Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Οικειοθελείς παροχές εργοδότη, ομαδική ασφάλιση εργαζομένων.

Περίληψη. Οικειοθελείς παροχές εργοδότη. Νομική φύση τους. Ομαδική ασφάλιση του προσωπικού επιχείρησης απ΄ τον εργοδότη. Αποτελεί γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου και εάν η ασφάλιση αποτελέσει όρο της σύμβασης εργασίας, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής. Ανάληψη υποχρέωσης της εργοδότριας, μετά από συμφωνητικό με το σωματείο των εργαζομένων, όπως παράσχει ομαδική ασφάλιση, συνάπτοντας νέο ομαδικό ασφαλιστικό πρόγραμμα, μετά τη λήξη του προηγούμενου που είχε καταρτίσει υποχρεωτικά, διότι τούτο οριζόταν ρητώς στις οικείες επιχειρησιακές σ.σ.ε., με όρο στο συμβόλαιο ότι μπορούσε να καταγγείλει το ασφαλιστήριο με τη συγκεκριμένη ασφαλιστική εταιρεία, μετά από προειδοποίηση.

Η αναληφθείσα αυτή υποχρέωση δεν αποτελεί προσύμφωνο για την υπογραφή νέας επιχειρησιακής σ.σ.ε με αντικείμενο την ομαδική ασφάλιση του προσωπικού, αλλά η υπογραφή του ασφαλιστηρίου συνιστά εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης που ανέλαβε η εργοδότρια με το ανωτέρω συμφωνητικό, γι΄ αυτό, η ομαδική ασφάλιση καθίσταται έκτοτε ατομικός όρος των συμβάσεων εργασίας, αποκτώντας το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, μη ανακλητής, διότι η εργοδότρια δεν επεφύλαξε για τον εαυτό της δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης αυτής, αφού τέτοια επιφύλαξη δεν συνιστά η πρόβλεψη στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο της δυνατότητας καταγγελίας του, καθώς η καταγγελία αυτή δεν αναιρεί την υποχρέωση που ανέλαβε η εργοδότρια με το ανωτέρω συμφωνητικό. Ως εκ τούτου, η μεταγενέστερη καταγγελία του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και η μη κατάρτιση νέου ασφαλιστηρίου, παραβιάζει τους ατομικούς όρους εργασίας, δημιουργώντας ευθύνη της εργοδότριας προς αποζημίωση των εργαζομένων.
  
Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Β1, 147/ 2017.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 και 361 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/ 1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/ 1955 και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας «περί προστασίας του ημερομισθίου» που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955 συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Επομένως δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους. Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρόνιου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορήγησής τους ή έστω πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε. Έτσι, στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός ολικά ή μερικά το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής σύμβασης, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος, εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφάλισης για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού. Στην περίπτωση δε ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας να στραφεί κατά του δέκτη της υπόσχεσης (εργοδότη), όταν με τη συμπεριφορά του ο τελευταίος ματαιώνει την καταβολή της παροχής από τον υποσχεθέντα, δηλαδή τον ασφαλιστή, και να αξιώσει αποζημίωση. Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξης εντεύθεν της ασφαλιστικής σύμβασης ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς το μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη-εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 336 και 338 του ΑΚ (ΑΠ 364/2013, 1681/2010)
Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: «Η εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία... δραστηριοποιείται... στην παραγωγή προϊόντων χάλυβα, ενώ απασχολεί μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Ήδη, λόγω των συσσωρευμένων ζημιών και των σοβαρών οικονομικών, προβλημάτων που αντιμετώπιζε κατά τα τελευταία έτη, λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση από την 1-11-2014. Οι ενάγοντες [ήδη αναιρεσίβλητοι] προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου/από την εναγομένη. Συγκεκριμένα ο πρώτος....προσλήφθηκε την 5-5-1983... εργάσθηκε δε μέχρι την 6-5-2014, οπότε λύθηκε η εργασιακή του σχέση με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, ο δεύτερος... προσλήφθηκε την 4-2-1983... και εργάσθηκε έκτοτε... μέχρι την 23-6-2014, οπότε λύθηκε η εργασιακή του σχέση με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, ο τρίτος... προσλήφθηκε την 24-6-1983... παρείχε δε τις υπηρεσίες του μέχρι την 2-9-2014, οπότε λύθηκε η εργασιακή του σχέση με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, η τέταρτη... προσλήφθηκε την 11-5-1982... απασχολήθηκε δε μέχρι την 28-8-2014, οπότε λύθηκε η εργασιακή της σχέση με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, ενώ, μετά την αποχώρησή τους από την εργασία για τον προαναφερθέντα λόγο, όλοι εισέπραξαν από την εργοδότρια εναγομένη τη νόμιμη αποζημίωση. Η σχέση εργασίας των εναγόντων διεπόταν από τις έγγραφες ατομικές συμβάσεις εργασίας τους και τις εκάστοτε ισχύουσες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Από την 1-1-1975 η εναγομένη χορηγούσε οικειοθελώς, σταθερά και αδιάλειπτα στους εργαζόμενους της επιχείρησής της, αποκλειστικά και μόνο από λόγους πρόνοιας προς αυτούς, ως πρόσθετη χρηματική παροχή πέραν του μισθού τους, συγκεκριμένο ποσό για την κάλυψη προγράμματος ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού της, το οποίο είχε συνάψει αρχικά με την ανώνυμη ελληνική εταιρεία γενικών ασφαλειών “...” και ακολούθως με διάφορες άλλες ασφαλιστικές εταιρείες, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, για τη χορήγηση, με τους όρους που το πρόγραμμα αυτό προέβλεπε, ασφαλιστικών παροχών προς όλους τους εργαζόμενους στην επιχείρησή της, αναλαμβάνοντας η ίδια να καλύπτει εξ ολοκλήρου τα ασφάλιστρα στις εν λόγω ασφαλιστικές εταιρείες. Η εναγομένη κατάρτιζε δηλαδή συμβάσεις ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού της, αναλαμβάνοντας την κάλυψη των ασφαλίστρων, τα οποία κατέβαλλε για λογαριασμό των εργαζομένων-τρίτων στη σύμβαση ασφάλισης, η δε ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούταν να καταβάλει ένα χρηματικό εφάπαξ καταβαλλόμενο ποσό (ασφαλιστική παροχή) με τη συμπλήρωση ορισμένων ετών προϋπηρεσίας και συγκεκριμένου ορίου ηλικίας ή και νωρίτερα (πρόωρη λήψη μειωμένης αποζημίωσης). Την εν λόγω παροχή ελάμβαναν και οι ενάγοντες από την αρχή της πρόσληψής τους, όπως και το σύνολο των εργαζομένων στην εναγόμενη εταιρεία, αφού η ημερομηνία υπαγωγής των εργαζομένων στο πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης συνέπιπτε με την ημερομηνία πρόσληψής τους. Μέχρι και το τέλος του έτους 1991 η παροχή αυτή καταβαλλόταν οικειοθελώς από την εργοδότρια, δηλαδή χορηγείτο με αποκλειστική πρωτοβουλία της εναγομένης, χωρίς να υπάρχει δέσμευση ούτε από το νόμο ούτε από τις ατομικές συμβάσεις εργασίας ούτε από συλλογικές κανονιστικές ρυθμίσεις και αποτελούσε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που προσέφεραν οι εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, στην εργοδότρια εταιρεία μέχρι την αποχώρησή τους από την εργασία (επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης). Στη συνέχεια, από το έτος 1992, η εναγόμενη εταιρεία υποχρεούταν πλέον να παρέχει προγράμματα ομαδικής ασφάλισης στους εργαζόμενους δυνάμει ρητών όρων που περιλαμβάνονταν στις εκάστοτε συναφθείσες και ισχύουσες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και συγκεκριμένα στις από 14-4-1992, 30-5-1994, 27-3-1995, 8-4-1996 και 17-4-1997 ε.σ.σ.ε. Έκτοτε η παροχή αυτή έπαυσε να αποτελεί οικειοθελή παροχή και κατέστη υποχρεωτική, δεσμευτική για την εργοδότρια εταιρεία, πηγάζουσα από κανονιστική διάταξη των πιο πάνω επιχειρησιακών σ.σ.ε. Το προαναφερθέν πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης με την ασφαλιστική εταιρεία- “..." διακόπηκε την 31-12- 1998, ύστερα από καταγγελία της τελευταίας διότι εμφάνισε σοβαρό έλλειμμα αποθεματικού λόγω των σημαντικών ελλειμμάτων που συσσώρευσε κατά τα προηγούμενα έτη και συνεπώς δεν ήταν βιώσιμο... Ακολούθως η εναγομένη προέβη στην κατάρτιση νέου ομαδικού ασφαλιστικού προγράμματος διαχείρισης κεφαλαίου με την ασφαλιστική εταιρεία "...`‘, την οποία επέλεξαν τα μέρη, ήτοι αφ` ενός μεν η εργοδότρια εταιρεία, αφετέρου δε το σωματείο των εργαζομένων με την επωνυμία "...", μέλη του οποίου είναι το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, και καταρτίσθηκε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ..., το οποίο ίσχυσε μέχρι την 31-7-2007, οπότε καταγγέλθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία... με έναρξη ισχύος των αποτελεσμάτων της καταγγελίας την 31-10-2007, καθόσον διαπιστώθηκε από αναλογιστικές μελέτες ότι, λόγω του συνεχώς αυξανόμενου ελλείμματος του αποθεματικού του προγράμματος διαχείρισης κεφαλαίου, το πρόγραμμα αυτό δεν θα είχε τη δυνατότητα σε προβλεπτό χρόνο να καταβάλει τις προσδοκώμενες αποζημιώσεις στους αποχωρούντες εργαζόμενους που καλύπτονταν από το πρόγραμμα... Στη συνέχεια ακολούθησαν συζητήσεις μεταξύ των μερών για την κατάρτιση μέσω μιας νέας επιχειρησιακής σ.σ.ε. ενός νέου βιώσιμου ασφαλιστικού προγράμματος διαχείρισης κεφαλαίου. Έτσι, με το από 27-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε μεταξύ της εναγόμενης εταιρείας και της ως άνω συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...”, η εργοδότρια εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στην υπογραφή νέου ομαδικού ασφαλιστικού προγράμματος διαχείρισης κεφαλαίου με την ασφαλιστική εταιρεία "...", που κατά πάσα βεβαιότητα θα επιλεγόταν, στην οποία η ίδια θα κατέβαλλε εξ ολοκλήρου τα ασφάλιστρα και το οποίο θα κάλυπτε όλους τους εργαζόμενους που απασχολούνταν στην επιχείρηση της εναγομένης έως το χρόνο κατάρτισης του συμφωνητικού (27-3-2008) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ονομαστική κατάσταση των οποίων (421 ατόμων) επισυνάφθηκε στο συμφωνητικό, εξαιρουμένων δηλαδή των απασχολούμενων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και των νεοπροσλαμβανόμενων εργαζομένων. Στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό περιλήφθηκαν μάλιστα και οι ειδικότεροι όροι οι οποίοι θα έπρεπε να αποτελέσουν περιεχόμενο του νέου ομαδικού ασφαλιστηρίου, το οποίο θα υπέγραφε η εναγομένη με την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία και δη το ύψος και ο τρόπος καταβολής των εισφορών, τακτικών ετήσιων και έκτακτων που θα κατέβαλλε η εργοδότρια, το ύψος των παροχών-αποζήμιώσεων προς τους ασφαλισμένους, καθώς και οι προϋποθέσεις, ο χρόνος και ο τρόπος, καταβολής τους. Ειδικότερα συμφωνήθηκε, εκτός των άλλων, αναφορικά με τις προϋποθέσεις που έπρεπε σωρευτικά να συντρέχουν για τη λήψη της αποζημίωσης, ότι κατά τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας του, εφόσον εξακολουθεί να εργάζεται στην εργοδότρια εταιρεία (κανονική λήψη αποζημίωσης) ή και νωρίτερα εάν αποχωρήσει νωρίτερα από την εργασία του για οποιονδήποτε, λόγο (πρόωρη λήψη αποζημίωσης λόγω πρόωρης αποχώρησης), εκτός όμως από την περίπτωση θανάτου που δεν θεωρείται πρόωρη αποχώρηση και δεν θεμελιώνεται δικαίωμα παροχής, ο κάθε εργαζόμενος θα λαμβάνει από την ασφαλιστική εταιρεία "..." ως αποζημίωση ένα συγκεκριμένο ποσοστό της κανονικής πλήρους αποζημίωσης (όπως αυτή θα προκύπτει για κάθε εργαζόμενο κατά τον αναφερόμενο τρόπο υπολογισμού). Το ποσοστό αυτό θα κυμαίνεται ανάλογα με το πότε λαμβάνει ο εργαζόμενος την