Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Ακάλυπτη επιταγή, νομικά πρόσωπα, ευθύνη, αδικοπραξία, αοριστία.

Περίληψη. Αδικοπραξία. Έκδοση ακάλυπτων επιταγών από το νόμιμο εκπρόσωπο ΑΕ. Υπόχρεος σε αποκατάσταση της σχετικής ζημίας του κομιστή είναι πλέον του νομικού προσώπου και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού που υπέγραψε την επιταγή εν γνώσει της μη ύπαρξης αντικρύσματος κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής ευθύνης. Δικαιούχος της αποζημίωσης είναι όχι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής, αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγής ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής. Απαγγελία προσωπικής κράτησης λόγω αδικοπραξίας. 
  
Τριμελές Εφετείο Λαμίας 3/ 2016.
(Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς)

Άποτελούμενο από τους Δικαστές Αικατερίνη Πάνταινα, Πρόεδρο Εφετών, Μόρφω Γκίκα, Εισηγήτρια και Ελένη Μπερτσιά, Εφέτες.

Με την υπ. αριθμ. κατάθ. ... αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, κατά το μέρος της που μεταβιβάζεται με την ένδικη έφεση στο παρόν Δικαστήριο και ενδιαφέρει εν προκειμένω (ΑΠ 343/2013 ΝΟΜΟΣ), η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος..., ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας «.. .. ..», εξέδωσε σε διαταγή της τις αναλυτικά αναφερόμενες επιταγές, οι οποίες αν και εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα στις πληρώτριες τράπεζες δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή τους, γεγονός που γνώριζε ο εναγόμενος και ότι από την ανωτέρω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του η ενάγουσα υπέστη ισόποση με τα ποσά των επιταγών ζημία. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα, ως νόμιμη κομίστρια, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 103.546,80 ευρώ, ως αποζημίωση, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της εμφάνισης κάθε επιταγής προς πληρωμή και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής και να απαγγελθεί προσωπική κράτηση κατά του εναγομένου, λόγω της αδικοπραξίας του, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη, τη δέχθηκε και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγόμενους («... ..» και ...) να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 103.546,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και απήγγειλε εναντίον του δευτέρου προσωπική κράτηση διάρκειας δύο μηνών, ω μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την ένδικη έφεσή του ο δεύτερος εναγόμενος και ζητεί, για τους διαλαμβανόμενους στην έφεσή του λόγους, αναγόμενους σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης, ώστε να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της

Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής. Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνο του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος του δικαιούχου ( ΑΠ 587/2002 ΔΕΕ 2002.720), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 και επ. του ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφάνισής της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν (ΟλΑΠ 23,24,25/2007, ΑΠ 45/2009 ΝΟΜΟΣ). 
Στοιχεία απαραίτητα για το ορισμένο της αγωγής προς αποζημίωση από το άρθρο 914 ΑΚ είναι: 1) η έκδοση έγκυρης επιταγής, 2) η μη ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη στην πληρώτρια τράπεζα είτε κατά το χρόνο της έκδοσης είτε κατά το χρόνο της πληρωμής, είτε η ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων που δεν μπορούσαν όμως να διατεθούν για την πληρωμή της επιταγής, λόγω ανάκλησης της εντολής προς πληρωμή από μέρος του εκδότη, 3) η υπαιτιότητα του εκδότη, ήτοι ότι προβαίνει εκείνος στην εν λόγω έκδοση από πρόθεση, που σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται το γεγονός ότι θα υπάρξει η ως άνω έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, 4) η μη πληρωμή της επιταγής εντός της νόμιμης προθεσμίας, η οποία, όταν πρόκειται για επιταγή που εκδόθηκε και είναι πληρωτέα στην Ελλάδα, είναι οκτώ (8) ημερών με αφετηρία την επόμενη ημέρα της έκδοσής της (άρθρο 29 του Ν 5.960/1933), 5) η από τη μη πληρωμή της επιταγής πρόκληση ζημίας του δικαιούχου κομιστή της και 6) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας και της παράνομης ως άνω συμπεριφοράς του εκδότη (ΑΠ 281/2003 ΕλΔικ 45.442, ΑΠ 587/2002 ΔΕΕ 2003, 186, ΑΠ 690/1996 ΕΕμπΔ ΜΘ. 99, Μάρκου, Δίκαιο επιταγής, σελ. 319 επ.). 
Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 71 του ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων πού το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, τότε ευθύνεται και αυτό σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, αυτής του νομικού προσώπου. Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτή, δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρίας, είναι, όμως δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρία προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (ΑΚ 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τους. Έτσι, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο, υπόχρεος σε αποκατάσταση της σχετικής ζημίας του κομιστή της είναι, πλέον του νομικού προσώπου και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού που υπέγραψε την επιταγή, εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρίσματος κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής (ΑΠ 1565/2013, ΑΠ 11/2007, ΑΠ 25/2000 ΝΟΜΟΣ). Η οικονομική αδυναμία εκπληρώσεως χρηματικής παροχής καθιστά την προσωπική κράτηση του οφειλέτη ανεπίτρεπτη μόνο στην περίπτωση ενοχής από σύμβαση (άρθρο 11 του κυρωθέντος με το ν. 2.462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα), ενώ επί αδικοπρακτικής ενοχής η επιβολή αυτού του μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. του Συντάγματος, 6 παρ.1, 8 παρ.2, 9 παρ.2, 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ ούτε στην αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 1438/2008, ΑΠ 780/2005 ΝΟΜΟΣ) και απαγγέλλεται χωρίς να απαιτείται η αναφορά στην εκκαλούμενη απόφαση των οικονομικών δυνατοτήτων, της αφερεγγυότητας και της δυνατότητας εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγομένου, δεδομένου ότι η απαγγελία προσωπικής κράτησης λόγω αδικοπραξίας είναι δυνητική και απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, αρκεί δε στην αιτιολογία της απόφασης να αναφέρεται το αποδεδειγμένο της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου οφειλέτη και των επίδικων αξιώσεων του ενάγοντος δανειστή, χωρίς να απαιτείται να γίνει επιπλέον αναφορά στην αφερεγγυότητα ή, την απόκρυψη τυχόν περιουσίας του οφειλέτη και σε άλλες ειδικές συνθήκες ή περιστάσεις (ΕφΠειρ 29/2007 ΝΟΜΟΣ). Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, περιέχουσα όλα τα διαλαμβανόμενα σε αυτές στοιχεία, τόσο ως προς το κύριο αίτημα για καταβολή του οφειλόμενου ποσού, όσο και για την απαγγελία προσωπικής κράτησης και ο σχετικός περί αοριστίας της αγωγής λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τις ίδιες ως άνω νομικές σκέψεις πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι έφεσης α) για έλλειψη νομιμότητας, λόγω αντίθεσης προς το Σύνταγμα, του αιτήματος απαγγελίας προσωπικής κράτησης, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, πρόκειται για αίτημα που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξίας και β) για καταχρηστική άσκηση του ίδιου δικαιώματος, καθόσον ουδόλως η άσκησή του, κατά τα επικαλούμενα στην άνω αγωγή περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, υπερβαίνει τα όρια που απαιτεί η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και να εξετασθεί περαιτέρω η υπόθεση κατ’ ουσίαν. 
Στην προκειμένη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδρίασής του και όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος .., ως νόμιμος εκπρόσωπος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, της ανώνυμης εταιρίας «... ..», εξέδωσε στη Λιβαδειά τις παρακάτω αναφερόμενες μεταχρονολογημένες επιταγές: α) την υπ. αριθμ. .., με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 23.02.2011, επιταγή της τράπεζας «....», ποσού 23.546,80 ευρώ, πληρωτέα εις διαταγήν της ενάγουσας, σε χρέωση του υπ. αριθμ. ... λογαριασμού της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «... ... ..», β) την υπ. αριθμ. ..., με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 28.02.2011, επιταγή της τράπεζας «..», ποσού 40.000 ευρώ, πληρωτέα εις διαταγήν της ενάγουσας, σε χρέωση του ίδιου ως άνω υπ. αριθμ. .. λογαριασμού της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «...» και γ) την υπ. αριθμ..., με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 02.03.2011, επιταγή της τράπεζας « ..», ποσού 40.000 ευρώ, πληρωτέα εις διαταγήν της ενάγουσας, σε χρέωση του υπ. αριθμ. ..λογαριασμού της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «..». Οι ως άνω επιταγές μεταβιβάστηκαν από την ενάγουσα δι’ οπισθογραφήσεως στην εξουσιοδοτημένη από αυτή υπάλληλο της εταιρίας συμφερόντων της « ..», με έδρα την Αθήνα, ...., προκειμένου να τις ειπράξει κατ’ εντολήν και για λογαριασμό της ενάγουσας, πλην όμως καίτοι εμφανίστηκαν προς πληρωμή στα καταστήματα Δραπετσώνας των άνω πληρωτριών τραπεζών, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι την 23.02.2011 η πρώτη, την 28.02.2011 η δεύτερη και την 02.03.2011 η τρίτη, δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στους προαναφερόμενους λογαριασμούς, που η εκδότρια διατηρούσε στις πληρώτριες τράπεζες, γεγονός που βεβαιώθηκε, με σχετική μνεία επί των αξιογράφων από υπαλλήλους των τραπεζών αυτών. Τις επιταγές τις ανέλαβε η ενάγουσα από την εξουσιοδοτημένη προς είσπραξή τους .. και έτσι κατέστη κομίστρια αυτών. Ο εναγόμενος, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, γνώριζε την έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, τόσο κατά την έκδοση, από Νοέμβριο 2010 έως Φεβρουάριο 2011, πριν τις αναγραφόμενες ως ημερομηνίες έκδοσης (όπως προεκτέθηκε ήταν μεταχρονολογημένες), όσο και κατά την εμφάνιση προς πληρωμή των επιταγών και ότι η εταιρία που εκπροσωπούσε δεν είχε τα αντίστοιχα της αξίας των επιταγών διαθέσιμα κεφάλαια στους τραπεζικούς λογαριασμούς της και παρόλα αυτά προχώρησε στην έκδοση των επιταγών, αποδεχόμενος να ζημιωθεί η ενάγουσα εταιρία, όπως και ζημιώθηκε, από τη μη πληρωμή των επιταγών, κατά το ποσό των 103.546,80 ευρώ, το οποίο είναι υποχρεωμένος ο εναγόμενος να της καταβάλει ως αποζημίωση. Επομένως η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα συνολικά το ποσό των 103.546,80 ευρώ (23.546,80 + 40.000 +40.000), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Περαιτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι, ενόψει του ύψους της απαίτησης, του πταίσματος του εναγομένου και της αφερεγγυότητας του υποχρέου, πρέπει να διαταχθεί η προσωπική του κράτηση, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, η διάρκεια της οποίας πρέπει να οριστεί στους δύο (2) μήνες. Κατ’ ακολουθίαν τούτων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε. Γι’ αυτό πρέπει οι αντίθετοι λόγοι της έφεσης, όπως και η έφεση στο σύνολό της, να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι. Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, κατόπιν σχετικού αιτήματος της, πρέπει να επιβληθούν για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος το παράβολο που κατέθεσε ο εκκαλών, κατά το άρθρο 12 παρ. 2 Ν 4.055/2012, που ισχύει από 2-4- 2012, πρέπει, λόγω της ήττας του, να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων. Δέχεται την υπ. αριθμ. 40/22-7-2013 έφεση κατά της υπ. αριθ. 34/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς τυπικά και την απορρίπτει κατ’ ουσίαν. Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας και ορίζει το ύψος αυτών στο ποσό των εξακοσίων(600) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή των υπ. αριθμ. 1169622 και 1169623 παραβολών, συνολικού ποσού διακοσίων (200) ευρώ, στο Δημόσιο Ταμείο. Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στις 22 Μαρτίου 2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis