Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Ένορκη βεβαίωση, νομικό πρόσωπο, ατελής δημοσιότητα.

Περίληψη. Ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπρόσωπου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, ασχέτως του αν είχε οποτεδήποτε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου του. Πράξη διορισμού οργάνων διοικήσεως νομικού προσώπου. Ολοκληρώνεται από τη λήψη της σχετικής αποφάσεως από το αρμόδιο όργανο και της αποδοχής του διορισμού ή της εκλογής από το διοριζόμενο, η οποία μπορεί να είναι και άτυπη (σιωπηρή). Η μη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως πράξεων και στοιχείων, που αναφέρονται στο διορισμό των οργάνων διοικήσεως, έχει ως αποτέλεσμα ότι η ανώνυμη εταιρεία δεν μπορεί να τα αντιτάξει κατά τρίτων, εκτός αν αποδείξει ότι οι τρίτοι τα γνώριζαν, ο δε ενάγων επί αγωγής κατά του νομικού προσώπου δεν μπορεί να αποτελεί, λόγω και μόνο της ασκήσεως αυτής (αγωγής), αντισυμβαλλόμενο του εναγομένου, επίσης διαδίκου. Επομένως, εφόσον το μέλος του Δ.Σ. ανώνυμης εταιρείας, κατά το χρόνο της εμμάρτυρης καταθέσεώς του δεν έχει την ιδιότητα αυτή, η κατάθεσή του λαμβάνεται υπόψη ακόμα κι αν δεν έχει δημοσιευθεί η αποχώρησή του. Αντίθετη μειοψηφία. (Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 2208/2015 απόφαση ΜονΕφΑθηνών).  
Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Β1, 397/ 2016.
Ομοίως και  ΑΠ  1080/ 2015, ΜονΠρωτΘεσ/ κης 9969/ 2015, ΑΠ 2194/ 2014.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου-Εισηγήτρια και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

Ι. Από τις διατάξεις των αρθ. 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410 παρ. 3 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι’ αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανίκανου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διάδικου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού. Τούτο συνάγεται κυρίως από το ως άνω άρθρο 415 ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατόν να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διάδικου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη. (Ολ ΑΠ 745/2007, ΑΠ 1312/2001). Κατά συνέπεια η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπρόσωπου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, ασχέτως του αν είχε οποτεδήποτε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου του προσκομίζοντα, αφού πρόκειται περί ανυπόστατου αποδεικτικού μέσου". (ΑΠ 2194/2014 ΑΠ 715/2013 ΑΠ 1621/2012 ΑΠ 374/2011).

2. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 7α περ. γ και 7β παρ. 15 και 7ε του ν. 2190/1920, όπως ισχύει σήμερα, προκύπτει ότι η δημοσιότητα στην οποία υποβάλλεται η πράξη διορισμού μελών Δ.Σ. ανώνυμης εταιρείας δεν έχει συστατικό, αλλά βεβαιωτικό ή δηλωτικό χαρακτήρα, γι’ αυτό αν η απόφαση δεν έχει υποβληθεί στην προβλεπόμενη δημοσιότητα δεν μπορεί να την επικαλεσθεί η εταιρεία, ενώ αντίθετα μπορούν να την επικαλεσθούν κατ’ αυτής οι τρίτοι όταν αφορά υποχρεώσεις έναντι αυτών που αγνοούν την μεταβολή πριν τη δημοσίευσή της. Αυτό σημαίνει ότι η πράξη διορισμού οργάνων διοικήσεως ολοκληρώνεται από τη λήψη της σχετικής αποφάσεως από το αρμόδιο όργανο (Γενική Συνέλευση) και της αποδοχής του διορισμού ή της εκλογής από το διοριζόμενο η οποία μπορεί να είναι και άτυπη (σιωπηρή). Τούτο ενισχύεται από το γεγονός ότι η ιδιότητα του διαδίκου, όταν αφορά νομικό πρόσωπο, "απαιτείται να υπάρχει κατά το χρόνο εξέτασής του, γιατί αν προϋπήρχε ή εξέλιπε ή αν επήλθε μετά την κατάθεσή του, η τελευταία είναι έγκυρη και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο" (ΑΠ 715/13, 1608/10). Η μη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως πράξεων και στοιχείων, που αναφέρονται στο διορισμό των οργάνων διοικήσεως, έχει ως αποτέλεσμα ότι η ανώνυμη εταιρεία δεν μπορεί να τα αντιτάξει κατά τρίτων, εκτός αν αποδείξει ότι οι τρίτοι τα γνώριζαν (ΑΠ 307/2003) και σε ότι αφορά υποχρεώσεις της απέναντι τους, ο δε ενάγων επί αγωγής κατά του νομικού προσώπου δεν μπορεί να αποτελεί, λόγω και μόνο της ασκήσεως αυτής (αγωγής), αντισυμβαλλόμενο του εναγομένου, επίσης διαδίκου. Η γνώση αυτή, που απαιτείται μόνο στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο λαμβάνει χώρα η συναλλαγή βάσει της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του αντισυμβαλλομένου του νομικού προσώπου η οποία και προστατεύεται και όχι στο χώρο του δικονομικού δικαίου, στον οποίο απαιτείται ο εξετασθείς ως μάρτυς να μην είναι διάδικος, δηλαδή να έχει παύσει να φέρει την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του διαδίκου κατά τον χρόνο της εξετάσεώς του.

3. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 42/2002, Ολ ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

4. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει τον εκ του αριθμού 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, ότι η κατάθεση του μάρτυρα της Φ. Ι., ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την 22-2-2013, την οποία και παραθέτει στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ λήφθηκε υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από το οποίο είχε απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντα, παρά τον νόμο δεν λήφθηκε υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διότι αυτός, δεν ήταν διάδικος αφού κατά τον χρόνο της κατάθεσής του, δεν είχε την ιδιότητα του προέδρου της εναγομένης- αναιρεσίβλητης εταιρίας, εφόσον ούτος με το από 28-1-2013 πρακτικό του ΔΣ της εναγομένης δεν συμμετείχε πλέον σ’ αυτήν. Στην προκείμενη υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την εξέταση του μάρτυρα της εναγομένης Φ. Ι. ως προς ζήτημα της φύσεως και των ωρών απασχολήσεως του αναιρεσίβλητου στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε τα εξής: "Ο εκκαλών - ενάγων, με τον πρώτο λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι εξετάσθηκε ως μάρτυς ένορκα στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο I. Φ., ο οποίος ετύγχανε πρόεδρος του Δ.Σ και είχε άμεσο συμφέρον από την έκβαση της δίκης. Είναι νόμιμος ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 400 παρ. 3 ΚΠολΔ καθόσον ο νόμιμος εκπρόσωπος του Δ.Σ. εξομοιώνεται προς τον αντιπροσωπευόμενο διάδικο (ΟΛΟΜ. ΑΠ 1328/ 1977 Δίκη 1978. 804, ΑΠ 369/1996 Ελ.Δνη 1998.654). Η εναγομένη - εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι ο εξετασθείς δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος του Δ.Σ καθόσον στο ΦΕΚ ...τ. ΑΕ & ΕΠΕ δημοσιεύθηκε η από 28/1/2013 απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης και το από όσοι 28/1/2013 πρακτικό του Δ.Σ. με την οποία έγινε ο ορισμός νέου Δ.Σ. στο οποίο δεν συμμετείχε ούτε ως πρόεδρος του Δ.Σ. ούτε ως μέλος ο I. Φ., ο οποίος όμως ήταν πρόεδρος του Δ.Σ. κατά το χρόνο της εξέτασης του (28/2/2013) όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ ΦΕΚ ... (τ. ΑΕ & ΕΠΕ). Εφόσον λοιπόν δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη δημοσιότητα ώστε να καλύπτει τη μεταβολή του Δ.Σ. (Άρθρο 7ξ Ν. 2190/1920) κατά τον χρόνο εξέτασης του I. Φ., αλλά μεταγενέστερα και η εναγομένη δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει γνώση του ενάγοντος σχετικά με το διορισμό των προσώπων που εκπροσωπούν την εναγομένη κατά το άρθρο 7 ε του Ν. 2190/1920 (ΑΠ 307/2003 Ε.Εμπ.Δικ 2003.610) ο I. Φ. ήταν πρόεδρος του Δ.Σ. κατά τον χρόνο εξέτασης του και συνεπώς είναι ανυπόστατη η κατάθεση του και δεν θα ληφθεί υπόψη, δεκτού γενομένου ως ουσία βάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης του εκκαλούντος όσον αφορά την εξέταση του I. Φ.".

5. Με την κρίση της αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ, διότι δεν έλαβε υπόψη της την κατάθεση του μάρτυρος της εναγομένης, για τα πραγματικά γεγονότα που επικαλείται αυτή προς ανταπόδειξη και τα οποία ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης εφόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στους αριθμούς 1 και 2 της απόφασης αυτής 1) ο μάρτυς τούτος, κατά το χρόνο της κατάθεσής του (22-2-2013) δεν είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου της εναγομένης, αφού με την από 28/1/2013 απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης και το από 28/1/2013 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, αποχώρησε εν τοις πράγμασι από αυτήν, ενώ έγινε ο ορισμός νέου Δ.Σ. στο οποίο δεν συμμετείχε ούτε ως πρόεδρος του Δ.Σ. ούτε ως μέλος τούτου. Το γεγονός ότι η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε την 12-5-2014, στο ΦΕΚ ... (τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ), δεν επιδρά στο κύρος της κατάθεσής του, αφού ούτος είχε ήδη αποχωρήσει από την εταιρία και δεν είχε την ιδιότητα του διαδίκου, ούτε συμφέρον από τη δίκη και 2) η κατάθεσή του ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού ήταν ο κύριος μάρτυς της εναγομένης ο οποίος φέρεται να συμφώνησε με τον ενάγοντα και να έχει γνώση όλων των περιστατικών που αναφέρονται στην αγωγή, είχε δε ληφθεί υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο και είχε απορρίψει την αγωγή. Επομένως ο σχετικός τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αντιπροέδρου Ευφημίας Λαμπροπούλου: Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 και 415 έως 420 Κ.Πολ.Δ., 61, 65, 67 και 70 Α.Κ. προκύπτει ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας ο διάδικος αφού δεν είναι τρίτος, για τον ίδιο δε λόγο δεν μπορεί να είναι μάρτυρας και ο νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου που είναι διάδικος ή το μέλος της διοικήσεως αυτού (Ολ. Α.Π. 1328/1977, Α.Π. 2194/2014). Τούτο συνάγεται ιδίως από το πιο πάνω άρθρο 415 Κ.Πολ.Δ. που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεώς τους. Η εξέταση όμως αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, το οποίο επιτρέπεται όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατόν να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου, λύση προδήλως άτοπη. Συνεπώς η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 2194/2014, Α.Π. 715/2013). Για τον αποκλεισμό του απαιτείται η ιδιότητα του διαδίκου να υπάρχει κατά το χρόνο εξετάσεώς του, διότι αν προϋπήρχε και εξέλιπε ή αν επήλθε μετά την κατάθεσή του, η τελευταία είναι έγκυρη και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο (Α.Π. 1608/2010). Και ναι μεν κατά τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται κατά το άρθρο 674 παρ. 2 του ίδιου κώδικα και στην κατ’ έφεση δίκη, το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Η απόκλιση όμως αυτή δεν εκτείνεται τόσο ώστε να παρέχεται στο δικαστήριο η εξουσία να λαμβάνει υπόψη κατά τη διαδικασία αυτή και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου. Επομένως η μη λήψη υπόψη αυτών δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., άσχετα από το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 2194/2014). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 7α παρ. 1 περ. γ, 7β παρ. 15 και 7ε ν. 2190/1920, όπως ήδη ισχύουν, προκύπτει ότι η δημοσιότητα στην οποία υποβάλλεται η πράξη διορισμού μελών διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας δεν έχει συστατικό αλλά βεβαιωτικό ή δηλωτικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό αν η απόφαση δεν έχει υποβληθεί στην προβλεπόμενη δημοσιότητα δεν μπορεί να την επικαλεσθεί η εταιρεία, ενώ αντίθετα μπορούν να την επικαλεσθούν κατ’ αυτής οι τρίτοι. Αυτό σημαίνει ότι η πράξη διορισμού οργάνων διοικήσεως ολοκληρώνεται από τη λήψη της σχετικής αποφάσεως από το αρμόδιο όργανο (γενική συνέλευση) και την αποδοχή του διορισμού ή της εκλογής από το διοριζόμενο, η οποία μπορεί να είναι και άτυπη (σιωπηρή). Όμως η μη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως πράξεων και στοιχείων που αναφέρονται στο διορισμό των οργάνων διοικήσεως έχει ως αποτέλεσμα ότι η ανώνυμη εταιρεία δεν μπορεί να τα αντιτάξει κατά τρίτων, εκτός αν αποδείξει ότι οι τρίτοι τα γνώριζαν (Α.Π. 1244/2012). Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί ότι η γνώση αυτή απαιτείται μόνο στο χώρο του ουσιαστικού (και όχι του δικονομικού) δικαίου, ενόψει της αδιάστικτης διατυπώσεως των προαναφερθεισών διατάξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 22-2-2013 εξετάσθηκε ενόρκως ενώπιον του ως μάρτυρας της εναγομένης ο Ι. Φ.. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη την κατάθεση αυτή, την οποία συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Αντίθετα το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντος που παραδεκτά προτάθηκε για πρώτη φορά με λόγο της εφέσεώς του (αφού αφορούσε τη λήψη υπόψη ανυπόστατου αποδεικτικού μέσου), δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση αυτή. Ειδικότερα το εφετείο δέχθηκε ότι ναι μεν με την από 28-1-2013 απόφαση της έκτακτης γενικής συνελεύσεως της εναγομένης και με το από 28-1-2013 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου αυτής έγινε ο ορισμός νέου διοικητικού συμβουλίου της στο οποίο δεν συμμετείχε ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ούτε ως μέλος ο Ι. Φ., όμως η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στο ...τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (δηλαδή μετά την κατάθεση του μάρτυρα) και δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων τη γνώριζε, με αποτέλεσμα ο ανωτέρω μάρτυρας έναντι τρίτων να έχει ακόμα κατά το χρόνο της εξετάσεώς του την ιδιότητα του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης (όπως προέκυπτε από το ...τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως) και συνακόλουθα την ιδιότητα του διαδίκου. Με την κρίση της αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αφού, όπως ήδη έχει εκτεθεί, η μη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως πράξεων και στοιχείων που αναφέρονται στο διορισμό των οργάνων διοικήσεως έχει ως αποτέλεσμα ότι η ανώνυμη εταιρεία δεν μπορεί να τα αντιτάξει κατά τρίτων, εκτός αν αποδείξει ότι οι τελευταίοι τα γνώριζαν, η γνώση δε αυτή δεν απαιτείται μόνο στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, ο ανωτέρω (τρίτος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος.

6. Κατόπιν αυτού και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλον δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις βαρύνουν τον αναιρεσίβλητο. (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis