εκδίκαση της αγωγής αυτής την 2686/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κήρυξε προσωρινά εκτελεστή στο σύνολο της, με την οποία έγιναν δεκτοί, κατά παραμόρφωση του αποδεικτικού υλικού, όλοι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος και επιδικάσθηκε υπέρ του το υπερβολικό ποσό των 480.000 ευρώ με σκοπό να ωφελήσει αυτόν (ενάγοντα) παράνομα και να βλάψει αντίστοιχα τους αντιδίκους του". Περαιτέρω το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, εδέχθη, όπως εκ της προσβαλλομένης αποφάσεώς του προκύπτει, ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και δη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, - εκτός των περικοπών από τις καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Β. και Α. Τ. που αναφέρονται σε παράνομες μαγνητοφωνήσεις - τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν επίσης στο ακροατήριο (σημειώνεται ότι δεν ανεγνώσθησαν οι παράνομες μαγνητοταινίες), τις απολογίες των κατηγορουμένων", (εδέχθη) ότι απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στη δικάσιμο της 20/5/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε προσδιορισθεί να εκδικασθεί η από 24/2/2004 αγωγή του Ιεροδιακόνου Ι. Κ. κατά των 1)Χ.Κ., 2) .. και 3)της ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ".." και η αντίθετη από 15-4-2004 αγωγή των εναγόντων 1] Χ.Κ., 2] Μ. Κ., 3]Δ. Κ., κατά των εναγομένων 1] Ι. Κ. 2] ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. επιβατηγά -οχηματαγωγά" και 3]  "... Ο ενάγων της πρώτης αγωγής εξέθετε σε αυτήν ότι από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου με τις συνθήκες που αυτός ιστορούσε προκλήθηκε η σύγκρουση των οχημάτων που οδηγούσαν στην επαρχιακή οδό Θηβών-Θεσπιών με συνέπεια τον βαρύτατο τραυματισμό του από τον οποίο κατέστη μονίμως ανάπηρος. Ζητούσε δε να υποχρωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρο έκαστος οι δύο πρώτοι και με προσωπική τους κράτηση -ο πρώτος ως οδηγός και συγκύριος του οχήματος και δεύτερος ως συγκύριος επίσης- το ποσό των 500.000 Ευρώ ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπραξία και το ποσό των 500.000 Ευρώ ως αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ με απόφαση που να κηρυχθεί προσωρινά- εκτελεστή. Οι ενάγοντες της δεύτερης αγωγής ζητούσαν τα αναφερόμενα σε αυτή. Την δικάσιμο αυτή δικαστής είχε ορισθεί ο Πρωτοδίκης Αθηνών Σ. Σ.. Ο ενάγων ζήτησε την βοήθεια του στενού του φίλου και ήδη εκκαλούντα κατηγορουμένου Ι.Γ. ώστε η αγωγή του να γίνει δεκτή στο σύνολό της επειδή γνώριζε ότι αυτός είχε πολύ στενές σχέσεις με δικαστές που υπηρετούσαν στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Τότε ο Ι.Γ. το πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου του 2004 απευθύνθηκε στην στενή του φίλη Α. Η., την οποία κατά καιρούς δανειοδοτούσε, και της ζήτησε να φροντίσει ώστε τις υποθέσεις αυτές στην δικάσιμο αυτή να τις εκδικάσει αυτή ώστε τελικά αυτή να μεροληπτήσει υπέρ του φίλου του. Η Α. Η. αποδέχθηκε την πρόταση αυτή και παρασκηνιακά κινούμενη κατάφερε μόλις γνωστοποιήθηκε η υπηρεσία των δικαστών τις αρχές του μηνός Μαΐου, να πλησιάσει τον Πρωτοδίκη Σ. Σ. εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι είχε εκκρεμότητα και πείθοντάς τον ότι ήθελε να χρεωθεί υποθέσεις του μηνός Μαΐου ώστε τον Ιούνιο μήνα να περιποιηθεί τον ασθενή πατέρα της να τον αντικαταστήσει στην υπηρεσία αυτή. Ο ανωτέρω δικαστής αρχικά δεν συναίνεσε οπότε αρχές του δεύτερου δεκαημέρου τον συνάντησε στο γκαράζ του Πρωτοδικείου τον παρακάλεσε σχετικά και δέχθηκε την πρότασή της [βλ. ένορκη κατάθεση του και ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου]. Του ανακοίνωσε δε η ίδια ότι έλαβε χώρα αντικατάστασή τους λέγοντάς του ότι προσκόμισε έγγραφα στον τότε Προϊστάμενο. Ο Πρωτοδίκης Σ. Σ. κατά την κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατέθεσε ότι δεν ενθυμείται αν έγινε καν πράξη αντικατάστασης τους αλλά τα ρύθμισε όλα η Α. Η. μέσω του Προϊσταμένου. Μετά τον ορισμό της αυτό ο Ι.Γ. το δεύτερο δεκαήμερο του Μαϊου του 2004 επικοινώνησε μαζί της και εκμεταλλευόμενος την παραπάνω φιλία και σχέση τους με συνεχείς προτροπές την έπεισε να αποδεχθεί την αγωγή του ενάγοντος και να αγνοήσει τους ισχυρισμούς των αντιδίκων. Έτσι αυτή αφού εκδίκασε τη αγωγή αυτή στις 20-5-2004 έχοντας πεισθεί από τον Ι. Γ. παρέβη τα καθήκοντά της ως αντικειμενικός και αμερόληπτος δικαστής. Συγκεκριμένα αυτή με την 2686/2004 απόφαση της: α) αποδέχθηκε ότι υπαίτιος για την επέλευση του ατυχήματος ήταν ο οδηγός του με αρ. κυκλ.... ΙΧ επιβατηγού αυτοκινήτου Χ. Κ. ο οποίος οδηγούσε και υπό την επήρεια μέθης, εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας που οδηγούσε το με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ ο ενάγων Ι. Κ. και αφού δέχθηκε ότι από τον τραυματισμό του [κατάγματα ιγμορείων άμφω, ρινικών οστών, ζυγωματικού αριστερά, ηθμοειδών μετωπιαίου δεξιάς πτέρνας αρ. και δεξιάς επιγονατίδας] υπέστη αναπηρία μόνιμη ήτοι χωλότητα στο δεξί του πόδι που θα τον εμποδίσει στο μέλλον να ασκήσει τα ιερατικά του καθήκοντα μέχρι και αυτά του επισκοπικού βαθμού στον οποίο με πιθανότητα θα ανήρχετο του επιδίκασε το πρωτοφανές εξωπραγματικό ποσό των 480.000 ευρώ ήτοι 240.000 Ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης και των 240.600 Ευρώ για τη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ. Κήρυξε την απόφαση της προσωρινά εκτελεστή για όλο αυτό το ποσό, απάγγειλε ως μέσο εκτελέσεως της αποφάσεως προσωπική κράτηση 8 μηνών σε έκαστο των δύο πρώτων εναγομένων παρά το ότι υπήρχε κάλυψη τους από την ασφαλιστική εταιρεία που ήταν φερέγγυα και αγνόησε όλους τους ισχυρισμούς των εναγομένων, απέρριψε την αγωγή τους επιβάλλοντας τους και δικαστική δαπάνη ύψους 20.000 Ευρώ. Δηλαδή αυτή κινήθηκε πέραν των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που είχε επειδή είχε επηρεασθεί από τον Ι. Γ.. Απόδειξη της αυθαίρετης και επιλήψιμης ποινικά (παράβαση καθήκοντος) κρίσης της είναι το γεγονός ότι η απόφαση αυτή που ουσιαστικά υπαγορεύτηκε από τον Ι. Γ. δεν υλοποιήθηκε [τελικώς κατά το ήμισυ] επειδή οι εναγόμενοι προσέφυγαν σε άλλους αμερόληπτους δικαστές. Συγκεκριμένα: α) το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με δικαστή την Α. Φ., ως Πρόεδρο Υπηρεσίας ανέστειλε με προσωρινή διαταγή την εκτέλεση της αποφάσεως και β] ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Β. Κ. απέρριψε το αίτημα του Ι. Κ. περί ανακλήσεως της προσωρινής αυτής διαταγής γ] το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων διέταξε την αναστολή της κατά το ήμισυ του ποσού δ] το Εφετείο Αθηνών με την 7719/2005 τελεσίδικη εμπεριστατωμένη και πλήρως αιτιολογημένη απόφασή του εξαφάνισε την απόφαση αυτή επειδή έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος ήταν ο ενάγων Ιερομόναχος ο οποίος από αμέλεια του έβαινε εν όψει στροφής και με περιορισμένη ορατότητα λόγω του σκότους με υπερβολική ταχύτητα με συνέπεια να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουσθεί με σφοδρότητα με το όχημα που οδηγούσε ο Χ. Κ. που έβαινε κανονικά ο οποίος περαιτέρω δεν βρισκόταν σε κατάσταση μέθης αν και αυτό με τις συνθήκες που δέχθηκε το Εφετείο ότι έγινε η σύγκρουση δεν ασκούσε έννομη επιρροή. Η απόφαση αυτή του Εφετείου Αθηνών συμπορεύεται πλήρως και με την από 21-6-2003 έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας που τη συνοδεύει και αιτιολογεί την ορθότητα τους, τα οποία παραμόρφωσε ως έγγραφα η Α.Η. και διαστρέβλωσε όλα τα αποδεικτικά μέσα. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί α] ότι η Πρωτοδίκης Φ. κατέθεσε ότι "το σχεδιάγραμμα έβγαζε μάτι για την υπαιτιότητα, η απόφαση ήταν περίεργα γραμμένη, είχε θρησκευτικό ύφος δεν ήταν διατυπωμένη όπως γράφουν οι δικαστές" β] η υπόθεση είχε ανατεθεί στον δικηγόρο Ε. που εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Ψ. ο οποίος έλαβε ως αμοιβή το 20% επί του επιδικασθέντος ποσού γ] ο δικηγόρος της ασφαλιστικής εταιρείας, "..." Β. Π. κατέθεσε α] ότι μόλις κοινοποιήθηκε η αγωγή κατάλαβε ότι κάτι συμβαίνει- προφανώς διότι το αίτημα της ήταν τόσο υψηλό και ενώ μπορούσαν να ζητηθούν και άλλα κονδύλια [νοσήλια, βελτιωμένη τροφή κλπ] ζητείτο μόνο αποζημίωση του 931 και 932 ΑΚ. β]ότι στην αίθουσα συνεδριάσεως περιφερόταν μιλώντας στο κινητό του τηλέφωνο ο Ι. Γ.-γεγονός που ο ίδιος δεν αρνείται- και η δικαστής Α. Η. δεν τον παρατήρησε για την απρέπεια αυτή. Ο κατηγορούμενος στην απολογία αρνείται την κατηγορία αυτή και ισχυρίζεται ότι απλώς παρακάλεσε χωρίς πειθώ και φορτικότητα την Α.Η. να προσέξει την υπόθεση του Ιερομόναχου όταν του ζήτησε ένα εκκλησιαστικό βιβλίο σχετικό με την υπόθεση ότι την είχαν παρακαλέσει και άλλες μοναχές και ότι η ίδια γνώριζε τον Ι. Κ. από τότε που υπηρετούσε ως Πάρεδρος στην Θήβα διότι επισκεπτόταν το Μοναστήρι που πήγαινε και ο Ιερομόναχος αυτός διδάσκοντας Γαλλικά σε παιδάκια εκεί και ο πατέρας της μουσική. Ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν, και επιπλέον επειδή αυτός ήταν ο δημιουργός της παραπάνω μη αντικειμενικής αποφάσεως της Α. Η. και μάλιστα ήταν παρών στην αίθουσα του δικαστηρίου λίγο πριν την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής χωρίς ο ίδιος να έχει κάποια δική του υπόθεση. Εξ άλλου και η ίδια η αδελφή της Α. Η., Ε. Η. που κλήθηκε από το δικαστήριο αυτό και κατέθεσε ως μάρτυς είπε ότι δεν νομίζει ότι η αδελφή της γνώριζε τον Ιερομόναχο αυτόν διότι ποτέ δεν την άκουσε να αναφέρει το όνομά του. Με βάση τα δεδομένα αυτά κατά την ομόφωνη κρίση του δικαστηρίου αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αυτός τέλεσε το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος (έκδοση απόφασης) και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Μετά ταύτα εκήρυξε τον κατηγορούμενο Ι.Π.Γ. (ομόφωνα) ένοχο για το ότι το δεύτερο δεκαήμερο του Μαΐου του 2004, έπεισε την Α. Η., που είχε επιδιώξει και αναλάβει ως δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την εκδίκαση κατά τη δικάσιμο της 20.5.2004 των εγγεγραμμένων στο σχετικό πινάκιο διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η από 24/2/2004 αγωγή του Ιεροδιακόνου Ί. Κ. κατά του Χ. Κ. κλπ, αντικαθιστώντας, με πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, τον αρχικώς ορισθέντα Πρωτοδίκη Σ. Σ., να μεροληπτήσει υπέρ του ενάγοντος, κατά παράβαση του απορρέοντος από το Σύνταγμα και το νόμο υπηρεσιακού καθήκοντός της να τηρεί ουδέτερη και αμερόληπτη στάση απέναντι στους διαδίκους. Εξέδωσε την 2686/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κηρυχθείσα στο σύνολό της προσωρινώς εκτελεστή, με την οποία έγιναν δεκτοί, κατά παραμόρφωση του αποδεικτικού υλικού αφού υπαίτιος αποκλειστικά του τροχαίου ατυχήματος ήταν ο παραπάνω ενάγων, όλοι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος και του επιδικάσθηκε το υπερβολικό ποσό των 480.000 ευρώ, σκοπός της πιο πάνω μεροληπτικής συμπεριφοράς της ήταν να ωφεληθεί ο ενάγων Ιεροδιάκονος Ί. Κ., ως και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του και υποστούν αντίστοιχη βλάβη οι αντίδικοί του." Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων Ι.Π.Γ., τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27, 46 παρ.1α και 259 Π.Κ. που εφήρμοσε, τις οποίες δεν παρεβίασεν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει η απόφαση όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ’ όψη της για να καταλήξει στην καταδικαστική της κρίση (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων) όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Ι. - Π. Γ., αφού η χειρόγραφη σημείωση σε παραπομπή - την ύπαρξη της οποίας δέχεται και ο τελευταίος, έχει σαφώς την έννοια ότι τα άνω αποδεικτικά μέσα ισχύουν αναλόγως δι’ εκάστον κατηγορούμενο, συνεπώς και για τον αναιρεσείοντα, ουδεμιάς ασαφείας περί την αιτιολογίαν υπαρχούσης επ’ αυτών, αβασίμου ούσης της περί του αντιθέτου αιτιάσεως του αναιρεσείοντος και εντεύθεν αβασίμου όντος και του σχετικού υπ’ αριθμ. 11 λόγου αναιρέσεως. Επίσης (η απόφαση) αιτιολογεί με πληρότητα και σαφήνεια την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραβάσεως καθήκοντος της Α.Η., τον δόλο και δη τον σκοπό της να αποκομίσει άλλος παράνομο όφελος παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς αβάσιμοι είναι και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως υπό τους αριθμούς 1, 2, 3. Ωσαύτως της εκθέτει με ακρίβεια, σαφήνεια και πληρότητα τον τρόπο και τα μέσα, με τα οποία ο κατηγορούμενος αναιρεσείων προκάλεσε στην άνω (φυσική) αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, την οποία διέπραξε, ήτοι με εκμετάλλευση της φιλίας και της σχέσεως με την Η., την οποίαν ο άνω Γ. δανειοδοτούσε κατά καιρούς ως και με συνεχείς προτροπές του τελευταίου προς αυτήν, η οποία και, εντεύθεν, είχε επηρεασθεί, προς δε και τα περιστατικά της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας και δη τον δόλο και τον σκοπόν οφέλους άλλου (Κ.) παρά τα όσα αντίθετα περί όλων των ανωτέρω αιτιάται ο αναιρεσείων.
Συνεπώς οι σχετικοί υπό τους αριθμούς 4, 5, 6 λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Εδώ επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ των εκφράσεων έχοντας πεισθεί από τον Γ." και "έχοντας επηρεασθεί από τον Γ." αι οποίαι την ιδίαν σημασίαν έχουν ως προς την ενέργεια και επίδραση του ηθικού αυτουργού στην φυσική αυτουργό της παραβάσεως καθήκοντος Α.Η., όπως ακόμη ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ των εκφράσεων "η απόφαση ουσιαστικά υπαγορεύθη από τον αναιρεσείοντα (Γ.)" και "ο αναιρεσείων ήταν ο δημιουργός αυτής της απόφασης". Περαιτέρω η απόφαση δέχεται σαφώς ότι το πρώτο δεκαήμερο μεν του Μαΐου 2004 ο Ι. Γ. της εζήτησε να φροντίσει να εκδικάσει η ίδια η Α. Η. τις υποθέσεις της δικασίμου 20/5/2004, το δεύτερο δε δεκαήμερο Μαΐου 2004 ο ανωτέρω την έπεισε (και εδέχθη αυτή) να παραβεί το καθήκον της, με την έκδοση αποφάσεως υπέρ του φίλου του Ι. Κ. και συνεπώς ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ αμφοτέρων των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων. Εντεύθεν και οι σχετικοί υπό τους αριθμούς 7 και 8 λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Ετι περαιτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προσδιώρισεν ακριβέστερον τον χρόνο τελέσεως της πράξεως της ηθικής αυτουργίας του αναιρεσείοντος, στο δεύτερο δεκαήμερο του Μαΐου 2004 χωρίς εξ αυτού να επηρεάζεται η ταυτότης της πράξεως ή η παραγραφή αυτής, ούτε να επέλθει μεταβολή της κατηγορίας. Και τούτο διότι η μεν πρωτόδικη απόφαση τοποθετεί την τέλεση της ηθικής αυτουργίας το πρώτο εικοσαήμερο του Μαΐου 2004, ήτοι με καταληκτική ημερομηνία την 20η Μαΐου 2004, η δε προσβαλλομένη συγκεκριμενοποιεί τον χρόνον τελέσεως αυτής και δέχεται ειδικότερον ότι ετελέσθη το δεύτερο δεκαήμερο του πρώτου εικοσαημέρου του Μαΐου 2004, άρα αμφότερες οι αποφάσεις το αυτό δέχονται και δεν υπάρχει αλλαγή του χρόνου τελέσεως, ούτε χειροτέρευση της θέσεως του (κατηγορουμένου) αναιρεσείοντος. Εντεύθεν και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως υπό τον αριθμ. 9 περί απολύτου ακυρότητος εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ λόγω μεταβολής της κατηγορίας, εκ της αλλαγής του χρόνου τελέσεως της ηθικής αυτουργίας, και υπερβάσεως εξουσίας εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ λόγω χειροτερεύσεως εκ της τοιαύτης αλλαγής, της θέσεως του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμοι.

Η επιβάλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ως άνω, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλομένους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και κατατείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την μείωση αυτής ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή την μείωση της ποινής. Πρέπει βεβαίως οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπον ορισμένο δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για την θεμελίωσή των, ώστε το δικαστήριο να μπορέσει να τους κρίνει και να τους αξιολογήσει προς ευνοϊκοτέρα μεταχείριση του κατηγορουμένου. Τοιούτος αυτοτελής ισχυρισμός είναι ο εκ του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ ήτοι ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ο οποίος πρέπει να προτείνεται με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά αναγκαία προς στήριξή των θετικά όλων των ανωτέρω εκφάνσεων της ζωής του, ώστε να οδηγήσουν στην παραδοχή της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως, εις ην περίπτωση και αποδειχθούν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως ο αναιρεσείων Ι. Π. Γ., μετά την απαγγελία της περί ενοχής αποφάσεως, υπέβαλε δια του συνηγόρου του αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνωρίσεως συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ μεταξύ αυτών και του στοιχ.α’ ήτοι της του προτέρου εντίμου βίου, με περιστατικά αναφερόμενα κυρίως στις εκθέσεις Μητροπολιτών Λήμνου, Λεμεσού Κύπρου, Κυθήρων, στο Κανονικό Απολυτήριο εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Παναμά και στην επιστολή των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ελληνορθοδόξου Ιερού Ναού Αγ. Αθανασίου Σικάγο προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Βαρθολομαίο. Το δικαστήριο απέρριψε τον άνω ισχυρισμόν, με την εξής αιτιολογία: "Αυτός πριν την τέλεση των παραπάνω πράξεών του παρά το ιερατικό του σχήμα: 1) κυκλοφορούσε τακτικά στα δικαστικά μέγαρα της Αθήνας και του Πειραιά προσπαθώντας να γνωρίσει προσωπικά διάφορους δικαστές που είχαν ξεχωριστή συμπάθεια στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τους λειτουργούς της όχι με σκοπό την σύσφιξη των σχέσεων εκκλησίας και δικαστικών αρχών αλλά με σκοπό να επεμβαίνει στα δικαιοδοτικά τους καθήκοντα προς όφελος τόσο του ίδιου όσο και άλλων φίλων του κληρικών 2) μετά την γνωριμία τους ζητούσε να μεροληπτήσουν υπέρ του ίδιου και άλλων φίλων του κληρικών 3) πρόβαλε σε τρίτους τις σχέσεις του αυτές με δικαστές μειώνοντας έτσι τους δικαστές αυτούς 4) πίεζε δικαστές να αναλαμβάνουν υποθέσεις γνωστών του και να εκδίδουν μεροληπτικές αποφάσεις υπέρ τους ή να τους δικαιώνουν με δυσανάλογα της προσβολής υπέρογκα ποσά 5) πίεζε δικαστές να εκδίδουν αποφάσεις με περιεχόμενο ιδιαίτερα εγκωμιαστικό γι’ αυτόν και τους φίλους του 6) περιφερόταν επιδεικτικά μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου ημέρα εκδικάσεως υποθέσεως στις οποίες είχε παρέμβει και 7) χρησιμοποιούσε τέτοιες αποφάσεις στην ιεραρχία της εκκλησίας ως μέσο αναρρίχησής του σε διάφορα εκκλησιαστικά αξιώματα. Τα στοιχεία αυτά δεν μπορεί να αναιρεθούν από τα έγγραφα διαφόρων Επισκόπων και άλλων εκκλησιαστικών αρχών που προσκόμισε σύμφωνα με τα οποία υπήρξε ως ιερωμένος άψογος στα καθήκοντά του επειδή η παραπάνω επιλήψιμη συμπεριφορά του δεν ήταν μεμονωμένη αλλά διαρκής και μεθοδευμένη". Η τοιαύτη αιτιολογία είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, με πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική κρίση και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 12 περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ Κ.Π.Δ. ως προς την απόρριψη του άνω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει επίσης από την προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, "Ο εκκαλών κατηγορούμενος Ι. - Π. Γ. έχει καταδικαστεί κατά πλειοψηφία με την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση για το κακούργημα της απλής συνέργειας σε απάτη κατ’ επάγγελμα με συνολικό όφελος ανώτερο των 15.000 ευρώ και συγκεκριμένα για το ότι και ειδικότερα στην Αθήνα κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου του 2003, γνωρίζοντας την απόφαση της .... . Η. να εξαπατήσει τον αθίγγανο Α. Κ. για να του αποσπάσει το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ, παριστάνοντας προς αυτόν ψευδώς ότι μπορούσε να επιτύχει την απόλυση των συγγενών του Γ. Κ., Ζ. Κ. και Ε. Μ., που ήσαν προσωρινά κρατούμενοι για διάπραξη κακουργημάτων του ν. 1729/1987 "για την καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών" με ένταλμα της Ανακρίτριας του 30ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω της προσωπικής γνωριμίας και των σχέσεών της με την τελευταία Ανακρίτρια, ενίσχυσε ψυχικά την Α. Η. και της υπέδειξε το ύψος του χρηματικού ποσού που έπρεπε να ζητήσει από τον Α. Κ., ψέγοντας μάλιστα αυτήν γιατί ζήτησε μικρότερο ποσό την πιο πάνω πράξη τέλεσε κατ’ επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχε διαμορφώσει προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος και ροπή για την διάπραξη του εγκλήματος.". Εν συνεχεία το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών εδέχθη ότι "Το ποσό αυτό των 15.000 ευρώ που μεταβάλλει το έγκλημα της απάτης κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια σε κακούργημα (α. 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ) αυξήθηκε με το α. 25 του Ν. 4055/2-4-2012 και ορίστηκε στις 30.000 ευρώ. Έτσι μετά από την ρύθμιση αυτή απάτες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος από 15.000 - 30.000 ευρώ μετατρέπονται σε πλημμελήματα από τον χρόνο τέλεσης τους και φυσικά αυτά παραγράφονται σε κάθε περίπτωση αν παρέλθει οκταετία από την τέλεσή τους (α. 111 και 113 του Π.Κ.). Το δικαστήριο αυτό είναι υποχρεωμένο, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Π.Κ., να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο αυτόν Ν. 4055/2012. Επειδή: α) η παραπάνω πράξη της απλής συνέργειας σε κακουργηματική απάτη με συνολικό όφελος 20.000 ευρώ μετατράπηκε σε απάτη σε βαθμό πλημμελήματος με το α. 25 του Ν. 4055/2-4-2012 και β) από την τέλεσή της (δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου του 2003) μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας με αποτέλεσμα να εξαλειφθεί ο αξιόποινος χαρακτήρας της λόγω παραγραφής, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ.3, 112 και 113 παρ.1, 2, 3 ΠΚ και 370 στοιχ.β’ Κ.Π.Δ., να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη εις βάρος του γι’ αυτή (απλή συνέργεια σε απάτη κατ’ επάγγελμα)" και έπαυσε την ποινική δίωξη για την πράξη αυτή. Νυν ο αναιρεσείων εκθέτει ότι είχεν υποβάλει ισχυρισμό περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως της απλής συνεργείας σε κακουργηματική απάτη, κατ’ άρθρο 406 Α’ Π.Κ., όπως αυτό προσετέθη με την παρ.2 του άρθρου 6 Ν. 3904/23-12- 2010 και αιτιάται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού ως και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της άνω διατάξεως του άρθρου 406 Α’ Π.Κ. όπως ισχύει. Οι αιτιάσεις αυτές προβάλλονται υπό του αναιρεσείοντος άνευ εννόμου συμφέροντος, διότι, εφ’ οσον το αξιόποινο της άνω πράξεως είχεν υποπέσει εις παραγραφή κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση και το δικαστήριο έπαυσεν οριστικά την εναντίον του ποινική δίωξη, δεν όφειλε να εξετάσει το περιεχόμενο του προβληθέντος ισχυρισμού, όπως περί του αντιθέτου ο αναιρεσείων επίσης αιτιάται.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως υπό τους αριθμ. 13 και 14, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ και Ε’ Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 533 παρ.1 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 26 Ν. 2915/2001, "έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το δημόσιο αποζημίωση α)οι προσωρινά κρατηθέντες, που αθωώθηκαν αμετάκλητα με βούλευμα ή απόφαση δικαστηρίου, β)οι κρατηθέντες με καταδικαστική απόφαση, η οποία μετέπειτα εξαφανίσθηκε αμετάκλητα συνεπεία ενδίκου μέσου"... "Επίσης αποζημίωση δικαιούνται όσα από τα παραπάνω πρόσωπα τιμωρήθηκαν μετέπειτα με ποινή μικρότερης διάρκειας από αυτή που εξέτισαν αρχικά". Η απόφαση, με την οποία παύει οριστικώς η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, (και) μετά από νομοθετική μεταβολή όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του εγκλήματος, από κακούργημα σε πλημμέλημα, δεν είναι αθωωτική, εφ’ οσον η παραγραφή συνιστά λόγο που αίρει το αξιόποινο της πράξεως και αποσβένει το ουσιαστικό δικαίωμα της πολιτείας να τιμωρήσει την αξιόποινη πράξη με την επιβολή της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής ή την εκτέλεση εκείνης που έχει ήδη καταγνωσθεί, χωρίς να αίρει την ύπαρξη αυτού του εγκλήματος όπως, αντιθέτως συμβαίνει στην περίπτωση εκδόσεως αθωωτικής αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως "Ο κατηγορούμενος Ι.Γ. για τα παραπάνω κακουργήματα συνέργειας σε κακουργηματική απάτη και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κρατήθηκε προσωρινά, όπως παραπάνω εκτέθηκε δεκαέξη μήνες και είκοσι μία ημέρες, ενώ αργότερα κρατήθηκε ως κατάδικος γι’ αυτά λόγω της καταδίκης του με την εκκαλούμενη απόφαση. Επίσης η δίωξη σε βάρος του για το πρώτο έγκλημα (συνέργεια σε απάτη) έπαυσε οριστικά από δικαστήριο αυτό λόγω νομοθετικής μεταβολής (Ν. 4055/2012) με την οποία το έγκλημα αυτό υποβαθμίστηκε σε πλημμέλημα. Τέλος αυτός κηρύχθηκε από το δικαστήριο αυτό αθώος λόγω αμφιβολιών για το άλλο έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ενώ ο ίδιος ουσιαστικά αποδεχόταν ότι έγινε αποδέκτης του ποσού των 3.000 ευρώ από την αυτουργό της απάτης πρωτοδίκη Α. Η. αλλά υποστήριζε ότι: α) αυτό αποτελούσε επιστροφή δανείου και β) δεν γνώριζε την εγκληματική προέλευσή του". Εν συνεχεία η απόφαση εδέχθη ότι "Από τα στοιχεία αυτής της υποθέσεως και το νομικό καθεστώς που εκτέθηκε συνάγεται ότι ο αιτών κατηγορούμενος δεν δικαιούται την αποζημίωση που ζητά επειδή : α) η οριστική παύση της δίωξης σε βάρος του. για την συνέργεια σε απάτη λόγω νομοθετικής μεταβολής δεν αποτελεί νόμιμο λόγο αποζημίωσης και β) η απαλλαγή του για την δεύτερη πράξη της νομιμοποίησης οφειλόταν όχι σε έλλειψη αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος αλλά σε αμφιβολίες για το υποκειμενικό του στοιχείο δηλαδή τον δόλο του". Και εν τέλει απέρριψε το αίτημα ως αβάσιμο στην ουσία του. Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη με περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική του δικαστηρίου κρίση και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, υπό τον αριθμ. 15, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψή του αιτήματος εφαρμογής των άρθρων 533 επ. Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμος.
Τέλος η προσβαλλομένη απόφαση, μετά την αναφορά των σχετικών διατάξεων των άρθρων 371 παρ.4 εδ.α’ ΚΠΔ, κατά την οποίαν "το δικαστήριο αφαιρεί από την ποινή που επιβλήθηκε το χρόνο της προσωρινής κράτησης του καταδικασμένου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα" και 87 παρ.1 ΠΚ, κατά την οποίαν "Οταν επιβάλλεται στερητική της ελευθερίας ποινή και αφού οριστεί η διάρκειά της, αφαιρείται ο χρόνος της προσωρινής κράτησης του καταδικασμένου ... Επίσης αν αφαιρείται ο χρόνος που κρατήθηκε από τη σύλληψη έως την προσωρινή κράτησή του". εδέχθη ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν προκύπτει ότι: ο κατηγορούμενος Ι. Π. Γ. συνελήφθη στις 5/2/2007 και κρατήθηκε προσωρινά έως 14/8/2007. Για την ίδια αιτία είχε κρατηθεί και από 10/2/2006 έως 22/12/2006 σύμφωνα με το από 14/7/2007 αποφυλακιστήριο του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού που υπογράφει ο δ/ντής του παραπάνω καταστήματος Ι. Α. καθώς και από το με αριθμό πρωτοκόλλου 8640/17-2-2006 έγγραφο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών (τμήμα εκτελέσεως ποινών) και το με αριθμό 3438/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Συνεπώς ο συνολικός χρόνος προσωρινής κράτησης του παραπάνω κατηγορουμένου που πρέπει να αφαιρεθεί ανέρχεται σε δέκα έξι (16) μήνες και είκοσι μία (21) ημέρες. Μετά ταύτα (και αφαίρεση του άνω χρόνου) όρισε ότι δεν υπάρχει υπόλοιπο προς έκτιση αφού η ποινή των δεκατεσσάρων μηνών που του επιβλήθηκε είναι μικρότερη του χρόνου της προσωρινής του κράτησης". Όμως εν συνεχεία η απόφαση, ανέστειλε κατ’ άρθρο 99 Π.Κ. την εκτέλεση της ποινής, που επέβαλε στον αναιρεσείοντα Γ., επί τρία έτη. Δι’ ο και ο τελευταίος αιτιάται με τον υπ’ αριθμ. 10 λόγο αναιρέσεως ότι εσφαλμένως ερμηνεύθη και εφηρμόσθη το άρθρο 99 ΠΚ, αφού μετά την ορθή κρίση της προσβαλλομένης ότι "δεν υπάρχει υπόλοιπο προς έκτιση ...." "δεν καταλείπεται πεδίο εφαρμογής του άρθρου 99 Π.Κ., το οποίο προϋποθέτει υπόλοιπο ποινής προς έκτιση". Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε’ Κ.Π.Δ. και πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση εν μέρει κατά την διάταξή της, ήτοι, με την οποίαν ανεστάλη η επιβληθείσα σ’ αυτόν ποινή φυλακίσεως των 14 μηνών για μία τριετία και να απαλειφθεί αυτή. Μετά πάντα ταύτα η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του Ι. - Π. Γ. πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά, πλην του αμέσως ως άνω αναιρουμένου μέρους, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

Κατ’ άρθρο 254 Π.Κ. "Υπάλληλος για τον οποίο συντρέχει νόμιμος λόγος να εξαιρεθεί σε κάποια υπόθεση και που εν γνώσει του αποσιωπά το περιστατικό αυτό και ενεργεί σ’ αυτήν την υπόθεση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών εάν η αποσιώπηση έγινε με σκοπό την αθέμιτη ωφέλεια του ίδιου ή άλλου ή τη βλάβη άλλου". Εκ της διατάξεως αυτής, δια της οποίας προστατεύεται η διαφάνεια της δημόσιας υπηρεσίας και παγιούται η εμπιστοσύνη των πολιτών στην αντικειμενικότητα και την αμερόληπτη λειτουργία αυτής, διαμορφώνεται εν αδίκημα συνθέτου ενεργείας και παραλείψεως, διότι δεν αρκεί μόνο η αποσιώπηση, αλλά απαιτείται και ενέργεια στην υπόθεση όπου το κώλυμα. Ούτω για την στοιχειοθέτησή του απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος υπό την έννοια του άρθρου 13α (και όχι την διευρυμένη του άρθρου 263Α), β) να υπάρχει νόμιμος λόγος εξαιρέσεως του υπαλλήλου αυτού ήτοι συγκεκριμένη διάταξη νόμου που να ιδρύει γι’ αυτόν λόγον εξαιρέσεως γ) αποσιώπηση του λόγου εξαιρέσεως και ενέργεια του υπαλλήλου στην συγκεκριμένη υπόθεση, η οποία (ενέργεια) να ανάγεται στα καθήκοντα αυτού (υπαλλήλου) και να μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και δ)δόλος ο οποίος συνίσταται στη γνώση ότι υπάρχει κατά το νόμο λόγος εξαιρέσεώς του και στη θέληση να αποσιωπήσει αυτόν και να ενεργήσει στην υπόθεση, προς δε και σκοπός του υπαλλήλου, με την αποσιώπηση του λόγου εξαιρέσεως και την ενέργειά του στην υπόθεση, να ωφελήσει αθέμιτα τον εαυτό του ή άλλον ή να βλάψει άλλον, αδιαφόρως εάν ο σκοπός αυτός επραγματώθη ή όχι. Περαιτέρω κατ’ άρθρο 15 Κ.Π.Δ. "Όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγουμένου άρθρου είναι εξαιρετέα", δηλαδή οι δικαστικοί λειτουργοί και οι δικαστικοί υπάλληλοι, "αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους" και κατά το άρθρο 52 παρ.1 ΚΠολΔ "Δικαστές, εισαγγελείς .... μπορούν να προτείνουν την εξαίρεσή τους ... στ)αν έχουν προκαλέσει ή προκαλούν υπόνοια μεροληψίας, ιδίως αν έχουν με κάποιο διάδικο ιδιαίτερη φιλία, ιδιαίτερες σχέσεις καθηκόντων ή εξάρτησης, έριδα ή έχθρα". Οι υπόνοιες μεροληψίας, κατά την έννοια της άνω διατάξεως πρέπει να στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά, που να δικαιολογούν αντικειμενικώς δυσπιστία για την αμεροληψία του δικαστικού προσώπου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών δια της υπ’ αριθμ. 4898/2010 (πρωτοδίκου) αποφάσεώς του εκήρυξεν ένοχη την αναιρεσείουσα παραβάσεως καθήκοντος και αποσιωπήσεως λόγου εξαιρέσεως κατά συρροή και συγκεκριμένα όσον αφορά το τελευταίο αδίκημα επειδή έχοντας την ιδιότητα της Πρωτοδίκου και ενώ διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις τόσο με τον δικηγόρο Ν.Ε. όσο και με τον Αρχιμανδρίτη Ι.Π.Γ.: 1) Στην Αθήνα στις 27.7.2004 έλαβε μέρος στο 5° Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών όπου εκδικαζόταν η κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με κατηγορουμένους τους γιατρούς Δ.Ν., Δ. Κ., Π.Δ. και Σ. Σ. τους οποίους υπερασπιζόταν ο δικηγόρος αυτός. 2) Στην Αθήνα στις 20.7.2004 ως δικαστής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εκδίκασε την από 30.6.2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του Αρχιμανδρίτη Ι.-Π. Γ. που παραστάθηκε με τον παραπάνω δικηγόρο κατά του Μητροπολίτη Ηλείας ....... . 3)Στην Αθήνα στις 20.7.2004 ως δικαστής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εκδίκασε την από 5.7.2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του Μητροπολίτη πρώην Αττικής και Μεγαρίδος Ν. Γ. κατά του Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφαρσάλων Θ. Κ. που παραστάθηκε με τον παραπάνω δικηγόρο. 4) Στην Αθήνα στις 20.7.2004 ως δικαστής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εκδίκασε την από 30.6.2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του Μητροπολίτη Αττικής Π. Μ., που παραστάθηκε με τον παραπάνω δικηγόρο κατά του Μητροπολίτη πρώην Αττικής και Μεγαρίδος Ν. Γ., στις πράξεις της δε αυτές προέβη με σκοπό να ωφελήσει τόσο τον παραπάνω δικηγόρο και τους διαδίκους που αυτός εκπροσωπούσε όσο και τον παραπάνω αρχιμανδρίτη. Περαιτέρω το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη ως άνω απόφασή του εδέχθη, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων ως άνω μεταξύ των οποίων και το από 30/6/2005 πόρισμα προκαταρκτικής εξετάσεως του Επιθεωρητή Β’ Δικαστικής Περιφέρειας ....... ... .. ....... , κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, ότι απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά κατά την πλειοψηφίσασα γνώμη του δικαστηρίου: Η εκκαλουσα κατηγορουμένη Π. Ρ. - Τ. εισήλθε στο δικαστικό σώμα το έτος 1989 και παύθηκε από αυτό για λόγους ανεπάρκειας τον Ιούνιο του 2005 Το έτος 2004 υπηρετούσε με τον βαθμό του Πρωτοδίκη στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Την εποχή αυτή η κατηγορουμένη διατηρούσε πολύ στενές προσωπικές - φιλικές σχέσεις τόσο με τον δικηγόρο Ν. Ε. όσο κατ’ με τον αρχιμανδρίτη Ι. - Π. Γ. . Συγκεκριμένα αυτή γνώρισε τον ανωτέρω δικηγόρο Ν.Ε. τόσο από τον Ι. Γ. του οποίου χειριζόταν υποθέσεις αλλά και από την συνάδελφό της, φίλη της και συγκατηγορουμένη της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Πρωτοδίκη Α. Μ. η οποία συνδεόταν φιλικά μαζί του από τότε που υπηρετούσε με τον σύζυγο της επίσης τότε Πρωτοδίκη στον Βόλο που είχε το γραφείο του ο δικηγόρος αυτός. Το γεγονός της ιδιαίτερης φιλίας που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους, αποδεικνύεται και από το ενδιαφέρον της για τις υποθέσεις που χειριζόταν αυτός στα δικαστήρια των Αθηνών. Ειδικότερα με την 2686/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδικάσθηκε από την τότε Πρωτοδίκη Α. Η. επιδικάστηκε το ποσό των 480.000 Ευρώ στον ιερομόναχο Ι. Κ. και κηρύχθηκε η απόφαση αυτή προσωρινά εκτελεστή για όλο αυτό το ποσό. Μετά από αίτηση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας η τότε Πρόεδρος υπηρεσίας Α. Φ. χορήγησε προσωρινή διαταγή αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής μέχρις εκδικάσεως της αιτήσεως αναστολής της που είχε κατατεθεί από την ασφαλιστική εταιρεία. Η αντίδικος πλευρά, δηλαδή ο Ι. Κ. εκπροσωπούμενος από τον δικηγόρο Ε., επιχείρησε να ανακαλέσει από τον Πρόεδρο υπηρεσίας Πρόεδρο Πρωτοδικών Β. Κ. την προσωρινή αυτή διαταγή. Το πρωί πριν την εκδίκαση της σχετικής αιτήσεως η κατηγορουμένη Π. Τ. συνάντησε τον παραπάνω Πρόεδρο Β. Κ. και τον παρακάλεσε να "δεί με προσοχή την υπόθεση του ιερομόναχου" ενώ δεν γνώριζε καθόλου αυτόν [ιερομόναχο]. Οπωσδήποτε η παρέμβαση της αυτή, η οποία όμως κανένα αποτέλεσμα δεν είχε διότι με την 5580/ 26/7/2004 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Β. Κ. απορρίφθηκε το αίτημα ανακλήσεως της χορήγησης προσωρινής διαταγής, οφειλόταν σε προτροπή του δικηγόρου Ν. Ε. και αυτή την αποδέχθηκε λόγω της ιδιαίτερης φιλίας της με αυτόν που χειριζόταν την υπόθεση αυτή και είχε άμεσο συμφέρον από την ανάκληση της προσωρινής διαταγής . Ακόμα όπως και οι ίδιοι κατηγορούμενοι (Ε. και Τ.) παραδέχονται στα τέλη Ιουνίου ειδικότερα στις 30/6 του έτους 2004 αυτοί συζητούσαν περίπου δύο ώρες στο τηλέφωνο σχετικά, όπως ισχυρίζονται, με την πειθαρχική δίωξη της παραπάνω κοινής τους φίλης Α. Μ. Πρωτοδίκου επειδή : α) η ήδη κατηγορουμένη Π. Τ. είχε εμπειρία στο πειθαρχικό δίκαιο των δικαστών αφού στο παρελθόν είχε ασκηθεί και σε βάρος της πειθαρχική δίωξη και β) ο δικηγόρος Ν. Ε. είχε αναλάβει την υπεράσπιση αυτής (Μ.) και διάβαζε σ’ αυτή (Τ.) διάφορα υπομνήματα που είχε συντάξει για την υπόθεση αυτή. Τα υπομνήματα όμως αυτά έχουν συνταχθεί το έτος 2003, δηλ. σε πολύ προγενέστερο χρόνο πριν το τηλεφώνημα αυτό, και δεν αντέχει στην κοινή λογική ότι, ενώ η Α.Μ. ήταν στην Αθήνα τον χρόνο εκείνο όπως και η κατηγορουμένη, χρειαζόταν η τηλεφωνική παρέμβαση του Ν.Ε. για να λάβει γνώση των εγγράφων αυτών η κατηγορουμένη τα οποία ευχερώς μπορούσε να της τα παραδώσει για να την συμβουλευθεί η Α. Μ.. Όμως ο ισχυρισμός τους αυτός, ότι δηλ. ο Ν. Ε. ήταν υπερασπιστής της Α. Μ. στην πειθαρχική της δίωξη, είναι αβάσιμος αφού δεν προσκομίστηκαν σχετικά έγγραφα των πειθαρχικών συμβουλίων που να τον αποδεικνύουν και υπερασπιστής της ήταν ο δικηγόρος Αθηνών Ζ. Κ.. Τέλος αυτοί ανέφεραν στις απολογίες τους ότι δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους αλλά η Α. Μ. έδωσε τον αριθμό του τηλεφώνου της κατηγορουμένης στον εν λόγω δικηγόρο παρακαλώντας τον να της τηλεφωνήσει λέγοντας της ότι είναι ο Ν. που ήθελε να μιλήσει με την Τ. (υποκοριστικό της Π. Τ.) και στην τελευταία είπε ότι θα της τηλεφωνήσει ένας δικηγόρος που λεγόταν Ν.. Ο ισχυρισμός τους αυτός με τον οποίο θέλουν να υποστηρίξουν ότι πράγματι δεν γνωρίζονταν αναιρείται και μόνο από το ότι συνομιλούσαν με τα μικρά τους ονόματα ενώ αν δεν είχαν την παραπάνω ιδιαίτερη σχέση και γνωριμία ο κατηγορούμενος Ν.Ε. θα συστηνόταν με το επίθετό του και την ιδιότητά του και θα αποκαλούσε την Π. Τ., όπως συνηθίζεται, "Κα Πρόεδρε" ή με το επίθετο της. Αντίθετα τους αβάσιμους αυτούς ισχυρισμούς η τηλεφωνική αυτή επικοινωνία είχε ως σκοπό να μεθοδευθεί η παρουσία της Π. Τ. στα παρακάτω δικαστήρια στα οποία θα εκδικάζονταν σοβαρές υποθέσεις πελατών του Ν. Ε. που προέρχονταν κυρίως από τους κύκλους της εκκλησίας. Επίσης η ίδια (Π. Τ.) διατηρούσε στενό φιλικό δεσμό με τον αρχιμανδρίτη Ι. Γ.. Τούτο αποδεικνύεται κατά την ανωτέρω πλειοψηφούσα κρίση αυτού του δικαστηρίου : Α) από την προαναφερθείσα παρέμβασή της στον τότε Πρόεδρο Πρωτοδικών Β. Κ., διότι ο ιερομόναχος υπέρ του οποίου παρενέβη ήταν επίσης στενός φίλος αυτού (Ι. Γ. ) Β) από το ότι αυτός (Γ.): α) φρόντισε και την ενέταξε σε μικρή ομάδα δικαστών που επισκέφθηκε χωρίς δικά της έξοδα το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και παραστάθηκε στην ενθρόνιση του Πατριάρχη ... και β) την οδήγησε στο Μητροπολιτικό Μέγαρο της Μητροπόλεως Αθηνών για να γνωρίσει τον εκεί Μητροπολίτη Μ.. Βέβαια ο Μητροπολίτης αυτός ενώ αρχικά στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποδέχθηκε την επίσκεψη αυτή αμέσως μετά προσπάθησε να την διαψεύσει. Όμως μόνο η αρχική του θέση, ότι δηλ. έγινε η επίσκεψη αυτή, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επίσης η κατηγορουμένη αυτή ήταν παρούσα στο γραφείο του Προϊσταμένου του Πρωτοδικείου Αθηνών όταν παρουσία λίγων δικαστών τον επισκέφθηκε ο μέλλων Πατριάρχης Αλεξανδρείας .. . Η παρουσία της μεθοδεύτηκε από τον Ι. Γ. που συνόδευε τον παραπάνω μέλλοντα Πατριάρχη. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι προσήλθε για να χαιρετίσει τον μέλλοντα Πατριάρχη, επειδή τον είχε γνωρίσει στο Ρέθυμνο όπου αυτή ήταν Πρωτοδίκης και αυτός Πρωτοσύγκελος, ενισχύει την κρίση της πλειοψηφίας του δικαστηρίου ότι η κατηγορουμένη επεδίωκε γνωριμίες με ανθρώπους της Εκκλησίας που κατείχαν ιερατικά αξιώματα και συνδεόταν άμεσα με τον Ι. Γ. που επεδίωκε να ανέλθει σε υψηλές θέσεις της εκκλησίας επικαλούμενος ότι ανήκει στο στενό περιβάλλον του τότε Αρχιεπισκόπου ................ που ήδη έχει αποβιώσει. Η κατηγορουμένη αυτή (Π.Τ.) παρά τους ιδιαίτερους προσωπικούς και φιλικούς δεσμούς που είχε με τα δύο αυτά άτομα (Ε. - Γ.) έλαβε μέρος στην εκδίκαση των παραπάνω τεσσάρων υποθέσεων ενώ σύμφωνα με τις παραπάνω σχετικές διατάξεις για την εξαίρεση τόσο του Κ. Πολ. Δ. (άρθρα 52 και επ.) όσο και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (α. 16 και επ.) έπρεπε να ζητήσει την εξαίρεσή της και να απόσχει από την εκδίκασή τους. Περαιτέρω απόδειξη συνδρομής των στοιχείων του εγκλήματος της παρασιώπησης λόγων εξαίρεσης, όπως αυτό παραπάνω οριοθετήθηκε, είναι και τα ακόλουθα γεγονότα : α) στην παραπάνω περίπτωση (αριθ. 1) της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με κατηγορουμένους τους ιατρούς Δ. Ν., Δ.Κ., Π.Δ. και Σ.Σ. που εκδικαζόταν ενώπιον του Ε Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών την 27-7-2004 με συνήγορο υπερασπίσεως του πρώτου ιατρού τον Ν. Ε. μετά την τηλεφωνική συνομιλία της Π. Τ. με τον τελευταίο την 30-6-2004 αυτή τηλεφώνησε αμέσως στην τότε Πάρεδρο Σ. Λ. και της ζήτησε να δεχθεί αμοιβαία αντικατάσταση της υπηρεσίας τους προκειμένου να συμμετάσχει στην εκδίκαση της συγκεκριμένης υποθέσεως ενώ είχε κληρωθεί ως δεύτερη αναπληρωματική δικαστής την 28-7-2004 με το πρόσχημα ότι θα χειρουργούσε από αμυγδαλίτιδα τις ημέρες εκείνες το παιδί της το οποίο τελικά δεν χειρουργήθηκε διότι ως ισχυρίζεται είχε υποστεί κρίση άσθματος. Τα προσκομιζόμενα από την ίδια ιατρικά πιστοποιητικά δεν κρίνεται ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια διότι ούτε καν εισαγωγή του υιού της έλαβε χώρα στο νοσοκομείο, ούτε είναι βάσιμο ότι εν όψει του ότι λάμβανε την άδεια της την 1-8-2004 θα επεδίωκε να αντικατασταθεί από υπηρεσία δεύτερης αναπληρωματικής που πιθανόν δεν θα χρειαζόταν να αναπληρώσει άλλον δικαστή με υπηρεσία τακτική και μάλιστα στο συγκεκριμένο ποινικό δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελημάτων) που θα μπορούσε να διαρκέσει και περισσότερο από δύο ημέρες. Σημειωτέον ότι είχε αντικατασταθεί και η Πρόεδρος του δικαστηρίου από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Κ. Κ.. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ο μάρτυρας κατηγορίας Κ. Κ. υπέβαλε αίτημα αναβολής λόγω ασθενείας της πολιτικώς ενάγουσας μητέρας του στο οποίο αντέλεξε ο Ν. Ε.. Το δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι η υπόθεση ήταν πρωτοείσακτη και δεν υπήρχε κίνδυνος παραγραφής της (χρόνος τελέσεως η 23/6/99), ο Εισαγγελέας πρότεινε την αποδοχή του αιτήματος, κατά πλειοψηφία (μειοψήφισε η δικαστής Ε. Π.) απέρριψε το αίτημα αυτό της αναβολής με την θετική ψήφο της Π. Τ.. Στη συνέχεια αποδυναμώθηκε η κατηγορία και οι κατηγορούμενοι ομόφωνα πλέον και με τη σύμφωνη Εισαγγελική πρόταση αθωώθηκαν με την 45165/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, ενώ αυτοί αργότερα καταδικάστηκαν κατ’ έφεση αμετάκλητα με την 6272/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών όταν εκεί εκτέθηκαν και οι απόψεις της πολιτικής αγωγής. β) στην παραπάνω περίπτωση (αριθ. 2) την 20-7- 2004 αυτή (Π. Τ.) εκδίκασε με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την 94204/7692/2004 αίτηση του αρχιμανδρίτη Ι. Γ. κατά του Μητροπολίτη Ηλείας. Ο πρώτος είχε αντιδικία ετών με τον καθηγητή της Θεολογίας Ξ. Π. και είχε απασχολήσει κατά καιρούς το δικαστήριο του Πειραιά και των Αθηνών με αστικές και ποινικές υποθέσεις σε σχέση με γεγονότα που είχαν συμβεί στα Κύθηρα κατά την εκεί θητεία του και είχαν απασχολήσει και τα ΜΜΕ. Μάρτυρας υπερασπίσεως του καθηγητή αυτού ήταν σε πολλές δίκες ο Μητροπολίτης Ηλείας .. ο οποίος κατά τον αιτούντα μετά τον συμβιβασμό του με τον καθηγητή Ξ. Π. τον συκοφαντούσε. Με αυτή την αίτηση ο αιτών ζητούσε: α) την συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του καθ ού μέχρι του ποσού των 500.000 Ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη από τη σε βάρος του προσβολή της προσωπικότητας του β) την απαγόρευση στο μέλλον της προσβολής του γ) την απειλή χρηματικής ποινής μέχρι του ποσού των 6.000 Ευρώ για κάθε παραβίαση του αιτουμένου ασφαλιστικού μέτρου δ) τη δημοσίευση της περίληψης του σκεπτικού και του διατακτικού της σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και του Πύργου Ηλείας και στα εκκλησιαστικά περιοδικά ΕΚΚΛΗΣΙΑ και ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ και ε) την καταδίκη του καθού με δαπάνες του κοινοποιήσεως ακριβούς αντιγράφου της αιτήσεως και της αποφάσεως στο Αρχιεπίσκοπο ........ , στα μέλη της Ιεράς συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, σε όλους τους εν ενεργεία Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος, στον Οικουμενικό Πατριάρχη ........... και στη καταδίκη των δικαστικών του εξόδων. Ο αιτών κατά την εκδίκαση της αιτήσεως αυτής παραστάθηκε με τον δικηγόρο Ν. Ε. και ο καθ ού με τον δικηγόρο Δ. Φ.. Ο τελευταίος, υπέβαλε αίτημα αναβολής με την αιτιολογία ότι ο Μητροπολίτης έπρεπε να παραβρεθεί σε σημαντική τοπική εκκλησιαστική πανήγυρη προσφέρθηκε δε προκειμένου να γίνει δεκτό το αίτημα να χορηγηθεί προσωρινή διαταγή περί μη μεταβολής της περιουσιακής καταστάσεως του υποστηρίζοντας ότι το μόνο περιουσιακό στοιχείο που διαθέτει ο Μητροπολίτης είναι τα άμφια του. Ο αιτών δια του συνηγόρου του Ν. Ε. αντέδρασε στο αίτημα αυτό το οποίο η κατηγορουμένη απέρριψε προχωρώντας στην εκδίκαση της υποθέσεως. Στην συνέχεια αυτή εξέδωσε την αποτελούμενη από 87 σελίδες 8253/2004 απόφαση της, που δημοσιεύθηκε την 9-12- 2004, με την οποία αποδέχθηκε όλα τα παραπάνω αιτήματα του αιτούντος ακόμα και αυτό της κοινοποιήσεως της απόφασης στον Οικουμενικό Πατριάρχη ενώ όρισε το υπερβολικά υψηλό ποσό της συντηρητικής κατασχέσεως των 500.000 Ευρώ. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η σχετική απόφαση που εξέδωσε περιελάμβανε, χωρίς να συντρέχει λόγος προς τούτο αφού επρόκειτο περί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων το περιεχόμενο των οποίων κατά τη συνήθη δικαστική πρακτική είναι λιτό, μεγάλο αριθμό υβριστικών φράσεων σε βάρος του καθού Μητροπολίτη όπως ότι "η θέση του καθού κατά την οποία οι κληρικοί που προσφεύγουν στα πολιτικά, ποινικά ή αστικά δικαστήρια διασύρονται μόνο αλγεινή εντύπωση μπορεί να προκαλέσει ... επιδεικνύει εγκληματική, επίμεμπτη και παράνομη συμπεριφορά συνισταμένη πολλών αξιοποίνων πράξεων ... Ακόμα στην ίδια απόφαση αυτή είχε καταχωρήσει εγκωμιαστικές φράσεις υπέρ του αιτούντος Ι. Γ. τον οποίο κατονομάζει ως "ανεπίληπτο κληρικό, ιερωμένο με εντιμότητα ήθος μόρφωση και προοπτική ανόδου στα αξιώματα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, άτομο υψηλής διανόησης, συγκροτημένο με Θεολογική παιδεία, ανεπίληπτο ήθος, πλούσιο συγγραφικό και εκκλησιαστικό έργο, με μεγάλη προσφορά ως επιστήμονος στα Κύθηρα, εκδότη εκκλησιαστικής εφημερίδος καλύτερης από κάθε άποψη από κάθε παρόμοια έκδοση" To σκεπτικό της αποφάσεως αποτελούσε κατά κανόνα αντιγραφή της αιτήσεως και σε πολλά σημεία γινόταν αναφορά εκκλησιαστικών κανόνων και γεγονότων που δεν συνάδουν με δικαστική απόφαση και είναι έκδηλο ότι αποσκοπούσαν στην κάθαρση του προσώπου του αιτούντος ο οποίος εκείνο το χρονικό διάστημα προσπαθούσε να καταλάβει τη θέση του γραμματέα στη νομοκανονική επιτροπή της Εκκλησίας της Ελλάδος που Πρόεδρος της ήταν ο καθ ού η αίτηση που δεν επιθυμούσε να την καταλάβει αυτός (αιτών). Χαρακτηριστικό στοιχείο της μεροληπτικής συμπεριφοράς της υπέρ του αιτούντος και σε βάρος του καθού είναι ότι αυτή χωρίς σχετικό αίτημα εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 38 Κ.Π.Δ. και διαβίβασε τα πρακτικά και την απόφασή της στον Εισαγγελέα για άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του καθ ού για τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, ψευδορκίας κλπ., ενέργεια που παρά τη νομιμότητα της δεν συνηθίζεται να εφαρμόζεται σε υποθέσεις διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων λόγω της πιθανολογήσεως των αποδεικτικών μέσων. Ενισχυτικό στοιχείο της μεροληπτικής αυτής στάσεως της είναι ότι: α) ο Εισαγγελέας δεν άσκησε ποινική δίωξη κατά του Μητροπολίτη αλλά έθεσε την υπόθεση στο αρχείο και β) η ανωτέρω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ανακλήθηκε με την 5832/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διότι σύμφωνα με το σκεπτικό της προέκυψαν νέα στοιχεία που αναιρούσαν τον δόλο του καθ ού. Σημειώνεται ότι η κατηγορουμένη κατά τη εκδίκαση της υποθέσεως αυτής είχε γνώση της παραπάνω μεγάλης αντιδικίας διότι στις 30-9-2003, δηλ. σε προγενέστερο χρόνο, συμμετείχε ως μέλος στη σύνθεση του ΣΤ! Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ενώπιον του οποίου εκδικάσθηκε ποινική υπόθεση με τους διαδίκους αυτούς και έδωσε καταδικαστική ψήφο μαζί με την τότε Πρωτοδίκη Ά. Κ. με συνέπεια να καταδικασθεί ο Ξ. Π. για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του Ι.Γ., μειοψηφούντος του Προέδρου της συνθέσεως Γ. Χ.. Το γεγονός αυτό ενισχύει την κρίση του δικαστηρίου ότι αυτή δεν ήταν σε σχέση με τις υποθέσεις του Ι. Γ., που είχε και τότε συνήγορο τον Ε. λόγω στενής της γνωριμίας και με τους δύο, η αμερόληπτη και αντικειμενική δικαστής όπως απαιτεί το Σύνταγμα, ο Οργανισμός των Δικαστηρίων και η ΕΣΔΑ. γ) στην παραπάνω περίπτωση (αριθ. 3) την ιδία ημέρα (20-7-2004) αυτή (Π.Τ.) εκδίκασε την από 5-7-2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του αιτούντος Ν. Γ., που επικαλείτο το αξίωμα του Μητροπολίτη Αττικής και Μεγαρίδος Ν., κατά του τότε Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφαρσάλων Θ. Κ., στενού φίλου του Ι. Γ. και του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου, με την οποία ζητούσε αυτός (αιτών) την συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του καθού μέχρι του ποσού των 100.000 Ευρώ λόγω προσβολής της προσωπικότητας του διότι στην από 4-3-2004 αγωγή που είχε καταθέσει ο καθ ού εναντίον του εν γνώσει του διέλαβε ψευδή γεγονότα ισχυριζόμενος ότι εξελέγη αντικανονικώς ως Μητροπολίτης και ότι επιμένει να αυτοπροσδιορίζεται με τον τίτλο αυτόν. Δικηγόρος του καθ ού η αίτηση ήταν ο Ν. Ε. και του αιτούντος οι Δ. Π. και Η. Π.. Ο αιτών εξελέγη το έτος 1968 ως Μητροπολίτης Αττικής και Μεγαρίδος και απομακρύνθηκε από τη θέση αυτή το έτος 1974 διότι κρίθηκε ότι είχε εκλεγεί αντικανονικώς. Με την 3803/1990 απόφαση του ΣΤΕ κατόπιν αιτήσεως του ακυρώθηκε η ανωτέρω απόφαση διότι δεν είχε κληθεί προς ακρόαση. Του προσεφέρθη τότε άλλη θέση Μητροπολίτη την οποία δεν αποδέχθηκε οπότε του επιβλήθηκε το επιτίμιο της ακοινωνησίας από την Δ.Ι.Σ. και μετά αυτός απώλεσε με τον τρόπο αυτό την έδρα της Μητροπόλεως του. Αυτός ήταν εκδότης του εκκλησιαστικού περιοδικού με την επωνυμία ... στο οποίο δημοσίευσε ορισμένα κείμενα προσβλητικά για τον καθ ού ο οποίος κατόπιν υποδείξεως του Ι. Γ. προσέφυγε στα δικαστήρια του Πειραιά και δικαιώθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορουμένη εξέδωσε την 8465/2004 απόφαση με την οποία απέρριψε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του Ν. Γ. με εκτενή απόφαση που αποτελείτο από 21 φύλλα. Εκεί αυτή αφού ανέλυσε εκτενώς το όλο εκκλησιαστικό ζήτημα, χωρίς να είναι απαραίτητο, εκθείασε τον καθού η αίτηση σε υπερβολικό βαθμό και τελικά διέταξε την διαβίβαση αντιγράφων της δικογραφίας στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών για την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του αιτούντος για την αξιόποινη πράξη της αντιποίησης αρχής καθ υπόδειξη του Ν. Ε.. δ) στην παραπάνω περίπτωση (αριθ. 4) κατά την ίδια δικάσιμο αυτή συνεκδίκασε: α) την από 30-6- 2004 αίτηση του τότε Μητροπολίτη Αττικής Π. Μ., φίλου του Ι. Γ., κατά του Ν. Γ. και β) την αντίθετη αίτηση του δεύτερου στρεφόμενη κατά του πρώτου με τις οποίες και οι δύο ζητούσαν τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας ο ένας του άλλου λόγω προσβολής της προσωπικότητας τους. Δικηγόρος του αιτούντος και καθ ού Π. Μ. ήταν ο Ν. Ε. Επί των αντιθέτων αυτών αιτήσεων αυτή εξέδωσε την από 112 σελίδες 8252/2004 απόφαση με την οποία αποδέχθηκε εν μέρει την απαίτηση του αιτούντος Π. Μ. και : α) διέταξε την συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του καθ’ ου Ν. Γ. έως το ποσό των 800.000 ευρώ (το αίτημα ήταν για 1.000.000 Ευρώ) β) επέβαλλε χρηματική ποινή 5000 Ευρώ για κάθε παράβαση της διατάξεως αναφοράς στο πρόσωπο του αιτούντος γ) διέταξε την δημοσίευση της απόφασης σε εφημερίδες και θρησκευτικά έντυπα δ) διέταξε την κοινοποίησή της στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, τα μέλη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και όλους τους Μητροπολίτες της Ελλάδας και ε) απέρριψε την αίτηση του Ν. που είχε παρασταθεί με τον δικηγόρο Δ.Π.. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η κατηγορουμένη καταχώρησε στην απόφασή της ασυνήθεις επαινετικούς χαρακτηρισμούς και κρίσεις για τον Μακαριστό τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος ........ στο περιβάλλον του οποίου ήταν και ο Ν. Ε. ως δικηγόρος του, οι οποίοι δεν ήσαν αναγκαίοι και προφανώς της είχαν υποδειχθεί από αυτόν (Ε.), όπως "καταξιωμένου για την προσωπικότητα του κατά δίδαγμα της κοινής πείρας". Επίσης διέταξε και πάλι την διαβίβαση των πρακτικών και της αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 38 του ΚΠΔ στον αρμόδιο Εισαγγελέα για να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του Ν. για αντιποίηση αρχής. Σημειωτέον ότι ο δικηγόρος αυτού, ως με σαφήνεια κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεχόταν στο γραφείο του τηλεφωνήματα από άγνωστο άτομο που θεώρησε αρχικά ότι ήταν δικαστικός που δεν ήθελε να φανερώσει την ταυτότητα του που τον παρέσυρε να καταθέσει την αίτηση του στη δικάσιμο της 20-7-2004 ενώ αρχικά επρόκειτο να προσδιορισθεί την 5-9-2004 και αυτός ήταν τελικά ο Ι. Γ. ,διότι ως πληροφορήθηκε από τον ανακριτή της υποθέσεως τα τηλέφωνα αυτά είχαν γίνει από την οικία του τελευταίου. Ενισχυτικό της ανάμιξης αυτής του Ν. Ε. στην μεροληψία της κατηγορουμένης σε σχέση-με τις υποθέσεις αυτές είναι: α) το γεγονός ότι μεθόδευσε την εκδίκαση όλων των παραπάνω αιτήσεων από την κατηγορουμένη και μάλιστα σε τμήμα διακοπών και β) το γεγονός ότι και η απόφαση αυτή (τελευταία) ουσιαστικά είναι δικό του δημιούργημα καθόσον υιοθετεί όλους τους ισχυρισμούς του καθώς και τα ορθογραφικά του λάθη στην αίτηση που μεταφέρθηκαν αυτούσια στην απόφαση. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι λοιπές αποφάσεις της κατηγορουμένης αυτής κατά την διαδικασία αυτή των ασφαλιστικών μέτρων με άλλους διαδίκους ήταν χειρόγραφες και λιτές σε αντίθετη με τις παραπάνω πολυσέλιδες και "επιλήψιμες" αποφάσεις όπου ήσαν εμπλεκόμενοι οι Ν. Ε. και Ι. Γ. που ήταν εκτενείς και γραμμένες σε κομπιούτερ. Στις πράξεις αυτές η κατηγορουμένη προέβη με σκοπό να ωφελήσει αθέμιτα κατά περίπτωση τόσο τον αρχιμανδρίτη Ι. Γ., που ήταν διάδικος, όσο και τον δικηγόρο Ν. Ε. και τους διαδίκους που αυτός εκπροσωπούσε. Ταυτόχρονα αυτή με την συμμετοχή της αυτή στις παραπάνω υποθέσεις σκοπό είχε να βλάψει τους αντιδίκους αυτών αφού με την στάση της αυτή τους στερούσε το συνταγματικά και με διεθνείς συμβάσεις κατοχυρωμένο δικαίωμα τους , όπως παραπάνω αναφέρθηκαν, να κριθούν από αντικειμενικό και αμερόληπτο δικαστή. Απόδειξη του σκοπού της αυτού είναι : α) η υιοθέτηση από αυτή αυτούσιων των απόψεων αυτών (Γ. - διαδίκων που παραστάθηκαν με τον παραπάνω δικηγόρο) β) ο καθορισμός από αυτή υψηλότατων ποσών συντηρητικής κατάσχεσης που κινούνται οριακά εντός των πλαισίων της διακριτικής δικαιοδοτικής της ευχέρειας γ) η μεθόδευση από αυτή και τους Ι. Γ. και Ν. Ε. να εκδικάσει σε τμήμα διακοπών πολλές ίδιες υποθέσεις και δ) η καταχώριση από αυτή στις ασυνήθιστα πολυσέλιδες αποφάσεις της χαρακτηρισμών τόσο για τον Ι. Γ. όσο και για τους άλλους ιερωμένους που παρίσταντο με τον Ν. Ε. που έχουν τα χαρακτηριστικά "ύμνου" χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο, όπως παραπάνω αναφέρθηκαν. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι τόσο ο Ι. Γ. όσο και οι άλλοι ιερωμένοι που εκπροσωπούσε ο Ν. Ε.: α) δεν υλοποίησαν τις αποφάσεις που εξέδωσε η κατηγορουμένη πρωτοδίκης β) δεν κατέφυγαν στα δικαστήρια για έκδοση οριστικών επί της ουσίας αποφάσεων με καταψηφιστικό αίτημα και γ) έλαβαν τις παραπάνω αποφάσεις με σκοπό να κερδίσουν την εύνοια της ηγεσίας της Εκκλησίας στην οποία τις προσκόμισαν υπό μορφή "πιστοποιητικού εκκλησιαστικής νομιμοφροσύνης και εξαιρετικών προσόντων". Η κατηγορουμένη αρνείται την κατηγορία αυτή και ισχυρίζεται ότι δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τους Ι. Γ. και Ν. Ε. που να της επέβαλαν την αποχή από την εκδίκαση των παραπάνω υποθέσεων. Ο ισχυρισμός της αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν, και επιπλέον επειδή αυτή ουσιαστικά με την παραπάνω στάση της μετέφερε στις αποφάσεις της αυτούσιες τις απόψεις των γνωστών της (Γ. - Ε.) και ικανοποιούσε στο ακέραιο όλα τους τα αιτήματα παραβιάζοντας ηθελημένα την βασική και στοιχειώδη υποχρέωσή της να συμπεριφέρεται αντικειμενικά έναντι όλων των διαδίκων. Όλες οι παραπάνω μερικότερες πράξεις της κατηγορουμένης αυτοσχεδιάστηκαν από την αρχή από αυτή και στην συνέχεια ή ίδια τις υλοποίησε σταδιακά. Έτσι αυτές πρέπει να κριθούν ότι συνιστούν το έγκλημα της αποσιώπησης, λόγου εξαίρεσης κατ’ εξακολούθηση και όχι κατά συρροή όπως καταδικάστηκε πρωτοδίκως. Με βάση τα δεδομένα αυτά κατά την πλειοψηφούσα κρίση του δικαστηρίου αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη Π. Ρ. - Τ. γνώριζε τους λόγους εξαίρεσής της και τους αποσιώπησε με σκοπό να ωφελήσει αθέμιτα τους παραπάνω διαδίκους και να βλάψει τους αντιδίκους τους διότι ως προαναφέρθηκε και στη μείζονα νομική σκέψη, το έγκλημα αυτό είναι ολοκληρωμένο από την στιγμή που εξαιρετέος δικαστής ανέλαβε την εκδίκαση μιας τέτοιας υπόθεσης και αποσιώπησε τον λόγο εξαίρεσής του από την υπηρεσία του έστω και αν αυτός στην συνέχεια δεν λειτούργησε μεροληπτικά κατ αποτέλεσμα (για τους λόγους που θα αναφερθούν στην αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος) και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος εξακολούθηση. Μετά ταύτα Α) Κατά πλειοψηφία εκήρυξεν ένοχη για ότι ως πρωτοδίκης με πολλές πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος. εν γνώσει αποσιώπησε το γεγονός ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό της λόγος εξαίρεσης από την εκδίκαση ποινικών και αστικών υποθέσεων, ενόψει των στενών φιλικών σχέσεών της με διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και της πρόκλησης από την αιτία αυτή υπονοιών μεροληψίας (15 ΚΠΔ, 52 παρ. 1 στ ΚΠολΔ), προς το σκοπό της αθέμιτης ωφέλειας άλλων και παράλληλα της βλάβης τρίτων και ειδικότερα: 1)Στην Αθήνα, στις 27.7.2004, συμμετέσχε στο 5° Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, κατά την εκδίκαση ποινικής υπόθεσης με κατηγορουμένους για ανθρωποκτονία από αμέλεια τους γιατρούς Δ. Ν., Δ. Κ., Π. Δ. και Σ. Σ., με τον πληρεξούσιο οικηγόρο των οποίων Ν. Ε., διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις, αποσιωπώντας εν γνώσει το νόμιμο λόγο εξαίρεσης της από την αιτία αυτή, με σκοπό να ωφελήσει τους κατηγορουμένους και τον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, oι οποίοι απέβλεπαν στην επιτυχή έκβαση της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η απαλλακτική απόφαση 45165/2004 του πιο πάνω Δικαστηρίου. 2)Στην Αθήνα στις 20.7.2004, προέβη στην εκδίκαση από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών της από 30.6.2004 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του Αρχιμανδρίτη Ι.-Π. Γ. κατά του Μητροπολίτη Ηλείας .., αποσιωπώντας εν γνώσει το γεγονός ότι διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις με τον Ι.-Π. Γ. και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ε., που αποτελούσε νόμιμο λόγο εξαίρεσής της, προς το σκοπό να ωφελήσει τον αιτούντα και τον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο του, που απέβλεπαν στην επιτυχή έκβαση της δίκης, και να προκαλέσει βλάβη στον καθ’ ου. Αυτή εξέδωσε την ιδιαίτερα εκτεταμένη απόφαση 8253/2004 (87 σελίδες), με την οποία έκανε δεκτή την αίτηση και διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του καθ’ oυ έως το ποσό των 500.000 ευρώ, καθώς και τη δημοσίευση της απόφασης σε εφημερίδες και θρησκευτικά έντυπα, ακόμη δε την κοινοποίηση της στον Οικουμενικό Πατριάρχη ... 3) Στην Αθήνα στις 2/17.2004, προέβη στην εκδίκαση από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών της από 5.7.2004 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του Μητροπολίτη πρώην Αττικής και Μεγαρίδος Ν. Γ. κατά του Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφαρσάλων Θ. Κ., αποσιωπώντας εν γνώσει το γεγονός ότι διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του τελευταίου Ν. Ε., που αποτελούσε νόμιμο λόγο εξαίρεσης της, προς το σκοπό να ωφελήσει με την έκδοση απορριπτικής απόφασης τον καθ’ ου η αίτηση και τον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο του, που απέβλεπαν στην επιτυχή έκβαση της δίκης, και να προκαλέσει βλάβη στον αιτούντα. Επί της υποθέσεως αυτής εκδόθηκε η απόφαση 8465/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση και διατάχθηκε η διαβίβαση αντιγράφων της δικογραφίας στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών για την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του αιτούντος. 4) Στην Αθήνα στις 20.7.2004. προέβη στην εκδίκαση από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών της από 30.6.2004 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του Μητροπολίτη Αττικής Π. Μ. κατά του Μητροπολίτη πρώην Αττικής και Μεγαρίδος Ν. Γ., αποσιωπώντας εν γνώσει το γεγονός ότι διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πρώτου Νικόλαο Ε., που αποτελούσε νόμιμο λόγο εξαίρεσής της, προς το σκοπό να ωφελήσει με την έκδοση ευνοϊκής απόφασης τον αιτούντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ε., που απέβλεπαν στην επιτυχή έκβαση της δίκης, και να προκαλέσει βλάβη στον καθ’ ου. Αυτό και συνέβη με την έκδοση της ιδιαίτερα εκτεταμένης απόφασης 8252/2004 (112 σελίδες), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση και διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του καθ’ ου έως το ποσό των 800.000 ευρώ, καθώς και η δημοσίευση της απόφασης σε εφημερίδες και θρησκευτικά έντυπα, ακόμη δε η κοινοποίηση της στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, τα μέλη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και όλους τους Μητροπολίτες της Ελλάδας. Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο και κατεδικάσθη η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 και 254 ΠΚ που εφήρμοσε τις οποίες δεν παρεβίασεν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα αναφέρει η απόφαση όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ’ όψη της για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση της ως προς την αναιρεσείουσα Π. Τ., αφού τα ως ανωτέρω αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ισχύουν αναλόγως και δι’ αυτή μεταξύ των οποίων και ολόκληρο το πόρισμα του Επιθεωρητού ..., αιτιολογεί με πληρότητα και σαφήνεια την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποσιωπήσεως λόγου εξαιρέσεως από αυτήν, η οποία είναι πρώην δικαστική λειτουργός (Πρωτοδίκης), και δη, πλέον του τελευταίου, εκθέτει τα περιστατικά βάσει των οποίων υπήρχε σαφώς νόμιμος λόγος εξαιρέσεως, τον οποίον απεσιώπησε ή άνω δικαστής και ενήργησε στις μνημονευθείσες υποθέσεις, αναγόμενες στα καθήκοντά της, και μάλιστα τα περιστατικά που δικαιολογούν υπόνοιες μεροληψίας σχετικά με την ιδιαίτερη φιλία της με τον δικηγόρο Ν.Ε. και τον Αρχιμανδρίτη Ι. Γ., γνωριμία και φιλική σχέση με τον δικηγόρο Ν.Ε. προηγηθείσα των άνω δικασίμων (20 και 27/7/2004) συνομιλία με αυτόν επί 2ωρο την 30/6/2004, και την οποία συνομολόγησαν τόσον η Π.Τ. όσο και ο Ν.Ε., ιδιαίτερη σχέση φιλίας με τον Ι. Γ., άμεσα ενδιαφερόμενο για τις εκδικασθείσες υποθέσεις την 20/7/2004 με δικηγόρο τον Ν.Ε.μ, παρέμβασή της στο συνάδελφό της Β.Κ. να προσέξει την υπόθεση του φίλου του Γ., επίσκεψη με τον τελευταίο στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών, για να γνωρίσει η κατηγορουμένη Τ. τον Μητροπολίτη Παντελεήμονα Μ., γνωριμία με τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων .., στην ενθρόνιση του οποίου παρευρέθη με πρόσκλησή του μέσω του Γ.. Αυτά παρά τις περί των αντιθέτων αιτιάσεις της αναιρεσειούσης, οι οποίες, εντεύθεν, είναι αβάσιμοι, ενώ πέραν αυτών πρέπει να λεχθεί ότι δεν ήτο απαραίτητη η ακριβής αναφορά της "στενής φιλικής σχέσεως" ως και των θεμελιωτικών αυτής περιστατικών, ενεργειών και συμπεριφορών της δικαστού με τους άνω εμπλεκομένους στις υποθέσεις που εξεδίκασε στο ποινικό και πολιτικό δικαστήριο αυτή, αφού στην προκειμένη περίπτωση αρκεί το γεγονός της και εξ οιασδήποτε αιτίας προκλήσεως υπονοιών μεροληψίας ή η ύπαρξη γεγονότων δυναμένων να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία της υπαιτίου της αποσιωπήσεως λόγου εξαιρέσεως τα οποία υπάρχουν στις παραδοχές της αποφάσεως, η δε απαρίθμηση των περιπτώσεων "υπονοίας μεροληψίας" στο άρθρο 52 παρ.1 περ.