Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Περιγραφή της αδυναμίας πληρωμών στην αίτηση!

Περίληψη. Υπερχρεωμένα νοικοκυριά - Αδυναμία πληρωμών. Με το άρθρο 1 § 1 του ν. 3869/2010 ορίζεται ότι φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην § 1 του άρθρ. 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή τους. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, την οποία περιγράφει στην αίτησή του και ακολούθως να την αποδείξει. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, λόγω ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του

Ειδικότερα η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευμένων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη, τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω η μόνιμη αδυναμία πληρωμής μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως είναι για παράδειγμα η απόλυση από την εργασία και η περιέλευση σε κατάσταση ανεργίας, χωρίς να διαφαίνεται επί του παρόντος η δυνατότητα για ανάληψη νέας εργασίας. Η αδυναμία πληρωμής κατά κανόνα είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις δε που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την ενημέρωση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές μη πληρωθείσες κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη διατυπούμενα σε επιστολές προς τους δανειστές για φιλικό διακανονισμό. Περαιτέρω, ο οφειλέτης βαρύνεται με απόδειξη αυτής της μόνιμης αδυναμίας, η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του οφειλέτη.

    Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α 1,  951/ 2015

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Δημήτριο Γεώργα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
   
    Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (αρθρ. 336 παρ.4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ.1 και 560 παρ. 1.β.ΚΠολΔ). Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ’ αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης ή ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (σε μη Ειρηνοδικειακές υποθέσεις), αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ.4 και 339 ΚΠολΔ τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1226/2014). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και δ) η προσβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1226/2014).

Με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.3869/ 2010 φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλλουν στο αρμόδιο Δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή του. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, την οποία περιγράφει στην αίτησή του και ακολούθως να αποδείξει. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, λόγω ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του. Ειδικότερα η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευομένων μελών της οικογένειας του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω η μόνιμη αδυναμία πληρωμής μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως είναι για παράδειγμα η απόλυση από την εργασία και η περιέλευση σε κατάσταση ανεργίας, χωρίς να διαφαίνεται επί του παρόντος η δυνατότητα για ανάληψη νέας εργασίας. Η αδυναμία πληρωμής κατά κανόνα είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις δε που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την ενημέρωση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν, διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές μη πληρωθείσες κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη διατυπούμενα σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κλπ. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ.1 του νόμου αυτού ο οφειλέτης βαρύνεται με την απόδειξη αυτής της μόνιμης αδυναμίας, η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του οφειλέτη (ΑΠ 1226/2014). 
Στη προκείμενη περίπτωση δια του πρώτου και δευτέρου λόγου αναίρεσης ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι δια της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε παραβίαση των άρθρων 522 και 536 ΚΠολΔ με το να δεχθεί ότι οι μηνιαίες ανάγκες του για την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών δεν ανέρχονται στο ποσό των 900 ευρώ, όπως είχε δεχθεί η απόφαση του Ειρηνοδικείου αλλά στο ποσό των 800 ευρώ, παρά το ότι στην αγωγή του όριζε ο ίδιος στο ποσό των 600 ευρώ. Δηλαδή για κεφάλαιο που δεν είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο με σχετικό λόγο εφέσεως και έτσι το μεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ αλλά και του άρθρου 536 παρ.1 ΚΠολΔ καθόσον εξέδωσε επιβλαβέστερη απόφαση γι αυτόν. Όμως οι ως άνω κανόνες δεν είναι ουσιαστικού δικαίου αλλά καθαρά δικονομικού και ως εκ τούτου απαραδέκτως προσβάλλεται η εκδοθείσα απόφαση με τους λόγους αυτούς (ΑΠ 394/2002).
    Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν εφήρμοσε το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση αλλά έλαβε υπόψη και τις διατάξεις του Ν.4093/2012 και 4307/2014, δια των οποίων επήλθαν μεταβολές στις απολαβές των υπαλλήλων του πυροσβεστικού σώματος, όπως και τις 2192-2196/2014 αποφάσεις του ΣΤΕ περί επανόδου του μισθολογίου στο ύψος απολαβών του Αυγούστου 2012 και έτσι παραβίασε το άρθρο 533 ΚΠολΔ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε στο αποδεικτικό της μέρος ότι "οι μηνιαίες αποδοχές του αιτούντος μειώθηκαν σταδιακά και τελικά τον Ιανουάριο 2014 ανήλθαν στο ποσό των 1.197,55 ευρώ. Ειδικότερα, το 2012 ανέρχονταν στο ποσό των 1.380,77 ευρώ (16.569,30:12) και το 2013 κατ’ εφαρμογή του Ν.4093/2013 στο ποσό των 1.292,40 ευρώ (15.508,88:12), ενώ δεν αποδείχθηκε το ακριβές ποσό των μηνιαίων αποδοχών τα κατά το έτος 2011... Περαιτέρω, με τις υπ’ αριθμ.2192-2196/2014 αποφάσεις της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι περικοπές των αποδοχών των ενστόλων και όλων των Σωμάτων Ασφαλείας που έγιναν αναδρομικά από την 1η Αυγούστου του 2012 έως και σήμερα, κατ’ επιταγή του Ν.4093/2012. Ως αποτέλεσμα αυτού, οι αποδοχές των ενστόλων (συνεπώς και του αιτούντος) θα επιστρέψουν στα επίπεδα του μηνός Ιουλίου 2012, περαιτέρω δε, για διάστημα δεκαεννέα (19) μηνών, σύμφωνα με τις ανωτέρω αποφάσεις, οι ένστολοι δικαιούνται αναδρομικά για τις παρανόμως παρακρατηθείσες αποδοχές τους".
    Ως προς το σκέλος του λόγου αυτού περί παραβίασης του άρθρου 533 ΚΠολΔ, πρόκειται περί δικονομικής διατάξεως και δεν προσβάλλεται με το αρθρ.560 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση η αναφορά στους Ν.4093/ 2012 και 4307/ 2014 και των αποφάσεων της Ολ. ΣΤΕ δεν έγινε προς καθιέρωση του νόμω βασίμου στην μείζονα πρόταση του δικονομικού συλλογισμού αλλά απλώς για την συναγωγή επιχειρημάτων ενισχυτικών του συλλογισμού της αποφάσεως ότι δεν υφίσταται μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του αναιρεσείοντος το θέμα όμως αυτό αφορά τα ανελέγκτως δεκτά γινόμενα και ως εκ τούτου απαραδέκτως προσβάλλεται κατ’ άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ.
    Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναφέρεται στο αναιρετήριο μόνο ότι έγινε παραβίαση κανόνα δικαίου και παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας που αφορούν την εφαρμογή κανόνων δικαίου και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς και δια του τρόπου αυτού απέρριψε το Δικαστήριο την έφεση του αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός αναίρεσης όπως εκτίθενται στο αναιρετήριο, είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζονται ποία διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμοποιήθηκαν με τρόπο που συνάδει με τις αρχές της λογικής κατά την υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην συγκεκριμένη διάταξη των άρθρων 1 παρ.1, 4 παρ.1 Ν.3869/2010, δηλ. σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση, με ποιόν ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό συνάπτεται και ποια επίδραση άσκησε η επικαλούμενη πλημμέλεια στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και μη περιληφθεί διάταξη περί δικαστικής δαπάνης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.6 Ν.3869/2010 η οποία τυγχάνει εφαρμογής και στην αναιρετική δίκη.
   
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ. αριθμ. 284/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης και.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Παρατήρηση. Όπως έχω εκθέσει, άλλοτε, σκέψεις μου για το περιεχόμενο της αίτησης του άρθρου 4 § 1 ν. 3869/ 10, και έχει γίνει δεκτό από το Ακυρωτικό μας (βλ. απόφαση υπ'  αριθμό 1017/ 2015 προεδρεύουσας του Δ’  ΠολΤμήματος, της σημερινής προέδρου κ. Β. Θάνου- Χριστοφίλου)  "«… Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττεται η απόφαση ... η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως του οικείου Ειρηνοδικείου για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 άρθ. 560 Κ.Πολ.Δ., ορθώς όμως εκ του αριθμ. 14 άρθ. 559 ΚΠολΔ, διότι, η αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε είναι αόριστη αφού δεν αναφέρονται όλα τα κατά νόμο, (ν. 3869/ 2010), απαραίτητα στοιχεία για την στοιχειοθέτησή της, ήτοι την πραγματική εισοδηματική του κατάσταση με τον προσδιορισμό της αξίας των προσωπικών του αντικειμένων, το ύψος του δηλωθέντος εισοδήματός του, η κατάσταση των ακινήτων του, των γενικότερων εισοδημάτων του τραπεζικές καταθέσεις", για το ορισμένο της αίτησης αρκεί η παράθεση στην ιστορική της βάση των στοιχείων: α) περιουσιακή κατάσταση προσφεύγοντος οφειλέτη, β) πιστωτές και η ανάλυση των απαιτήσεων τους, γ) τυχόν μεταβιβάσεις ακινήτων την τελευταία τριετία πριν την κατάθεση της αίτησης στο Ειρ/ κείο, τυχόν σχέδιο διευθέτησης οφειλών". Όπως γίνεται αντιληπτό, η επικαλούμενη απόφαση (1017/ 2015) είναι μεταγενέστερη της δημοσιευόμενης (951/ 2015) η οποία (ΑΠ 1017/ 2015) αρκείται-και ορθά-στα αναγραφόμενα με πλήρη σαφήνεια ως απαιτούμενα στοιχεία της ιστορικής βάσης της σχετικής αίτησης, στο άρθρο 4 § 1 εδάφιο β ν. 3869/ 10. Με βάση τις παραδοχές της δημοσιευόμενης ακυρωτικής καθίσταται αναγκαίο, νομίζω sine qua non πλέον, η ενασχόληση της Ολομέλειας του Ακυρωτικού μας για το περιεχόμενο της ιστορικής βάσης της αίτησης του άρθρου 4 § 1 εδάφιο β ν. 3869/ 10. Διαφορετικά η αρνησιδικία είναι ante portas!

1 σχόλιο:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Αντιθέτως:
"οι επικαλούμενες "ελλείψεις" του δικογράφου της αίτησης [α) πώς "προκύπτει" η μόνιμη αδυναμία του πρώτου των αναιρεσιβλήτων να αντεπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις, καθώς και το κόστος διαβίωσής του, β) ποίος ο χρόνος ανάληψης των υπό ρύθμιση οφειλών του προς τους πιστωτές, γ) ποίες δόσεις είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει μηνιαίως για την κάθε "δανειακή σύμβαση", δ) ποία γεγονότα τον οδήγησαν στον υπερδανεισμό και ποία στην αδυναμία να ανταποκρίνεται στις ανειλημμένες "δανειακές" υποχρεώσεις του, ε) ποίες οι συγκυρίες που κατέστησαν μόνιμη την αδυναμία πληρωμής, στ) ποίες ήταν οι αποδοχές του κατά το χρόνο ανάληψης των οφειλών του, ζ) αναφέρεται μόνο το σύνολο των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς του και το υπερβολικό κόστος διαβίωσής του, χωρίς να συντρέχουν ιδιαίτερες ανάγκες και η) δεν μνημόνευσε και δεν προσκόμισε τα απαραίτητα έγγραφα από τα οποία να προκύπτει η αντικειμενική αξία των ακινήτων του] δεν ανάγονται στη νομική αοριστία της αίτησης αλλά στηρίζονται στο λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, ο οποίος, όμως, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους αναίρεσης του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα. Ανεξάρτητα από αυτό, τα παραπάνω (ορισμένα από τα οποία περιέχονται στην αίτηση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της) δεν συνιστούν στοιχεία του ορισμένου της αίτησης για τη ρύθμιση χρεών (άρθρ. 4 παρ. 1 ν. 3869/2010), ούτε προαπαιτούμενα της δικαστικής διάγνωσης ως προς την εφαρμογή ή όχι του συστήματος του νόμου αυτού (άρθρ. 1 του ίδιου νόμου), και, άρα, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στην αίτηση" [ΑΠ 65/ 2017]
Δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμής. Διδάγματα κοινής πείρας. Ανακριτικό σύστημα εκ. δικαιοδοσίας. Αοριστία.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...