αποζημίωση σε σχέση με την ημερομηνία συμπλήρωσης του 58ου έτους της ηλικίας του σύμφωνα με τους πίνακες που προσαρτήθηκαν στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό. Σε κάθε περίπτωση συμφωνήθηκε ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την κανονική ή για την πρόωρη λήψη της αποζημίωσης είναι να έχει συμπληρώσει ο εργαζόμενος που ανήκει στην ασφαλιζόμενη ομάδα τουλάχιστον δεκαπέντε (15) έτη συνεχούς εργασίας στην εργοδότρια εταιρεία από την ημέρα πρόσληψής του στην υπηρεσία της εργοδότριας, άλλως δεν θα θεμελιώνεται υπέρ αυτού δικαίωμα λήψης αποζημίωσης και δεν θα δικαιούται να εισπράξει ο εργαζόμενος οποιαδήποτε αποζημίωση. Περαιτέρω μετά την υπογραφή του ως άνω από 27-3-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού ακολούθησε η σύναψη μεταξύ της εναγομένης και του προαναφερθέντος σωματείου της από 5-5-2008 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, στην οποία επαναλήφθηκαν όσα είχαν ήδη συμφωνηθεί με το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό αναφορικά με την υποχρέωση σύναψης ομαδικού ασφαλιστηρίου και τους ειδικότερους όρους σύναψης αυτού. Βάσει του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού και της προαναφερθείσας επιχειρησιακής σ.σ.ε. και σε εκτέλεση αυτών, η εναγομένη προέβη την 9-5-2008 στην υπογραφή του... ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου διαχείρισης κεφαλαίου δεκαετούς διάρκειας, ανανεούμενης αυτόματα κάθε έτος, με ημερομηνία έναρξης την 1-1-2008, με την ασφαλιστική εταιρεία "...", στο οποίο περιλαμβανόταν οι ειδικότεροι όροι που θα ρύθμιζαν, την ισχύ του, οι οποίοι ήταν, οι ίδιοι όροι που συμφωνήθηκαν με το ως άνω από 27-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό και τη σχετική από 5-5- 2008 επιχειρησιακή σ.σ.ε. και μεταφέρθηκαν αυτολεξεί στο πιο πάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο προέβλεπε στον όρο 7 ότι η εναγόμενη εταιρεία μπορούσε για οποιονδήποτε λόγο, μετά από διατύπωση γνώμης προς αυτήν από το σωματείο των εργαζομένων, να καταγγείλει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο μετά από γραπτή προειδοποίηση έξι (6) μηνών πριν από τη λήξη κάθε ασφαλιστικής περιόδου, η οποία θα επιδοθεί νόμιμα στην ασφαλιστική εταιρεία. Το ανωτέρω από 27-3- 2008 ιδιωτικό συμφωνητικά δεν αποτελεί...προσύμφωνο κατ’ άρθρο 166 του ΑΚ για την υπογραφή επιχειρησιακής σ.σ.ε. με αντικείμενο την ομαδική ασφάλιση μέρους του προσωπικού της και ενός σχετικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, διότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπογράφηκε από την εναγομένη και την ασφαλιστική εταιρεία που επιλέχθήκε από εκείνη και το σωματείο εργαζομένων σε εκτέλεση της υποχρέωσης που αναλήφθηκε με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, ήτοι της χορήγησης στους εργαζόμενους που ονομαστικά αναφέρονται σε αυτό, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, ομαδικού ασφαλιστικού προγράμματος, με τους ειδικότερους όρους που προβλέφθηκαν σε αυτό. Η νόμιμη αιτία δηλαδή υπογραφής του ασφαλιστηρίου συμβολαίου υπήρξε η εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης που ανέλαβε η εναγομένη με βάση την καθιέρωση δεσμευτικού όρου χορήγησης της εν λόγω παροχής στους εργαζόμενους από το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, που κατέστη έκτοτε περιεχόμενο και δεσμευτικός όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας που διέπει τις σχέσεις εργοδότριας και εργαζομένων. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η επίδικη ασφαλιστική παροχή προς τους ενάγοντες, η οποία ουσιαστικά κατέστη όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους μετά τη σύναψη του προαναφερθέντος από 27- 3-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, δόθηκε ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας και απέκτησε το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο καθένας από αυτούς μέχρι την πλήρωση των προβλεπόμενων στη σύμβαση ασφάλισης προϋποθέσεων για την είσπραξη της υπολογιζόμενης παροχής. Στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό η εναγόμενη δεν επιφύλαξε για τον εαυτό της δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης της εν λόγω παροχής ούτε προέβη σε συμφωνία με τους εργαζομένους για την ανάκληση της παροχής αυτής. Τέτοια επιφύλαξη δεν συνιστά η πρόβλεψη στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο της δυνατότητας καταγγελίας του εν λόγω συμβολαίου εκ μέρους της εναγομένης κατά τα προρρηθέντα, καθώς η καταγγελία αυτή δεν αναιρεί την υποχρέωση που ανέλαβε η εναγομένη με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό να παρέχει στους εργαζομένους της επιχείρησής της την ανωτέρω μισθολογική παροχή... Ακολούθως με την από 27-2-2013 εξώδικη δήλωσή της, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν στην παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία, η εναγομένη κατήγγειλε το επίμαχο ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με έναρξη της ισχύος της καταγγελίας από την 31-12-2013, ήτοι από τη λήξη της τρέχουσας ασφαλιστικής περιόδου, παρά τις αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν από τους νόμιμους εκπροσώπους του σωματείου των εργαζομένων... Μετά την καταγγελία του ως άνω ομαδικού ασφαλιστηρίου, η εναγομένη εργοδότρια εταιρεία δεν προέβη σε σύναψη νέας συμφωνίας με άλλη ασφαλιστική εταιρεία, παραβιάζοντας έτσι ρητό όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά το από 27-3- 2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο υποχρεούταν να έχει ασφαλισμένο το προσωπικό της και σε έναν άλλο, πλην του κυρίου, ασφαλιστικό φορέα και δη με τους ειδικότερους όρους που ορίζονταν σε αυτό. Εξ άλλου το γεγονός της αυτοδίκαιης λήξης της από 5-5-2008 επιχειρησιακής σ.σ.ε. δεν αναιρεί την ανωτέρω υποχρέωση της εναγομένης, η οποία πηγάζει από τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων κατά τα προαναφερθέντα. Η καταγγελία του ασφαλιστηρίου συμβολαίου από την εναγομένη, η οποία δεν είχε το δικαίωμα να προβεί στην πράξη αυτή λόγω δέσμευσής της για την παροχή προγράμματος ομαδικής ασφάλισης από τις ατομικές συμβάσεις των εργαζομένων, δημιουργεί ευθύνη της προς αποζημίωση των εναγόντων εξαιτίας της υπαίτιας ματαίωσης του υπό αίρεση δικαιώματος των τελευταίων, της αναμενόμενης δηλαδή είσπραξης ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου». Με βάση αυτές τις παραδοχές (και άλλες που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω) το εφετείο, το οποίο προηγουμένως είχε απορρίψει την έφεση των εναγόντων ως απαράδεκτη, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της εναγομένης κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα για καθένα ποσά για την ανωτέρω αιτία. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των κανονιστικών όρων της από 5-5-2008 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, ήτοι εκείνες των άρθρων 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990 και 2 παρ. 2 ΠΥΣ 6/28-2-2012, αφού δεν δέχθηκε ότι η υποχρέωση της εναγομένης για ομαδική ασφάλιση απέρρεε από την ανωτέρω (από 5-5-2008) επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτή, αλλά από το από 27-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο αποτέλεσε όρο της ατομικής σύμβασης εργασίας των εναγομένων. Περαιτέρω το εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υποχρέωσης της εναγομένης σε αποζημίωση των εναγόντων εξαιτίας της υπαίτιας ματαίωσης του προαναφερθέντος υπό αίρεση δικαιώματος αυτών, δηλαδή της αναμενόμενης είσπραξης ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Ειδικότερα δεν είναι αντιφατικές οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης για το λόγο ότι το εφετείο δέχθηκε αφενός ότι ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας προκειμένου να θεσπισθεί νέο ομαδικό ασφαλιστικό πρόγραμμα και αφετέρου ότι η ανάληψη της νομικής υποχρέωσης για την κατάρτιση ομαδικής ασφάλισης δεν στηρίζεται στην εν τέλει καταρτισθείσα από 5-5-2008 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας αλλά στο προηγηθέν αυτής από 27-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό. Εξ άλλου δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης να αναφέρονται σ’ αυτές οι λόγοι που επέβαλαν την υπογραφή του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού. Περαιτέρω δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινίζεται και να αιτιολογείται ο λόγος αναφοράς της προσβαλλόμενης στο ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ούτε να αιτιολογείται γιατί αυτό συμπεριελήφθη στην επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας. Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους ανωτέρω λόγους είναι απαράδεκτες διότι αφορούν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτές και νομίμως. Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς, του στο ανωτέρω δικαστήριο ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 παρ. 2 περ. α-γ του ΚΠολΔ να εκτίθεται τούτο στο αναιρετήριο (ΑΠ 173/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το εφετείο κατά την απόρριψη του ισχυρισμού της «περί κατάργησης της ενοχής για σπουδαίο λόγο», ήτοι λόγω της οικονομικής αδυναμίας της, ο οποίος (ισχυρισμός) ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, διαλαμβάνοντας σ` αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό. 

Εξάλλου με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι, κατά την απόρριψη του ανωτέρω ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού της, δεν έλαβε υπόψη τις από 19-12-2011 και από 10-10-2013 επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και την από 15-9-2014 επιστολή του επιχειρησιακού σωματείου προς τον πρωθυπουργό, τα οποία αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της βασιμότητάς του. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι προεχόντως διότι δεν παρατίθεται σ’ αυτούς με σαφήνεια και πληρότητα ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας κατά την απόρριψη του οποίου το έφετείο υπέπεσε στις ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες (ώστε να μπορεί να κριθεί αν πρόκειται για νόμιμο ισχυρισμό) ούτε προσκομίζονται οι υποβληθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας με τις οποίες προτάβηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός ούτε τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης όπου ο ισχυρισμός αυτός διατυπώθηκε συνοπτικά όπως θα έπρεπε για το παραδεκτό του, ούτε τέλος η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι συνέτρεχε κάποιος λόγος παραδεκτής βραδείας προβολής του ισχυρισμού αυτού για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου. Επί πλέον ο έκτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για τη μη λήψη υπόψη των αναφερόμενων σ` αυτόν επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας είναι απαράδεκτος και διότι οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ.

Κατ` ακολουθίαν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, καθώς και το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο υπέβαλε η αναιρεσείουσα με τις έγγραφες προτάσεις της, ως άνευ αντικειμένου μετά την απόρριψη της αίτησής της. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ, 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-5-2016 αίτηση για αναίρεση της 271/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και το υποβληθέν με τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας αίτημά της για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...