στ’ ΚΠολΔικ. ... και "ιδιαίτερη φιλία" είναι ενδεικτική ("ιδίως"). Επίσης η απόφαση αιτιολογεί τον δόλον της αναιρεσείουσης να αποσιωπήσει τον λόγον εξαιρέσεως, τον οποίον εγνώριζε, αφού ακριβώς αυτήν αφορούσε και την γνωριμία της με τους ανωτέρω εμπλεκομένους ως και τον σκοπόν της να ωφελήσει άλλους με την εκδίκαση των υποθέσεων και την έκδοση των σχετικών αποφάσεων, κατά τα δεκτά γενόμενα υπό της προσβαλλομένης. Τέλος ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ της κρίσεως για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, για την οποίαν απηλλάγη η αναιρεσείουσα και την της αποσιωπήσεως λόγου εξαιρέσεως, για την οποίαν κατεδικάσθη αυτή, αφού ορθώς (η απόφαση) εδέχθη αληθή συρροή των αδικημάτων αυτών και όχι φαινομένη, για την οποίαν αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα ότι υπάρχει. Μετά πάντα ταύτα οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως ο 1ος περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 254 Π.Κ.υπό την έννοια της ελλείψεως νομίμου βάσεως, εκ του ότι δεν περιέχονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την "στενή φιλική σχέση" τόσο με τον Ν.Ε., όσο και με τον Αρχιμανδρίτη Ι.Π.Γ. ως και περί αντιφάσεως λόγω των τελευταίων ως άνω κρίσεων, εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ.Ε’ Κ.Π.Δ. , ο 2ος περί ελλείψεως αιτιολογίας εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ.Δ’ Κ.Π.Δ., όσον αφορά την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος και το στοιχείο του δόλου, ο 3ος όσον αφορά την ύπαρξη στενών φιλικών σχέσεων και ο 4ος όσον αφορά την ύπαρξη ομοίων με τον Ν.Ε. και τον Ι.Π.Γ. αντιστοίχως προς δε και κατά το σκέλος του περί απολύτου ακυρότητος εκ της μη λήψεως υπ’ όψη ολοκλήρου του άνω πορίσματος του επιθεωρητού, ο 5ος όσον αφορά το στοιχείο του αμέσου δόλου και ο 6ος όσον αφορά τον σκοπό της αθέμιτης ωφελείας και βλάβης, είναι αβάσιμοι. Καθ’ ο μέρος δε υπό την επίκληση των άνω λόγων επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων εις μείζονα έκταση της αναιρέσεως αναφερομένη, και δη των καταθέσεων των μαρτύρων ... - Π. Μ. ως και του από 30/6/2005 πορίσματος του Αρεοπαγίτη, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτο κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.

Κατά τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 177 Κ.Π.Δ η οποία προσετέθη με την παρ.7 του άρθρου 2 Ν. 2408/1996 "Αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπ’ όψη (και όπως ίσχυε κατά τον χρόνον τελέσεως των άνω πράξεων) "για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή ... εκτός εάν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδική και αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου ...". Εκ της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι κατ’ εξαίρεση της αρχής της ηθικής αποδείξεως που καθιερώνει η διάταξη της παρ.1 του ιδίου άρθρου, θεσπίζεται η απαγόρευση της αξιοποιήσεως αποδεικτικού μέσου που έχει αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών και επομένως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής....με εξαίρεση την ως άνω αναφερομένη περίπτωση των κακουργημάτων. Η χρησιμοποίηση στη δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και επάγεται την απόλυτο ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατ’ άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.δ’ Κ.Π.Δ., η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 540 παρ.1 Α’ ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως. Περαιτέρω δια των Ν. 2225/1994 "Για την προστασία της ελευθερίας και ανταπόκρισης και επικοινωνίας και άλλες διατάξεις" και ΠΔ 47/2005 "Διαδικασίες καθώς και τεχνικές και οργανωτικές εγγυήσεις για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών και για την διασφάλισή του" ερρυθμίσθησαν και προεβλέφθησαν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι επιτρεπτή η άρση του απορρήτου για διακρίβωση εγκλημάτων ως και οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αυτής, στα πλαίσια της γενικοτέρας παρεχομένης προστασίας εις τον άνθρωπο από τα άρθρα 2 παρ.1, 5 παρ.1, 9, 9Α και 19 παρ.1 και 3 του Συντάγματος ως και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Το συνταγματικό απόρρητο καλύπτει μόνο το περιεχόμενο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και όχι τα εξωτερικά στοιχεία των επικοινωνιών, όπως είναι ο αριθμός συνδέσεως καλούντος και καλουμένου συνδρομητού -χρήστου, τα ονοματεπώνυμα αυτών και ο χρόνος και ο τόπος των συνδιαλέξεων, ούτω δεν είναι ανεπίτρεπτη η αποκάλυψη και αναφορά του αριθμού και των στοιχείων του κατόχου των τηλεφωνικών συνδέσεων που εκλήθησαν από ορισμένη τηλεφωνική σύνδεση ή του αριθμού και των στοιχείων του κατόχου των τηλεφωνικών συνδέσεων από τις οποίες ο τελευταίος εδέχθη τηλεφωνικές κλήσεις. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα αιτιάται απόλυτο ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το δικαστήριο έλαβεν υπ’ όψη του για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση παράνομα αποδεικτικά μέσα ήτοι αφ’ ενός μεν τον κατάλογο των τηλεφωνικών της συνδιαλέξεων και δη όσον αφορά την τηλεφωνική σύνδεση της οικίας της με την τηλεφωνική σύνδεση του δικηγορικού γραφείου του Ν.Ε. την 30/6/2004, χωρίς άρση του απορρήτου, αφ’ ετέρου δε (το δικαστήριο έλαβεν υπ’ όψη του) την κατάθεση του μάρτυρος δικηγόρου Δ.Π. στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο οποίος μετέφερε σε αυτό όσα επληροφορήθη από τον τότε εφέτη ανακριτή της υποθέσεως, εις χείρας του οποίου είχαν περιέλθει οι καταστάσεις εισερχομένων και εξερχομένων τηλεφωνικών κλήσεων από τον "Ο.Τ.Ε. Α.Ε." χωρίς άρση του απορρήτου και δή (επληροφορήθη) ότι τα τηλεφωνήματα του είχαν γίνει από την οικία του Γ. διάφορες ημέρες και ώρες. Όμως το μεν όλα τα ανωτέρω αφορούν τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας Τ. - Ε. και της προελεύσεως του τηλεφωνήματος στον Δ.Π. από τον Γ. για τα οποία , κατά τ’ άνω, δεν απαιτείται άρση του απορρήτου, το δε το περιεχόμενο της μεταξύ της αναιρεσειούσης και του δικηγόρου Ν.Ε. συνομιλίας απεδείχθη, όπως από τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει, από τις απολογίες των Τ. και Ε. ως και τις ομολογίες και τους ισχυρισμούς των και όχι από την λήψη υπ’ όψη των άνω παρανόμων ως επικαλείται αοποδεικτικών μέσων.

Συνεπώς ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως της Π.Τ. υπό τον αριθμ. 7, κατ’ αμφότερα τα άνω σκέλη του ερειδόμενος επί αναληθών προϋποθέσεων, είναι αβάσιμος.

Τέλος αβάσιμος και κατά το τελευταίο σκέλος του ο λόγος αυτός, περί απολύτου ακυρότητος, εκ του ότι έλαβε η απόφαση υπ’ οψη της, για την ενοχή της αναιρεσειούσης, μόνο την απολογία του συγκατηγορουμένου της Ν.Ε., όσον αφορά την τηλεφωνική συνδιάλεξη του τελευταίου με την αναιρεσείουσα την 30/6/2004. Και τούτο διότι η παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 211Α Κ.Π.Δ. επιφέρει μεν απόλυτο ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού εισάγει απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνης της μαρτυρικής καταθέσεως ή απολογίας συγκατηγορουμένου, δεν παραβιάζεται όμως η άνω διάταξη όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στην μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου, αλλά και σ’ αυτή, σε συνδυασμό και με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως εν προκειμένω συμβαίνει. Ειδικότερα η άνω κρίση της αποφάσεως εστηρίχθη τόσο στα αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα στο σκεπτικό, μεταξύ των οποίων και οι απολογίες των κατηγορουμένων, και όχι μόνο στην απολογία του Ε., όσο και στα γενόμενα δεκτά περιστατικά υπό της προσβαλλομένης αποφάσεως όπως εξ αυτής προκύπτει, ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι "παραδέχονται" Ε. και Τ., την τηλεφωνική τους ως άνω επικοινωνία, την διάρκειά της, την συζήτηση σχετικά με την πειθαρχική δίωξη της κοινής τους φίλης Α.Μ. "όπως ισχυρίζονται" και "ανέφεραν" στις απολογίες των πως επικοινώνησαν τηλεφωνικώς.

Κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως της Π. Ρ. - Τ., πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί σε αυτή στη δικαστική δαπάνη (άρθρ.583 παρ.1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 193, 268, 299, 342, 773, 805, 903, 1487/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον Ι. - Π. Γ. και μόνο κατά την διάταξή της με την οποίαν ανεστάλη η εκτέλεση της ποινής φυλακίσεως των δεκατεσσάρων (14) μηνών για μία τριετία.

Και

Απαλείφει την διάταξη αυτή.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 13/3/2013 αίτηση - δήλωση, επιδοθείσα εις τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 14/3/2013, του Ι. - Π. Γ. του Γ., για αναίρεση της αυτής ως άνω (υπ’ αριθμ. 1487/2012) αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 7/3/2013 αίτηση - δήλωση επιδοθείσα εις τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 13/3/2013, της Π. Ρ. - Τ. του Ε., για αναίρεση της αυτής ως άνω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα αυτή στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis